← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μουσταφά Ρεσλάν, Αρ. Υπόθεσης: 5044/04, 14 Οκτωβρίου, 2005

Δημοκρατία ν. Μουσταφά Ρεσλάν, Αρ. Υπόθεσης: 5044/04, 14 Οκτωβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2005:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5044/04 Δημοκρατία ν. Μουσταφά Ρεσλάν Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2005. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Ιωάννου. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου, Ν.29/77 όπως αυτός τροποποιήθηκε. Όπως εξειδικεύεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος την 1.4.04 στη Λάρνακα είχε στην κατοχή του 199,1013 γραμμάρια ηρωίνης. Βασικό μέρος των γεγονότων που καλύπτουν την υπό κρίση υπόθεση παραμένει ουσιαστικά αδιαμφισβήτητο και αποτελεί κοινή συνισταμένη τόσο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, όσο και της μαρτυρίας που δόθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Θα το παραθέσουμε, ούτως ώστε να περιορίσουμε αφενός την ανάγκη αναφοράς σε αχρείαστη μαρτυρία, αφετέρου δε να καταστεί ευκολότερη η παρακολούθηση της απόφασης. Ο κατηγορούμενος είναι Σύριος και διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 18 περίπου χρόνια. Τόπος διαμονής του είναι η Λάρνακα. Το σπίτι του βρίσκεται περίπου στο κέντρο της πόλης αυτής. Είναι σε διάσταση με την Κύπρια σύζυγο του. Την 1.4.04 γύρω στις 8:00 μ.μ. μετέβηκε με το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΚΒΤ377 στο χωριό Πύλα. Παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια, οδηγώντας το ίδιο αυτοκίνητο, έφυγε. Η Πύλα κατοικείται από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τρόποι να μεταβεί κάποιος στο χωριό αυτό. Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ό,τι ενδιαφέρει είναι πως ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην Πύλα μέσω δρόμου στον οποίο υπάρχει μόνιμο σημείο ελέγχου από την Αστυνομία και το Τελωνείο της Δημοκρατίας. Κατά την επιστροφή του ακολούθησε διαφορετικό δρόμο, ήτοι δρόμο ο οποίος δεν ελέγχεται κατά μόνιμο τρόπο από την Αστυνομία. Ακολουθώντας αυτόν το δρόμο προσέγγισε τον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς τη Λάρνακα με σκοπό να μεταβεί στο σπίτι του. Προτού φθάσει στον τελικό του προορισμό, και συγκεκριμένα πλησίον του αθλητικού χώρου Γ.Σ.Ζ., ανακόπηκε από άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου. Σε έλεγχο που έλαβε χώρα στο όχημα του εντοπίστηκε κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού σακούλα νάιλον μέσα στην οποία υπήρχαν άλλες νάιλον σακούλες οι οποίες περιείχαν κάποιες ουσίες. Όταν οι αστυνομικοί υπέδειξαν τα σακούλια στον κατηγορούμενο και του ανέφεραν τις υποψίες τους, ότι δηλαδή πρόκειται για ναρκωτικές ουσίες, αυτός απάντησε "δεν ξέρω τι είναι". Καταγράφουμε επίσης ως αναμφισβήτητα γεγονότα την παραλαβή από την Αστυνομία των πιο πάνω αντικειμένων και την αδιάσπαστη αλυσίδα μεταφοράς των αντικειμένων αυτών από τη στιγμή ανεύρεσης τους μέχρι την αποστολή τους για εξέταση στο Χημείο του κράτους και ακολούθως την κατάθεση τους ως τεκμηρίων ενώπιον του Δικαστηρίου. Θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν απασχόλησε ποτέ τις διωκτικές αρχές σχετικά με παραβιάσεις του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, ενεπλάκη σε κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών και ενεργώντας κατ΄ εντολή άλλου προσώπου μετέβηκε στην Πύλα. Εκεί τρίτον πρόσωπο με το οποίο συναντήθηκε τοποθέτησε, πάντα εν γνώση του κατηγορούμενου, τα ανευρεθέντα κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού, για να τα μεταφέρει ο κατηγορούμενος στη Λευκωσία και να τα παραδώσει. Ήταν επίσης προέκταση της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος πλησιάζοντας στον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς έλαβε οδηγίες από το πρόσωπο στο οποίο θα παρέδιδε τις ουσίες να τις μεταφέρει στο σπίτι του (του κατηγορούμενου) απ΄ όπου ο παραλήπτης θα τις έπαιρνε την επόμενη μέρα. Προτού καταγράψουμε τη θέση του κατηγορούμενου, όπως αυτή τέθηκε μέσω της ενόρκου μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, θεωρούμε σωστό να παρεμβάλουμε, πολύ λιτά και στην έκταση που αφορά την υπόθεση, τη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, για την οποία κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Η ουσία της μαρτυρίας του ΜΚ1, Αναπληρωτή Λοχία 547 Μιχαήλ της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας, είναι η αναφορά του στους δρόμους που οδηγούν προς την Πύλα, στην προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να θέσει ότι ο κατηγορούμενος σκόπιμα απέφυγε να επιστρέψει μέσω του δρόμου που πήγε στο χωριό για να αποφύγει έτσι πιθανόν έλεγχο του οχήματος του και εντοπισμό των αντικειμένων που μετέφερε. Ο ίδιος και η Υ.ΚΑ.Ν Λάρνακας γενικότερα δεν είχε ανάμειξη στην υπό εκδίκαση υπόθεση, καθότι την χειριζόταν απευθείας η Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου. Ήταν όμως το πρόσωπο στο οποίο ο ΜΚ3, Λοχ. 1038 Ιωάννου της Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου, υπέδειξε τις ουσίες που ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ενώ ακόμα αυτές εξακολουθούσαν να είναι στο αυτοκίνητο και μόλις αυτό μεταφέρθηκε στο χώρο των γραφείων της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας. Τις ουσίες αυτές τις παρέλαβε και τις παρέδωσε σ΄ άλλο αστυνομικό για να τις μεταφέρει στο Γενικό Χημείο του κράτους. Ανέκρινε τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια προσώπου που γνωρίζει την Αραβική γλώσσα από τον οποίο και έλαβε κατάθεση (Τεκμήριο 6) Έλαβε επίσης φωτογραφίες των αντικειμένων οι οποίες κατετέθησαν ως Τεκμήριο 7 (α-δ). Από την πείρα του αναγνώρισε ότι οι ουσίες είναι ναρκωτικά και συγκεκριμένα ηρωίνη. Προέβηκε προς επιβεβαίωση σε προκαταρκτικό έλεγχο με ειδικό αντιδραστήριο. Ο έλεγχος κατέδειξε θετικό αποτέλεσμα. Ο ΜΚ3 Λοχίας Ιωάννου κατέθεσε ότι η Αστυνομία είχε συγκεκριμένες πληροφορίες για αριθμό αυτοκινήτου, ήτοι του οχήματος του κατηγορούμενου, σχετικά με εμπλοκή του σε διακίνηση ναρκωτικών. Ως εκ τούτου οργανώθηκε επιχείρηση από την Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου τη συγκεκριμένη μέρα. Ο μάρτυρας αυτός μαζί με άλλα πρόσωπα ανέκοψαν τον κατηγορούμενο παρά το Γ.Σ.Ζ. και στην παρουσία του διενήργησαν έρευνα, αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο εντοπισμός των ουσιών. Η ΜΚ2, Μαρία Αυξεντίου, Χημικός στο Γενικό Χημείο του Κράτους, ήταν το πρόσωπο που διενήργησε τις αναλύσεις επί των ουσιών που ανευρέθηκαν στο όχημα του κατηγορούμενου. Ήταν κατάληξη της, αφού επεξήγησε στο Δικαστήριο την μέθοδο ανάλυσης, ότι το περιεχόμενο των σακουλιών ήταν ηρωίνη. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Είναι, πιστεύουμε, σκόπιμο να παραθέσουμε με σχετική λεπτομέρεια τη δική του εκδοχή. Όπως είπε την 1.4.04 και γύρω στις 6:30 μ.μ. δέχθηκε τηλέφωνο από κάποιο πρόσωπο, άγνωστο του, το οποίο μιλούσε "ελληνικά σπασμένα". Το πρόσωπο αυτό του ανέφερε ότι ένας παλιός του (του κατηγορούμενου) φίλος ήθελε να τον συναντήσει στο χωριό Πύλα και πιο συγκεκριμένα σε ένα κέντρο που ονομάζεται "Μαξίμ". Ο κατηγορούμενος πιστεύοντας ότι θα συναντήσει κάποιο παλιό του φίλο από την πατρίδα του και χωρίς περαιτέρω σκέψεις πήρε το αυτοκίνητο του και πήγε στην Πύλα. Έχοντας μεταβεί δύο ακόμα φορές προηγουμένως στο χωριό αυτό γνώριζε το δρόμο και το συγκεκριμένο κέντρο στο οποίο θα γινόταν η συνάντηση. Αφού λοιπόν έφθασε στάθμευσε το όχημα του σε χώρο στάθμευσης ο οποίος βρίσκεται πλησίον του κέντρου "Μαξίμ". Το κλείδωσε και στη συνέχεια εισήλθε στο κέντρο αυτό. Παρήγγειλε ένα ποτό και ανέμενε. Ενώ βρισκόταν εκεί δέχθηκε ξανά τηλέφωνο από το άγνωστο πρόσωπο που του τηλεφώνησε προηγουμένως. Του είπε να βγει έξω από το κέντρο και να τον αναμένει. Έτσι και έκανε. Εξήλθε και εισήλθε στο όχημα του. Αμέσως μετά ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα από το δικό του. Ένα άγνωστο του πρόσωπο κατέβηκε από το αυτοκίνητο αυτό, μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Ακολούθησε η εξής στιχομυθία: Άγνωστος: "Είσαι ο Μουσταφά;" Κατηγορούμενος: "Ναι εσύ;" Ο άγνωστος δεν του απάντησε αλλά τον ρώτησε "Ξέρεις κανένα Μιχάλη;" Κατηγορούμενος "Στην Πύλα όχι". Άγνωστος "Συγνώμη λάθος". Ακολούθως ο άγνωστος έφυγε. Δεν τον είδε να κρατά οτιδήποτε. Πρόσθεσε ότι ζήτησε από τον άγνωστο προτού αυτός φύγει να του υποδείξει εάν υπάρχει σύντομος δρόμος για να μεταβεί στη Λευκωσία, καθότι ήθελε να συναντήσει μία φίλη του και ήδη είχε καθυστερήσει. Ο άγνωστος του ζήτησε να τον ακολουθήσει και πράγματι του υπέδειξε ένα δρόμο διαφορετικό από αυτό που ο κατηγορούμενος εισήλθε στην Πύλα. Ακολουθώντας το δρόμο αυτό πλησίασε τον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς. Τότε έλαβε τηλεφώνημα από την κόρη του, η οποία την επόμενη μέρα θα ταξίδευε στο εξωτερικό, και αποφάσισε να επιστρέψει στη Λάρνακα για να τη βοηθήσει να ετοιμάσει τη βαλίτσα της αντί να μεταβεί στη Λευκωσία. Παρά το Γ.Σ.Ζ. ανακόπηκε από άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. Του συμπεριφέρθηκαν πολύ άσχημα. Τον έβρισαν και τον κτύπησαν. Αρχικά δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την πορεία των ερευνών καθότι τον στρίμωξαν στο κάγκελο του δρόμου και σε θέση τέτοια που δεν μπορούσε να δει το αυτοκίνητο του. Στη συνέχεια όμως τον έφεραν κοντά στο αυτοκίνητο και συνέχισαν στην παρουσία του την έρευνα, οπόταν και εντοπίστηκαν οι ουσίες. Ο ίδιος δεν είχε ιδέα πως βρέθηκαν οι ουσίες αυτές στο αυτοκίνητο του, ούτε τις είδε ποτέ προηγουμένως. Πιθανολόγησε ότι μόνο κάποιος φίλος της γυναίκας του, για να τον εκδικηθεί, θα μπορούσε να τις είχε τοποθετήσει. Κατέθεσε ότι το αυτοκίνητο του οδηγείται μόνο από τον ίδιο και σ΄ αυτό εισέρχονται κυρίως τα παιδιά του και κάποτε κανένας φίλος του. Σπάνια το αφήνει ανοικτό. Ο κ. Ιωάννου αγορεύοντας για τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι η πλευρά τους δεν αμφισβητεί ότι οι ουσίες όντως βρέθηκαν κατά την έρευνα κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Εισηγήθηκε ότι αυτές τοποθετήθηκαν στο συγκεκριμένο μέρος από κάποιο τρίτο πρόσωπο, χωρίς όμως ο κατηγορούμενος να έχει γνώση ότι αυτό έγινε. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γίνει πιστευτός και ότι αυτός βρέθηκε εν αγνοία του μπλεγμένος σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Κατέληξε ότι το σύνολο των γεγονότων δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, ικανές να οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορουμένου. Ο κ. Δημητρίου για την Κατηγορούσα Αρχή εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία γύρω από τα ουσιαστικά για τις κατηγορίες γεγονότα όχι μόνο δεν κλονίστηκε αλλά ούτε και τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Πρόσθεσε ότι υπάρχει συντριπτική περιστατική μαρτυρία ικανή να θεμελιώσει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Έγινε, επιδερμική πρέπει να πούμε, προσπάθεια από την πλευρά της υπεράσπισης να αμφισβητηθεί η φύση των ουσιών που ανευρέθηκαν στο όχημα του κατηγορούμενου και οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήριο ενώπιον μας. Η απόπειρα αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Σχετική μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, της ΜΚ2 Χημικού, παρέμεινε αναντίλεκτη. Όπως βέβαια αλώβητη παρέμεινε και η αλυσίδα διακίνησης των τεκμηρίων. Τη μαρτυρία της ΜΚ2 την αποδεχόμαστε. Όχι μόνο παρέμεινε ακλόνητη αλλά καλύπτεται στο σύνολο της από παροχή ικανοποιητικών λεπτομερειών και επιστημονική προσέγγιση. Πέραν λοιπόν των παραδεκτών γεγονότων είναι εύρημα μας ότι οι ουσίες που εντοπίστηκαν μετά από έρευνα κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου είναι ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα 199,1013 γραμμάρια ηρωίνης. Το θέμα της κατοχής είναι το ουσιαστικό σημείο αμφισβήτησης που τίθεται ενώπιον μας για εξέταση. Ένα σημαντικό μέρος της μαρτυρίας περιστράφηκε γύρω από τις κινήσεις του κατηγορούμενου κατά το χρόνο αναχώρησης του από το σπίτι του μέχρι και τη στιγμή ανακοπής του για έλεγχο παρά το Γ.Σ.Ζ. Οι λόγοι που οδήγησαν τον κατηγορούμενο να μεταβεί στην Πύλα, η πορεία που ακολούθησε κατά την επιστροφή του και τα όσα ανέφερε σχετικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα εντός του χωριού αποτέλεσαν στοιχεία στα οποία προσπάθησε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής να στηριχθεί για να καταδείξει ύπαρξη περιστατικής μαρτυρίας τέτοιας μορφής ικανής να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Προσπάθησε ουσιαστικά η Κατηγορούσα Αρχή να καταδείξει ότι τα όσα παρουσίαζε ο κατηγορούμενος ως εξηγήσεις για τις κινήσεις του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ψέματα. Η ουσία των αρχών που καλύπτουν το ζήτημα της περιστατικής μαρτυρίας είναι ότι αυτή για να οδηγήσει σε καταδίκη πρέπει να είναι τέτοια που στο σύνολο της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη αποδεχόμενη λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και χωρίς να είναι συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων. (Καΐμης ν. Δημοκρατίας

(1999), 2 ΑΑΔ, 662, 673). Είναι νομολογιακά τεκμηριωμένο, σε πλήρη συνταύτηση με το Δίκαιο της Απόδειξης, ότι ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα εφόσον ικανοποιούνται τέσσερα κριτήρια: (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. Να προσθέσουμε, προς ολοκλήρωση της νομικής πλευράς επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ότι η απόρριψη της εκδοχής του κατηγορούμενου δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής. Το γεγονός δε ότι ένας κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ΄ αυτού θετικά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999), 2 ΑΑΔ, 260, 268). Είναι αχρείαστη η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου για σκοπούς εξέτασης του πιο πάνω ζητήματος, ήτοι για εντοπισμό ψεμάτων ικανών να αποτελέσουν μέρος της περιστατικής μαρτυρίας που να οδηγεί στην ενοχή του. Αυτό για το λόγο ότι, ούτως ή άλλως, δεν έχουν καλυφθεί οι προϋποθέσεις κατάταξης ως μέρους της περιστατικής μαρτυρίας, τυχόν ψεμάτων του κατηγορούμενου. Πρώτιστα δεν τέθηκε ενώπιον μας καμίας μορφής ανεξάρτητη μαρτυρία, η οποία να αποδεικνύει τα ισχυριζόμενα από την Κατηγορούσα Αρχή ψεύδη που καλύπτουν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Κατά δεύτερον, και όχι λιγότερο σημαντικό λόγο, απουσιάζουν, ελλείψεως μαρτυρίας, τα γεγονότα εκείνα που θα ενέτασσαν τυχόν ψέμα του κατηγορούμενου σε ουσιώδες για την υπόθεση ζήτημα. Η όλη θέση της Κατηγορούσας Αρχής για παράνομη συναλλαγή του κατηγορούμενου με τρίτον πρόσωπο, ήτοι διακίνηση ναρκωτικών, εντός του χωριού Πύλα, παρέμεινε μετέωρη και συνακόλουθα έκθετη σε απόρριψη. Κινείται στη σφαίρα της εικασίας και δεν θεμελιώθηκε, ως έπρεπε, με μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Ως εκ τούτου η όλη προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να θέσει ότι ο κατηγορούμενος ψεύδεται ως προς τις κινήσεις του, με σκοπό να καταδείξει (η Κατηγορούσα Αρχή) ότι κίνητρο του ήταν η επίγνωση της ενοχής του και ο φόβος της αλήθειας, στερείται βάθρου στήριξης. Παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ο εντοπισμός των ναρκωτικών ουσιών κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Κορυφαίο ερώτημα είναι το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε κατοχή κάτω από τη νομική έννοια του όρου. Κατοχή στα πλαίσια του Νόμου, σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Καΐμης [ανωτέρω], Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ, 211). Η εκδοχή του κατηγορούμενου εστιάζεται στη θέση ότι ουδέποτε είχε στην κατοχή του τα ναρκωτικά, δεδομένου ότι, όπως είπε, δεν τα είχε ξαναδεί και δεν είχε ιδέα πως βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού. Η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν της απόδειξης του είδους του αντικειμένου, θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε στη συνέχεια, φέρει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας και τη γνώση της φυσικής κατοχής του αντικειμένου. Ως θέμα λοιπόν λογικής προτεραιότητας θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε φυσικό έλεγχο των ναρκωτικών, αν γνώριζε δηλαδή ότι τα μετέφερε. Η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης επιχειρήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδειχθεί, όπως και στις περισσότερες των περιπτώσεων, με περιστατική μαρτυρία. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993), 2 ΑΑΔ, 289 στη σελ. 295: "Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του." Υπό το φως της πιο πάνω νομικής ανάλυσης προσεγγίσαμε την ενώπιον μας μαρτυρία. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε, παρέμεινε αναντίλεκτο, και ανάλογα είναι τα ευρήματα μας, ότι το αυτοκίνητο του, μέσα στο οποίο εντοπίστηκαν υπό τις συνθήκες που αναφέραμε τα ναρκωτικά, οδηγείται αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο. Πρόσθεσε επίσης ότι μεταφέρει μ΄ αυτό τα παιδιά του κατά κύριο λόγο και κάποτε κανένα φίλο του. Κατά κανόνα το αυτοκίνητο του το ασφαλίζει, κλειδώνοντας το μέσω του κεντρικού συστήματος ασφάλισης. Το συγκεκριμένο βράδυ δεν αντιλήφθηκε τον άγνωστο να κρατά οτιδήποτε στα χέρια του όταν αυτός εισήλθε στο αυτοκίνητο του. Άλλωστε θα ήταν παράδοξο ο άγνωστος να κρατούσε τα σακούλια που είναι τεκμήριο ενώπιον μας και στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που βρέθηκε μαζί με τον κατηγορούμενο στο αυτοκίνητο του να τα τοποθετούσε κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού χωρίς να γίνει αντιληπτός από τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν δίπλα του. Κατέθεσε περαιτέρω με έμφαση ο κατηγορούμενος, παρέμεινε αναντίλεκτο και είναι επίσης εύρημα μας, ότι ασφάλισε το αυτοκίνητο του προτού κατεβεί στο κέντρο Μαξίμ και σ΄ αυτήν την κατάσταση το βρήκε όταν ξαναεπέστρεψε. Προσθέτουμε στα πιο πάνω τη θέση της υπεράσπισης ότι όντως τα ναρκωτικά που βρέθηκαν κατά την έρευνα δεν τοποθετήθηκαν εκεί από τους αστυνομικούς που ερεύνησαν. Το σύνολο των πιο πάνω παρέχει συντριπτική μαρτυρία απόδειξης του φυσικού ελέγχου των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο και της γνώσης του ότι μετέφερε αυτά. Το γεγονός ότι παραμένει άγνωστο το πως και πότε τοποθετήθηκαν τα ναρκωτικά κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού δεν αφήνει κενό στη μαρτυρία για την κατοχή τους από τον κατηγορούμενο (Chigozie Ezenwa Emegoakor v. Αστυνομίας Π.Ε.7595 / ημερ. 2.2.05). Ο κατηγορούμενος, μέσα από τη δική του εκδοχή, πρόβαλε άγνοια σε σχέση με την ύπαρξη των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του. Έδωσε επίσης τις δικές του εξηγήσεις γύρω από τις κινήσεις του αμέσως πριν ανακοπεί από την Αστυνομία. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή την όλη πορεία της ενώπιον μας μαρτυρίας του. Χωρίς κανένα δισταγμό καταλήξαμε ότι η αξιοπιστία του κινείται σε μηδενικά επίπεδα. Οι εξηγήσεις που έδωσε ως προς τις κινήσεις του, εξετάζοντας τες σ΄ αυτό το στάδιο για σκοπούς αξιοπιστίας του και μόνο, στερούνται οποιασδήποτε πειστικότητας. Είναι ασύμβατος με τη λογική ο λόγος που έθεσε για να δικαιολογήσει τη μετάβαση του στην Πύλα και τις εκεί ενέργειες του. Η λήψη τηλεφωνήματος από άγνωστο πρόσωπο και η, χωρίς καμία βάση, πιθανολόγηση του κατηγορούμενου ότι θα συναντήσει κάποιο φιλικό του πρόσωπο, είναι θέσεις που στερούνται πειστικότητας και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Το ίδιο αποσυναρτημένες με τη λογική είναι και οι μετέπειτα κινήσεις του, όπως τις έθεσε στο Δικαστήριο. Είναι παράδοξο ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε από μέρες ότι η κόρη του θα μετέβαινε στο εξωτερικό την επόμενη μέρα και την ανάγκη που είχε να την ετοιμάσει για το ταξίδι της, να ξεκινά για Λευκωσία, επιστρέφοντας από την Πύλα και πλησιάζοντας στον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς να επιστρέφει ξανά στη Λάρνακα, μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε από την κόρη του η οποία του ζήτησε να πάει στο σπίτι τους για να την ετοιμάσει. Ήταν πολύ πιο απλό, και σίγουρα πιο λογικό, ο κατηγορούμενος αφού γνώριζε προηγουμένως τις ανάγκες της κόρης του και εφόσον ήδη καθυστέρησε λόγω της μετάβασης του στην Πύλα, να επιστρέψει στη Λάρνακα, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να του το ζητήσει ξανά η κόρη του την τελευταία στιγμή. Η ανασκόπηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και η απόρριψη των θέσεων του ως προς τις κινήσεις του, εντάσσεται, όπως ήδη προαναφέραμε, στα πλαίσια της αξιολόγησης της αξιοπιστίας του και μόνο. Ως προς το βασικό στοιχείο της κατοχής ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του άγνοια της ύπαρξης των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του. Τη θέση του αυτή επίσης την απορρίπτουμε. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, αλλά τέθηκε από τον κατηγορούμενο σε μία απέλπιδα προσπάθεια του να αποφύγει τις συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς του. Άλλωστε η προσέγγιση της υπεράσπισης, στην προσπάθεια να δώσει πειστικότητα στη θέση της για άγνοια, ήταν γεμάτη ταλαντεύσεις. Από την μία ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι έχει πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του και από την άλλη πιθανολογούσε ότι κάποιος τοποθέτησε τα ναρκωτικά σ΄ αυτό χωρίς να το γνωρίζει. Περαιτέρω έθετε ότι το μόνο άτομο που θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι τοποθέτησε τα ναρκωτικά με σκοπό να του κάνει κακό, ήταν ο φίλος της γυναίκας του, με την οποία είναι σε διάσταση. Ενώ αυτή ήταν η πιθανολόγηση του κατηγορούμενου, η υπεράσπιση πρόβαλε, και το έθεσε ξεκάθαρα κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος του κατηγορούμενου, ότι ο τελευταίος χωρίς να το γνωρίζει βρέθηκε εμπλεκόμενος σε διακίνηση ναρκωτικών, υπονοώντας ότι μέσα στα πλαίσια αυτά έμποροι ναρκωτικών τοποθέτησαν τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο του. Στις μετέωρες προσπάθειες του να δημιουργήσει πραγματική αμφιβολία ως προς τη γνώση της ύπαρξης των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος άφηνε να πλανάται η υποψία ότι πιθανόν να τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο μέρος που βρέθηκαν το άγνωστο πρόσωπο που συνάντησε στην Πύλα. Αντιλαμβανόμενος όμως, προφανώς ότι θα ήταν αδύνατο να γίνει πιστευτός, δεδομένης της μεταξύ τους απόστασης, της μικρής διάρκειας του χρόνου που έλαβε χώρα η επαφή του με τον άγνωστο και της προσπάθειας που θα χρειαζόταν ο άγνωστος να τοποθετήσει τα ναρκωτικά κάτω από το κάθισμα χωρίς να γίνει αντιληπτός από τον ίδιο, απέφυγε να θέσει ξεκάθαρα αυτόν τον ισχυρισμό. Ανέφερε, αόριστα, ότι δεν αντιλήφθηκε τον άγνωστο να κρατά οτιδήποτε. Προς επίρρωση της θέσης μας ότι το αμφισβητούμενο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα, προσθέτουμε και τα όσα κατέθεσε σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η έρευνα στο αυτοκίνητο του. Ισχυρίστηκε ότι η Αστυνομία τον ύβρισε και τον κτύπησε και ότι για κάποιο διάστημα ο ίδιος δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τους αστυνομικούς ενώ αυτοί ερευνούσαν το αυτοκίνητο. Τέτοιοι όμως ισχυρισμοί ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής υπό τύπο αντεξέτασης. Και σ΄ αυτό το σημείο ενώ ο κατηγορούμενος άφησε να αιωρείται αρχικά, σε μία ύστατη προσπάθεια του να δημιουργήσει αμφιβολία, ότι πιθανόν οι αστυνομικοί να τοποθέτησαν τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο του, στη συνέχεια όχι μόνο δέχθηκε ότι κατά τη στιγμή εντοπισμού των ναρκωτικών ο ίδιος παρακολουθούσε την έρευνα, αλλά και δηλώθηκε, μέσω του δικηγόρου του, ότι όντως τα ναρκωτικά βρισκόντουσαν στο σημείο που τα εντόπισε η Αστυνομία και δεν τίθεται ζήτημα ισχυρισμού ότι αυτά τοποθετήθηκαν από την Υ.ΚΑ.Ν. κατά τη διάρκεια της έρευνας. Τα πιο πάνω εκθεμελιώνουν την εκδοχή του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του απορρίπτεται ως εντελώς αναξιόπιστη. Προσθέτουμε, ολοκληρώνοντας την όλη εικόνα των ισχυρισμών της υπεράσπισης, ότι το γεγονός του μη εντοπισμού δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου ή γενετικού του υλικού (DNA) επί των ανευρεθέντων αντικειμένων είναι, κάτω από το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, στοιχείο ουδέτερο, το οποίο δεν επιδρά κατά τρόπο ουσιαστικό στην κατάληξη του Δικαστηρίου. Η κατηγορούσα αρχή έχει περαιτέρω υποχρέωση να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση του περιεχομένου της σακούλας, ότι δηλαδή πρόκειται για ναρκωτικά. Δεν μπορεί να είναι διαφορετική η κατάληξη μας από το ότι τέτοια γνώση είχε ο κατηγορούμενος. Έχουμε ήδη αποδεχτεί τον φυσικό έλεγχο και τη γνώση του κατηγορούμενου ως προς το ότι μετέφερε το αντικείμενο. Η τοποθέτηση του αντικειμένου αυτού κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού, η επιμελής απόκρυψη του δηλαδή, οδηγεί στο μόνο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ποιο ήταν το περιεχόμενο του. Το σύνολο των πιο πάνω τεκμηριώνει την ενοχή του κατηγορούμενου ως προς την κατοχή των ναρκωτικών, σχετικά και με τα δύο στοιχεία που την αποτελούν, τον φυσικό δηλαδή έλεγχο και τη γνώση. Η 2η κατηγορία, ήτοι της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, αποδεικνύεται με βάση την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας η οποία είναι τόσο μεγάλη ώστε να μην συνάδει με προσωπική χρήση. Άλλωστε ο κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε εκδοχή επί του προκειμένου η οποία να χρήζει εξέτασης. Αντιθέτως η εκδοχή του ήταν ότι όχι μόνο δεν είδε ποτέ ξανά τα ναρκωτικά αυτά αλλά και ότι ο ίδιος δεν είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Αναπόφευκτα λοιπόν και με βάση τα πιο πάνω δεδομένα προκύπτει ότι σκοπός του κατηγορούμενου ήταν να προμηθεύσει την ηρωίνη την οποία κατείχε σε άλλα πρόσωπα. (Emegoakor [ανωτέρω], Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002), 2 ΑΑΔ, 301, 305). Είναι με βάση τα πιο πάνω, κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υπό το φως των ανωτέρω βρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο και στις δύο κατηγορίες. (Υπ.) .................................. Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.).................................... /ΚΧ Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.