← Κύπρος

Αστυνομία ν. Σαμψών Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης: 557/04, 24 Νοεμβρίου 2005

Αστυνομία ν. Σαμψών Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης: 557/04, 24 Νοεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 557/04 Αστυνομία v.

  1. Σαμψών Χριστοφή _____________ Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2005 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Πλουτάρχου. Κατηγορούμενος 1: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της κλοπής κεφαλαίων, ήτοι ότι μεταξύ 1.7.2001 - 30.9.2001 στη Λάρνακα παρέλαβε από την Παναγιώτα Στυλλή το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.59.537,00 με εντολή όπως διατεθούν σε ασφαλιστικά σχέδια της Εταιρείας ALICO AIG LIFE ισάξιου ποσού, αλλά αντί αυτού οικειοποιήθηκε τα χρήματα. Η κατηγορία στηρίζεται στ΄ άρθρα 255, 257 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν επτά μάρτυρες κατηγορίας, ο λοχίας Μάριος Κιρκίνης, ο Παύλος Παπακώστας, υπάλληλος της ΣΠΕ Μακράσυκας, η Αντωνία Φωκά Λαχανά και ο Γιώργος Αντωνίου, υπάλληλοι της Ασφαλιστικής Εταιρείας ALICO AIG LIFE, που θα αναφέρεται μετά απλά ως "ALICO", ο Λούκας Λούκα, Διευθυντής της Ελληνικής Τράπεζας, η Τασούλα Μιχαήλ και η Παναγιώτα Χριστοφή Στυλλή, η παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος έδωσε ανώμοτη κατάθεση και κάλεσε σαν μάρτυρα την Σκεύη Χριστοδούλου, υπάλληλο της Άλφα Ασφαλιστικής. Πρώτος κατάθεσε ο λοχίας Μάριος Κιρκίνης, εξεταστής της υπόθεσης. O μάρτυρας αυτός έλαβε μεγάλο αριθμό τεκμηρίων που αφορούσαν την υπόθεση, τα οποία κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας κατάθεσε επίσης και τις δύο καταθέσεις που έλαβε από τον κατηγορούμενο τη 14.7.
  2. Η πρώτη κατάθεση λήφθηκε μεταξύ των ωρών 1600 και 1820 και η δεύτερη μεταξύ 1920 και
  3. Στην πρώτη κατάθεση ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι έλαβε χρήματα από την παραπονούμενη, ισχυρίσθηκε όμως ότι η τελευταία του έδωσε οδηγίες να τα καταθέσει σε επενδυτικά προγράμματα του Ξένιου Σάββα. Στη δεύτερη κατάθεση ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που απόσπασε από την παραπονούμενη το χρησιμοποίησε για να καλύψει τα χρέη του και για "να επενδύσει στο χρηματιστήριο", όπως είπε χαρακτηριστικά. Το κείμενο της δεύτερης κατάθεσης παρατίθεται σε κατοπινό στάδιο, αυτούσιο. Βασική μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Παναγιώτα Στυλλή, η παραπονούμενη. Η Παναγιώτα Στυλλή κατάγεται από το χωριό Αγγαστίνα της Αμμοχώστου, είναι παντρεμένη με τον Χρίστο Χριστοφή και έχουν μια κόρη 18 ετών, την Έλενα Χριστοφή. Η παραπονούμενη διαμένει σήμερα μαζί με την οικογένειά της στη Λάρνακα, είναι απόφοιτος δημοτικού σχολείου και εργάστηκε για μεγάλη χρονική περίοδο σαν εργάτρια σε συσκευαστήριο πατατών. Η παραπονούμενη γνώρισε τον κατηγορούμενο τον Νοέμβριο του 2000, τον ξανασυνάντησε αργότερα αρχές Μαίου του 2001, όταν ο κατηγορούμενος τους επισκέφθηκε στο σπίτι τους με σκοπό να "τους κάνει ασφάλειες", όπως είπε χαρακτηριστικά. Κατά την πιο πάνω περίοδο, ο κατηγορούμενος εργαζόταν στην Ασφαλιστική Εταιρεία ALICO. Ο σύζυγός της παραπονούμενης είχε γνωρίσει τον κατηγορούμενο μέσω κάποιου συναδέλφου του. Ο κατηγορούμενος κατά την επίσκεψή του στην οικία της οικογένειας Χριστοφή τους μίλησε για τα διάφορα ασφαλιστικά σχέδια της εταιρείας ALICO, η παραπονούμενη όμως δεν επιθυμούσε να κάνει ασφάλειες γιατί, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, "ήταν κάτι νέο για την ίδια". Ο κατηγορούμενος όμως επέμενε, συμπλήρωσε τις φόρμες και τους ζήτησε να τις υπογράψουν, αν άλλαζαν γνώμη και επιθυμούσαν να προχωρήσουν με τις ασφάλειες θα μπορούσαν να του τηλεφωνήσουν, αν δεν επιθυμούσαν να κάνουν τις ασφάλειες τότε θα πέταγαν τις φόρμες και ο ίδιος δεν θα εισέπραττε απ΄ αυτούς τα χρήματα. Η παραπονούμενη και ο σύζυγος της υπόγραψαν τις φόρμες, αλλά δεν του έδωσαν οποιονδήποτε ποσόν. Ήταν η θέση της υπεράσπισης, που υποβλήθηκε στη παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίσκεψη του στο σπίτι τους, τους είχε μιλήσει για κάποιο Ξένιο Σάββα, που διαχειριζόταν κεφάλαια, θέση που απορρίφθηκε από τη παραπονούμενη. Δύο εβδομάδες αργότερα η παραπονούμενη παρέλαβε μέσω του ταχυδρομείου τρεις επιταγές της Ασφαλιστικής Εταιρείας ALICO για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.
