Αστυνομία ν. Νικολέττα Καμακιάν, Αρ. Υπόθεσης: 13503/04, 30 Σεπτεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B87 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ENΩΠΙΟΝ: M. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13503/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α v. Νικολέττα Καμακιάν Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2005. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κα Γ. Ζαχαρίου Κατηγορουμένη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες:
(1)Της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/2000.
(2)Της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(4)(α), 38 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου του 2000, Αρ. 96
(1)2000, και Κ.Δ.Π 187/
- Τα αδικήματα ανατρέχουν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειές τους, στις 26.6.2004 στο δρόμο Μαζωτού-Κιτίου της Επαρχίας Λάρνακας όπου η Κατηγορουμένη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΧ 510 μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ σχετικά με τη χρήση του, από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 2228 Δ. Δημητρίου (ΜΚ1), και τη Χριστίνα Χριστοδούλου (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: O MK1 στις 26.6.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος στο δρόμο Μαζωτού-Κιτίου, στο οποίο ενέχονταν τα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής ΚΕΧ 510 που οδηγούσε η κατηγορουμένη, με συνεπιβάτη το Μιχαήλ Τιμοθέου, και ΗΝΡ685 που οδηγούσε η ΜΚ
- Τα δύο αυτοκίνητα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις και οι δύο οδηγοί και ο συνεπιβάτης ήταν παρόντες και είχαν τραυματιστεί. Με τη βοήθεια του Αστ. 781 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής αφού πήρε τα σχετικά μέτρα. ΄Ελεγξε τη σκηνή όπου βρήκε το σημείο συγκρούσεως καθώς και γυαλιά και νερό από το ραδιατέρ στην κατεύθυνση του αυτοκινήτου της ΜΚ
- Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης υπέστη ζημιά στη δεξιά πλευρά του καπώ, μπροστινή πόρτα του οδηγού, πίσω δεξιά πόρτα, ανεμοθώρακα ενώ της ΜΚ2 στο μπροστινό καπώ, μπροστά γρίλια, δεξί μέρος του καπώ. Το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύκτας και δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Ο δρόμος είναι άσφαλτος, αριστερά και δεξιά του οποίου υπάρχει χωμάτινο παγκέτο. Πριν το σημείο του δυστυχήματος ο δρόμος έχει πλάτος 7.40 μ. χωρίς σηματοδότηση με γραμμές και στενεύει απότομα στα 5.70 μ. Το όριο ταχύτητας είναι 65 χαω. ΄Ελαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, Τεκμήριο 3 στις 6.7.
- Στις 8.7.2004 εξήγησε στη ΜΚ2 το σχέδιο του δυστυχήματος η οποία αφού της υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης συμφώνησε και το υπέγραψε. Την ίδια μέρα πήρε ανακριτική κατάθεση από τη ΜΚ
- Στις 2.9.2004 στη σκηνή του δυστυχήματος υπέδειξε στην Κατηγορουμένη το πρόχειρο σχέδιο. Η Κατηγορουμένη διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης. Κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορουμένη, Τεκμήριο 4, η οποία απάντησε "ο λόγος που έπιασα πιο δεξιά είναι γιατί δεν υπήρχαν γραμμές κάτω στο δρόμο ούτε φωτισμός, δηλαδή σηματοδότηση". Από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 2 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Με την ένδειξη Α φαίνεται η πορεία του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης και Α1 η τελική του θέση, με την ένδειξη Β η πορεία του βαν της ΜΚ2 και 2Β η τελική του θέση. Με την ένδειξη Χ το σημείο σύγκρουσης. Με την ένδειξη Ζ φαίνονται ίχνη πλαγιολίσθησης που ανήκουν στο αυτοκινήτο της Κατηγορουμένης, Ο γδάρσιμο της ασφάλτου, Δ σπασμένα γυαλιά. Το σημείο Χ τοποθετήθηκε εκεί που είναι οι ραβδώσεις που προκλήθηκαν την ώρα του δυστυχήματος από τα μέρη του οχήματος από τα δύο αυτοκίνητα και τα σπασμένα γυαλιά (Δ) στη λωρίδα της ΜΚ2 (κατεύθυνση προς Κίτι). . Από το σταθερό σημείο Ι προς Μαζωτό η ορατότητα της Κατηγορουμένης είναι απεριόριστη, πάνω από 100 μ. Στην ασφάλεια του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΕΧ510 δεν αναφερόταν το όνομα της Κατηγορουμένης και η τελευταία δεν παρουσίασε στο ΜΚ1 κάποιο έγγραφο που να δείχνει πως υπήρχε ασφάλεια. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι απεριόριστη είναι και η ορατότητα από Μαζωτό προς Ι (της παραπονουμένης) αφού ο δρόμος είναι ευθύς. Δεν προέβη σε οποιοδήποτε σχετικό τεστ ούτε την ημέρα ούτε τη νύκτα. Δεν ήταν σε θέση να πει πόσο μακριά έβλεπε η Κατηγορουμένη. Με τον όρο απεριόριστη ορατότητα εννοεί ότι ο δρόμος είναι ευθύς. Συμφώνησε πως η ορατότητα αλλοιώνεται με βάση το φωτισμό και πως στο δρόμο δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Συμφώνησε δε πως η ορατότητα της Κατηγορουμένης ήταν μέχρι το σημείο που φθάνουν τα φώτα του αυτοκινήτου της. Οι τρεις γραμμές με βάση τις οποίες κατέληξε στο Χ δημιουργήθηκαν την ώρα της σύγκρουσης στο σημείο Χ και ήταν γδαρσίματα από τρίψιμο από κάποιο σημείο των 2 αυτοκινήτων. ΄Ηταν βαθύ σκάψιμο (σκάμμα). Γνωρίζει πως ήταν φρέσκο από την εμπειρία του και από τα γυαλιά που βρέθηκαν (Δ). Δεν έχει σχετική ειδικότητα. Το φρέσκο σκάμμα φαίνεται ότι είναι πιο καθαρό. ΄Όταν περάσει αρκετός καιρός "καταλαβαίνεται" όταν το σκάμμα είναι παλιό. Από το Χ μέχρι το Δ η απόσταση ήταν 9.80 μ. Τα σπασμένα γυαλιά προήλθαν και από τα 2 οχήματα. Σε ερώτηση αν και τα δύο αυτοκίνητα είχαν σπασμένους υαλοθώρακες απάντησε πως μόνο της Κατηγορουμένης είχε τέτοια ζημιά. Σε ερώτηση γιατί τοποθετεί το σημείο σύγκρουσης εκεί αφού τα γυαλιά ήταν 9.80 μ. μακριά και οι τελικές θέσεις των οχημάτων ακόμη πιο μακριά απάντησε ότι το Χ το τοποθέτησε εν όψει των τελικών θέσεων. Επίσης το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης πλαγιολίσθησε με τέτοιο τρόπο που σίγουρα το σημείο σύγκρουσης ήταν στη δεξιά πλευρά. Το σκάμμα (Ο) δημιουργήθηκε από το βίαιο της σύγκρουσης. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει από ποιο μέρος ποιού αυτοκινήτου προκλήθηκε το σκάμμα. Τα ίχνη πλαγιολίσθησης είχαν μήκος 9.50 μ. Σε ερώτηση πως γίνεται η πλαγιολίσθηση να αρχίζει από άλλη λωρίδα από αυτή στην οποία τοποθεί το σημείο Χ απάντησε πως ο τροχός "δεν έγραψε" από το σημείο του Χ μέχρι τα ίχνη. Πιστεύει πως η Κατηγορουμένη έπιασε πιο δεξιά και έκανε ελιγμό αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης πήγε αριστερόστροφα πίσω αφού συγκρούσθηκε, σύμφωνα με τους Νόμους της Φυσικής. Σε ερώτηση αν όσα ανέφερε η παραπονούμενη ήταν παράλογα απάντησε πως διαφωνεί με τη θέση στην οποία η παραπονούμενη είδε το όχημα της κατηγορουμένης (κάθετα στο δρόμο) αλλά συμφωνεί πως ήταν στην πορεία της. Μπορεί να μην το είδε εντελώς κάθετα. Διαφώνησε πως η θέση του στηρίζεται σε εικασίες και δικές του θεωρίες. Μελέτησε τη σκηνή και τις καταθέσεις. Διαφώνησε με τη θέση ότι η Κατηγορουμένη βρισκόταν στη δική της λωρίδα. Αν το σημείο Χ ήταν στη λωρίδα της δεν θα υπήρχαν τα σημάδια στην αντίθετη λωρίδα και τα οχήματα δεν θα κατέληγαν στις τελικές τους θέσεις αν η ΜΚ2 έμπαινε στην άλλη λωρίδα. Η ΜΚ2 κατέθεσε ότι στις 26.6.2004 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΗΝΡ685 στο δρόμο Μαζωτού προς Κίτι. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Η ταχύτητα της ήταν 60 - 70 χαω. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ενώ κρατούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου και βρισκόταν στο κέντρο της λωρίδας της είδε σε απόσταση 6 - 7 μ. ακριβώς στη μέση της λωρίδας της την πλευρά κάποιου αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο ήταν κάθετα στο δρόμο, ευθέως προς τη θάλασσα, χωρίς κλίση και έφθανε σχεδόν μέχρι τη γραμμή του κέντρου του δρόμου. Πρέπει να είχε τα φώτα του σβηστά γιατί δεν είδε φως . Το αυτοκίνητο δεν είδε αν βγήκε από κάπου ή αν ήταν παρκαρισμένο. Στην απόσταση που το είδε απότομα δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε, ούτε και να πατήσει φρένα. Το σημείο σύγκρουσης ήταν στη δική της λωρίδα. Συμφώνησε με το σχέδιο που της υπέδειξε ο ΜΚ
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης λίγα δευτερόλεπτα πριν κτυπήσουν. Βασικά ολόκληρο το αυτοκίνητο ήταν στην πορεία της, στην άσφαλτο. Δεν θυμόταν αν προεξείχε από οποιαδήποτε μεριά. Δεν είδε από πού ήρθε το αυτοκίνητο αυτό. Η ίδια ήταν στη λωρίδα της. Αρνήθηκε υποβολή πως μπορεί να κρατούσε το κέντρο του δρόμου. Συνήθως οδηγεί μέσα από τη γραμμή. Κατά το δυστύχημα υπήρχε γραμμή ξεθωριασμένη. Αν το όχημα της Κατηγορουμένης είχε φώτα αναμμένα θα τα έβλεπε. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης ήταν σταματημένο. Μπορεί να είχε παρκάρει. Σε ερώτηση σε σχέση με το ότι στην κατάθεση της Τεκμ. 5 αναφέρει ότι το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης δεν είδε να ήταν παρκαρισμένο απάντησε πως ήταν παρκαρισμένο. Αρνήθηκε ότι υπήρχε ζημιά στο καπώ του αυτοκινήτου της σύμφωνα με το ΜΚ
- Ζημιές υπήρχαν στα τζάμια όλα και τον ανεμοθώρακα καθώς και στην πλευρά του οδηγού. ΄Εσπασε επίσης το λάστιχό της. Σε ερώτηση πως γίνεται να πλαγιολίσθησε σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης αφού ήταν κάθετα στο δρόμο απάντησε πως τα ίχνη μπορεί να δημιουργήθηκαν μετά ή να ήταν δικά της. Απάντησε θετικά σε ερώτηση αν κίνησε αγωγή. Σε υποβολή ότι πήγε στο Δικαστήριο να προβάλει την εκδοχή που θα την ευνοήσει για σκοπούς αποζημιώσεων απάντησε θετικά. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή της. Η Κατηγορουμένη επέλεξε να μην πει ο,τιδήποτε και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Στην κατάθεσή της Τεκμήριο 3 η Κατηγορουμένη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 26.6.2004 η ώρα 2200 περίπου οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΕΧ510, με συνοδηγό το Μιχάλη Τιμοθέου, ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου. Γνώριζε πως δεν ήταν γραμμένη πάνω στην ασφάλεια του αυτοκινήτου. Οδήγησε το εν λόγω αυτοκίνητο από Κίτι προς Μαζωτό και είχε αναμμένα τα κανονικά της φώτα. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός και η ταχύτητα της χαμηλή. Σε κάποια στιγμή είδε να έρχεται από απέναντι ένα αυτοκινητο με δυνατά φώτα και του έκανε τα φλας για να τα χαμηλώσει. Δεν τα χαμήλωσε. Η ιδία βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο της λωρίδας της ενώ το άλλο αυτοκίνητο ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα και κρατούσε το κέντρο του δρόμου. Λόγω του ότι φοβήθηκε μήπως της κτυπήσει, ελάττωσε ταχύτητα και έκανε ένα ελιγμό αριστερά για να το αποφύγει. Σε κάποια στιγμή άκουσε το συνοδηγό της να λέει "έρχεται πάνω μας" και μετά είδε από πολύ κοντά τα φώτα του αυτοκινήτου με το οποίο συγκρούσθηκε και αμέσως έχασε τις αισθήσεις της. Δεν θυμόταν τίποτε άλλο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση, έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως τα πιο κάτω σημεία της μαρτυρίας του για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω. Δεν αποδέχομαι το σημείο σύγκρουσης Χ αφού η μαρτυρία του μάρτυρα ο οποίος κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας ήταν ελλιπής και ανεπαρκής ως προς το επιστημονικό της περιεχόμενο. Ο ΜΚ1 δεν έχει παραθέσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. Ασπρής v. Αστυνομίας [2000] 2 ΑΑΔ 694). Γιατί τα σπασμένα γυαλιά, τα οποία σύμφωνα με τις μετρήσεις του απείχαν 9.80 μ. από το σημείο σύγκρουσης, τα σκαψίματα, οι ραβδώσεις, και οι τελικές θέσεις των αυτοκινήτων έδειχναν ότι εκεί έγινε η σύγκρουση; Πέραν του γεγονότος ότι ο μάρτυρας δεν εξήγησε με ποιο τρόπο βασίστηκε στα πιο πάνω σημεία για να καταλήξει στο σημείο σύγκρουσης, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ποιο τρόπο κατέληξε ότι τα σκαψίματα ανήκαν στα ενεχόμενα στο δυστύχημα αυτοκίνητα. Κατ΄ επέκταση δεν αποδέχομαι ούτε τη γνώμη του ως προς τον τρόπο με τον οποίο συνέβη το δυστύχημα την οποία βάσισε στα πιο πάνω σημεία. Η θεωρία του ότι το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης αφού μπήκε στη δεξιά λωρίδα έκανε αριστερό ελιγμό και ακολούθως αριστερόστροφη πισινή παρέμεινε μετέωρη. Πέραν τούτου δεν συνάδει με τη μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία τοποθετεί το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης κάθετα στο δρόμο. Μετέωρη παρέμεινε επίσης και η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας για το λόγο έναρξης των ιχνών πλαγιολίσθησης του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης σε αντίθετη λωρίδα από αυτήν στην οποία τοποθετεί το σημείο σύγκρουσης. Δεν αποδέχομαι ούτε τον καθορισμό της ορατότητας από το ΜΚ1 αφού προέκυψε εμφανώς από την αντεξέταση του πως δεν προέβη σε οποιεσδήποτε μετρήσεις. Εκτός από τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ1 η μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του δεν έχουν κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και τα αποδέχομαι στο σύνολο τους. Η ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Φαινόταν αβέβαιη γι΄ αυτά που κατέθεσε και η ένορκη κατάθεση της ήταν διάχυτη από αντιφάσεις και ασάφειες. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι δεν είδε αν το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης ήταν σταθμευμένο, στην αντεξέτασή της ανέφερε πως ήταν σταθμευμένο. Και ενώ κατά την κυρίως εξέταση της ήταν σίγουρη πως το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης έφθασε μέχρι το κέντρο του δρόμου κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως το περισσότερο ήταν στη λωρίδα της και δεν θυμόταν αν προεξείχε και προς την άλλη λωρίδα στο παγκέτο. Σημειώνω επίσης ότι η περιγραφή των ζημιών που υπέστη το αυτοκίνητο της δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, η οποία σύμφωνα με την πάγια νομολογία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και να είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388). Ενδεικτική της ποιότητας της μαρτυρία της ήταν η απάντηση της στην υποβολή της υπεράσπισης πως η εκδοχή που προέβαλε σκοπό είχε να την ευνοήσει για σκοπούς αποζημιώσεών της. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2. Αναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι πρέπει να αποδοθεί βαρύτητα στη δήλωση της κατηγορουμένης ότι γνώριζε ότι δεν ήταν γραμμένη πάνω στην ασφάλεια του αυτοκινήτου που οδηγούσε, δηλαδή του Μιχάλη Τιμοθέου. Πλην της πιο πάνω δήλωσης δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 3 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή να περιέχει οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον της Κατηγορουμένης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, αφού η ΜΚ2 έχει κριθεί αναξιόπιστη. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα του ΜΚ1 ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 ΑΑΔ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου ν. Νίκου Νικολάου, Πολιτική Έφεση αρ. 11744 / ημερ. 15.6.05). Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω ότι στις 26.6.04 ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι στην ασφάλεια του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΕΧ510 που οδηγούσε η κατηγορούμενη δεν αναφερόταν το όνομα της. Περαιτέρω, η κατηγορούμενη δεν παρουσίασε στο ΜΚ1 κάποιο έγγραφο που να δείχνει ότι υπήρχε ασφάλεια. Κατηγορία αρ. 1 Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό). Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης των δύο αυτοκινήτων. Περαιτέρω ελλείπει αξιόπιστη μαρτυρία ότι η κατηγορουμένη παρεξέκλινε της πορείας της ούτως ώστε στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από αυτήν να δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι ήταν αμελής. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού η κατηγορουμένη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς η κατηγορουμένη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Κατηγορία αρ. 2 Σε σχέση με την οδήγηση χωρίς ασφαλιστήριο έναντι τρίτου είναι αρκετό αν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει πως η κατηγορουμένη οδήγησε το επίδικο όχημα στο δρόμο κατά την επίδικη ημερομηνία και δεν απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία π.χ. πως της ζητήθηκε και παρέλειψε να υποδείξει την ασφάλεια της. Τότε το βάρος της απόδειξης μετατίθεται στην κατηγορουμένη να αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η χρήση του οχήματος καλυπτόταν από ασφάλεια (βλ. Leathley v. Drummond
(1972)Crim. L.R. 227 και Wilkinson´s Road Traffic Offences, 14th Ed. σελ. 183). Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου από την υπεράσπιση ότι η κατηγορουμένη καλύπτετο από ασφάλεια. Σύμφωνα δε με την παραδοχή της στην κατάθεση της Τεκμήριο 3 δεν καλύπτετο από ασφάλεια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είμαι ικανοποιημένη ότι η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε την κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σ΄ αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο