Δημοκρατία ν. Γιαννάκη Μιχαήλ Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 844/03, 24 Νοεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2005:3 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 844/03 Δημοκρατία ν. 1. Γιαννάκη Μιχαήλ Ιωάννου 2. Σωτήρης Μιχαήλ Σωτηρίου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τον 2ον Κατηγορούμενο :κ. Μ. Γεωργίου 2ος Κατηγορούμενος: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(2)Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που περιστρέφονται γύρω από τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμο, Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε. Τα αδικήματα, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, έλαβαν χώρα μεταξύ 20 και 23.1.2003 σε περιοχή της Επαρχίας Λάρνακας. Στο στάδιο της μαρτυρίας του ΜΚ2, Λοχ. 4341 Α. Βρυώνη, εξεταστή της υπόθεσης, ηγέρθηκε ένσταση από την υπεράσπιση στην παρουσίαση της κατάθεσης του 2ου κατηγορούμενου (ο κατηγορούμενος). Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου επικαλέστηκε κακοποίηση του πελάτη του και απειλές. Αποτέλεσμα των πιο πάνω, εισηγήθηκε, ήταν να καταστεί η κατάθεση του ως μη προϊόν της ελεύθερης βούλησης του. Εξειδικεύοντας την ένσταση του ο κ. Μ. Γεωργίου ανέφερε ότι ο πελάτης του κατά το χρόνο σύλληψης του και στο μέρος όπου έλαβε χώρα η σύλληψη αυτή δέχτηκε άγριο ξυλοδαρμό από τον αστυφύλακα 3006 Πέτρου ο οποίος τον είχε ανακόψει, καθώς επίσης και από άλλα πρόσωπα, πιθανόν αστυνομικούς με πολιτική περιβολή. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος ξυλοκοπήθηκε και κατά τον χρόνο που βρισκόταν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας αμέσως πριν δώσει την κατάθεση του. Ως προς τις απειλές ανέφερε ότι αυτές προήλθαν από αστυνομικούς όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας και από τον ίδιο τον εξεταστή της υπόθεσης λοχία Βρυώνη. Κατέληξε ως προς την ένσταση αναφέροντας ότι πέραν των πιο πάνω ο λοχίας Βρυώνης κατά το χρόνο λήψη της επίδικης κατάθεσης τοποθέτησε περίστροφο πάνω στο τραπέζι όπου λάμβανε χώρα η παράθεση της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Αυτό, εισηγήθηκε ο κύριος Γεωργίου, συνιστούσε έμμεση απειλή και προκαλούσε φοβία στον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο προχώρησε στη νενομισμένη διαδικασία και κήρυξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να αποφασιστεί η θεληματικότητα ή μη της κατάθεσης, σημειώνοντας την κατάθεση αυτή ως ΄Εγγραφο Ω1 για σκοπούς της υπό αναφορά διαδικασίας. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής 4 μέλη της Αστυνομικής Δύναμης. Τον λοχία Βρυώνη, τον αστυνομικό 3006 Π. Πέτρου, τον αστυνομικό 4397 Μάριο Ξενοφώντος και τον λοχία 2871 Ευθύμιο Παναγιώτου. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής προκύπτει ολοκληρωμένα μέσα από τη μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων. Η ουσία της μαρτυρίας του λοχία Βρυώνη είναι η ακόλουθη: Ενώ αυτός προχωρούσε στη σύλληψη του 1ου κατηγορούμενου για αυτόφωρο αδίκημα, αντιλήφθηκε τον 2ον κατηγορούμενο να εγκαταλείπει τη σκηνή οδηγώντας το διπλοκάμπινο όχημα του. Ενώ διήνυσε μια απόσταση 50 περίπου μέτρων ανακόπηκε από άλλο αστυνομικό που βρισκόταν στη σκηνή, τον 3006 Πέτρου. Ο λοχίας Βρυώνης, αφού ολοκλήρωσε τη σύλληψη του 1ου κατηγορούμενου, κατευθύνθηκε προς το σημείο όπου ανακόπηκε ο κατηγορούμενος. ΄Οταν έφτασε στη σκηνή ο κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη εκτός του αυτοκινήτου του και στεκόταν μαζί με τον αστυνομικό. Σ΄ αυτό το χρονικό σημείο κανένας άλλος αστυνομικός δεν βρισκόταν εκεί. Ο Βρυώνης, αφού εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, προχώρησε στη σύλληψη του και του πέρασε χειροπέδες. Μετά από αυτή την ενέργεια του επανήλθε στο σημείο όπου βρισκόταν ο 1ος κατηγορούμενος, τον οποίον και μετέφερε με αυτοκίνητο της αστυνομίας στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Τον 2ον κατηγορούμενο τον ξαναείδε στα πιο πάνω γραφεία αμέσως πριν τη λήψη της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου. Αφού στην παρουσία και των 2 κατηγορούμενων προχώρησε στις σχετικές διαδικασίες γύρω από τα Τεκμήρια της υπόθεσης έλαβε κατάθεση πρώτα από τον 1ον κατηγορούμενο. ΄Οταν γινόταν αυτό ο 2ος κατηγορούμενος βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο. Μόλις τέλειωσε η κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου ο λοχίας Βρυώνης προχώρησε στη λήψη κατάθεσης και από τον 2ον κατηγορούμενο. Παρέθεσε ο μάρτυρας με λεπτομέρεια τις ενέργειες του αμέσως πριν τη λήψη της κατάθεσης αυτής και πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος αυτόβουλα εξέφρασε την επιθυμία να δώσει και έδωσε την υπό κρίση κατάθεση. ΄Ηταν σταθερή θέση του μάρτυρα ότι ο ίδιος ενήργησε νομότυπα και ότι σε καμία περίπτωση δεν απείλησε με οποιοδήποτε τρόπο τον Κατηγορούμενο. Σταθερή θέσης του ήταν επίσης ότι σε καμία περίπτωση αντιλήφθηκε να υφίσταται ξυλοδαρμό, κακοποίηση ή απειλές ο κατηγορούμενος από οποιοδήποτε. Επέμενε επίσης ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε καλή κατάσταση όταν του λάμβανε την υπό κρίση κατάθεση και ότι δεν έφερε τραύματα ή σημεία κακοποίησης. Πρόσθεσε ότι ουδέποτε του παραπονέθηκε ο κατηγορούμενος για οτιδήποτε παράτυπο. Κατέληξε λέγοντας ότι κανένα παράπονο εξέφρασε ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο, όταν μεταφέρθηκε την επόμενη ημέρα για εξέταση αιτήματος της αστυνομίας για προφυλάκιση του. . Ο Μ2 στην παρούσα διαδικασία, αστυνομικός Πέτρου της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανέκοψε το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 2ος κατηγορούμενος όταν αυτός εγκατέλειψε τη σκηνή όπου ακινητοποιήθηκε ο 1ος κατηγορούμενος. Ανέφερε ότι μπήκε στην πορεία του αυτοκινήτου και με σήματα ανάγκασε τον οδηγό να το σταματήσει. Αμέσως μετά πήγε προς την πόρτα του οδηγού. Τότε ο κατηγορούμενος προσπάθησε να ξαναξεκινήσει το αυτοκίνητο. Ο μάρτυρας κτυπώντας με το εσωτερικό μέρος του αριστερού του χεριού έσπασε το τζάμι του οδηγού και ακολούθως με το δεξί του χέρι πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Ταυτόχρονα υπόδειξε στον κατηγορούμενο την αστυνομική του ταυτότητα και ανοίγοντας του την πόρτα του ζήτησε να βγει έξω από το αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος βγήκε από το αυτοκίνητο και ο μάρτυρας, κρατώντας τον από το χέρι, τον ακινητοποίησε περιορίζοντας έτσι τις κινήσεις του. Σ΄ αυτή τη χρονική στιγμή κατέφθασε στη σκηνή ο λοχίας Βρυώνης, ο οποίος, αφού επέστησε την προσοχή στο Νόμο του 2ου κατηγορούμενου, τον συνέλαβε και ζήτησε από τον μάρτυρα να προχωρήσει σε έρευνα τόσο του κατηγορούμενου όσο και του αυτοκινήτου του. Μετά από αυτές τις οδηγίες ο λοχίας Βρυώνης εγκατέλειψε τη σκηνή κατευθυνόμενος προς το μέρος όπου ήταν ο 1ος κατηγορούμενος. Ενώ ο Βρυώνης έφευγε έφτασαν στη σκηνή με υπηρεσιακά αυτοκίνητα άλλοι αστυνομικοί. ΄Ηταν σταθερή θέση του μάρτυρα ότι ουδέποτε κτύπησε τον κατηγορούμενο. Δεν απέκλεισε το γεγονός θραύσματα του τζαμιού της πόρτας να κτύπησαν τον κατηγορούμενο, αλλά επέμενε ότι σε καμία περίπτωση ο ίδιος ή οποιοσδήποτε άλλος αστυνομικός στην παρουσία του άσκησε βία εναντίον του. Κατά τη σωματική έρευνα του 2ου κατηγορούμενου ο μάρτυρας βρήκε σε μανίκι του χεριού του μαχαίρι. Αφού ο μάρτυρας μετέφερε τον κατηγορούμενο στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας, επισκέφθηκε το Νοσοκομείο Λάρνακας, καθότι έφερε μικροτραυματισμούς στο αριστερό του χέρι λόγω του κτυπήματος στο παράθυρο του οδηγού. Ακολούθως μετέβηκε στη Λευκωσία όπου είναι και η έδρα του. Τρίτος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας Ξενοφώντος, της ΥΚΑΝ Λάρνακας, υπεύθυνος αρχείου της υπηρεσίας αυτής. Στα πλαίσια της εργασίας του έχει υπό τη φύλαξη του τα ατομικά δελτία υπόπτων που απασχολούν την υπηρεσία τους. Κατέθεσε ότι οι ύποπτοι φωτογραφίζονται μετά τη σύλληψη τους. Εξήγησε ότι σε περίπτωση που κάποιος ύποπτος απασχόλησε ξανά την υπηρεσία τους και επειδή ακριβώς υπάρχει προηγούμενη φωτογραφία του δεν λαμβάνεται νέα φωτογραφία κατά τη διερεύνηση της μεταγενέστερης υπόθεσης. Αναφερόμενος στους κατηγορούμενους είπε ότι είχαν ξανααπασχολήσει την υπηρεσία και ως εκ τούτου υπήρχε ήδη φωτογραφία τους από προηγούμενη σύλληψη τους. Δεν υπήρχε ως πρώτη ανάγκη να φωτογραφηθούν όταν συνελήφθηκαν ξανά. Ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση ούτε γνωρίζει εάν φωτογραφήθηκαν ξανά οι κατηγορούμενοι. Τόνισε όμως ότι στο αρχείο της υπηρεσίας τηρούνται όλες οι φωτογραφίες που λαμβάνονται και ως εκ τούτου εάν κάποιος ύποπτος φωτογραφιζόταν θα έπρεπε να του παραδιδόταν η σχετική φωτογραφία. Η μαρτυρία του τέταρτου μάρτυρα για την κατηγορούσα αρχή προσφέρθηκε για να αντικρουστεί ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι κάποιος αστυνομικός Μάκης τον απείλησε ενώ βρισκόντουσαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας και στη παρουσία του ξυλοκοπήθηκε από άλλους αστυνομικούς σ΄ αυτό το χώρο. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην ΥΚΑΝ Λάρνακας. Ονομάζεται Ευθύμιος αλλά οι πολύ στενοί του φίλοι τον φωνάζουν με το όνομα Μάκης. Ο ίδιος δεν είχε καμία εμπλοκή στην υπό κρίση υπόθεση αλλά γνώριζε τον κατηγορούμενο λόγω της υπηρεσίας του στο συγκεκριμένο τμήμα της αστυνομίας και συνεπεία εμπλοκής του κατηγορούμενου σε υποθέσεις που διερευνούσε αυτό το τμήμα. ΄Ηταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν απείλησε σε καμία περίπτωση τον κατηγορούμενο, ούτε αντιλήφθηκε κανένα αστυνομικό να χειροδικεί εις βάρος του. Ουσιαστικά δεν θυμόταν καθόλου εάν συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο το συγκεκριμένο βράδυ της μεταφοράς του στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Ο κατηγορούμενος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά του. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε με κάποια λεπτομέρεια την μαρτυρία του, ούτως ώστε να υπάρχει ολοκληρωμένη η δική του θέση επί των βασικών για την παρούσα διαδικασία γεγονότων. Κατέθεσε ότι μετέβηκε στη σκηνή όπου συνελήφθηκε ο 1ος κατηγορούμενος μετά από τηλεφώνημα του, με σκοπό να τον μεταφέρει στο σπίτι του. Ο 1ος κατηγορούμενος κατέβηκε από ένα άσπρο αυτοκίνητο, τον πλησίασε και μέσα από το παράθυρο του οδηγού του έδωσε (στον 2ον κατηγορούμενο) φορητό τηλέφωνο και κλειδιά. Αμέσως μετά και ενώ ο 1ος κατηγορούμενος κατευθυνόταν προς το πίσω μέρος του διπλοκάμπινου οχήματος στο οποίο βρισκόταν ως οδηγός ο 2ος κατηγορούμενος τον άκουσε να του φωνάζει "φοϊτσιασμένα", "Σωτήρη φύε, Σωτήρη φύε". Ο 2ος κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε τι έγινε αλλά ξεκίνησε με την πρώτη ταχύτητα και οδηγώντας σιγά σιγά άρχισε να απομακρύνεται από τη σκηνή, προσπαθώντας συγχρόνως να αντιληφθεί τι γινόταν. Εξακολουθώντας να πηγαίνει σιγά σιγά οδήγησε το διπλοκάμπινο όχημα του σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από τη σκηνή, οπόταν αντιλήφθηκε ένα πρόσωπο να μπαίνει στην πορεία του με προτεταμένο το χέρι του και κάνοντας το σχήμα πιστολιού με τα δάκτυλα του, του φώναξε "Σταμάτα θα σε παίξω". Ο Κατηγορούμενος του απάντησε "Tι κάμαμε ρε κουμπάρε και θα μας παίξεις;" Τότε το άγνωστο πρόσωπο τον πλησίασε από την πόρτα του οδηγού και με δυνατή γροθιά έσπασε το γυαλί της πόρτας αυτής. Στη συνέχεια άρχισε να τον κτυπά "αλύπητα". Ο κατηγορούμενος ρωτούσε "Τι έκανα; Τι έκανα;" Αμέσως μετά πλησίασαν και άλλα πρόσωπα στη σκηνή, αστυνομικοί, και άρχισαν να τραβούν τον κατηγορούμενο. Με αυτό τον τρόπο τον έβγαλαν από το αυτοκίνητο και για 15 με 20 περίπου λεπτά τον κτυπούσαν. Ενώ αυτός βρισκόταν στο έδαφος, του πατούσαν το κεφάλι και του δίπλωναν τα πόδια. Στη σκηνή έφτασε και ο λοχίας Βρυώνης ο οποίος είπε στον κατηγορούμενο "Εμένα με αθυμάσαι;" Αυτός του απάντησε "ναι". Tότε ο Βρυώνης του είπε "Σε έπιασα πουλί μου τωρά, και τώρα που έννα πάμε μέσα θα δεις τι έννα σου κάμω που δεν θα μας βλέπει κανένας". Ακολούθως ο Βρυώνης εγκατέλειψε τη σκηνή λέγοντας στους άλλους αστυνομικούς "Σπάστε τον". Ο ξυλοδαρμός, πάντα κατά τον κατηγορούμενο, συνεχίστηκε με αποτέλεσμα να του σπάσουν τα δόντια. Είπε χαρακτηριστικά ο κατηγορούμενος "δεν μου άφησαν δόντια". Ακολούθως τον έβαλαν στο πίσω κάθισμα του διπλοκάμπινου οχήματος του για να τον μεταφέρουν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Μαζί του στο πίσω μέρος κάθισε και ο αστυνομικός Μάκης. Οδηγός ήταν ένας άλλος αστυνομικός, νεαρός, τον οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε καθότι ήταν γείτονας του. Κατά τη μεταφορά του τον απειλούσαν. Επειδή τον είχαν κτυπήσει τόσο άγρια φοβήθηκε για τη ζωή του και στην