  4. Οι δύο επιταγές ήταν στο όνομα του συζύγου της και η τρίτη στο όνομα της ίδιας. Η παραπονούμενη ξαφνιάστηκε όταν είδε τις επιταγές γιατί δεν είχε κάνει οποιαδήποτε ασφάλεια, κράτησε τις επιταγές κοντά της χωρίς να τις εξαργυρώσει. Τρεις μέρες αργότερα ο κατηγορούμενος τους επισκέφθηκε στο σπίτι τους, χωρίς να τον καλέσουν, σκοπός της επίσκεψής του, όπως τους ανέφερε, ήταν να πάρει τις συγκεκριμένες επιταγές. Η παραπονούμενη τον ρώτησε τότε γιατί τους είχαν σταλεί οι τρεις επιταγές και αυτός της είπε ότι είχε κάμει τις ασφάλειες τις οποίες επλήρωσε ο ίδιος, σε περίπτωση που αυτή άλλαζε γνώμη και ήθελε να προχωρήσει. Τα χρήματα που τους είχε στείλει η ALICO, επρόκειτο για δικά του χρήματα και είχε πάει να τα πάρει. Η παραπονούμενη εξακολουθούσε να μην θέλει να κάμει ασφάλειες και τότε ο κατηγορούμενος της ζήτησε να του επιστρέψει τις επιταγές και την έβαλε να τις υπογράψει στο πίσω μέρος, πράγμα που η παραπονούμενη έπραξε. Ο κατηγορούμενος πήρε τις επιταγές και έφυγε. Η παραπονούμενη ανέφερε τηλεφωνικώς το συμβάν αυτό σε υπάλληλο της ALICO γιατί, όπως είπε χαρακτηριστικά, "δεν της άρεσε η κουβέντα". Αρχές Ιουλίου του 2001 ο κατηγορούμενος τους επισκέφθηκε για τρίτη φορά στο σπίτι τους και επέμενε όπως κάνουν ασφάλειες της εταιρείας του γιατί "οι μονάδες ήταν ψηλά και θα κέρδιζαν πολλά λεφτά". Τους μίλησε για δύο σχέδια ασφάλισης, τα οποία θα τους απέφεραν μεγάλα κέρδη. Το πρώτο σχέδιο ήταν ανοικτού τύπου και αν η παραπονούμενη έβαζε Λ.Κ.20.000 θα έπαιρνε κάθε μήνα Λ.Κ.650, το κεφάλαιο θα παρέμενε άθικτο και θα μπορούσε να ζητήσει επιστροφή του κεφαλαίου όποτε αυτή επιθυμούσε. Το δεύτερο σχέδιο ήταν κλειστού τύπου, εάν έβαζε Λ.Κ.20.000 θα έπαιρνε εντός τριών χρόνων το ποσό των Λ.Κ.39.000, δεν θα είχε όμως δικαίωμα επιστροφής του κεφαλαίου πριν τη συμπλήρωση τριών χρόνων. Ο κατηγορούμενος τους είπε επίσης ότι για να μπορέσουν να μπουν στο σχέδιο αυτό της ALICO έπρεπε να δώσουν για κάθε ασφάλεια Λ.Κ.1.000 πέραν από το ποσό του κεφαλαίου, το οποίο θα ήταν κάλυψη για θάνατο. Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της θεώρησαν ότι όσα τους ανέφερε ο κατηγορούμενος ήταν πολύ δελεαστικά, σκέφτηκαν ότι η ALICO ήταν μια από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες στην Κύπρο και δεν θα έχαναν τα χρήματά τους και αποφάσισαν να κάνουν τις ασφάλειες αυτές, για να εξασφαλίσουν το μέλλον της κόρης τους. Η παραπονούμενη απόρριψε τη θέση της υπεράσπισης ότι τη συγκεκριμένη μέρα είχαν μιλήσει για σχέδια διαχείρισης κεφαλαίων. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι ουδέποτε διάβασε τα ασφαλιστικά σχέδια που είχε υπογράψει η ίδια και ο σύζυγος της, που ήταν και τα μοναδικά έντυπα που τους είχε δώσει ο κατηγορούμενος, απλά εμπιστεύτηκε τον κατηγορούμενο ότι τα σχέδια αυτά θα τους απέφεραν μεγάλα κέρδη. Χαρακτηριστική είναι η φράση της κατά την αντεξέταση "Μάνα μου, εμένα έδωσε μου τζιείνα τα χαρτιά και εγώ ήξερα μόνο για κέρδη, δεν ήξερα για ασφάλιστρα ζωής, με για ατυχημάτων, με για τίποτε". Η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση της, ουδέποτε διάβασε τα πιο πάνω έντυπα, τα πήρε απλά και τα έβαλε μέσα σ' ένα συρτάρι. Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της αποφάσισαν να κάνουν αρχικά δύο ασφάλειες, μια στο όνομα το δικό της και μια στο όνομα του συζύγου της για το ποσό των Λ.Κ.20.000 για κάθε ασφάλεια και Λ.Κ.1.000 για την ασφάλεια που θα κάλυπτε θάνατο. Τη 18.7.2001 η μάρτυρας επισκέφθηκε την ΣΠΕ Μακράσυκας και απέσυρε από τον λογαριασμό της το ποσό των Λ.Κ.42.000, επρόκειτο για δύο επιταγές για ποσό Λ.Κ.40.000 η μια και Λ.Κ.2.000 η δεύτερη. Τις πιο πάνω επιταγές η παραπονούμενη τις υπέγραψε στο πίσω μέρος και τις έδωσε στον κατηγορούμενο, αφού πρώτα ο τελευταίος ετοίμασε κάποια συμβόλαια τα οποία υπέγραψαν. Η μάρτυρας αναγνώρισε τα τεκμήρια 11 και 12 ως τα έντυπα που είχαν υπογράψει, πρόκειται για έγγραφα της ALICO, όπως επίσης και τις αποδείξεις που της έδωσε ο κατηγορούμενος, Τεκμήρια 8 και
  5. Τα Τεκμήρια αυτά είναι αποδείξεις προκαταβολής και είναι πανομοιότυπα με τις μόνες διαφορές ότι στο Τεκμήριο 8 η παραπονούμενη αναφέρεται ως Παναγιώτα Στυλλή Γεωργίου, ενώ στο δεύτερο ως Στυλλή Παναγιώτα, το Τεκμήριο 8 φέρει ημερομηνία, 17.7.2001 και το Τεκμήριο 9, 18.7.
  6. Η εταιρεία ALICO απόστελλε στη παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με την ίδια, κάποια έγγραφα, μέσω ταχυδρομείου, η μάρτυρας όμως δεν τα διάβαζε, ούτε έλεγχε τα ποσά που αναγράφονταν στα έγγραφα αυτά. Αρχές Σεπτεμβρίου η παραπονούμενη έκανε ακόμα μια ασφάλεια στο όνομα της κόρης της Έλενας Χριστοφή την οποία επλήρωσε δίδοντας στον κατηγορούμενο επιταγή της ΣΠΕ Μακράσυκας ύψους Λ.Κ.20.000 και Λ.Κ.1.000 μετρητά για την ασφάλεια κάλυψης θανάτου. Η ασφάλεια αυτή ήταν "κλειστού τύπου". Και σε αυτήν την περίπτωση η παραπονούμενη υπόγραψε συμβόλαιο και ο κατηγορούμενος της έδωσε την απόδειξη με αριθμό 04657, πρόκειται για το Τεκμήριο 10, παραθέτω αυτούσιο μέρος του περιεχομένου του. Με πλαγία γραφή αναγράφονται οι χειρόγραφες σημειώσεις. "Εισπράξαμε από την Στυλλή Παναγιώτα ALICO LIFE INVEST PLUS £20.000 που υπέβαλε στην ALICO AIG Life αίτηση ασφαλίσεως με τον ίδιο αριθμό για την έκδοση Ασφαλιστηρίου Ζωής / Προσωπικών Ατυχημάτων / Υγείας. Λ.Κ. £20.000 για την αίτηση Ζωής και Λ.Κ. για την αίτηση Προσωπικών Ατυχημάτων / Υγείας που καταβάλλονται ως προκαταβολή του πρώτου ασφαλίστρου, σύμφωνα με τους όρους που είναι γραμμένοι στο πίσω μέρος αυτής της απόδειξης 5/9/
  7. Ημερομηνία 5/9/2001." Για την ασφάλεια ανοικτού τύπου η παραπονούμενη εισέπραξε σε τρεις μήνες το ποσό των Λ.Κ.1.950, δηλαδή Λ.Κ.650 κάθε μήνα. Λίγο χρόνο αργότερα ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και της είπε ότι θα την επισκεπτόταν στο σπίτι ο διευθυντής της ALICO στην Λάρνακα για να την ρωτήσει λεπτομέρειες σε σχέση με τις ασφάλειες που είχε κάνει και τα ποσά που είχε καταβάλει. Ο κατηγορούμενος της ζήτησε να μην αναφέρει στο διευθυντή του ότι είχε δώσει του ιδίου το ποσόν των ΛΚ63000 και να περιορισθεί στο ποσόν των ΛΚ3000, ΛΚ1000 για κάθε ασφάλεια. Η παραπονούμενη αντέδρασε τότε καθότι η ίδια είχε δώσει το ποσόν των ΛΚ63000 στην ALICO, ρώτησε δε τον κατηγορούμενο τι είχαν γίνει τα χρήματα της, αυτός την καθησύχασε λέγοντας της να μην ανησυχεί, τα χρήματα της ήταν εγγυημένα, της είπε επίσης ότι θα μετάτρεπε και τις τρεις ασφάλειες σε ασφάλειες ανοιχτού τύπου, αυτό θα ήταν προς το συμφέρον της. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι μετά το τηλεφώνημα αντιλήφθηκε ότι "κάτι δεν πήγαινε καλά" και άρχισε να φοβάται ότι είχε χάσει τα χρήματα της. Είπε επίσης ότι η εξήγηση που της είχε δώσει ο κατηγορούμενος, όταν της ζητούσε ν' αποκρύψει από τον Αντωνίου διάφορα γεγονότα, ήταν ότι ο Αντωνίου ήταν αντίζηλος του, "ήσαν στα μαχαίρια οι δυο τους και ήθελε να διώξει τον κατηγορούμενο από την εργασία του και να γίνει ο ίδιος διευθυντής". Ο κατηγορούμενος είπε επίσης στη παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με την ίδια, ότι ο Αντωνίου τον ζήλευε και ήθελε να βάλει δικό του άτομο υπεύθυνο για τα σχέδια που ήσαν "τόσο κερδοφόρα". Το ίδιο βράδυ τους επισκέφθηκε στο σπίτι τους, ο διευθυντής της ALICO, Γιώργος Αντωνίου, η παραπονούμενη είπε στον Αντωνίου αυτά που της είχε πει ο κατηγορούμενος αποκρύβοντας ότι είχε δώσει στο κατηγορούμενο το ποσόν των ΛΚ60000, περιορίσθηκε στο ποσόν των ΛΚ
  8. Στη κατάθεση της στη αστυνομία αναφέρει χαρακτηριστικά ότι το απόκρυψε γιατί "φοβήθηκε μήπως ο Σαμψών πάει πίκκα και μας φάει τα χρήματα μας", ενώπιον του Δικαστηρίου, για το ίδιο θέμα, είπε χαρακτηριστικά "Φοήθηκα, είπα πέρκι μου βκάλω τα λεφτά μου και δώκει μου, έταξε μου να μου δώσει τα λεφτά μου και να μεν πω τίποτε του Αντωνίου". Την επομένη μέρα ο κατηγορούμενος τους επισκέφθηκε στο σπίτι και η παραπονούμενη ζήτησε εξηγήσεις για το κεφάλαιο της, εφόσον δεν ήταν κατατιθέμενο στην ALICO, αυτός της είπε ότι ήταν "σίγουρα επενδυμένα μέσω ενός τρίτου προσώπου σε κάποιο αναλογιστή και το κεφάλαιο της παρέμεινε άθικτο και δεν θα χανόταν". Η παραπονούμενη δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε, του ζήτησε όμως να της δώσει μια βεβαίωση από δικηγόρο για να είναι εξασφαλισμένη με το ποσόν των ΛΚ60000 που δεν ήταν κατατιθέμενο στην ALICO. Ο κατηγορούμενος της έφερε την βεβαίωση μια μέρα αργότερα, υπογεγραμμένη. Η μάρτυρας πρόσεξε τότε ότι η υπογραφή στο έγγραφο δεν έμοιαζε με την υπογραφή του στις αποδείξεις που της είχε δώσει. Το έγγραφο κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται για το Τεκμήριο
  9. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό του: "Εγώ ο υποφαινόμενος Χριστοφή Σαμψών εκ Λάρνακος, βεβαιώ ότι έχω παραλάβει την 10.10.2001 το ποσό των Λ.Κ.60.000 από την κα Στυλλή Παναγιώτα Γεωργίου εκ Λάρνακος, και εγγυούμαι ότι το ποσό θα καταβληθεί εις την κα Στυλλή σύμφωνα με τους όρους που έχουν συμφωνηθεί." Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι μετά την επίσκεψη του Αντωνίου στο σπίτι τους η ALICO τους απόστειλε μία επιστολή τεκμήριο 18, η μάρτυρας είπε ότι μια μόνο επιστολή παράλαβε από την ALICO, δεν θυμόταν όμως τι ανάγραφε η επιστολή αυτή. Η παραπονούμενη ειδοποίησε το κατηγορούμενο σε σχέση με την επιστολή και ο τελευταίος της είπε να του παραδίδει οτιδήποτε της απόστελλε η εταιρεία. Ο κατηγορούμενος, την επισκέφθηκε στο σπίτι, της ζήτησε να υπογράψει την επιστολή και στη συνέχεια την πήρε για να την παραδώσει στην ALICO. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπόβαλε επίσης στη παραπονούμενη ότι μετά τη λήψη της πιο πάνω επιστολής, αυτή απόστειλε στην ALICO την επιστολή, Τεκμήριο
  10. Το Τεκμήριο 19, σύμφωνα με τη μάρτυρα δεν ετοιμάσθηκε από την ιδίαν αλλά από τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος σύνταξε την επιστολή, την πήρε στο σπίτι της και της ζήτησε να την υπογράψει για να της φέρει τα ".ριάλια της να τελειώνουν" όπως της είπε χαρακτηριστικά. Η μάρτυρας δεν είχε διαβάσει την επιστολή προτού την υπογράψει, ούτε γνώριζε το περιεχόμενο της. Με την επιστολή Τεκμήριο 18, που φέρει ημερομηνία 17.4.2002 η ALICO πληροφορούσε την παραπονούμενη ότι είχε περιπέσει στην αντίληψη της απόδειξη, με αριθμό 04657, ημερομηνίας 5.9.2001, υπογραμμένη από τον Σαμψών Χριστοφή, για ποσό Λ.Κ.20.000, τέτοιο ποσό όμως σύμφωνα πάντα με την επιστολή δεν είχε κατατεθεί στο συμβόλαιο που είχε συνάψει η παραπονούμενη. Την καλούσε δε, σε περίπτωση που υπήρχε πρόβλημα, να ενημερώσει γραπτώς την εταιρεία για να διερευνηθεί περαιτέρω το θέμα. Η επιστολή Τεκμήριο 19, φέρει ημερομηνία 14.5.2002 και απευθύνεται προς την ALICO. Στην πιο πάνω επιστολή η παραπονούμενη αναφέρει ότι για κάθε συμβόλαιο κατάβαλε το ποσό των Λ.Κ.1.015 και καμιά οικονομική απαίτηση έχει από την εταιρεία και / ή από τον κ. Σαμψών Χριστοφή. Λίγες μέρες αργότερα ο κατηγορούμενος την επισκέφθηκε στο σπίτι της και της πήρε το ποσόν των ΛΚ2000, σε μετρητά, λέγοντας της ότι είναι τα χρήματα από το νέο σύστημα, δηλαδή τη μετατροπή όλων των ασφαλειών σε ασφάλειες ανοικτού τύπου. Το ίδιο συνέβηκε και τους υπόλοιπους μήνες, της έπαιρνε ΛΚ2000, κάθε μήνα, της έδωσε σύνολο σε τέσσερις μήνες, το ποσόν των ΛΚ8000, σε μετρητά. Τον Απρίλη, ο κατηγορούμενος δεν τους κατάβαλε οποιονδήποτε ποσόν, η παραπονούμενη τον αναζήτησε επίμονα δεν μπορούσε όμως να τον βρει, αργότερα πληροφορήθηκε ότι είχε απολυθεί από την ALICO και εργοδοτηθεί στη Άλφα Ασφαλιστική. Η παραπονούμενη αντιλήφθηκε τότε ότι υπήρχε πρόβλημα με τα συμβόλαια και ότι δεν ήσαν αυτά που τους είχε επεξηγήσει ο κατηγορούμενος. Όταν η παραπονούμενη και ο σύζυγος της εντόπισαν τον κατηγορούμενο, του ζήτησαν πίσω το κεφάλαιο που του είχαν δώσει, αυτός όμως δεν τους το επέστρεψε. Η παραπονούμενη επικοινώνησε με την ALICO και ζήτησε από υπάλληλο να της πει πόσα χρήματα είχαν δοθεί στη πιο πάνω εταιρεία για ασφάλειες, η τελευταία της είπε ότι δόθηκε ποσόν ΛΚ
  11. Κάποιο χρόνο αργότερα η παραπονούμενη και ο σύζυγος υπόγραψαν δύο ασφαλιστικά συμβόλαια, της Άλφα Ασφαλιστικής, που τους προσκόμισε ο κατηγορούμενος. Για τη σύναψη των πιο πάνω συμφωνιών η παραπονούμενη και ο σύζυγος της δεν κατέβαλαν 'ούτε γρόσι', όπως είπε χαρακτηριστικά η μάρτυρας, τ' ασφάλιστρα τα κατάβαλε ο κατηγορούμενος. Οι δύο τους υπόγραψαν τα πιο πάνω έγγραφα μετά από υπόσχεση του κατηγορουμένου ότι θα τους εξασφάλιζε τα χρήματα τους. Σ' ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης πως θα έπαιρνε τα χρήματα της από την Άλφα Ασφαλιστική, η μάρτυρας είπε τα πιο κάτω που παραθέτω αυτούσια: "Δεν ξέρω τι ήταν να κάμει. Εμείς είμαστε αγράμματοι άνθρωποι, αυτός ήταν περπατημένος, εμείς δεν ξέρουμε που έτσι δουλειές και έτσι πράγματα. Μας έπιασε πανικός. Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μας ότι χάσαμε τα λεφτά μας." Στη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία η παραπονούμενη αναφέρει ότι το συνολικό ποσόν που της επέστρεψε από τα υποτιθέμενα κέρδη ανερχόταν στο ποσόν των ΛΚ
  12. Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης της περιόρισε το πιο πάνω ποσόν σε ΛΚ8000, τόνισε όμως πέραν της μίας φοράς ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τ΄ ακριβή ποσά που της είχε δώσει ο κατηγορούμενος και ζήτησε χρόνο για να προσκομίσει τη κατάσταση του λογαριασμού της στη τράπεζα. Κατά την επομένη δικάσιμο η μάρτυρας προσκόμισε τη κατάσταση λογαριασμού, πρόκειται για το Τεκμήριο 26 και παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος της επέστρεφε τα χρήματα δίδοντας της όχι μόνο μετρητά αλλά και επιταγές. Η παραπονούμενη κατάγγειλε τον κατηγορούμενο στην αστυνομία, καλοκαίρι του
  13. Μετά την καταγγελία, πήγαν όλοι στο γραφείο του δικηγόρου, κ Ιντιάνου καθότι ο κατηγορούμενος τους είχε υποσχεθεί ότι θα τους επέστρεφε τα χρήματα τους και αυτοί τότε θ΄ απέσυραν το παράπονο τους από την αστυνομία. Ο μάρτυρας Παύλος Παπακώστας, υπάλληλος της ΣΠΕ Μακράσυκας κατάθεσε σε σχέση με τις τρεις επιταγές που είχε εκδώσει η παραπονούμενη και αργότερα εξαργυρώθηκαν. Οι τρεις αυτές επιταγές είναι συνολικού ποσού ΛΚ62000 και είναι για ποσά ΛΚ40.000, ΛΚ20.000 και ΛΚ2.000 κατατέθηκαν δε ενώπιον του Δικαστηρίου σαν τεκμήρια 14,15 και 16 αντίστοιχα. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι οι δύο επιταγές για τα ποσά των ΛΚ40000 και ΛΚ20000, Τεκμήρια 14 και 15, εξαργυρώθηκαν στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λάρνακας και δόθηκαν τα χρήματα, σε μετρητά, στο κατηγορούμενο. Η τρίτη επιταγή, για το ποσόν των ΛΚ2000, κατατέθηκε στο λογαριασμό της ALICO, σχετική είναι η μαρτυρία του Λουκά Λουκά, διευθυντή καταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας. Η μαρτυρία του Λουκά Λουκά και του Παύλου Παπακώστα δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Η μάρτυρας Αντωνία Φωκά Λαχανά, γραφέας στην Ασφαλιστική Εταιρεία ALICO είπε στο Δικαστήριο ότι η ALICO δεν έχει ασφάλειες ανοικτού και κλειστού τύπου, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο διευθυντής υποκαταστήματος της πιο πάνω εταιρείας Γιώργος Αντωνίου. Η μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 11 και 12 είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος τη 19.7.2001, της παράδωσε μια επιταγή για ποσόν ΛΚ2.000, Τεκμήριο 16, για πληρωμή δύο αιτήσεων ασφάλειας ζωής της παραπονούμενης και του κ. Χριστοφή. Την επιταγή, Τεκμήριο 16, την εξαργύρωσε στην Ελληνική Τράπεζα. Η μάρτυρας παράλαβε επίσης από τον κατηγορούμενο το ποσό των Λ.Κ.203,90 σε μετρητά, δεν ήταν σε θέση όμως να διαφωτίσει το Δικαστήριο για ποιο σκοπό είχε λάβει το συγκεκριμένο ποσόν. Η μάρτυρας Τασούλα Μιχαήλ είπε στο Δικαστήριο ότι η Παναγιώτα Χριστοφή και ο Στέλιος Χριστοφή διατηρούσαν πέραν των συμβολαίων για ασφάλεια ζωής και συμβόλαια προσωπικών ατυχημάτων. Το συμβόλαιο της Παναγιώτας Στυλλή είχε ημερομηνία έναρξης 19.7.01 , μ΄ ετήσιο ασφάλιστρο ΛΚ173.90 και του Στέλιου Χριστοφή είχε ημερομηνία έναρξης 11.1.01 και εξαμηνιαίο ασφάλιστρο ΛΚ101.94 . Σε σχέση με το συμβόλαιο της Παναγιώτας Στυλλή καταβλήθηκε μόνο το ποσόν των ΛΚ173.90 , τη 19.7.01 , ενώ σε σχέση με το συμβόλαιο του Στέλιου Χριστοφή καταβλήθηκε το ποσόν των ΛΚ 101.94 τη 11.1.01 και ένα δεύτερο ποσόν ΛΚ101.94 τη 28.8.01 . Έκτοτε δεν καταβλήθηκε οποιονδήποτε ποσόν σε σχέση με τα πιο πάνω συμβόλαια. Ο Γιώργος Αντωνίου αναφέρθηκε στην επίσκεψη που έκανε στο σπίτι της παραπονούμενης, κατά την πιο πάνω επίσκεψη η παραπονούμενη κανένα παράπονο του εξέφρασε σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Στο μάρτυρα υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 8, 9 και 10 και τ΄ αναγνώρισε ως τις αποδείξεις προκαταβολής που δόθηκαν σε σχέση με τα ασφαλιστικά συμβόλαια, Τεκμήρια 3, 4 και
  14. Αυτή ήταν συνοπτικά η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος έδωσε ανώμοτη δήλωση και είπε τα πιο κάτω: "Εγώ ουδέποτε έχω πάρει από την κα Στυλλή το ποσό των £59539 για να διατεθούν με την εντολή της σε ασφαλιστικά σχέδια της ALICO και ουδέποτε οικειοποιήθηκα το ποσό αυτό ή οποιοδήποτε άλλο ποσό". Ο κατηγορούμενος έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία τη 14.7.
  15. Στην πρώτη κατάθεση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το 1999 και ενώ αυτός εργαζόταν ως ασφαλιστής στην εταιρεία ALICO, γνώρισε τον Ξένιο Σάββα, Διευθυντή Ομάδας Ασφαλιστών της Ασφαλιστικής Εταιρείας Alpha. Το πρόσωπο αυτό ασχολείτο με επενδύσεις, διαχειριζόταν κεφάλαια που του έδιναν διάφοροι πελάτες και οι επενδύσεις αυτές απόφεραν τόσο στον ίδιο όσο και στους πελάτες σημαντικά κέρδη. Ο κατηγορούμενος έδωσε στον Ξένιο Σάββα χρήματα για επένδυση και η επένδυση αυτή απέφερε στον κατηγορούμενο κέρδη. Τον Μάιο του 2001 κάποιος γνωστός του, ο Μιχάλης, του ανέφερε ότι κάποιος συνάδελφος του, ο Χρίστος Χριστοφή, ενδιαφερόταν για το πρόγραμμα αυτό. Ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον Χρίστο Χριστοφή στην οικία του και εκεί ήταν και η σύζυγος του πρώτου, Παναγιώτα Στυλλή. Ο κατηγορούμενος τους εξήγησε ότι ήταν ασφαλιστής της ALICO, αυτοί όμως του ζήτησαν πληροφορίες για το πρόγραμμα στο οποίο είχε επενδύσει και ο κοινός γνωστός τους, Μιχάλης Μιχαήλ. Ο κατηγορούμενος τους εξήγησε ότι ο Σάββας Ξενή διαχειρίζεται κεφάλαια τα οποία επενδύει με σκοπό το κέρδος των πελατών. Το κεφάλαιο που επενδύεται παραμένει άθικτο και ο Σάββα Ξενή το επέστρεφε όταν του εζητείτο. Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της του είπαν ότι "θα εσκέφτονταν και θα του απαντούσαν". Τη 17.7.2001 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε εκ νέου την οικία Χριστοφή και τότε τους εξήγησε για το επενδυτικό πρόγραμμα της ALICO, για κάθε συμβόλαιο θα καταβάλλετο ποσό Λ.Κ.1.015 και θα υπήρχε κάλυψη μέχρι Λ.Κ.20.000 σε περίπτωση θανάτου. Τους ανέφερε επίσης για το πρόγραμμα του Σάββα Ξενή τονίζοντάς τους παράλληλα ότι ήταν "εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας". Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της του είπαν τότε ότι ήθελαν να κάνουν ασφάλεια ζωής με την ALICO και να δώσουν Λ.Κ.40.000 στον Ξενή Σάββα για να τις διαχειρίζεται. Ο κατηγορούμενος τους εζήτησε να του δώσουν δύο επιταγές η μια για ποσό Λ.Κ.2.000 και η άλλη για το ποσό των Λ.Κ.40.000, συμπλήρωσε τις αιτήσεις της ALICO και εξέδωσε δύο αποδείξεις προκαταβολής για το ποσό των Λ.Κ.1.000 η κάθε μια. Η παραπονούμενη έδωσε στον κατηγορούμενο τις δύο επιταγές, μια για το ποσό των Λ.Κ.2.000 και άλλη για ποσό Λ.Κ.40.000 και αυτός τις εξαργύρωσε και παράδωσε στο Σάββα Ξενή το ποσό των Λ.Κ.40.000 σε μετρητά και στην ALICO Λ.Κ.2.
  16. Σε σχέση με την επένδυση που είχαν κάνει με τον Σάββα Ξενή, ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι κάθε μήνα θα εμβαζόταν στο λογαριασμό τους το ποσό των Λ.Κ.1.250 την πρώτη εβδομάδα του μήνα. Η Παναγιώτα Στυλλή του ανέφερε ότι είχε κάποιο πρόβλημα με τα χρήματα και δεν ήθελε να τα εισπράξει την πρώτη εβδομάδα του μήνα αλλά στο τέλος του μήνα και ο κατηγορούμενος προσφέρθηκε να της τα δίνει στο τέλος του μήνα με προσωπική επιταγή του ιδίου ή με μετρητά. Ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην παραπονούμενη διάφορα ποσά για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του
  17. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2001 παραπονούμενη του ζήτησε να επενδύσει ακόμη ένα ποσό ύψους Λ.Κ.20.
  18. Οι Λ.Κ.19.000 θα ήταν για "διαχείριση κεφαλαίων" και οι υπόλοιπες Λ.Κ.1.000 για ασφάλεια ζωής στην ALICO, στο όνομα της θυγατέρας της Έλενας Χριστοφή. Η παραπονούμενη του έδωσε μια επιταγή Λ.Κ.20.000 την οποία ο κατηγορούμενος εξαργύρωσε και έδωσε Λ.Κ.1.000 στην ALICO για σχέδιο ασφάλισης και Λ.Κ.19.000 στον Σάββα Ξενή. Σε σχέση με την ασφάλιση στην ALICO ο κατηγορούμενος εξέδωσε απόδειξη εκ παραδρομής όμως αντί να αναγράψει το ποσό των "Λ.Κ.1.000" ως προκαταβολή ανέγραψε "Λ.Κ.20.000". Κάθε μήνα ο κατηγορούμενος έμβαζε στο λογαριασμό της παραπονούμενης ή της έδιδε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.2.000 που του παρέδιδε ο Ξενής Σάββα. Τον Απρίλιο του 2002 ο Ξενής Σάββα σταμάτησε να έχει οποιανδήποτε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι το πρόσωπο αυτό είχε καταχραστεί μεγάλο ποσό από την Ασφαλιστική Εταιρεία στην οποία εργοδοτείτο και διέφυγε στο εξωτερικό. Ο κατηγορούμενος ενημέρωσε σχετικά όλους τους ενδιαφερόμενους, συμπεριλαμβανομένης και της παραπονούμενης. Κατά την ιδία περίοδο, ήτοι Απρίλιο του 2002, η παραπονούμενη τον ειδοποίησε ότι είχε λάβει συστημένη επιστολή από την ALICO σε σχέση με την απόδειξη προκαταβολής του συμβολαίου της θυγατέρας της, στην οποία ο κατηγορούμενος είχε λανθασμένα αναγράψει το ποσό των Λ.Κ.20.
  19. Ο κατηγορούμενος της ανέφερε τότε ότι θα ετοίμαζε ο ίδιος μια απαντητική επιστολή την οποία θα υπέγραφε αυτή και θα αποστέλλετο στην ALICO, πράγμα που έγινε. Ο κατηγορούμενος ετοίμασε μια επιστολή την οποία υπόγραψε τόσο ο ίδιος όσο και η παραπονούμενη και την οποία απέστειλαν στην ALICO. Στην δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ημερομηνίας 14.7.2002, ο κατηγορούμενος αναφέρει τα πιο κάτω: "Εγώ ο Σαμψών Χριστοφή από την Λάρνακα κάτοικος Λεμεσού θέλω να κάμω μια κατάθεση. Μου λέχθηκε ότι μπορώ να την γράψω ο ίδιος αλλά επιθυμώ όπως κάποιος γράψει ότι λέγω. Πληροφορήθηκα ότι δεν είμαι υπόχρεος να πω τίποτε, εκτός αν θέλω και οτιδήποτε πω δυνατό να δοθεί ως μαρτυρία. Για την υπόθεση τούτη που με συλλάβετε και έδωσα προηγουμένως μια κατάθεση θέλω να σας πω ούλλη την αλήθεια γιατί το έχω βάρος στην συνείδηση μου. Στην κατάθεση που έδωσα προηγουμένως είπα τζιαι ορισμένες αλήθειες αλλά όμως είπα τζιαι ψέματα. Του Ξενή Σάββα του έχω δώσει το ποσό των £30.000 ΛΚ και με ξεγέλασε και έφυγε στο εξωτερικό χωρίς να μου δώσει οποιοδήποτε κέρδος. Τούτα τα χρήματα ήταν δικά μου λεφτά και όπως ανάφερα στην προηγούμενη κατάθεση μου αυτός μου είπε ότι θα τα επένδυε σε μετοχές Κύπρου ή Εξωτερικού με απώτερο σκοπό το κέρδος. Αυτός με εξεγέλασε και έφυγε. Τα χρήματα τούτα τα βρήκα κάνοντας διάφορα δάνεια και τρεχούμενους λογαριασμούς στις Τράπεζες. Επειδή οι Τράπεζες τούτες εβουρούσαν με τζιαι ήμουν πέρα για πέρα τσιλλημένος αποφάσισα να ασχοληθώ και με χρηματιστηριακές συναλλαγές. Συνάντησα την Παναγιώτα Στυλλή αφού μου την εσύστησε ο φίλος μου ο Μιχάλης για να της κάμω ασφάλειες. Της μίλησα για ασφάλειες της ALICO ως επίσης και για κάποιο σχέδιο επένδυσης. Συμφωνήσαμε για το ποσό των £63.000 ΛΚ από το οποίο οι τρεις χιλιάδες θα ήταν ασφάλεια της ALICO και οι υπόλοιπες £59.000 για επένδυση. Για τις Λ.Κ.59.000 που θα είχαν επενδυθεί της είπα ότι το κεφάλαιο της θα ήταν άθικτο ενώ θα της έστελλα κάθε μήνα ποσό από τα κέρδη. Σύνολο της επέστρεψα το ποσό των £18.000 ΛΚ σε τακτά χρονικά διαστήματα για να φαίνεται ότι το σύστημα λειτουργούσε ενώ τα χρήματα αυτά ήταν από το ίδιο της το κεφάλαιο και όχι από τα κέρδη. Τα υπόλοιπα χρήματα που έπιασα που την Παναγιώτα τα έδωσα για να καλύψω διάφορα χρέη στις Τράπεζες που με βουρούσαν συνεχώς ενώ ορισμένα τα επένδυσα στο Χρηματιστήριο για να κερδίσω ώστε να επιστρέψω το κεφάλαιο της κοπέλας πίσω με λίγα κέρδη και να κερδίσω και εγώ χρήματα. Τούτα τα χρήματα που επένδυσα στο Χρηματιστήριο έχασα τα. Μετά που η κοπέλα τούτη μου ζητούσε το κεφάλαιο της πίσω της απέκρυψα ότι τα χρήματα έπιασα τα εγώ τζιαι της είπα ότι τα έδωσα σε κάποιο τρίτο και συγκεκριμένα στον Ξένιο Σάββα για να κινηθεί και αυτή εναντίον του γιατί τον μισούσα που μου έφαε τις £30.000 ΛΚ. Ζητώ συγνώμη για την πράξη μου είμαι πρόθυμος να επιστρέψω τα χρήματα αυτά που έπιασα που την Παναγιώτα, δηλαδή σύνολο με τις επιστροφές που της έδωσα £41.000 ΛΚ. Τούτη την πράξη έκαμά την σε μια πολύ δύσκολη οικονομική στιγμή που βρισκόμουν και ζητώ την επιείκεια σας." Η μάρτυρας υπεράσπισης, Σκεύη Χριστοδούλου, είναι υπάλληλος στην Ασφαλιστική Εταιρεία Άλφα. Η παραπονούμενη, Παναγιώτα Στυλλή και ο Χρίστος Χριστοφή, σύμφωνα με τη μάρτυρα, είχαν συνάψει συμβόλαια ασφάλειας με την πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία τον Φεβρουάριο του
  20. Τα συμβόλαια κατατέθηκαν στο Δικαστήριο σαν Τεκμήρια 33 και 34, αντίστοιχα. Για τα πιο πάνω συμβόλαια πληρώθηκαν ασφάλιστρα για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει όμως ποιος είχε καταβάλει τα ασφάλιστρα. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Ο λοχίας Κιρκίνης, ο εξεταστής της υπόθεσης, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, η μαρτυρία του ήταν θετική, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε αντιφάσεις και αοριστίες και τη δέχομαι στο σύνολό της. Καλή εντύπωση μου έκαναν επίσης και οι υπάλληλοι της ALICO, Αντωνία Φωκά Λαχανά, Τασούλα Μιχαήλ και Γιώργος Αντωνίου, όπως επίσης ο τραπεζικός υπάλληλος Λούκας Λουκά, ο Παύλος Παπακώστας, υπάλληλος της ΣΠΕ και ο Καλλής Βασιλείου, υπάλληλος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λάρνακας. Ας σημειωθεί ότι η μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων ήταν τυπική και δεν αμφισβητήθηκε σε οποιονδήποτε ουσιώδες σημείο από την υπεράσπιση. Τυπική ήταν και η μαρτυρία της Σκεύης Χριστοδούλου, μάρτυρα υπεράσπισης, υπαλλήλου της Άλφα Ασφαλιστικής, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Τη μαρτυρία όλων των πιο πάνω προσώπων την δέχομαι στο σύνολό της. Η κύρια μάρτυρας της υπόθεσης ήταν η παραπονούμενη, Παναγιώτα Στυλλή Χριστοφή. Ήταν η θέση της ότι είχε δώσει στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των Λ.Κ.63.000 για να το επενδύσει σε σχέδια ασφάλισης ανοικτού και κλειστού τύπου, όπως είπε χαρακτηριστικά, της ALICO, θέση η οποία βέβαια δεν είναι αποδεκτή από την υπεράσπιση. Η μάρτυρας κατάθετε ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μέρες και η αντεξέτασή της ήταν πολύωρη. Η παραπονούμενη επανέλαβε πολλές φορές ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ήταν μια γυναίκα αμόρφωτη, απόφοιτος δημοτικού σχολείου που για πολλά χρόνια εργαζόταν ως εργάτρια. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τη μάρτυρα και διαπίστωσα από μόνη μου ότι οι γνώσεις της σε σχέση με πολλά θέματα ήταν περιορισμένη. Παρά την περιορισμένη της μόρφωση όμως η μάρτυρας δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις επί των ουσιωδών σημείων, ήταν σταθερή στις θέσεις της ότι είχε δώσει τα χρήματα στον κατηγορούμενο για να τα επενδύσει σε σχέδια ασφάλισης ALICO και ότι η ίδια δεν είχε διαβάσει καν τα συμβόλαια ασφάλισης που της είχε δώσει ο κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός αυτός δεν με εκπλήττει ούτε θεωρώ αφύσικο να μην έχει διαβάσει τα συμβόλαια που υπόγραψε και τις αποδείξεις που της παρέδωσε ο κατηγορούμενος . Δέχομαι τη θέση της ότι στηρίχθηκε απόλυτα σε όσα της ανέφερε ο κατηγορούμενος στον οποίο είχε πλήρη εμπιστοσύνη, μέχρι που δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την επικείμενη επίσκεψη του Διευθυντή της ALICO Γιώργου Αντωνίου στο σπίτι της. Τότε ήταν που άρχισαν να δημιουργούνται υποψίες στη παραπονούμενη, για το πρόσωπο του Σαμψών Χριστοφή. Σε σχέση με τα έγγραφα της ALICO που υπόγραψε η μάρτυρας και ο σύζυγός της, Τεκμήρια 11 και 12, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το περιεχόμενο τους είναι δυνατόν να προκαλέσει σύγχυση, ιδιαίτερα σ΄ ένα άτομο όπως η παραπονούμενη, η μόρφωση της οποίας ήταν πολύ περιορισμένη. Στα έγγραφα αυτά όπως και στις αποδείξεις, Τεκμήρια 8 και 9, γίνεται αναφορά σε ποσά Λ.Κ.20.
  21. Στο Μέρος Ι του εγγράφου Τεκμήριο 11 αναγράφονται τα προσωπικά στοιχεία των αιτητών, ήτοι της παραπονούμενης και του συζύγου της, στο Μέρος ΙΙ είναι ο "Πίνακας Παροχών Ασφαλιστηρίου Ζωής" τα στοιχεία του οποίου έχουν διαγραφεί στο δεξιό μέρος όμως του ιδίου παραρτήματος, κάτω από τον τίτλο ALICO LIFE INVEST PLUS, έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα δίπλα από τη φράση "ΚΕΦ. ΚΑΛΥΨΗΣ" το ποσόν των Λ.Κ.20.000 και δίπλα από τη φράση "Ετήσιο ασφάλιστρο" το ποσόν των "Λ.Κ.1.000". Στο Μέρος ΙΙ, συμπεριλαμβάνεται και ο Πίνακας Παροχών Ασφαλιστηρίου Προσωπικών Ατυχημάτων / Υγείας όπου αναγράφονται στη μία στήλη τα "ωφελήματα" και σε δεύτερη τα "ποσά κάλυψης". Δίπλα από τη φράση "Απώλεια Ζωής, Μόνιμη Ολική ή Μερική Ανικανότητα από Ατύχημα αναγράφεται το ποσόν των "Λ.Κ.20.000" χειρόγραφα. Το ασφάλιστρο ζωής σύμφωνα με το πιο πάνω έγγραφο ήταν Λ.Κ.1.015, και για προσωπικά ατυχήματα / υγείας Λ.Κ.173,90 και τα δύο ποσά είχαν καταβληθεί. Στην περίπτωση του συζύγου της Χρίστου Χριστοφή, σύμφωνα με το Τεκμήριο 12, καταβλήθηκε μόνο ασφάλιστρο ζωής Λ.Κ.1.
  22. Στην τελευταία σελίδα κάτω από τον τίτλο "ΕΚΘΕΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ, ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ" δίπλα από τη φράση "
  23. Τι ανάγκες θα καλύψει αυτό το Ασφαλιστήριο;" αναγράφεται χειρόγραφα και με κεφαλαία γράμματα και στα δύο έντυπα, Τεκμήρια 11 και 12, η φράση "ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΣΗ". Στο Τεκμήριο 8 διαβάζουμε τα πιο κάτω, με πλαγία γραφή αναγράφεται το μέρος του κειμένου που ήταν χειρόγραφο: "Εισπράξαμε από την Παναγιώτα Στυλλή Γεωργίου ALICO LIFE INVEST. PLUS £20.000 που υπέβαλε στην ALICO AIG Life αίτηση ασφαλίσεως με τον ίδιο αριθμό για την έκδοση Ασφαλιστηρίου Ζωής / Προσωπικών Ατυχημάτων / Υγείας. Λ.Κ.£1.000 για την αίτηση Ζωής και Λ.Κ. για την αίτηση Προσωπικών Ατυχημάτων / Υγείας που καταβάλλονται ως προκαταβολή του πρώτου ασφαλίστρου, σύμφωνα με τους όρους που είναι γραμμένοι στο πίσω μέρος αυτής της απόδειξης. .... Ημερομηνία 17/7/2001." Είναι παραδεκτό δε και από τις δύο πλευρές, ότι η μάρτυρας δεν αποκάλυψε οτιδήποτε στο Γιώργο Αντωνίου διευθυντή της ALICO, όταν την επισκέφθηκε στο σπίτι της και τη ρώτησε σχετικά με τα συμβόλαια, παρά το γεγονός ότι άρχισε να έχει από τότε υποψίες σε σχέση με το κατηγορούμενο. Η συμπεριφορά της αυτή πρέπει να κριθεί λαμβάνοντας υπόψιν διαφόρους παράγοντες, την έλλειψη μόρφωσης, την απειρία της σε τέτοια θέματα, την ευπιστία της σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι μέχρι τη συγκεκριμένη στιγμή ελάμβανε τα ποσά που της είχε υποσχεθεί ο κατηγορούμενος. Η μάρτυρας πρέπει να κριθεί και η μαρτυρία της ν΄ αξιολογηθεί μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο, πιθανόν ο μέσος λογικός άνθρωπος να μην ενεργούσε με το τρόπο αυτό, δέχομαι όμως στη περίπτωση της παραπονούμενης, ότι αυτή απόκρυψε από τον Αντωνίου το ύψος του ποσού που είχε καταβάλει στο κατηγορούμενο παρασυρόμενη απ΄ όσα της είχε πει ο κατηγορούμενος, ήτοι ότι ο Αντωνίου επιβουλευόταν τη θέση του και φοβούμενη ότι αν δεν έκανε όσα της έλεγε ο κατηγορούμενος θα έχανε τα χρήματα της. Η παραπονούμενη στηρίχθηκε πάνω στο κατηγορούμενο και ενεργούσε με βάσει τα όσα της έλεγε, όχι λόγω τυφλής εμπιστοσύνης, καθότι είχε ήδη αρχίσει τότε να τον υποψιάζεται, αλλά πίστευε ότι μ΄ αυτό το τρόπο θα μπορούσε να πάρει πίσω τα χρήματα της. Η παραπονούμενη ήταν μία βιοπαλαιστής, εργάτρια, αμόρφωτη, κατάφερε με πολλούς κόπους ν΄ αποταμιεύσει ένα σεβαστό ποσόν για το μέλλον της μοναχοκόρης της, το οποίο εμπιστεύθηκε στο κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος της υποσχέθηκε έσοδα πολλών χιλιάδων λιρών. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη είχε δώσει τα χρήματα στο κατηγορούμενο για τα επενδυτικά σχέδια κάποιου Ξένιου Σαββή, κανένα στοιχείο όμως απ΄ αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζει τη θέση αυτή. Το όνομα του πιο πάνω προσώπου δεν φαίνεται πουθενά ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου και δεν αμφισβητήθηκε, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που είχε εξαργυρώσει τις επιταγές και πήρε τα χρήματα σε μετρητά. Ας σημειωθεί δε ότι τα χρήματα που πήρε σε μετρητά δεν επρόκειτο για μερικές δεκάδες λίρες ή ακόμα για εκατοντάδες αλλά για πολλές χιλιάδες λίρες. Στη πρώτη περίπτωση εξαργύρωσε επιταγή σε μετρητά ΛΚ40000 και στη δεύτερη περίπτωση ΛΚ20000 σε μετρητά. Κατά την αγόρευση του ο κ. Πλουτάρχου ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν καθήκον της κατηγορούσας αρχής να καλέσει σαν μάρτυρα τον Ξένιο Σάββα, η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το όνομα του Ξένιου Σάββα δεν συμπεριλαμβάνεται καν στον κατάλογο μαρτύρων, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι του είχε ληφθεί κατάθεση από την Αστυνομία, πέραν τούτου όμως όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος στην πρώτη του κατάθεση περί Ξένιου Σάββα τα διαψεύδει ο ίδιος στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε. Η εντύπωση που μου έκανε η κατηγορουμένη ήταν πολύ καλή και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αποκάλυψε στο Δικαστήριο την αλήθεια, κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία της, σε σχέση μ΄ επιμέρους στοιχεία είναι πιστεύω αναμενόμενες, λαμβανομένου υπόψιν του χρόνου που είχε παρέλθει έκτοτε, τη μαρτυρία της τη δέχομαι στο σύνολο της. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω και να τονίσω ότι η μαρτυρία της συνάδει με τη δεύτερη κατά σειράν κατάθεση, που έδωσε ο κατηγορούμενος στη αστυνομία. Η κατάθεση αυτή, την οποίαν παράθεσα αυτούσια πιο πάνω, ήταν θεληματική και η κατάθεση της είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου αυτή περιορίζεται στη δήλωση του ότι είναι αθώος. Κατά πόσο είναι αθώος ή όχι είναι θέμα που θ΄ αποφασισθεί βέβαια από το Δικαστήριο αφού εξετάσει το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας. Με βάσει την ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω ότι τα γεγονότα διαδραματίσθηκαν όπως τα περιέγραψε η παραπονούμενη. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τη παραπονούμενη και το σύζυγό της στο σπίτι τους πέραν της μιας φοράς. Κατά τις επισκέψεις του, τους μίλησε για ασφάλειες της ALICO, ανοικτού και κλειστού τύπου, οι οποίες θα τους απόφεραν κέρδη πολλών χιλιάδων λιρών. Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της, βρήκαν τις προτάσεις του κατηγορούμενου δελεαστικές και συγκατατέθηκαν τελικά να του εμπιστευτούν ένα μεγάλο ποσό. Η παραπονούμενη έδωσε στο κατηγορούμενο αρχικά το ποσόν των ΛΚ40000 με οδηγίες όπως το καταθέσει σ΄ επενδυτικά σχέδια της εταιρείας στην οποίαν εργαζόταν και στη συνέχεια το ποσόν των Λ.Κ.20.
  24. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε μέρος του ποσού Λ.Κ.3.000 για να κάνει ασφαλιστικά συμβόλαια επ΄ ονόματι της παραπονούμενης του συζύγου και της θυγατέρας της και το υπόλοιπο Λ.Κ.59.000 περίπου οικειοποιήθηκε χρησιμοποιώντας ένα ποσόν για να εξοφλήσει τα χρέη που είχε δημιουργήσει, άλλο ποσό για ν΄ αγοράσει μετοχές στο χρηματιστήριο και ποσόν Λ.Κ.8.000 - 9.000 περίπου το επέστρεψε πίσω στη παραπονούμενη, λέγοντας της παραπλανητικά ότι επρόκειτο για τα έσοδα από τα επενδυτικά σχέδια της ALICO, ενώ στην ουσία της έδιδε πίσω μέρος των χρημάτων που του εμπιστεύθηκε να επενδύσει σ΄ επενδυτικά σχέδια της ALICO. Ο κατηγορούμενος δεν έχει επιστρέψει στην παραπονούμενη μέχρι σήμερα οποιοδήποτε άλλο ποσόν πέραν του ποσού των Λ.Κ.8.000 - 9.000 που αναφέρω πιο πάνω. Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η Αστυνομία καθυστέρησε αδικαιολόγητα τη δίωξη του κατηγορούμενου. Η παρούσα υπόθεση καταγγέλθηκε στην Αστυνομία τον Ιούλιο του 2002, ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς 16.7.
  25. Μέσα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκε μεγάλος αριθμός καταθέσεων και σωρεία Τεκμηρίων τα οποία ο εξεταστής της υπόθεσης, λοχίας Κιρκίνης, περιγράφει στην κατάθεση του, Τεκμήριο
  26. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τη 26.1.2004, δεκαοκτώ περίπου μήνες μετά τη γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου. Είναι γεγονός ότι η Αστυνομία καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση, είναι επίσης γεγονός ότι η εκδίκαση της υπόθεσης δεν διεκπεραιώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα και για την καθυστέρηση αυτή δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος, καθότι η υπόθεση αναβλήθηκε μερικές φορές λόγω της απουσίας των μαρτύρων κατηγορίας. Η εκδίκαση της υπόθεσης διάρκησε πολλούς δικάσιμους, κατάθεσε αρκετά μεγάλος αριθμός μαρτύρων και διεξήχθη δίκη εντός δίκης σε σχέση με τη θεληματικότητα της κατάθεσης. Παράλληλα με τα πιο πάνω λαμβάνω υπόψιν, και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η παρούσα υπόθεση ήταν αρκετά περίπλοκη και η μαρτυρία ογκώδης, η αντεξέταση της παραπονούμενης ήταν πολύωρη και διάρκησε τρεις δικάσιμους, ενώ κλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ακόμη έξι μάρτυρες, πέραν των μαρτύρων στη δίκη εντός δίκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξετάσει το θέμα της καθυστέρησης σε σωρεία υποθέσεων, στην πρόσφατη απόφαση Χρίστος Ζήνωνος v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 7809, ημερομηνίας 18.2.2005, αφού έλαβε υπόψη την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τον όγκο της μαρτυρίας που δόθηκε και του χρόνου που παρήλθε, μεταξύ της γραπτής κατηγορίας του εφεσείοντα και της διάγνωσης της ενοχής του, κατέληξε ότι υπήρχε καθυστέρηση, όχι όμως υπερβολική σε βαθμό που να επηρεάζεται το δικαίωμα του, που προστατεύεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην πιο πάνω απόφαση γίνεται αναφορά σε δύο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Neumeisher v. Austria (No. 1)
(1968)1 EHRR 91 και Ringeisen v. Austria (No. 1)
(1971)1 EHRR 455, που αφορούσαν κατηγορίες δόλου, στη πρώτη, η απόφαση δόθηκε επτά χρόνια μετά τη καταχώρηση του κατηγορητηρίου και στη δεύτερη πέντε χρόνια μετά τη καταχώρηση και στις δύο υποθέσεις το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της απαίτησης για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Ως ανάφερα και πιο πάνω στη συγκεκριμένη υπόθεση υπήρξε κάποια καθυστέρηση στη καταχώρηση της υπόθεσης και στην εκδίκαση της, η καθυστέρηση αυτή όμως, λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ήταν υπερβολική σε βαθμό που να εξισούται με παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου που προστατεύεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Ήταν επίσης η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 257 του Ποινικού Κώδικα, επικαλέσθηκε δε την απόφαση Έλληνας v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 149. Το άρθρο 257 προβλέπει μεταξύ άλλων ότι: "Όταν κάποιο πρόσωπο . πάρει κάποιο χρηματικό ποσό . με την εντολή σε κάθε μια περίπτωση όπως το χρηματικό αυτό ποσό ή μέρος αυτού . να διατεθεί για σκοπό ή να καταβληθεί σε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή, το πιο πάνω χρηματικό ποσό και προϊόν θεωρούνται ότι ανήκουν στο πρόσωπο, για το οποίο λήφθηκε τέτοιο χρηματικό ποσό, .". Στην απόφαση Έλληνας v. Δημοκρατία (ανωτέρω) το Εφετείο κατάληξε ότι η διάταξη 257 σημαίνει ότι μετά την έκδοση της εντολής και την παράδοση της περιουσίας στο εντολοδόχο η περιουσία ανήκει στο τρίτο δικαιούχο. Στη πιο πάνω υπόθεση εξετάσθηκε η πρόνοια του άρθρου ". για το οποίο λήφθηκε τέτοιο χρηματικό ποσό" το Κακουργιοδικείο λανθασμένα, σύμφωνα με το Εφετείο, το ερμήνευσε ". από το οποίο λήφθηκε .". Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν τίθεται τέτοιο θέμα, ο κατηγορούμενος ξεγέλασε την παραπονούμενη ήτοι της πήρε τα χρήματα, με τέχνασμα, λέγοντας της ότι θα τα επένδυε στην ALICO, αυτή ήταν και η εντολή που του είχε δοθεί και από τη παραπονούμενη ενώ αυτός στη συνέχεια τα οικειοποιήθηκε. Στο στάδιο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι, "αποκτά κατοχή" σύμφωνα με το άρθρο 255 περιλαμβάνει και απόκτηση κατοχής με τέχνασμα. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και αυτός κρίνεται ένοχος. (Υπ.) .......... Τ. Καρακάννα, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.