← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μάριου Κάππελου, Αρ. Υπόθεσης: 13575/03, 20 Δεκεμβρίου, 2005

Δημοκρατία ν. Μάριου Κάππελου, Αρ. Υπόθεσης: 13575/03, 20 Δεκεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2005:4 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13575/03 Δημοκρατία ν. Μάριου Κάππελου Κατηγορούμενου. Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαμιλτιάδους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μαθηκολώνης. Κατηγορούμενος: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Απόφαση μειοψηφίας Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης προμήθειας από άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, παράνομης κατοχής του και κατοχής του πιο πάνω φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Αφορούν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 493,6 γραμμαρίων. Είναι κατηγορίες που στηρίζονται στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Κατά το στάδιο της μαρτυρίας του ΜΚ3, Αστ. 1011 Λ. Λοίζου της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας, η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήρια την πιο πάνω ναρκωτική ουσία και μία ζυγαριά ακριβείας. Το εγχείρημα αυτό αντιμετώπισε την ένσταση της πλευράς της υπεράσπισης. Ήταν εισήγηση της ότι τα πιο πάνω αντικείμενα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως στοιχεία μαρτυρίας, καθότι η λήψη τους ήταν αποτέλεσμα παράνομων και αντισυνταγματικών ενεργειών της Αστυνομίας. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, κατέληξε στη διαδικασία κήρυξης δίκης εντός δίκης, με σκοπό να εξεταστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τα πιο πάνω αντικείμενα ανευρέθησαν και, ως κατάληξη, να αποφασιστεί, κατά πόσο μπορούν ή όχι να γίνουν αποδεκτά ως τεκμήρια. Για να γίνει πιο κατανοητό το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και οι ανάλογες θέσεις των δύο πλευρών, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω, λιτά, ένα φάσμα παραδεκτών, ουσιαστικά, γεγονότων. Την 2.12.03 η Αστυνομία, μετά από πληροφορίες που είχε ότι ο κατηγορούμενος εμπλέκεται σε διακίνηση ναρκωτικών, αιτήθηκε έκδοση εντάλματος έρευνας (το ένταλμα). Δικαστής εξέδωσε το ένταλμα και εξουσιοδότησε έρευνα της οικίας, υποστατικών και του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου υπ΄ αρ. εγγραφής ΕΗΒ
  2. Η ένορκη δήλωση που συνόδευε το αίτημα και το εκδοθέν ένταλμα είναι κατατεθειμένα ενώπιον μας ως Έγγραφα Ω1 και Ω2 στην παρούσα διαδικασία. Δεκαέξι μέρες αργότερα, την 18.12.03, άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας με επικεφαλής τον τότε Λοχ. 3655 και σήμερα Υπαστυνόμο Σ. Σολομωνίδη (ο Λοχίας), προχώρησαν στην εκτέλεση του εντάλματος. Ο Λοχίας θεώρησε ορθό αντί να πάει με τους άνδρες του απευθείας στην οικία του κατηγορούμενου, η οποία βρίσκεται στην Αραδίππου, και να την ερευνήσει, να καλέσει τον κατηγορούμενο στον τοπικό Αστυνομικό Σταθμό για να μεταβεί μαζί τους από το Σταθμό αυτό στο σπίτι του. Μέσω υπεύθυνου του Σταθμού ειδοποιήθηκε ο κατηγορούμενος και ήρθε στα γραφεία του Αστυνομικού αυτού Τμήματος. Εκεί συναντήθηκε με το Λοχία και τους άλλους άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. Ο Λοχίας τον πληροφόρησε για την ύπαρξη του εντάλματος και στη συνέχεια, όλοι μαζί, μετέβησαν με δύο αστυνομικά οχήματα στο σπίτι του κατηγορούμενου. Το αυτοκίνητο με το οποίο ο κατηγορούμενος πήγε αρχικά στον Αστυνομικό Σταθμό παρέμεινε σταθμευμένο εκεί. Αφού εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού που διέμενε ο κατηγορούμενος - και κάτω από συνθήκες που αμφισβητούνται και, που σε μεγάλη έκταση, δεν εμπίπτουν στα όρια της παρούσας δίκης εντός δίκης - εντοπίστηκαν σε θήκη του μοτοποδηλάτου υπ΄ αρ. εγγραφής ΚΑΥ228, το οποίο ανήκε στον κατηγορούμενο και το οποίο ήταν εντός της αυλής, τα ναρκωτικά και η ζυγαριά ακριβείας. Τα πιο πάνω είναι αρκετά για να διασαφηνιστούν και να γίνουν κατανοητές οι λεπτομέρειες των θέσεων της υπεράσπισης που αποτέλεσαν το έναυσμα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας. Ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα της άφιξης του στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου μέχρι και της μεταφοράς του με αστυνομικό όχημα στο σπίτι του για να αρχίσει η έρευνα, τελούσε ουσιαστικά υπό παράνομη κράτηση. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του ότι η παράλειψη της Αστυνομίας να εκτελέσει αμέσως το ένταλμα και, η κατά τη θέση του, αδικαιολόγητη καθυστέρηση των 16 ημερών, κατέστησε παράνομη την έρευνα που έλαβε χώρα. Ήταν προέκταση της εισήγησης του δικηγόρου της υπεράσπισης ότι η έρευνα αυτή έγινε ουσιαστικά χωρίς να υπάρχει σε ισχύ σχετικό νόμιμο ένταλμα έρευνας. Είναι το σύνολο των πιο πάνω, πάντα κατά την υπεράσπιση, που στιγμάτισε την ανεύρεση των αντικειμένων και την κατέστησε παράνομη και αντισυνταγματική. Με πλήρη επίγνωση των γραμμών που οριοθετούν τη δίκη εντός δίκης και στα πλαίσια που η διαδικασία επιτάσσει θα προσεγγίσω την ενώπιον μας μαρτυρία. Θα περιοριστώ στα άκρως σχετικά με τα υπό κρίση ζητήματα κατά την προσέγγιση μου αυτή και θα αφήσω, όσο είναι δυνατό, ανοικτό το ζήτημα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Χωρίς αμφιβολία είναι απαραίτητη η αξιολόγηση μέρους της μαρτυρίας και η, κατ΄ ακολουθία της, διατύπωση αριθμού ευρημάτων, ούτως ώστε κάτω από το φως τους να οδηγηθώ στην τελική μου κρίση. Η εξέταση της θέσης ότι ο κατηγορούμενος τελούσε υπό παράνομη κράτηση καθιστά αναγκαία την παράθεση του σχετικού, ουσιαστικού, μέρους της μαρτυρίας των δύο πλευρών. Παραθέτω τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτή προκύπτει μέσα από το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου καταθέσεων των αστυνομικών οργάνων: Την 18.12.03 και περί ώρα 4:30 μ.μ. ο Λοχίας Σόλων Σολομωνίδης της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας (Μάρτυρας 2 στη διαδικασία δίκης εντός δίκης), επικοινώνησε με τον Λοχία 1094 Α. Νικολάου (Μάρτυρα 1 στη διαδικασία δίκης εντός δίκης), υπεύθυνο κατά το χρόνο αυτό του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου (ο Αστυνομικός Σταθμός) και τον ρώτησε κατά πόσο γνωρίζει τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι κάτοικος Αραδίππου. Ο Λοχίας του απάντησε θετικά. Μισή ώρα αργότερα ο Σολομωνίδης μαζί με τρεις ακόμα αστυνομικούς της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας, τους 1011 (Μάρτυρα 3 στην παρούσα διαδικασία), 2733 (Μάρτυρα 4 στην παρούσα διαδικασία) και 826 μετέβηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό. Ο Σολομωνίδης ζήτησε από το Λοχία να τηλεφωνήσει του κατηγορούμενου και να του πει να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό χωρίς να τον πληροφορήσει για ποιο λόγο τον ήθελε. Έτσι και έκανε ο Λοχίας. Επεξηγώντας αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς ο Σολομωνίδης κατέθεσε ότι σκοπός του ήταν να μεταβεί μαζί με τον κατηγορούμενο στο σπίτι του για εκτέλεση του εντάλματος έρευνας που είχε στην κατοχή του, ούτως ώστε να μην έχει την ευκαιρία ο κατηγορούμενος να εξαφανίσει τυχόν ύποπτα αντικείμενα. Μία περίπου ώρα μετά το τηλεφώνημα ο κατηγορούμενος μετέβηκε με το αυτοκίνητο του στον Αστυνομικό Σταθμό. Να παρεμβάλω σ΄ αυτό το σημείο ότι τελεί υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Λοχία πως θα χρειαστεί μία ώρα για να πάει στον Σταθμό ή ο Λοχίας του ζήτησε να παρουσιαστεί μετά από μία ώρα. Το σημείο αυτό δεν έχει σημασία για σκοπούς της παρούσης διαδικασίας. Αφέθηκε όμως να πλανάται από την υπεράσπιση ότι είναι σημαντικό για την υπεράσπιση του κατηγορούμενου καθότι, πάντα κατά την υπεράσπιση, στο διάστημα της μίας ώρας κάποιοι τοποθέτησαν τα ναρκωτικά στον τόπο που τα βρήκε η Αστυνομία αργότερα. Για τους πιο πάνω λόγους, σκόπιμα, θα αποφύγω να καταλήξω σε εύρημα επί του ζητήματος αυτού, ούτως ώστε να μην επηρεαστεί η γενικότερη υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Επανέρχομαι στα ουσιαστικά για την υπόθεση γεγονότα όπως προβάλλουν μέσα από τη μαρτυρία των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής. Στο διάστημα της μίας ώρας που μεσολάβησε μέχρι της άφιξης του κατηγορούμενου, οι Αστυνομικοί της Υ.ΚΑ.Ν. είχαν αποχωρήσει από τον Αστυνομικό Σταθμό με σκοπό να εκτελέσουν άλλο ένταλμα έρευνας σε κοντινή τοποθεσία. Όταν πληροφορήθηκε ο Σολομωνίδης τηλεφωνικώς ότι ο κατηγορούμενος είχε αφιχθεί στον Αστυνομικό Σταθμό, επέστρεψε εκεί μαζί με τους άνδρες του. Στο προαύλιο συνάντησε τον κατηγορούμενο, του συστήθηκε και μόνοι τους εισήλθαν στο γραφείο Λοχίων του Αστυνομικού Σταθμού. Εκεί ο Σολομωνίδης τον ρώτησε ποιοι διαμένουν μαζί του στην κατοικία του και κατά πόσο αυτός ασχολείται με ναρκωτικά. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε ανάμειξη με ναρκωτικά. Στη συνέχεια ο Σολομωνίδης του εξήγησε ότι είχε στην κατοχή του ένταλμα έρευνας και ότι ήθελε να ερευνήσει την κατοικία και τα υποστατικά του κατηγορούμενου. Του υπέδειξε το ένταλμα έρευνας και τότε ο κατηγορούμενος είπε: "να πάμε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα". Βγαίνοντας από τον προθάλαμο του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου με σκοπό να μεταβούν στην οικία του κατηγορούμενου, ο Σολομωνίδης τον ρώτησε που βρισκόταν το αυτοκίνητο του. Αυτός του το υπέδειξε. Τότε ο Σολομωνίδης του ζήτησε αν θέλει να έρθει μαζί με τους Αστυνομικούς με αστυνομικό όχημα στο σπίτι του ή να έρθει με το δικό του (του κατηγορούμενου δηλαδή) όχημα. Ο κατηγορούμενος του απάντησε "Προτιμώ να έρθω μαζί σας". Αφού κλείδωσε μετά από προτροπή του Σολομωνίδη το αυτοκίνητο του, μπήκε μαζί με τους Αστ. 2733 και 826 σε αστυνομικό όχημα. Ο Σολομωνίδης επιβιβάστηκε μαζί με τον Αστ. 1011 σε άλλο αστυνομικό όχημα. Με τα δύο αυτά οχήματα μετέβησαν στο σπίτι του κατηγορούμενου για να εκτελέσουν το ένταλμα έρευνας. Ήταν σταθερή θέση των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος ούτε πιέστηκε, ούτε αναγκάστηκε, ούτε αρνήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο να μεταβεί με την Αστυνομία στο σπίτι του. Ούτε και ήταν ποτέ υπό σύλληψη κατά το χρόνο αυτό. Να προσθέσω ότι όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής συμφώνησαν με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν πληροφόρησαν ποτέ τον κατηγορούμενο ότι αυτός δεν είναι υπό σύλληψη, ούτε ότι μπορεί να έρθει ή μπορεί να μην έρθει μαζί τους. Ανέφεραν ότι δεν υπήρχε λόγος να το πράξουν, αφού, όπως εξήγησαν, ο κατηγορούμενος με τη θέληση του μετέβηκε μαζί με την Αστυνομία και δεν ήταν υπό κράτηση. Ο κατηγορούμενος έδωσε τη δική του εκδοχή γύρω από τις συνθήκες συνάντησης του με τους άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. στον Αστυνομικό Σταθμό και μετάβασης του με αστυνομικό όχημα στο σπίτι του για σκοπούς έρευνας. Συμφώνησε ότι συναντήθηκε μόνος του με τον Σολομωνίδη στο γραφείο των Λοχίων του Σταθμού. Εκεί πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του εντάλματος έρευνας. Ήταν η θέση του ότι αμέσως μετά ο Σολομωνίδης του είπε: "Έχω αυτό το ένταλμα έρευνας, έλα μαζί μας, έμπα μέσα στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας να πάμε να ερευνήσουμε." Τρεις αστυνομικοί της Υ.ΚΑ.Ν. τους ανέμεναν στο προαύλιο του Σταθμού. Ο Σολομωνίδης ανέφερε στον ένα από αυτούς, τον 2733, "πάρτε τον μαζί σας και θα έρτουμε και εμείς με το άλλο το αυτοκίνητο πίσω σας". Τότε ο Αστυνομικός πήρε τον κατηγορούμενο από το μπράτσο του δεξιού χεριού και τον κατεύθυνε προς το αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Ουδέποτε, πάντα κατά τον κατηγορούμενο, οι Αστυνομικοί του έδωσαν την ευκαιρία να πάει με το δικό του αυτοκίνητο αν ήθελε. Ο ίδιος είχε την εντύπωση ότι "έπρεπε να πάω μαζί τους". Δεν γνώριζε αν έπρεπε να πάει μόνος του ή με το αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Επέμενε όμως ότι οι Αστυνομικοί με τη συμπεριφορά τους τον καθοδήγησαν προς το αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Σε ερώτηση, κατά την αντεξέταση: "Πως σου συμπεριφέρθηκαν; Σου έβαλαν χειροπέδες;" Απάντησε: "Όταν ακούεις τον κύριο Σολομωνίδη να λέγει του Κώστα «πάρτε τον μαζί σας και έννα έρτουμε και εμείς» τι εννοά; Όταν εσύ ήσουν στη θέση μου, ένας απλός πολίτης και ακούει ο λοχίας της αστυνομίας να λέει στους συναδέλφους του «πάρτε τον και θα έρτω και εγώ με το άλλο αυτοκίνητο πίσω σας» τι θα έκαμνες, τι θα καταλάβαινες;" Έχω παρακολουθήσει με κάθε προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής προσπάθησαν να δώσουν στο Δικαστήριο την εικόνα ότι ο κατηγορούμενος με τη δική του θέληση, χωρίς να τον διατάξει ή να απαιτήσει κάτι τέτοιο οποιοσδήποτε αστυνομικός, τους ακολούθησε στο σπίτι του, επιβαίνοντας αστυνομικού αυτοκινήτου, με σκοπό να λάβει χώρα η έρευνα. Ήταν μάλιστα κεντρικό σημείο αναφοράς της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ότι στον κατηγορούμενο δόθηκε και επιλογή μετάβασης του στην οικία του. Ότι δηλαδή μπορούσε να πάει με το δικό του αυτοκίνητο αν το επιθυμούσε ή με το αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Ο βασικός αυτός κορμός της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής αντιστρατεύεται τους λόγους που οδήγησαν τον τότε Λοχία Σολομωνίδη να οργανώσει το όλο σχέδιο απομάκρυνσης του κατηγορούμενου από το σπίτι του και μετάβασης του ξανά σ΄ αυτό με τη συνοδεία της Αστυνομίας. Σύμφωνα με αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής χρησιμοποιήθηκε "το κόλπο" της κλήσης του κατηγορούμενου να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό, προκειμένου να εξασφαλίσει η Αστυνομία, προφανώς ελέγχοντας πλέον όλες τις κινήσεις του, ότι αυτός δεν θα κατέστρεφε οποιοδήποτε τεκμήριο, επηρεάζοντας έτσι την πορεία της έρευνας. Με δεδομένη αυτήν τη θέση της Αστυνομίας, ακολουθεί, ως φυσική προέκταση της, η απόλυτη ανάγκη να ελέγχεται η κάθε κίνηση του κατηγορούμενου από τη στιγμή μετάβασης του στον Αστυνομικό Σταθμό μέχρι και της ώρας άφιξης των αστυνομικών στο σπίτι του και διενέργειας, με βάση το ήδη εκδοθέν ένταλμα, έρευνας του χώρου. Διαφορετικά δεν θα είχε νόημα και ουσία η χρησιμοποίηση της μεθόδου που ακολουθήθηκε και η οποία είχε ως πρώτο αποτέλεσμα την προσέλευση του κατηγορούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό. Μόνο ένας απόλυτα ασφαλής τρόπος ελέγχου των κινήσεων του κατηγορουμένου υπήρχε, ο οποίος και θα καθιστούσε βέβαιο ότι θα αποκλειόταν ο οποιοσδήποτε κίνδυνος εξαφάνισης τεκμηρίων: Ο περιορισμός των κινήσεων του και ο πλήρης έλεγχος τους. Αυτό είναι και το μόνο λογικό συμπέρασμα της όλης πορείας των γεγονότων, με βάση τους λόγους που οδήγησαν την Αστυνομία να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο "κόλπο" για την προσέλευση του κατηγορούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό. Με βάση τα πιο πάνω φαντάζει παράδοξο και δεν συνάδει με τη λογική οι Αστυνομικοί να δίδουν, όπως κατέθεσαν, την ευχέρεια στον κατηγορούμενο να εγκαταλείψει μόνος του τον Αστυνομικό Σταθμό για να μεταβεί με το αυτοκίνητο του στο σπίτι. Με άγνωστο σ΄ αυτό το στάδιο για την Αστυνομία το συγκεκριμένο μέρος στο οποίο τα ναρκωτικά βρισκόντουσαν - αν βεβαίως υπήρχαν τέτοια ναρκωτικά - εγκατάλειψη του Αστυνομικού Σταθμού από τον κατηγορούμενο με το αυτοκίνητο του δεν μπορούσε να εξασφαλίσει απόλυτο έλεγχο των κινήσεων του και πλήρη εξάλειψη του κινδύνου εξαφάνισης παρανόμων ουσιών. Παράδοξο επίσης είναι ο κατηγορούμενος ενώ είχε μεταβεί με το αυτοκίνητο του στον Αστυνομικό Σταθμό, στη συνέχεια να το εγκαταλείψει εκεί πηγαίνοντας σπίτι του με αστυνομικό αυτοκίνητο. Θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό να επιστρέψει με το δικό του αυτοκίνητο στο σπίτι, ούτως ώστε να μην χρειάζεται να επανέρθει στον Αστυνομικό Σταθμό για να το παραλάβει. Η πιο πάνω προσέγγιση μου πλήττει τα θεμέλια των θέσεων της Κατηγορούσας Αρχής και κλονίζει καίρια τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από τα αστυνομικά όργανα γύρω από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελούσε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο παραμονής του στο χώρο του Αστυνομικού Σταθμού και μεταφοράς του από την Αστυνομία στο σπίτι του. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανέφεραν οι Αστυνομικοί μάρτυρες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν είναι παρά εκ των υστέρων σκέψεις στην προσπάθεια τους να παρουσιαστεί άμεμπτη η όλη στάση τους έναντι του κατηγορούμενου και να αποκλειστεί ο οποιοσδήποτε κίνδυνος επιτυχούς έκβασης της όλης υπόθεσης. Αντίθετα η σχετική μαρτυρία του κατηγορούμενου γίνεται αποδεκτή. Με δοσμένο το όλο πλαίσιο παρουσίασης του στον Αστυνομικό Σταθμό είναι απόλυτα φυσιολογική η πορεία των γεγονότων όπως τα έθεσε με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν τρέφω ίχνος αμφιβολίας, και ανάλογα είναι και τα ευρήματα μου, ότι ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο σπίτι του με αστυνομικό όχημα κάτω από τις συνθήκες που ο ίδιος περιέγραψε στο Δικαστήριο. Σε τελική ανάλυση κριτήριο για την κατάληξη του Δικαστηρίου είναι το κατά πόσο δημιουργήθηκε στον κατηγορούμενο, λόγω της αστυνομικής συμπεριφοράς, εύλογα η αντίληψη ότι είναι ελεύθερος να εγκαταλείψει τον Αστυνομικό Σταθμό, οπόταν βέβαια δεν τίθεται θέμα στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας, ή κατά πόσο του μεταδόθηκε η εικόνα ότι οι κινήσεις του καθορίζονταν από αστυνομική επιταγή, προς την οποία δεν μπορούσε να αντιταχθεί. Όπως έχει εντοπιστεί από τον καθηγητή Glanville Williams σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο Criminal Law Review του 1954 σελ. 6, 14, κάτω από τον τίτλο Distinction between Command and Request, η διάκριση των δύο αυτών εννοιών δεν είναι πάντοτε εύκολη. Αναφέρεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία αστυνομικός ζητά από ένα ύποπτο να παρουσιαστεί σε αστυνομικό σταθμό, δίνοντας του να καταλάβει ότι είναι ελεύθερος να έρθει ή όχι, τότε δεν υπάρχει ζήτημα σύλληψης. Εάν όμως η εντύπωση που δίνεται είναι ότι δεν υπάρχει τέτοια επιλογή και ότι ο ύποπτος είναι υπόχρεος να έρθει, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε σύλληψη. Η διάκριση μεταξύ παράκλησης και διαταγής (Request and Command) δεν εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο απευθύνεται ένας αστυνομικός προς τον ύποπτο και περαιτέρω από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Σε πολλές περιπτώσεις εκφράσεις ή ερωτήματα εκ μέρους της Αστυνομίας είναι πιθανόν, αντικριζόμενα κάτω από το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων, να είναι είτε διαταγές είτε απλώς παρακλήσεις. Τα Δικαστήρια πολλές φορές οδηγούνται στο να εκλάβουν εκφράσεις αστυνομικών οργάνων ως διαταγές παρά ως παρακλήσεις, εκτός εάν ξεκάθαρα αφήνουν στον ύποπτο επιλογή. Η ορθή πρακτική είναι όπως η Αστυνομία αναφέρει στον ύποπτο ξεκάθαρα ότι αυτός δεν είναι υπόχρεος να έρθει, στις όποιες περιπτώσεις πρόθεση των αστυνομικών οργάνων είναι να αφήσουν επιλογή σ΄ αυτόν. Η ιδιαίτερη ευαισθησία των Κυπριακών Δικαστηρίων στη διαφύλαξη της προσωπικής ελευθερίας του πολίτη καταδεικνύεται μέσα από την ευρύτητα που προσδίδει η νομολογία στην έννοια του περιορισμού της ελευθερίας. (Κόκκινος ν. Αστυνομίας

(1967)2 ΑΑΔ 217, Ιωαννίδης ν. Δημοκρατίας
(1968)2 ΑΑΔ 162). Συνάδει, ουσιαστικά, με τις αμέσως προηγούμενες αναφορές του καθηγητή Williams. Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, όπως αυτά έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί μέσα από τη μαρτυρία που έχω δεχθεί, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε πρόβλημα περιορισμού της ελευθερίας του κατηγορούμενου στο στάδιο που ο υπεύθυνος Λοχίας του Αστυνομικού Σταθμού του τηλεφώνησε να μεταβεί στον Σταθμό αυτό και της μετάβασης του. Σ΄ αυτό το χρονικό όριο ο κατηγορούμενος ήταν απόλυτα ελεύθερος να μεταβεί ή, κατ΄ επιλογή του, να μην μεταβεί. Η όλη όμως κατάσταση διαφοροποιείται δραστικά από τη στιγμή της συνάντησης του με τους άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. Βρισκόμαστε πλέον μπροστά στην εξής κατάσταση πραγμάτων: Ένας πολίτης, νεαρής ηλικίας να μεταβαίνει μετά από τηλεφωνική κλήση σε Αστυνομικό Σταθμό, να συνομιλεί με Αστυνομικό, Λοχία τότε της Υ.ΚΑ.Ν. (Υπαστυνόμο σήμερα Σολομωνίδη), να του υποδεικνύεται το ένταλμα έρευνας της οικίας του και στη συνέχεια να βρίσκεται αντιμέτωπος, στον ίδιο Αστυνομικό Σταθμό, με τρεις άλλους αστυνομικούς της ίδιας Υπηρεσίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες λέχθησαν από τους Αστυνομικούς τα όσα ο κατηγορούμενος, τη μαρτυρία του οποίου έχω δεχθεί, ανέφερε. Συγκεκριμένα, οι εκφράσεις του Λοχία Σολομωνίδη: "έχω αυτό το ένταλμα έρευνας, έλα μαζί μας, έμπα μέσα στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας να πάμε να ερευνήσουμε" και (προς τον Αστ. 2733) "πάρτε τον μαζί σας και θα έρτουμε και εμείς με το άλλο το αυτοκίνητο πίσω σας". Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Αστ. 2733, αγγίζοντας τον κατηγορούμενο στο δεξί του χέρι, τον κατεύθυνε προς το αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Τα πιο πάνω στοιχεία είναι αρκετά για να καλύψουν την έννοια του περιορισμού και να παραβιάσουν το δικαίωμα προσωπικής ελευθερίας που παρέχεται από το άρθρο 11.1. του Συντάγματος. Δεν είναι ανάγκη να καταδειχθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη διατύπωση παράστασης αναφορικά με περιορισμό, αλλά ούτε και είναι απαραίτητο να καταδειχθεί ότι η στέρηση ελευθερίας επιβλήθηκε με συγκεκριμένη άσκηση σωματικού περιορισμού. Οι όλες περιστάσεις, όπως τις έχω δεχθεί, όχι μόνο διαπερνούν τα όρια της εύλογης υποψίας, αλλά και δημιουργούν βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος δεν ενεργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ της άφιξης του στον Αστυνομικό Σταθμό και της μετάβασης του με αστυνομικό όχημα στο σπίτι του με την ελεύθερη βούληση του. Η όλη συμπεριφορά της Αστυνομίας του έδινε ξεκάθαρα την εντύπωση ότι οι κινήσεις του τελούσαν υπό περιορισμό και ότι καμία άλλη επιλογή είχε, ως αποτέλεσμα παραβίασης του δικαιώματος της προσωπικής του ελευθερίας, παρά να ακολουθήσει τα όσα οι περιστάσεις που επικρατούσαν του επίτασσαν. Με δεδομένη την πιο πάνω συνταγματική εκτροπή, ότι έχει άμεση σημασία πλέον είναι η αναγωγή της στις μετέπειτα εξελίξεις και η επίδραση που αυτή, τελικά, έχει στην έκβαση του υπό κρίση ζητήματος. Αναντίλεκτη μαρτυρία, μαρτυρία που προέρχεται από τον εξεταστή της υπόθεσης Αστ. Λ. Λοΐζου, καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο ανεύρεσης των ναρκωτικών ουσιών και της ζυγαριάς η έρευνα, η οποία θα διεξαγόταν δυνάμει του εκδοθέντος εντάλματος, δεν είχε ακόμα ξεκινήσει. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι μόλις οι Αστυνομικοί εισήλθαν στην αυλή μαζί με τον κατηγορούμενο: "και ως είθισται, όπως κάνουμε πριν να ξεκινήσουμε κάποια έρευνα, ο κύριος Σολομωνίδης τον ερώτησε αν, πριν να ξεκινήσει η έρευνα, αν είχε οτιδήποτε το παράνομο στην κατοχή του να μας το παραδώσει." Ακολούθως, όπως είναι η θέση της Αστυνομίας, θέση η οποία καλύπτει ολόκληρη τη βάση των εναντίων του κατηγορούμενου κατηγοριών και η οποία (θέση) συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ίδιος ο κατηγορούμενος, συμμορφούμενος με την προτροπή του Λοχία Σολομωνίδη, πλησίασε μοτοποδήλατο που βρισκόταν στην αυλή της οικίας του, το έδειξε και ανέφερε "ρε κοπέλια εν δαμέσα που έχω το χόρτο". Πάντα μέσα στα πλαίσια που η Κατηγορούσα Αρχή θέτει την υπόθεση της, τα ναρκωτικά και η ζυγαριά εντοπίστηκαν σε θήκη του μοτοποδηλάτου ως αποτέλεσμα της προαναφερθείσας ενέργειας του κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω στοιχειοθετούν ένα και μόνο γεγονός: Ότι δηλαδή η ανεύρεση των αντικειμένων δεν έλαβε χώρα ούτε και ήταν το αποτέλεσμα της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας. Εντοπίστηκαν μετά από υπόδειξη του ίδιου του κατηγορούμενου. Όπως όμως έχω ήδη αναφέρει ο κατηγορούμενος τελούσε υπό παράνομο περιορισμό. Η συνταγματικά κατοχυρωμένη προσωπική του ελευθερία παραβιαζόταν καθ΄ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι από της συνάντησης του με τους Αστυνομικούς στον Αστυνομικό Σταθμό μέχρι και της από μέρους του υπόδειξης των αντικειμένων. Τα στοιχεία που επιζητούνται να κατατεθούν λήφθηκαν ως άμεσο αποτέλεσμα της παράβασης συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Είναι μαρτυρία παρανόμως ληφθείσα, η οποία αυτομάτως αποκλείεται και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. Δεν τίθεται, σε τέτοια περίπτωση, ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Είναι καλά θεμελιωμένο πως είναι ανεπίτρεπτη η προσαγωγή μαρτυρίας που εξασφαλίζεται με παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένου ανθρώπινου δικαιώματος. (Γ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 143, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 411, 417). Παρά το ότι η πιο πάνω κατάληξη μου ιχνηλατεί και την προσέγγιση μου ως προς το αποτέλεσμα της ενδιάμεσης διαδικασίας, θεωρώ επιβεβλημένο να εξετάσω και το μέρος της ένστασης που περιστρέφεται γύρω από τη νομιμότητα της έρευνας. Να επισημάνω, προτού ασχοληθώ με την ουσία, τα εξής: Η ύπαρξη σε ισχύ εντάλματος έρευνας έχει σημασία ως προς την εξέταση ζητήματος παραβίασης ή μη του δικαιώματος του απαραβίαστου της κατοικίας. Καθότι είναι αναντίλεκτη η είσοδος των αστυνομικών στο χώρο των υποστατικών του κατηγορούμενου. Αντιθέτως ως προς την ανεύρεση των αντικειμένων η νομιμότητα της έρευνας θα είχε σημασία αν καταγραφόταν ως εύρημα ότι όντως αυτά εντοπίστηκαν στα πλαίσια της διεξαχθείσας έρευνας. Διαφορετικά - αν δηλαδή ο εντοπισμός τους ήταν αποτέλεσμα άλλων γεγονότων, όπως η παράδοση τους από τον κατηγορούμενο προτού αρχίσει η έρευνα - θα ήταν θεωρητική η εξέταση του όλου ζητήματος. Αυτό για το λόγο ότι η εξασφάλιση των αντικειμένων δεν θα είχε συνάφεια και δεν θα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα παράνομης έρευνας. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια δεν είναι απαραίτητο, και θα αποφύγω να το πράξω, για να μην επηρεαστεί η κυρίως διαδικασία, να καταλήξω σε εύρημα ως προς τις συνθήκες εντοπισμού των ναρκωτικών. Μετά τις πιο πάνω επισημάνσεις προχωρώ στην ουσία των θέσεων της υπεράσπισης. (Α) Εισηγήθηκε ο κ. Μαθηκολώνης ότι το εκδώσαν το ένταλμα έρευνας Δικαστήριο έθεσε όρο για χωρίς καθυστέρηση εκτέλεση του. Στήριξε τη θέση του στην καταγραφή της λέξης "αμέσως" στο σώμα του εντάλματος. Ως εκ τούτου, πρόσθεσε, η αναντίλεκτη παρέλευση 16 ημερών μέχρις ότου η Αστυνομία προχωρήσει στην εκτέλεση του το καθιστούσε άκυρο και ανάλογα παράνομη την έρευνα. Είναι κοινό έδαφος, ως απόρροια πάγιας νομολογιακής προσέγγισης, ότι η νομιμότητα εντάλματος έρευνας μπορεί να ελεγχθεί μόνο μέσω αίτησης διατάγματος για έκδοση certiorari (Σιακαλλής (Αρ.1),
(2001)1 ΑΑΔ, 282, 285). Τα ενώπιον του Δικαστηρίου αναμφισβήτητα γεγονότα, όπως αυτά αποτυπώνονται βασικά επί του εντάλματος έρευνας και του σχετικού όρκου που το συνοδεύει, αποτελούν ικανοποιητικό υπόβαθρο εξέτασης του μέρους αυτού της ένστασης. Τα καταγράφω συνοπτικά: Προς έκδοση εντάλματος η Αστυνομία παρουσίασε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο σημερινός κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ως ύποπτος αδικημάτων παράνομης προμήθειας ελεγχομένων φαρμάκων τάξεως Β από άλλο πρόσωπο, παράνομης κατοχής τέτοιων φαρμάκων και παράνομης κατοχής τους με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ως παράνομη ουσία εξειδικευόταν η κάνναβης. Προστίθεται στη μαρτυρία ότι σύμφωνα με πληροφοριοδότη της Υ.ΚΑ.Ν. ο κατηγορούμενος, "απoκρύπτει στην οικία του μεγάλες ποσότητες κάνναβης την οποία προμηθεύει σε νεαρά άτομα στην πόλη και επαρχία Λάρνακας". Φέρεται δε ο πληροφοριοδότης να είχε δει τα ναρκωτικά στην οικία του κατηγορούμενου, ο οποίος μάλιστα και του πρότεινε να τον προμηθεύσει με ναρκωτικά. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων το Δικαστήριο εξέδωσε το ένταλμα έρευνας με το οποίο εξουσιοδοτούσε και καλούσε τα αστυνομικά όργανα "αμέσως με κατάλληλη βοήθεια" να μπουν, καθ΄ οιανδήποτε ώρα, στα υποστατικά του κατηγορούμενου και να προχωρήσουν σε έρευνα. Το άρθρο 28
(3)του Κεφ. 155 και το άρθρο 29
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν. 29/77, διέπουν την περίοδο ισχύος εκδοθέντος εντάλματος έρευνας. Σύμφωνα με το Κεφ. 155 το ένταλμα παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου εκτελεστεί ή ακυρωθεί από Δικαστή. Σύμφωνα με το Ν.29/77 ένταλμα εκδοθέν δυνάμει του Νόμου αυτού έχει διάρκεια ενός μηνός από της ημερομηνίας έκδοσης του. Ως θέμα λοιπόν Νόμου ένα ένταλμα έρευνας είναι ισχυρό μέχρις ότου εκτελεστεί ή ακυρωθεί ή, προκειμένου περί ενταλμάτων σε σχέση με το Ν. 29/77, για περίοδο ενός μηνός από της έκδοσης του. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη του τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης έχει εξουσία, αλλά ταυτόχρονα και υποχρέωση - ως απόρροια της ανάγκης που προκύπτει να διασφαλιστεί η λεπτή ισορροπία των δικαιωμάτων κάθε πολίτη αφενός αλλά και η απρόσκοπτη εξέταση υποθέσεων αφετέρου - να επιβάλει όρους στην εκτέλεση εκδοθέντος εντάλματος. Όροι που συνίστανται, συνήθως, στο χρόνο και τρόπο εκτέλεσης του. Στην υπό εξέταση περίπτωση το Δικαστήριο εξουσιοδοτούσε και καλούσε την Αστυνομία "αμέσως", χωρίς δηλαδή χρονοτριβή, να προχωρήσει. Η εξουσιοδότηση αυτή που έδωσε το Δικαστήριο δεν ήταν τυχαία. Ήταν άμεσα συναρτημένη με την ανάγκη που επέβαλλε η ενώπιον του μαρτυρία. Μέσα από αυτήν καταδεικνυόταν ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του ναρκωτικά, τα διέθετε. Είχε μάλιστα προτείνει και στον πληροφοριοδότη να τον προμηθεύσει. Ερμηνευτικά και ετυμολογικά η λέξη "αμέσως" δεν χωρεί αμφισβήτησης. Σίγουρα δεν μπορεί να καλύπτει πάροδο χρονικού διαστήματος 16 ημερών. Ούτε αντικρυζόμενο το διάστημα αυτό κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως χωρίς καθυστέρηση εκτέλεση. Η ύπαρξη των ναρκωτικών και η διάθεση τους, σύμφωνα με τον πληροφοριοδότη και τον όρκο του αστυνομικού οργάνου, δεν δικαιολογούν ερμηνεία χρονικής εμβέλειας 16 ημερών του όρου "αμέσως". Το τι απομένει να εξεταστεί είναι η επίδραση που έχει στην ισχύ του εντάλματος η καθυστέρηση στην εκτέλεση του. Όπως έχω ήδη αναφέρει ένταλμα παραμένει ισχυρό μέχρις ότου ακυρωθεί ή εκτελεστεί. Δυνάμει δε του Ν.29/77 για διάρκεια ενός μηνός από της έκδοσης του. Η αναφορά για επ΄ αόριστο ισχύ του εντάλματος θα πρέπει να εξετάζεται κάτω από το φως των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε αναφορά με τις συνθήκες που περιβάλλουν την έκδοση του (Pissourios a.o. v. Police
(1967)2 CLR 258, 271 - per Curiam). Στην προκειμένη περίπτωση η εκτέλεση του εντάλματος έλαβε χώρα 16 μέρες μετά την έκδοση του. Η κλήση από το Δικαστήριο για χωρίς καθυστέρηση διεξαγωγή έρευνας είχε ως μοναδικό νόημα την παροχή δυνατότητας και εξουσιοδότησης στα αστυνομικά όργανα για άμεση επέμβαση. Το γεγονός ότι δεν ενήργησαν τάχιστα δημιουργούσε μεν κίνδυνο ως προς την αποτελεσματικότητα καθυστερημένης έρευνας, αλλά δεν μετέβαλλε την ισχύ του εντάλματος, ούτε επηρέαζε την ύπαρξη του. Με απλά λόγια η αναφορά στο ένταλμα για αυθωρεί εκτέλεση του επενεργούσε προς την κατεύθυνση παροχής ευχέρειας και δυνατοτήτων στα αστυνομικά όργανα και δεν έθετε περιοριστικό χρονικό πλαίσιο προς όφελος του προσώπου που αφορούσε το ένταλμα αυτό. Στην τελευταία αυτή κατηγορία εντάσσονται οι περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο, κρίνοντας ορθό κάτω από τα γεγονότα που καλύπτουν μιαν υπόθεση, θέτει συγκεκριμένες ώρες, συνήθως με το φως της μέρας, διεξαγωγής έρευνας. Προστατεύεται μ΄ αυτόν τον τρόπο το άτομο εναντίον του οποίου στρέφεται η έρευνα από σειρά κινδύνων και παρεπόμενων συνεπειών από διενέργεια έρευνας σε νυχτερινές ώρες. Η καθυστέρηση που εντοπίζεται στην υπό κρίση υπόθεση ούτε επηρέασε, ούτε έθεσε, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, τον κατηγορούμενο σε δυσμενέστερη θέση. Ούτε έπληξε οποιαδήποτε δικαιώματα του. Τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την περιγραφή του κατηγορουμένου στον όρκο με βάση τον οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας, ως προσώπου το οποίο διακινεί ναρκωτικά που έχει κρυμμένα στο σπίτι του και η συνεχής δράση που του αποδίδεται, συνιστούν παράγοντες που δεν συνηγορούν υπέρ της θέσης περί εκπνοής του εντάλματος. Συνακόλουθα το διάταγμα ήταν σε ισχύ, η δε καθυστέρηση εκτέλεσης του καμία επίδραση είχε στην υπόσταση του. Έγινε εκτενής αναφορά από τον κ. Μαθηκολώνη, προς στήριξη των θέσεων του, σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τις οποίες έθεσε ενώπιον μας. Στις αποφάσεις αυτές εξετάζεται ουσιαστικά η νομιμότητα εκδοθέντων ενταλμάτων έρευνας σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας. Τα θέματα που αποφασίστηκαν στις αναφερόμενες υποθέσεις και τα γεγονότα που τις περιβάλλουν δεν συσχετίζονται με τα υπό κρίση ζητήματα. Ούτε εντοπίζω να βοηθούν στην προώθηση των θέσεων της υπεράσπισης. Προσθέτω ότι η αρχή της αναλογικότητας έχει ως περιεχόμενο και μέτρο την μη υπέρβαση του αναγκαίου. Αυτή και μόνο η αναφορά καθιστά έκδηλο ότι δεν τέθηκαν οποιαδήποτε γεγονότα στην υπό κρίση περίπτωση που να παρέχουν πεδίο εφαρμογής και ενεργοποίησης της αρχής αυτής. (Β) Προβλήθηκε η θέση από την υπεράσπιση ότι το εκδοθέν ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε για αναζήτηση συγκεκριμένων ναρκωτικών, όπως η μαρτυρία στην οποία βασίστηκε η έκδοση του καλύπτει. Ήταν προέκταση της προσέγγισης αυτής ότι η, αποδεκτή, πιθανότητα τα ανευρεθέντα μετά από παρέλευση 16 ημερών ναρκωτικά να είναι άλλα από αυτά που επιδιωκόταν να καλύψει το ένταλμα, καθιστά ουσιαστικά παράνομη την ανεύρεση τους. Επιχειρήθηκε, ουσιαστικά, να στηριχθεί η πιο πάνω θέση στα λεχθέντα στην υπόθεση Σιακαλλής (ανωτέρω). Η υπόθεση αυτή αφορούσε αίτημα για έκδοση εντάλματος Certiorari σε σχέση με τη νομιμότητα εκδοθέντος εντάλματος έρευνας. Είναι απόφαση μονομελούς Δικαστηρίου, πρωτόδικη και ανατράπηκε από την Πλήρη Ολομέλεια με την απόφαση Σιακαλλής, Πολ.Εφ. 11045, ημερ. 17.4.02. Είναι γεγονός ότι ανατράπηκε για λόγους άλλους από αυτούς που την συνέδεσε με την εισήγηση της η υπεράσπιση. Προς συμπλήρωση της εικόνας προσθέτω ότι άλλο, επίσης μονομελές, Δικαστήριο, σε κατοπινό στάδιο, σε εξέταση και πάλι αίτησης προνομιακού εντάλματος (Γεωργίου κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ, 1277, 1221), δεν ακολούθησε τον λόγο της πρωτόδικης απόφασης Σιακαλλή, διατηρώντας τις επιφυλάξεις του ως προς το σκεπτικό της. Χωρίς να εξετάζω τη νομιμότητα του ενώπιον μας εντάλματος έρευνας, τονίζω ότι, ούτως ή άλλως, η θέση της υπεράσπισης δεν βρίσκει στήριγμα στα όσα η πρωτόδικη απόφαση Σιακαλλής καλύπτει. Προσεκτική μελέτη της απόφασης αυτής καταδεικνύει ότι ουδεμία σχέση έχει με τα γεγονότα που περιβάλλουν το υπό κρίση ζήτημα. Ότι καθιστούσε το ένταλμα έρευνας παράνομο στην υπόθεση Σιακαλλή ήταν η γενική αναφορά σε "ναρκωτικά". Όρος που δεν συνάδει με τους όρους του Νόμου 29/77 ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Αυτή η γενική αναφορά, η οποία, κατά την πιο πάνω απόφαση, θα μπορούσε να περιλαμβάνει πράγματα που δεν είναι ελεγχόμενα φάρμακα, καθιστούσε την έκδοση του εντάλματος έρευνας παράνομη και καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. Στην ενώπιον μας υπόθεση τα γεγονότα είναι εντελώς διαφορετικά. Τόσο στον όρκο, όσο και στο ένταλμα έρευνας προσδιορίζεται η φύση του ελεγχόμενου φαρμάκου. Είναι ξηρή φυτική ύλη κάνναβη, όπως αυτή που τελικά επιζητείται να κατατεθεί ενώπιον μας. Καταληκτικά, η εξεταζόμενη εισήγηση της υπεράσπισης είναι μετέωρη και αφ΄ εαυτής ανεδαφική και έκθετη σε απόρριψη. (Γ) Εισηγήθηκε περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι η Αστυνομία είχε υποχρέωση με βάση το άρθρο 32 του Κεφ. 155 να προσκομίσει ενώπιον Δικαστή τα ανευρεθέντα αντικείμενα για έκδοση σχετικού εντάλματος και οδηγιών. Η μη παρουσίαση των ανευρεθέντων αντικειμένων στο Δικαστήριο, κατ΄ ακολουθία του άρθρου 32 του Κεφ. 155, δεν δίνει έρεισμα, ούτε μπορεί να λειτουργήσει ως βάση υποστήριξης της θέσης της υπεράσπισης για μη αποδοχή τους ως τεκμηρίων. Τα ανευρεθέντα εκφεύγουν του σκοπού θέσπισης του πιο πάνω άρθρου. Δεν απαιτείται η παρουσίαση παράνομων ναρκωτικών ουσιών στο Δικαστήριο προς έκδοση οδηγιών δυνάμει του άρθρου αυτού. Έστω όμως εάν τέτοια προσκόμιση χρειαζόταν, η παράλειψη της Αστυνομίας να το πράξει, ακολουθώντας πιστά την προβλεπομένη από την Ποινική Δικονομία διαδικασία, εκλαμβάνεται ως απλή παρατυπία η οποία δεν καθιστά παράνομη την προσκόμιση τους ως τεκμηρίων στο Δικαστήριο. (Αυξεντίου άλλως Μπίλλυς ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 5, 12). Τέλος, ενασχόληση με τις ισχυριζόμενες από την υπεράσπιση παραβιάσεις συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, συνεπεία παρακολούθησης του από την Αστυνομία προτού εκτελεστεί το ένταλμα έρευνας, ανάγεται στη σφαίρα της θεωρίας και μόνο, δεδομένου ότι έστω και αν εντοπιζόντουσαν τέτοιες παραβιάσεις δεν έχουν συνδεθεί με την ανεύρεση των επιδίκων αντικειμένων. Ως εκ τούτου παρέλκει περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα αυτό. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η κατάληξη μου ότι η εισήγηση της υπεράσπισης που σκοπό είχε να πλήξει την ισχύ του εντάλματος έρευνας απορρίπτεται. Όπως έχω ήδη αναφέρει σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μου είναι η θέση μου ότι οι παρεκκλίσεις από την ομαλή συνταγματική πορεία και κατοχύρωση σφραγίζουν την τύχη της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Θα καταλήξω με τη σύνοψη καλά εμπεδωμένων νομικών αρχών: Η συνταγματική κατοχύρωση ανθρώπινου δικαιώματος και η προστασία του πολίτη από καταπιεστική συμπεριφορά αστυνομικών οργάνων είναι αγαθά που τίθενται υπεράνω της εξακρίβωσης της αλήθειας και της αποδοχής στοιχείων μαρτυρίας, τα οποία θα οδηγούσαν, ίσως και από μόνα τους, σε καταδίκη. Το τίμημα της κατοχυρωμένης αυτής προστασίας του πολίτη είναι πιθανόν να λαμβάνει κάποτε τη μορφή αθώωσης αδικοπραγούντων. Είναι τίμημα του οποίου την καταβολή τα οργανωμένα σύνολα, μέσω θεσμικών προβλέψεων, έχουν αποφασίσει να αποδεχθούν. Αντιστάθμισμα αυτού του τιμήματος είναι η προστασία, διατήρηση, επιβολή και υπερίσχυση μείζονος σημασίας αγαθών, όπως αυτού της προσωπικής ελευθερίας. Τα Δικαστήρια πάγια και αταλάντευτα προασπίζονται τη μέγιστη αυτή διαχρονική αξία. Στην προσέγγιση αυτή των Δικαστηρίων καμία επίδραση έχει το ποιόν του ατόμου του οποίου τα ατομικά δικαιώματα παραβιάζονται. Το καθήκον του Δικαστηρίου για επιβολή του Νόμου, όπως ο Νόμος είναι και στα πλαίσια και υπό τους όρους που ο ίδιος ο Νόμος επιτάσσει, είναι κάτω από όλες τις περιπτώσεις απόλυτο και καλύπτει κάθε πρόσωπο: Είτε αυτό είναι αμαρτωλό, είτε άγιο. Εγκληματίας ή αμόλυντος. Κακούργος ή άσπιλος. Οι συνέπειες και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος εκφεύγουν των στενών ορίων συγκεκριμένου ατόμου, καλύπτοντας το δημόσιο συμφέρον γενικότερα. Ο πλήρης σεβασμός στους Νόμους και στα δικαιώματα που αυτοί καθορίζουν, είναι υπέρτατο καθήκον όλων και ιδίως των εντεταλμένων με την εξυπηρέτηση τους οργάνων της Πολιτείας. Η υπέρβαση εξουσίας οδηγεί σε κατάχρηση της και το προσωρινό και περιορισμένο όφελος που προκύπτει από τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι, σε τελική ανάλυση, σαφώς υποδεέστερο και ασύγκριτα λιγότερης αξίας από τη ζημιά που θα υποστεί το κοινωνικό σύνολο από τυχόν επικρότηση, ως αποδεκτής, συμπεριφοράς αντιβαίνουσας θεμελιωδών δικαιωμάτων. (Υπ.) ............................ Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.