προσπάθεια του να έχει με κάποιο τρόπο προστασία πήρε από το αυτοκίνητο ένα μικρό μαχαίρι που είχε για να κόβει μανιτάρια και το έβαλε στο μανίκι του. ΄Οταν μεταφέρθηκε στο κτίριο των γραφείων της ΥΚΑΝ και ενώ κατευθυνόταν προς το γραφείο όπου θα λάμβανε χώρα η κατάθεση του 50 αστυνομικοί, άντρες και γυναίκες, στάθηκαν σε παράταξη και άρχισαν να τον βρίζουν, να τον κτυπούν και να τον φτύνουν. Στη συνέχεια και ενώ βρισκόταν σε ένα από τα γραφεία της ΥΚΑΝ ο αστυνομικός Μάκης τον ερώτηση "Τι έγινε; Πες μας τι έγινε." Την ερώτηση αυτή την έκανε, όπως είπε ο κατηγορούμενος "με καλό τρόπο ο άνθρωπος". ΄Αρχισε ο κατηγορούμενος να του λέγει την εκδοχή του αλλά ο Μάκης του είπε "Δεν θα σε πιστέψουν και θα φας πολύ ξύλο όταν θα πας στο άλλο δωμάτιο γιατί είναι ο Βρυώνης μέσα και ξέρεις τι κάνει ο Βρυώνης τους κρατούμενους." Αμέσως μετά εισήλθε στο γραφείο ο νεαρός αστυνομικός που οδήγησε προηγουμένως το διπλοκάμπινο του όταν τον μετέφερε στα γραφεία και τον κτύπησε στο πρόσωπο βρίζοντας τον. ΄Ενας αξιωματικός της αστυνομίας τον είδε να έχει αίματα στο αυτί και ρώτησε τους άλλους αστυνομικούς τι έπαθε. Αυτοί του απάντησαν "κουτσούφλισε και έππεσε". Ο αξιωματικός τους είπε "πάρτε τον άνθρωπο να τον πλύνετε λίγο να καθαρίσει". Αφού πλύθηκε, μεταφέρθηκε στο γραφείο του Βρυώνη. Μόλις τον είδε αυτός του είπε "Σωτηράκι μου έλα να μας πεις τι έγινε". Ο Κατηγορούμενος του είπε ότι πήγε στη σκηνή απλώς για να παραλάβει τον φίλο του. Ο Βρυώνης όμως του ανέφερε "Δεν είναι έτσι τα πράγματα αφού σε είδα να του δίνεις την τσάντα με το χόρτο" και έβγαλε το περίστροφο και το έβαλε στο τραπέζι αναφέροντας του "Το βλέπεις αυτό; Εσάς ούλους τους χασιηκλίες θέλω να σας παίξω να καθαρίσει ο τόπος τούτος από εσάς. Μόνο που μιλάς και πίνεις μπύρες με τους Τούρκους θέλω να σε παίξω. Δεν σου αξίζει να ζεις". Ακολούθως πρόσθεσε "Θα σου πω εγώ ποια είναι η αλήθεια". Κάτω από αυτές τις συνθήκες του είπε ο Βρυώνης τι θα περιλαμβάνει η κατάθεση. Ο κατηγορούμενος του είπε "Δεν έκαμα έτσι πράγμα αλλά θέλω κάτι να γλιτώσω από τα χέρια σας να μην με ξαναδέρετε". Μετά ο Βρυώνης κατέγραψε την κατάθεση και του την διάβασε ερωτώντας τον "΄Ετσι έγινε;", προσθέτοντας "αν δεν υπογράψεις αυτήν την κατάθεση τώρα θα φωνάξω τους άλλους να έρθουν μέσα και να σου δώσουν άλλο τόσο ξύλο που έφαες". Ο κατηγορούμενος ζήτησε δικηγόρο αλλά ο Βρυώνης του είπε "Δικηγόρος σου εγώ είμαι και ό,τι σου πω εγώ θα κάμεις". Του υποσχέθηκε ταυτόχρονα ότι εφόσον υπογράψει θα τον αφήσει ελεύθερο να πάει στο σπίτι του να δει το παιδί του και ότι "θα την βγάλει καθαρός" διότι η αστυνομία ήταν τον συγκατηγορούμενο του που ήθελε. Κάτω από αυτές τις συνθήκες υπέγραψε την κατάθεση. Την επόμενη μέρα μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος προφυλάκισης. ΄Ηταν "πρισμένος και μαύρος" στο δεξιό μέρος του προσώπου του πράγμα το οποίο ήταν εμφανές, το έβλεπε και η δικαστής, όπως είπε. Δεν ανέφερε τίποτα στο Δικαστήριο για κακοποίηση του γιατί η αστυνομία του υποσχέθηκε πως θα τον αφήσει ελεύθερο. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ουσιαστικά τις ίδιες θέσεις. Πρόσθεσε ότι εξετάστηκε από ιατροδικαστή ο οποίος βρήκε μώλωπες πάνω του αλλά του είπε ότι δεν ήθελε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο να δώσει σχετική κατάθεση. Ανέφερε επίσης ότι για 5 μέρες μετά τη σύλληψη του δεν μπορούσε ούτε να φάει, ούτε να μιλήσει από τα κτυπήματα που δέχτηκε αλλά ούτε και του επέτρεψαν να δεχτεί επισκέψεις στο χώρο κράτησης του. Την 5η μέρα τον επισκέφθηκαν συγγενείς και δικηγόρος. Δέχτηκε επίσης ότι την ομολογία του την έδωσε διότι υπέστη άγριο ξυλοδαρμό και όχι ως αποτέλεσμα των υποσχέσεων που έλαβε από τον Βρυώνη. Προτού επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης κατηγορουμένου στο Δικαστήριο ως στοιχείο μαρτυρίας, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι αυτή ήταν θεληματική. Με την έννοια βεβαίως ότι είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και ότι αυτή δεν φέρει το μίασμα του φόβου για δυσμενείς επιπτώσεις ή της ελπίδας για όφελος, που προκλήθηκε ή χορηγήθηκε από πρόσωπο εξουσίας. Ούτε ότι είναι αποτέλεσμα καταπίεσης, μεταχείρισης δηλαδή η οποία να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα να υπονόμευσε την ελεύθερη βούληση του κατηγορούμενου. Το τελευταίο βεβαίως περιλαμβάνει, κατά μείζονα λόγο, και την κακοποίηση. Πρέπει επίσης να καταδεικνύεται, στο ίδιο πάλιν βαθμό, ότι η κατάθεση λήφθηκε νομότυπα, σύμφωνα δηλαδή με τους δικαστικούς κανόνες. Αναφορικά με την τελευταία αυτή πτυχή το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία δεν επέδρασε όμως επί της θεληματικότητας της κατάθεσης και δεν έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση (Imbrahim v. R. [1914] A.C.599, 609, Psaras a.o. v. R. [1987] 2 CLR 132). Στην υπόθεση Fournides ν. R.
(1986)2 ΑΑΔ, 73, 86-87, συνοψίζονται οι αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της θεληματικότητας μίας κατάθεσης. Τονίζεται στην πιο πάνω απόφαση η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίψει μία κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, σημειώνοντας, ταυτόχρονα, τη βασική αρχή ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Το όλο θέμα αντίκρισης πιθανών ύποπτων συνθηκών λήψης μιας κατάθεσης εξετάζεται πάντοτε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο ύποπτος στο στάδιο της ανάκρισης και κατάθεσης. Εκτός από τη θεληματικότητα εξετάζονται οι γενικότερες περιστάσεις που ενδεχόμενα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου (Petri ν. The Police [1968] 2 ΑΑΔ, 40). Ακόμα και αν μία κατάθεση είναι θεληματική το Δικαστήριο έχει πάντοτε τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μία ομολογία προς το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης, αν είναι της γνώμης ότι αυτή έχει ληφθεί υπό περιστάσεις ύποπτες ή τέτοιες που αφήνουν πολλά ερωτηματικά σε σχέση με την όλη διαδικασία (Ioannides ν. R. [1968] 2 ΑΑΔ 169, 185). Καταλήγοντας ως προς τη νομική πλευρά, αναφέρουμε, την επίσης γενική αρχή, ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της δίκης εντός δίκης πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικό θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα αυτής του κατηγορούμενου. Η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται βέβαια τη διατύπωση ευρήματος ή, συχνότερα, αριθμού ευρημάτων. Είναι όμως επιτακτική ανάγκη να περιορίζεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε όσο το δυνατό στενότερα όρια, δεδομένου πάντοτε ότι καλύπτονται οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθησαν στη δίκη εντός δίκης. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προσεγγίσαμε τη μαρτυρία και έχοντας κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Θα διατυπώσουμε μόνο τα άκρως απαραίτητα ευρήματα μας και στο βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν την παρούσα διαδικασία. Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής προέρχεται από αστυνομικά όργανα. Εξετάσαμε αυτήν τη μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ο όποιος ζήλος τους να παραποίησε την πραγματικότητα ή, έστω, να την επηρέασε σε βαθμό απαράδεκτο. ΄Εχουμε με μεγάλη προσοχή διεξέλθει το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας. Τα γεγονότα εκτελήχθηκαν όπως οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν. Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι η κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου δόθηκε κάτω από τις περιστάσεις που περιέγραψε ο λοχίας Βρυώνης και οι υπόλοιποι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Είναι εύρημα μας ότι κανένας εκφοβισμός ή απειλή, υπόσχεση ή κακοποίηση εμφιλοχώρησαν σε κανένα στάδιο πριν τη λήψη της υπό κρίση κατάθεσης. Οι όλες συνθήκες που οδήγησαν στη λήψη της ήταν τέτοιες που δεν επηρέασαν σε οποιοδήποτε βαθμό τη θεληματικότητα της. Τα όσα αναφέρονται σ΄ αυτήν δεν είναι οτιδήποτε άλλο παρά το προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης του 2ου κατηγορούμενου και αποτέλεσμα των διεργασιών της δικής του συνείδησης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν τον κρίσιμο χρόνο μεταξύ της σύλληψης του και της αποτύπωσης τους στη γραπτή κατάθεση του. Πιο συγκεκριμένα στην κατάληξη αυτή οδηγήθηκε το Δικαστήριο αναλογιζόμενο και κάνοντας αποδεκτή τη σταθερή μαρτυρία του λοχία Βρυώνη γύρω από τις συνθήκες σύλληψης του 2ου κατηγορούμενου, μεταφοράς του στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας και της πορείας λήψης της κατάθεσης του. ΄Αφησε να αιωρείται ο 1ος κατηγορούμενος ότι ο εξεταστής - Βρυώνης, έγραφε ό,τι ήθελε στην κατάθεση, χωρίς ο ίδιος (ο 1ος κατηγορούμενος) να έχει καμία συμμετοχή στη διαμόρφωση του περιεχομένου της, αφού, όπως είπε, «εγώ δεν μίλησα τίποτε». ΄Εχοντας υπόψη μας το σύνολο των πιο πάνω δεν διατηρούμε καμιά αμφιβολία ότι δεν υπήρξαν συνθήκες καταπίεσης ή εκφοβισμού ή ύποπτες συνθήκες ή περιστάσεις στη λήψη της κατάθεσης του 2ου κατηγορούμενου. Η κατηγορούσα αρχή έχει αποσείσει το βάρος με το οποίο βαρύνεται, να αποδείξει δηλαδή πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική και λήφθηκε νομότυπα. Ως εκ τούτου η επίδικη κατάθεση μπορεί να παρουσιαστεί ως μαρτυρία και η σχετική ένσταση για τη δεκτότητα της απορρίπτεται. (Υπ.) .................................... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................. Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο