Αστυνομία ν. Δημήτρης Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 10730/04, 26 Σεπτεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10730/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Δημήτρης Δημητρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
- της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των Καν. 2,26(Ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και του Νόμου 166/
- της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(4)(α), 38 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου του 2000, Αρ. 96
(1)2000, και ΚΔΠ 187/
- της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 7
(1)και 19
(1))4) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
- της οδήγησης μοτοσικλέτας/μοτοποδηλάτου, χωρίς κράνος, του εγκεκριμένου από τον ΄Εφορο τύπου, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 59
(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84 και ΚΔΠ 189/84 και ΚΔΠ 145/85 που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και ΚΔΠ 114/66, ΚΔΠ 132/99, του Νόμου 47
(1)/97 και του Νόμου 80
(1)/2000). 6. της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος άνευ πινακίδων συνιστουσών τα διακριτικά σημεία της ταυτότητας του οχήματος κατά παράβαση των Καν. 7
(2)16(Ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, ΚΔΠ 66/84 και άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 47
(1)/97 7. της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς σιγαστήρα ή άλλη συσκευή για τη μείωση του θορύβου από την διαφυγή των αερίων της μηχανής στην ατμόσφαιρα, κατά παράβαση των κανονισμών 50
(17)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84) και άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και του Νόμου 166/87 και του Νόμου 80
(1)/
- της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος και παράλειψης ακινητοποιήσεως τούτου ενώ κλήθηκε υπό Αστυνομικού εν στολή, κατά παράβαση των Καν. 58
(1)(κ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, ΚΔΠ 66/84 και άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972. 9. της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Καν. 17
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984 ΚΔΠ 66/84 και άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε τις κατηγορίες αρ. 2, 3, 6 και
- Αναφορικά με την κατηγορία αρ. 7 ο Κατηγορούμενος απαλλάχτηκε και αθωώθηκε αφού το Δικαστήριο έκρινε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Οι κατηγορίες αρ. 1, 4, 5 και 8 ανατρέχουν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους, στις 16.5.2004 στη Λεωφόρο Αθηνών στη Λάρνακα όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 673 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, οδηγούσε επικινδύνως διά το κοινό δηλαδή ανάπτυξε απότομα ταχύτητα με αποτέλεσμα να τραυματίσει ένστολο αστυνομικό, δεν έφερε προστατευτικό κράνος και ενώ κλήθηκε υπό Αστυνομικού εν στολή παρέλειψε να ακινητοποιήσει το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα μέχρις ο αστυφύλακας επιτρέψει σ΄ αυτόν να εξακολουθήσει την πορεία του. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Τον αστυφύλακα 458 Γ. Κακουλλή (ΜΚ1), τον Ονούφριο Ονουφρίου (ΜΚ2) και τον αστυφύλακα 1913 Α. Χρίστου (ΜΚ3). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 στις 16.5.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος που έγινε στη Λεωφόρο Αθηνών (στις Φοινικούδες) στη Λάρνακα με ενεχόμενα οχήματα τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με αρ. ΕΥΖ 673 την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής 399CHI6909 που οδηγούσε ο ΜΚ2, και τον πεζό ΜΚ
- Τα οχήματα είχαν μετακινηθεί από τις τελικές τους θέσεις ενώ ο Κατηγορούμενος, ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3 βρίσκονταν στη σκηνή. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο από το οποίο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο
- Η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου υπέστη γδάρσιμο στο μπροστινό φτερό, στο δεξί καπάτζιη της μηχανής και το χερούλι του στόπερ ενώ το όχημα του ΜΚ2 εκδορές στην πίσω αριστερή γωνιά. Η λεωφόρος Αθηνών είναι πλακόστρωτος δρόμος καλής επιφάνειας, μονής κατεύθυνσης και κατά το δυστύχημα ήταν στεγνή. Είναι πολυσύχναστη. Το σημείο Χ1 στο Τεκμήριο 2 υπεδείχθη από τον ΜΚ2, το Χ2 από το ΜΚ3 και το Χ3 από τον Κατηγορούμενο. Το Χ1 και Χ2 αφορούσαν τη σύγκρουση μεταξύ της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου και του ΜΚ2 ενώ το Χ3 τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας στην άσφαλτο. Οι πορείες Α, Β και Γ είναι οι πορείες του ΜΚ2, του Κατηγορούμενου και του ΜΚ3, αντίστοιχα. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο πεζοδρόμιο υπήρχαν φυτά ύψους μέχρι 2μ. Η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή, τα αυτοκίνητα κινούνταν σημειωτόν. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ότι στις 16.5.2004 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Αθηνών με μικρή ταχύτητα λόγω της κίνησης. Παρά την είσοδο της μαρίνας αντιλήφθηκε στα αριστερά του να βρίσκονται στο δρόμο 2 αστυνομικοί, ο ένας πίσω από τον άλλο. Στο πεζοδρόμιο βρίσκονταν οι μοτοσικλέτες τους. Μόλις πέρασε μπροστά τους και διένυσε γύρω στα 3μ. άκουσε πίσω του δυνατό μαρσάρισμα μοτοσικλέτας. Αμέσως ένιωσε ένα τράνταγμα και χτύπημα που προερχόταν από το πίσω μέρους του αυτοκινήτου του. Σταμάτησε για να δει τι συμβαίνει και διαπίστωσε ότι μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού συγκρούσθηκε στον πίσω προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι 10-15μ. πριν περάσει δίπλα τους υπήρχαν 3-4 αστυνομικοί στο χώρο. Δεν είδε τη μοτοσικλέτα να έρχεται ούτε είδε με ποιο τρόπο προκλήθηκε το μαρσάρισμα. Δεν θυμόταν αν υπέδειξε στο ΜΚ1 το σημείο Χ1, του είπε πως δεν θυμόταν ακριβώς. Η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ3 του Τεκμηρίου 2, εκεί ένιωσε το κτύπημα. Στα δεξιά του υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Δεν άκουσε ή είδε τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα. Υπήρχαν 2 αστυνομικοί που μιλούσαν πίσω από τα δέντρα. Οι θάμνοι μπορεί να κρύψουν κάποιον πίσω τους. Δεν τους είδε όταν πήρε την ευθεία. Ο ΜΚ3 του ειδικού ουλαμού Μοτοσικλετιστών ανέφερε ότι στις 16.5.2004 γύρω στις 17:20 διενεργούσε έλεγχο τροχαίας στη Λεωφόρο Αθηνών όταν είδε να έρχεται προς το μέρος του μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με 2 επιβάτες που δεν φορούσαν κράνη. Μπήκε αμέσως στο δρόμο και σε απόσταση 20μ. με κανονικό σήμα προέτρεψε τον οδηγό να σταματήσει. Ο οδηγός μόλις τον αντελήφθηκε ανέπτυξε ταχύτητα ερχόμενος κατά πάνω του για να αποφύγει τον έλεγχο. Καθώς πέρασε από μπροστά του με μεγάλη ταχύτητα τον κτύπησε με το αριστερό πατίδι της μοτοσικλέτας στο πόδι, στη συνέχεια έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και χτύπησε στο πίσω μέρος προπορευόμενου οχήματος. Κατευθύνθηκε αμέσως προς το σημείο του δυστυχήματος, σήκωσε τη μοτοσικλέτα και είδε πως δεν έφερε αριθμούς εγγραφής. Ο ΜΚ3 μετέβη στο Νοσοκομείο για εξέταση του ποδιού του όπου τον εφοδίασαν με σχετικό πιστοποιητικό. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό της μοτοσικλέτας. Σε ερώτηση σε ποιο σημείο του δρόμου κτυπήθηκε από τη μοτοσικλέτα ο ΜΚ3 ανέφερε πως ήταν μέσα στο δρόμο, στην αριστερή πλευρά, μπήκε μέσα στο δρόμο, έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο ο οποίος στην προσπάθεια του να τον αποφύγει κτύπησε πάνω στο πόδι του με το αριστερό πατίδι της μοτοσικλέτας. Η μοτοσικλέτα τον κτύπησε στο σημείο Χ
- Παρατήρησε ότι δεν είχε σιγαστήρα. Η λεωφόρος Αθηνών είναι πολυσύχναστος δρόμος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως το πλάτος του δρόμου ήταν 7.30 μ. πως υπήρχαν 2 σειρές αυτοκινήτων που κινούντο στο δρόμο και μία σειρά σταθμευμένων, απέναντι από την είσοδο της μαρίνας στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Όταν είδε τον Κατηγορούμενο ο ίδιος βρισκόταν στην άκρια του δρόμου κάτω από το σημείο Χ
- Δεν βρισκόταν στο πεζοδρόμιο. Σε ερώτηση γιατί αφού βρισκόταν στο δρόμο ανέφερε στο Τεκμήριο 6 ότι μπήκε στο δρόμο, απάντησε ότι βρισκόταν στην άκρια του δρόμου στο Χ2, όχι στο πεζοδρόμιο και όταν είδε τον Κατηγορούμενο να έρχεται προχώρησε 3-4 βήματα και του έκανε σήμα για να σταματήσει. ΄Οταν λέει μπήκα στο δρόμο εννοεί μπήκε περίπου 3-4 βήματα στο δρόμο. Η μοτοσικλέτα και το αυτοκίνητο συγκρούσθηκαν μετά που πέρασαν από μπροστά του. Στα 20μ. που τον χώριζαν από τον Κατηγορούμενο υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα, 2 λωρίδες 4-5 αυτοκινήτων. Μπροστά από την μοτοσικλέτα δεν υπήρχαν αυτοκίνητα αφού η μοτοσικλέτα παρέκαμψε τις λωρίδες κυκλοφορίας και πήρε την άκρη του δρόμου ερχόμενη προς το μέρος του. Ανέπτυξε όταν τον είδε και ο χώρος ήταν ικανοποιητικός για να περάσει μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού. Σε ερώτηση πως γίνεται σε δρόμο πλάτους 7,30 μ. όπου κινούνταν 2 σειρές αυτοκινήτων και υπήρχε και σειρά σταθμευμένων αυτοκινήτων να κινείται μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, ο ίδιος να ήταν 1 ½ μ. εντός του δρόμου και να μην σταματήσουν ή να τον πατήσουν τα αυτοκίνητα απάντησε πως αυτοκίνητα υπήρχαν σταθμευμένα πίσω από το σημείο ελέγχου. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα σταθμευμένα απέναντι από την είσοδο της μαρίνας και δεξιά. Μπροστά τους δεν υπήρχαν λόγω της παρουσίας της αστυνομίας. Σε ερώτηση αν όταν τον είδε ο Κατηγορούμενος για να τον αποφύγει πήρε τη δική του λωρίδα ο ΜΚ3 απάντησε πως ο Κατηγορούμενος κρατούσε ήδη εκείνη τη λωρίδα και μετά αντελήφθηκε τη παρουσία του. ΄Οταν ο ΜΚ3 μπήκε στο δρόμο ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα περνώντας από κοντά του, κτυπώντας τον στο αριστερό πόδι. Σε ερώτηση γιατί ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος τον αντελήφθηκε στα 20μ. αφού υπήρχε ευθεία 50μ. προηγουμένως και ήταν εμφανής ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος τον είδε στα 20 μέτρα. Σε υποβολή πως για να τον αντιληφθεί ο Κατηγορούμενος στα 20μ. ήταν κρυμμένος απάντησε μάλιστα. Ακολούθως συμφώνησε πως ο Κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε και ήρθε κατευθείαν πάνω του. Σε ερώτηση δε πως γίνεται να προσπαθεί ο Κατηγορούμενος να τον αποφύγει και να κατευθύνεται πάνω του και αν ήθελε να τον «τσιλήσει» απάντησε ναι, κατά κάποιο τρόπο. Συμφώνησε δε πως δεν ήθελε να τον αποφύγει. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα «υιοθετώ ότι είπα στην κατάθεση μου, είναι αυτή η αλήθεια» και κάλεσε ως ΜΥ1 τη Λίζα Λοϊζου. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 3 ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στις 16.5.2004 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής ΕΥΖ 673 στη Λεωφόρο Αθηνών με συνεπιβάτη τη Λίζα Λοϊζου. Φορούσαν και οι 2 τα κράνη τους. ΄Οταν έφθασαν κοντά στην είσοδο της μαρίνας βγήκε από τα αριστερά του, από κάτι ανθώνες ένας αστυνομικός που του ένεψε να σταματήσει μπαίνοντας στη μέση του δρόμου. Τότε ο Κατηγορούμενος κινήθηκε πιο δεξιά για να περάσει μπροστά από τον αστυνομικό και να σταματήσει τη μοτοσικλέτα του στα αριστερά του δρόμου αφού δεν του έδωσε περιθώριο να σταματήσει μπροστά του, έχοντας πεταχτεί απότομα μπροστά του. Την ώρα που περνούσε από μπροστά του με πάρα πολύ μικρή ταχύτητα (ο αστυνομικός) άρπαξε το αριστερό χέρι της Λοϊζου και την τράβηξε απότομα με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και από το σπρώξιμο να αναπτύξει ταχύτητα και από λάθος να κτυπήσει ελαφρά το προπορευόμενο του αυτοκίνητο. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος και η Λοϊζου έπεσαν στο έδαφος. Η τροχαία κίνηση ήταν αρκετά πυκνή. Η ΜΥ1, υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο 7 στην οποία ανέφερε ότι στις 16.5.2004 ήταν συνεπιβάτης του Κατηγορούμενου στη Λεωφόρο Αθηνών. Κοντά στην είσοδο της μαρίνας πετάχτηκε μπροστά τους από αριστερά ένας αστυνομικός ο οποίος τους έκανε σήμα να σταματήσουν. Τότε ο Κατηγορούμενος κινήθηκε πιο δεξιά με πάρα πολύ μικρή ταχύτητα και την ώρα που περνούσαν μπροστά από τον αστυνομικό αυτός την άρπαξε βίαια από το αριστερό χέρι τραβώντας την με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, να αναπτύξει ταχύτητα και να συγκρουσθεί με το προπορευόμενο τους όχημα. Ακολούθως έπεσαν και οι 2 στο έδαφος. Τόσο η ΜΥ1 όσο και ο Κατηγορούμενος φορούσαν κράνη. Υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Ο αστυνομικός πετάχτηκε από τα δέντρα στα 5μ. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 ανέφερε ότι το σήμα έγινε στην αριστερή μεριά του δρόμου, μέσα στο δρόμο, 5μ. από τη μοτοσικλέτα. Μετά το σήμα ο Κατηγορούμενος πήγε να σταματήσει και ο αστυνομικός που έκανε το σήμα την τράβηξε. Ο Κατηγορούμενος πήγε να σταματήσει αριστερά και ακούστηκε «παραπάνω η μοτόρα» δηλαδή έκανε θόρυβο, την τράβηξε ο αστυνομικός και έπεσε κάτω. Αρνήθηκε ότι πριν το σήμα προχωρούσαν με μεγάλη ταχύτητα. Δεν σταμάτησαν αμέσως στο σήμα γιατί είχε κίνηση. Δεν θυμόταν αν η μοτόρα ακούστηκε πριν ή μετά το τράβηγμα. Αρνήθηκε υποβολή ότι όταν έγινε το σήμα ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα για να φύγει από τον έλεγχο του αστυνομικού και ότι η μοτόρα κτύπησε τον αστυνομικό. Η μοτοσικλέτα δεν συγκρούσθηκε με τον αστυνομικό ούτε άγγιξε τον αστυνομικό ο οποίος ήταν στα αριστερά της όταν περνούσαν. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν φορούσαν κράνη. Το αυτοκίνητο μπροστά της το είδε μετά τη σύγκρουση. Αρνήθηκε υποβολή πως δεν την τράβηξε ο αστυνομικός και πως ουδέποτε πετάχτηκε. Επανεξεταζόμενη ανέφερε ότι η μοτόρα ακούστηκε να κάνει περισσότερο θόρυβο όταν ο Κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο της. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τον τρόπο που απαντούσαν και τις αντιδράσεις τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λήφθηκαν υπόψη όλοι εκείνοι οι παράγοντες και παράμετροι που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει - εξάλλου η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία του ΜΚ1 - έτσι η μαρτυρία του όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2, καθώς και τα ευρήματα του γίνονται αποδεχτά στην ολότητα τους. Στη μαρτυρία του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ1 που του υπεδείχθη από το ΜΚ2 δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα αφού ο ΜΚ2 ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο διαφώνησε με το πιο πάνω σημείο. Ο ΜΚ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν αποδέχομαι όμως το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά το σημείο σύγκρουσης Χ3 στο οποίο ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι «ένιωσε» τη σύγκρουση. Πέραν του γεγονότος ότι ο μάρτυρας δεν δικαιολόγησε γιατί κατά την ένορκη μαρτυρία του κατέληξε στο σημείο αυτό ενώ σύμφωνα με την ίδια τη μαρτυρία του κατά τη μέρα τη σύγκρουσης δεν θυμόταν που ακριβώς ήταν το εν λόγω σημείο, δεν φαινόταν καθόλου βέβαιος για το σημείο που υπέδειξε στο Δικαστήριο. Πλην του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας του η μαρτυρία του μάρτυρα δεν κλονίστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Η μαρτυρία του συνάδει με την πραγματική μαρτυρία η οποία σύμφωνα με την πάγια νομολογία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388). Βρίσκω όμως ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού ο ΜΚ2 πλην του γεγονότος ότι άκουσε τη σύγκρουση δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τι προηγήθηκε της σύγκρουσης. Ούτε και σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες δεν ήταν διαφωτιστική η μαρτυρία του ΜΚ
- Αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ3 ότι έχοντας δει τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου να έρχεται προς το μέρος του και τον Κατηγορούμενο και τη συνεπιβάτιδα του να μην φορούν κράνη σε απόσταση 20μ. προέτρεψε τον Κατηγορούμενο με κανονικό σήμα να σταματήσει και ότι ο Κατηγορούμενος έχοντας αντιληφθεί το σήμα παρέλειψε να σταματήσει και ακολούθως συγκρούσθηκε στο πίσω μέρος του οχήματος του ΜΚ
- Το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση στην ουσία του και παρέμεινε αναντίλεκτο. Δεν αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΚ3 όσον αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πιο πάνω σύγκρουσης αφού η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν ασαφής, αόριστη και αντιφατική και δημιουργεί πολλά ερωτηματικά σε σχέση τόσο με τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο όσο και με την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ ο ΜΚ3 κατά την κυρίως εξέταση του από τη μία ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος κινήθηκε κατά πάνω του, από την άλλη ανέφερε ότι πέρασε από μπροστά του ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πέρασε από κοντά του δημιουργώντας ερωτηματικά ως προς την ακριβή κίνηση της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου. Ιδιαίτερα ενόψει και του γεγονότος ότι παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο αν ο ίδιος ο ΜΚ3 κινήθηκε καθόλου για να αποφύγει τον Κατηγορούμενο ή αν η κίνηση του εντός του δρόμου ανέκοψε την πορεία του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω προκύπτει ουσιαστική αντίφαση στην κυρίως εξέταση του μάρτυρα αφού ενώ ήταν από τη μία θέση του ότι ο Κατηγορούμενος κινήθηκε προς τα πάνω του από την άλλη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να τον αποφύγει. Εύλογα δε προκύπτει το ερώτημα πως αφού ο Κατηγορούμενος οδήγησε τη μοτοσικλέτα του κατευθείαν προς τον ΜΚ3 τον κτύπησε σύμφωνα με τον τελευταίο μόνο με το αριστερό πατίδι της μοτοσικλέτας. Σημειώνω συναφώς ότι η θέση του ΜΚ3 ότι ο Κατηγορούμενος κατά κάποιο τρόπο ήθελε να τον κτυπήσει προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του. Δέον δε να σημειωθεί ότι παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο στο τέλος της μαρτυρίας του ΜΚ3 η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος πριν αντιληφθεί τον ΜΚ3, η ανάπτυξη της ταχύτητας του Κατηγορούμενου καθώς και η φύση του τραυματισμού του ΜΚ
- Και κάτι άλλο. Καθόλου βοηθητική δεν ήταν η μαρτυρία του ΜΚ3 σε σχέση με τις συνθήκες της σύγκρουσης της μοτοσικλέτας και του αυτοκινήτου του ΜΚ2 παρόλο που ο μάρτυρας είδε τη σύγκρουση. Aναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 3 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στα αδικήματα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, δεν υποστηρίζεται από ίχνος αξιόπιστης μαρτυρίας ενώπιον μου και δεν είναι ικανή να δημιουργήσει οποιαδήποτε αμφιβολία σε σχέση με την ενοχή του (βλ μεταξύ άλλων Anastasiades V Republic
(1997)2 C.L.R. 97 σελ. 210-211 και Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ του Γ. Κακογιάννη σελ. 253 παράγραφος 11-42). Η ΜΥ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα της αλήθειας. Δεν φαινόταν καθόλου σίγουρη για όσα κατέθετε, απαντούσε με δισταγμό και η μαρτυρία της ήταν ασαφής και αόριστη, η εκδοχή της παράλογη και μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο. Η θέση της ότι λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του ανέπτυξε ταχύτητα στερείται πειστικότητας. Ούτε η θέση της ότι δεν σταμάτησαν αμέσως στο σήμα του αστυνομικού λόγω της κίνησης βρίσκει έρεισμα στη λογική, ειδικότερα ενόψει της θέσης της κατά την κυρίως εξέταση της ότι η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου κινείτο πάρα πολύ σιγά. Σημειώνω εδώ πως η θέση που προέβαλε η ΜΥ1 ότι ο αστυνομικός «πετάχτηκε» μπροστά τους στα 5 μ. δεν υποβλήθηκε στο ΜΚ
- Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΥ
- ΄Εχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας όπως την έχω αξιολογήσει πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος αφού δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση ή αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος όπως σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης και την οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου πριν τη σύγκρουση. Περαιτέρω ελλείπει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος παρεξέκλινε της πορείας του ούτως ώστε στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από αυτόν να δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι ήταν αμελής. Οι μετρήσεις του ΜΚ1 ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα και η αποδεχτή μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβη το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου V Nίκου Νικολάου, Πολιτική Έφεση αρ. 11744 ημερομηνίας 15.06.05). Περαιτέρω δεν υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με τον ακριβή τρόπο οδήγησης του Κατηγορούμενου σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο, πλην του γεγονότος ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί στο σήμα του ΜΚ3, και κατά συνέπεια δεν μπορώ να καταλήξω σε ανάλογα ευρήματα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα μόνα ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω είναι τα ακόλουθα: Στις 16.5.2004 ο ΜΚ3 γύρω στις 17:20 διενεργούσε έλεγχο τροχαίας στη Λεωφόρο Αθηνών όταν είδε τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου με αρ. εγγραφής ΕΥΖ 673 να έρχεται προς το μέρος του με συνοδηγό τη ΜΥ1. Ο Κατηγορούμενος και η ΜΥ1 δεν φορούσαν κράνη. Μπήκε αμέσως στο δρόμο και σε απόσταση 20μ. προέτρεψε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει. Κατηγορίες αρ. 1 και 4 Ενόψεις της μη ύπαρξης ευρημάτων η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της Κατηγορίας αρ. 1 και 4 δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 και αρ. 4 αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1 και αρ. 4. Κατηγορίες αρ. 5 και 8 Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τις κατηγορίες αρ. 5 και 8 που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σ΄ αυτές. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο