← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ, Αρ. Υποθέσεως: 4399/05, 27 Οκτωβρίου, 2005

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ, Αρ. Υποθέσεως: 4399/05, 27 Οκτωβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 4399/05 ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2005. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Πουτζουρής Κατηγορούμενος: Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
  1. Το αδίκημα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Κατηγορίας ανατρέχει στις 25.11.2004 στο δρόμο Κιτίου - Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΥJ501 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Τον Ευσέβιο Τσαρματίδη (ΜΚ1), τη Σβελτάνα Αυξεντίου (ΜΚ2) και τον Αστ. 781 Π. Πέτρου (ΜΚ3). ΄Ολη η μαρτυρία που δόθηκε είναι ενώπιόν μου. Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: O MK1 ανέφερε ότι στις 25.11.2004, η ώρα 08.55 οδηγούσε το βαν του με αρ. εγραφής ΗΡΗ230 στο δρόμο Κιτίου-Μαζωτού, στην αριστερή λωρίδα και ακολουθούσε ένα φορτηγό σε απόσταση 50μ. Σε κάποιο σημείο οδήγησε δεξιότερα στη δική του λωρίδα χωρίς να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα και είδε μπροστά από το φορτηγό ένα σαλούν αυτοκίνητο και πιο μπροστά από το τελευταίο ένα άλλο φορτηγό σε απόσταση 15-20μ., στην ίδια πορεία. Εκείνη τη στιγμή το σαλούν άναψε το δεξί του δείκτη, πήρε δεξιότερα και άρχισε να μπαίνει στην αντίθετη λωρίδα για να προσπεράσει το προπορευόμενό του φορτηγό. Μόλις το σαλούν μπήκε στην αντίθετη λωρίδα και έφθασε μέχρι την "ουρά" του φορτηγού το τελευταίο άρχισε να κάνει κλίση προς δεξιά και να μπαίνει στη δεξιά λωρίδα. Το σαλούν πήρε όσο δεξιά μπορούσε αλλά συγκρούσθηκε πάνω στο μέσο του δεξιού μέρους του φορτηγού. Και τα δύο αυτοκίνητα βρέθηκαν εκτός του κύριου δρόμου εντός της δεξιάς παρόδου. Ο οδηγός του φορτηγού δεν είχε ανάψει το δεξί του δείκτη ούτε και έκανε οποιοδήποτε σήμα με το χέρι του. Αναγνώρισε τον οδηγό του φορτηγού ως τον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το φορτηγό που βρισκόταν μπροστά του ήταν πιο ψηλό από το αυτοκίνητό του και πιο πλατύ. Αρνήθηκε πως εφόσον επανέφερε το αυτοκίνητό του πίσω από το φορτηγό μπορεί να είχε δείξει με το τραφικέιτόρ του ο Κατηγορούμενος και να μην το είδε. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος είχε κάνει σήμα ότι θα έστριβε και είχε ανάψει το τραφικέιτορ ανέφερε ότι πολύ πιθανον να το άναψε αλλά το πίσω τραφικέιτορ δεν άναβε. ΄Οταν βγήκε η κοπέλα να προσπεράσει ο ίδιος είδε τον κατηγορούμενο να στρίβει. Η κοπέλα δεν πάτησε στόπερ όταν ο κατηγορούμενος άρχισε να στρίβει. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 25.11.2004 γύρω στις 08.55 οδηγούσε το αυτοκίνητό της με αρ. εγγραφής ΕΤΗ140 στο δρόμο Κιτίου προς Μαζωτό στην αριστερή λωρίδα του δρόμου με ταχύτητα γύρω στα 65 χαω. Σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε σε απόσταση 200μ. μπροστά της το ένα φορτηγό. Δεν θυμόταν αν την ακολουθούσε οποιοδήποτε όχημα. Πλησίασε το φορτηγό στα 5μ., έλεγξε το δρόμο πίσω της και μπροστά της και αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν καθαρός έβαλε το δείκτη της για να προσπεράσει το φορτηγό που πήγαινε σιγά. Πίσω της υπήρχε ένα όχημα στα 100μ. Όταν είχε περάσει σχεδόν το μισό φορτηγό και το φορτηγό συνέχιζε να πηγαίνει ευθεία ξαφνικά έκανε κλίση προς δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν πλευρικά και να παρασύρει το αυτοκίνητό της έξω από το δρόμο. Ο οδηγός δεν είχε δείξει δεξιά είτε με το δείκτη είτε με το χέρι του. Το αυτοκίνητο της έπαθε ζημιά στο μπροστινό φτερό αριστερά. Συμφώνησε με το σχέδιο του αστυνομικού υπογράφοντάς το. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι την ακολουθούσε άλλο όχημα. Δεν υπήρχε ταμπέλα για την ύπαρξη παρόδου. Ο δρόμος ήταν καθαρός, έδειξε και συγκρούσθηκαν. Μπήκαν στην πάροδο. Πάτησε φρένα μόλις έγινε η σύγκρουση, ενστικτωδώς, αφού αντέδρασε στιγμιαία. Σε υποβολή ότι το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ήταν πριν την πάροδο και 2.80μ. στην άκρη του δρόμου απάντησε πως το φορτηγό την τραβούσε στην πάροδο. Ο ΜΚ3 ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και σημείωσε τα σημεία σύγκρουσης που του υπέδειξαν οι δύο οδηγοί. Το φορτηγό του Κατηγορουμένου έφερε ελαφρύ γδάρσιμο και το αυτοκίνητο της ΜΚ2 ζημιά στο αριστερό μπροστινό πλευρό. Από το πρόχειρο σχέδιο ο ΜΚ3 ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο
  2. Ο δρόμος στον οποίο συνέβη το δυστύχημα είναι διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 8.90μ. Διαχωρίζεται από άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Το όριο ταχύτητας είναι 65χαω. Στο Τεκμήριο 4 σημείωσε τις πορείες των 2 οχημάτων και της τελικές τους θέσεις. Σημείωσε επίσης το σημείο σύγκρουσης Χ1 που του υπεδείχθη από τη ΜΚ2, το Χ2 που βρήκε ο ίδιος και το Χ3 που του υπεδείχθη από τον ΜΚ
  3. Υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης (Γ) του αυτοκινήτου της ΜΚ2 και του φορτηγού. Στο σημείο Χ2 κατέληξε αφού εκεί καταλήγουν τα ίχνη τροχοπέδησης της ΜΚ2 και ξεκινούν τα ίχνη του φορτηγού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης της ΜΚ2 είναι περίπου 19μ., όπου και σημείωσε το σημείο σύγκρουσης που απέχει 1.80μ. από την άκρη του δρόμου με βάση τη κοινή λογική. O κ. Πουτζιουρής στο τέλος της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ενώ η κα Πίπη εισηγήθηκε το αντίθετο. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Η απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνον όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένειος Παναγιώτου v. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 191). Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos
(1980)1 J.S.C. σελ. 145, Απόφαση Ε. Δ. Λευκωσίας Γ. Νικολάου Ε. Δ. όπως ήταν τότε). Από τη μαρτυρία που συνοπτικά παρέθεσα πιο πάνω η απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος στηρίζεται στο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 4 και στη μαρτυρία των ΜΚ1 και
  1. ΄Ετσι το ερώτημα που τίθεται είναι αν η μαρτυρία αυτή αντικειμενικά θεωρούμενη είναι τέτοια που να αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 η οποία αφορούσε άμεσα τις συνθήκες του δυστυχήματος παρουσιάζει ουσιαστική διάσταση ως προς τη θέση του αυτοκινήτου της ΜΚ2 κατά το χρόνο που το φορτηγό του Κατηγορουμένου επιχείρησε να στρίψει προς δεξιά καθώς και ως προς την κίνηση του φορτηγού. Και επεξηγώ: Σύμφωνα με τη ΜΚ2 έγινε ξαφνική κλίση του φορτηγού όταν η ίδια προσπερνώντας το βρισκόταν ήδη σχεδόν στο μέσο του. Από την άλλη, σύμφωνα με το ΜΚ1 το φορτηγό άρχισε να παίρνει κλίση όταν η ΜΚ2 επιχειρώντας να προσπεράσει βρισκόταν στην "ουρά" του. Πέραν των πιο πάνω η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ
  2. Ο ίδιος ο ΜΚ3 δεν συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης το οποίο του υπεδείχθη από τη ΜΚ2 και εντόπισε άλλο σημείο. Περαιτέρω τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία εντόπισε και σημείωσε ο ΜΚ3 στο Τεκμήριο 4, μήκους 19μ. περίπου, είναι παντελώς ασυμβίβαστα με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 σε σχέση με τη θέση του αυτοκινήτου της ΜΚ2 πριν και κατά τη σύγκρουση καθώς και σε σχέση με τη χρήση των φρένων της. Συνεκτιμώντας συνεπώς την πιο πάνω μαρτυρία και τις αρχές που αναδύονται μέσα από τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, κρίνω πως από τη μια δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αλλά και οι αντιφάσεις των ΜΚ1, 2, 3 καθιστούν τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αντινομική σε τέτοιο βαθμό που κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτήν την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.