Αστυνομία ν. Mιχαλάκη Ζαχαρίου, Αρ. Υπόθεσης: 5743/05, 20 Δεκεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ Αρ. Υπόθεσης: 5743/05 Αστυνομία v. Mιχαλάκη Ζαχαρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Πουτζιουρής Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 [1][4] και 20A του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμου 80[1]/
- Η κατηγορία ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειές της, στις 27.9.2004 στην οδό Απολλωνίου Κιτιέως στη Λάρνακα όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΖΗΖΧ950 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες, τον Αστ. 173 Α. Ττοφή [ΜΚ1] και το Σταύρο Ελευθερίου [ΜΚ2]. Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1, εξεταστής του δυστυχήματος, υπηρετεί στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Στις 27.9.2004 η ώρα 12.50 έλαβε πληροφορία από το Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας ότι είχε μεταφερθεί εκεί πεζός που είχε εμπλακεί σε τροχαίο δυστύχημα και ότι παρών ήταν και ο άλλος εμπλεκόμενος οδηγός ο οποίος τον είχε μεταφέρει στο Νοσοκομείο. Μετέβηκε στο Νοσοκομείο όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο, οδηγό του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΖΗΖΧ950 ο οποίος του ανέφερε την εκδοχή του για το δυστύχημα. Στη συνέχεια, στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών ο ΜΚ2, ο οποίος ήταν τραυματισμένος, του ανέφερε ότι πρέπει να ζαλίστηκε λόγω προβλημάτων υγείας που έχει και ότι καθώς περπατούσε έγυρε προς τα δεξιά και κτύπησε στο αυτοκίνητο που περνούσε. Στο χώρο στάθμευσης του Γ. Νοσοκομείου, όπου βρισκόταν σταθμευμένο το σαλούν ΖΗΖΧ950, στην παρουσία του κατηγορουμένου, εντόπισε ότι η μοναδική ζημιά στο εν λόγω αυτοκίνητο ήταν σπάσιμο στην αριστερή πλευρά του μπροστινού ανεμοθώρακα. Στις 13.10 μετέβηκε με τον κατηγορούμενο στο χώρο του δυστυχήματος όπου ο κατηγορούμενος του υπέδειξε την πορεία του και τον τόπο όπου έγινε η σύγκρουση. Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο στο οποίο τοποθέτησε όλα τα αναγκαία, το οποίο ο κατηγορούμενος υπέγραψε. Από το πρόχειρο σχέδιο ο ΜΚ1 ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 2 το οποίο εξήγησε στο Δικαστήριο. Η πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου σημειώνεται με την ένδειξη Α, του ΜΚ2 με την ένδειξη Β, ως Χ σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης που υπεδείχθη από τον κατηγορούμενο και το ΜΚ2 και ως Γ κομμάτι του ασφάλτινου δρόμου επιστρωμένο με κρασιέρα το οποίο είχε πάθει ελαφριά καθίζηση σε ορισμένα σημεία μέχρι 5 εκ. Ο ΜΚ2 αφού έτυχε των Α΄ Βοηθειών απελύθη αφού σύμφωνα με τη γιατρό έσπασε τον κόκκυγα του. Στις 2.10.2004 ο ΜΚ2 έγραψε μόνος του την κατάθεσή του κατά τη διάρκεια της οποίας ο ΜΚ1 του υπέδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο το οποίο ο ΜΚ2 υπέγραψε, αφού συμφώνησε. Στις 4.10.2004 ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμηριο 3 και στις 2.3.05 τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε την κατηγορία. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Ο δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας ενώ στην οδό Απολλωνίου Κιτιέως στην αριστερή άκρη του δρόμου σε ένα κομμάτι του ασφάλτινου δρόμου δεν υπήρχε άσφαλτος και ήταν επιστρωμένο με κρασιέρα και είχε πάθει καθίζηση σε κάποια σημεία βάθους μέχρι 5 εκ. Το δυστύχημα συνέβη σε κατοικημένη περιοχή όπου το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Η οδός Απολλωνίου Κιτιέως είναι μονής κατεύθυνσης στην αριστερή μεριά της οποίας υπάρχει πεζοδρόμιο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πλην της ζημιάς που ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του δεν υπήρχε άλλη ζημιά στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Στο Τεκμηριο 2 το σημείο Χ απέχει 1.70 μ. - 1.80 μ. από την άκρη του δρόμου. Όταν είδε το ΜΚ2 στο Νοσοκομείο πέραν των όσων ανέφερε ο ΜΚ1 στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε επίσης ότι δεν καταλόγιζε ευθύνη στο κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμηριο 5, στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στις 27.9.2004 γύρω στις 13.30 περίπου ξεκίνησε από σπίτι του για να πάει στο παζάρι για δουλειές. Μόλις διασταύρωσε την οδό Οκκιουλάρ και πέρασε απέναντι με κατεύθυνση το Κτηματολόγιο Αμμοχώστου σε κάποιο σημείο του δρόμου υπήρχε λακκούβα την οποία προσπάθησε να αποφύγει περπατώντας λίγο δεξιά. Εκείνη την ώρα δέχθηκε ένα κτύπημα κάτω στα πόδια, από πίσω. Από το κτύπημα εκτινάχθηκε πάνω στο γυαλί του αυτοκινήτου με το κεφάλι. Στη συνέχεια εκτινάχθηκε από το καπώ και έπεσε με δύναμη στο δρόμο κτυπώντας το μηρό του. Ο οδηγός του αυτοκινήτου κατέβηκε και τον βοήθησε να σηκωστεί και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο. Σύμφωνα με όσα του είπαν οι γιατροί και σύμφωνα με τις ακτινογραφίες από το κτύπημα έσπασε τον κόκκυγά του. Συμφώνησε με το σχέδιο που του έδειξε η αστυνομία, βασικά με το σημείο σύγκρουσης. Πρόσθεσε ότι η οδός στην οποία περαπατούσε ήταν η οδός Γεωργίου και Κατώλη. Αντεξεταζόμενος, σε ερώτηση γιατί καταχώρησε πολιτική αγωγή ανέφερε ότι ο λόγος ήταν γιατί μπορεί να σκοτωνώταν, και πρόσθεσε επί λέξει τα ακόλουθα: "Εγώ κίνησα αγωγή δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, έκανα το ατύχημα δεν είχα και μάτια πίσω μου". Δεν περπατούσε στην άσφαλτο περπατούσε σε χώμα, σε παγκέτο όχι πεζοδρόμιο γιατί εκεί σκάβουν, περπατούσε στο δρόμο. Μόλις συνάντησε μία λακκούβα μπροστά του πήγε να την παρακάμψει δέχθηκε το κτύπημα από πίσω. Αρνήθηκε ότι είπε στο ΜΚ1 ότι ζαλίστηκε και κτύπησε στο αυτοκίνητο που περνούσε. Ζαλίστηκε από το κτύπημα. Δεν είπε τίποτα στον αστυνομικό. Δεν θυμόταν ότι είπε στον αστυνομικό ότι ζαλίστηκε. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσής του στην αστυνομία, και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 3, ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 27.9.2004 γύρω στις 12.30 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΖΗΖΧ950 στην οδό Ινσταμπούλ με κατεύθυνση το Κτηματολόγιο. Στο τέρμα της εν λόγω οδού αφού έλεγξε ότι η διασταύρωση ήταν καθαρή εκκίνησε για να διασταυρώσει απέναντι στο δρόμο του Κτηματολογίου. Πριν καν ξεκινήσει πρόσεξε ένα πεζό μεγάλης ηλικίας να περπατά στη γωνιά του εν λόγω δρόμου στην άκρη, κάτω από το πεζοδρόμιο, προς το Κτηματολόγιο. Κρατούσε την αριστερή άκρη του δρόμου. Αφού διασταύρωσε απέναντι και εισήλθε εντός του δρόμου με ταχύτητα 20-25 χαω σε απόσταση 1.50 μ. - 2 μ. από το πεζοδρόμιο για να μην περάσει κοντά στον πεζό, την ώρα που περνούσε δίπλα από τον πεζό και δεξιά του τον είδε ξαφνικά να κινείται προς το αυτοκίνητό του και πριν προλάβει να αντιδράσει, να κτυπά με το σώμα του στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του, να κτυπά το πίσω μέρος του κεφαλιού του στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του και να γύρνει αμέσως προς αριστερά πέφτοντας χάμω στο δρόμο. Σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητό του, κατέβηκε κάτω τον βοήθησε να σηκωστεί και τον μετέφερε στις Α΄ Βοήθειες του Γ. Νοσοκομείου. Την ώρα που τον μετέφερε ο πεζός του έλεγε συνεχώς ότι παραπάτησε στη λακκούβα, ζαλίστηκε αφού έχει προβλήματα υγείας και έγυρε πάνω στο αυτοκίνητό του. Συμφώνησε με το σχέδιο της σκηνής. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο, η μαρτυρία του ήταν θετική και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας έθεσε τόσο με την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει και η μαρτυρία του όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμηριο 2, τις ζημιές στο όχημα του κατηγορουμένου καθώς και τα ευρήματά του γίνονται αποδεκτά στην ολότητά τους. ΄Οσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 σε σχέση με την πορεία Β, την οποία ο ΜΚ1 σημείωσε στο Τεκμηριο 2 ως την πορεία του ΜΚ2, κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα σε αυτό αφού πέραν του γεγονότος ότι ο ΜΚ1 δεν έχει αναφέρει στο Δικαστήριο με βάση ποια κριτήρια κατέληξε στην εν λόγω πορεία, η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειψε να υποδείξει στον ίδιο το ΜΚ2 το Τεκμήριο 2 ή το πρόχειρο σχέδιο το οποίο σύμφωνα με το μάρτυρα υπεδείχθη στο ΜΚ
- Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του στο σύνολό της ήταν συγκεχυμένη και ασαφής και ο μάρτυρας δεν φαινόταν βέβαιος για όσα κατέθεσε. Παρέμειναν δε μετέωρα στο τέλος της κατάθεσής του τόσο η ακριβής αρχική του πορεία και απόστασή του από την άκρη του δρόμου, όσο και η φύση της κίνησης του όταν αντιλήφθηκε τη λακκούβα στο δρόμο καθώς και το κατά πόσο ο ΜΚ2 είχε ελέγξει το δρόμο πίσω του, έχοντας υπόψη το γεγονός ότι περπατούσε στο δρόμο. Συναφώς επαναλαμβάνω ότι στο ΜΚ2 δεν υπεδείχθη το Τεκμήριο 2 για να αναφέρει την πορεία του. Είναι δε άξιον απορίας, πως, αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κτυπήθηκε από πίσω στα πόδια στο μηρό και στο κεφάλι δεν έχει αναφερθεί οποιοσδήποτε σχετικός τραυματισμός από το ΜΚ
- Πέραν των πιο πάνω σημειώνω ότι η μαρτυρία του κατά την αντεξέτασή του από τη μία ότι δεν είπε στο ΜΚ1 ότι ζαλίστηκε και έπεσε και από την άλλη ότι δεν θυμόταν αν είπε κάτι τέτοιο παρουσιάζει ουσιαστική αντίφαση με τη σαφή μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ο ΜΚ2 του ανέφερε στο Νοσοκομείο ότι πρέπει να ζαλίστηκε, έγυρε προς τα δεξιά και κτύπησε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ
- Αναφορικά με το Τεκμήριο 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός κατηγορουμένου [βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας [1989] 2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359]. Στην υπόθεση Duncan [ανωτέρω] αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμηριο 3 υπάρχει ο,τιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή το οποίο να περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιόν μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, αφού ο ΜΚ2 έχει κριθεί αναξιόπιστος. Οι μετρήσεις και τα ευρήματα του ΜΚ1 ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πώς έγινε μια σύγκρουση [βλ. Γ. Εισαγγελέας v. Πότση [2000] 2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης v. Dharanghji [1990] 1 AAD 1013, Aντώνη Παπαϊωάννου v. Νίκου Νικολάου, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 11744, ημερ. 15.6.2005]. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» [βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police [1968] 2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους v. Aστυνομίας [1989] 2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου v. Αστυνομίας [1998] 2 ΑΑΔ 68]. Στην υπόθεση Charalambous v. Police [1982] 2 AAΔ.134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης [βλ. Ξυπτερά v. Κυπριανού, [1997] 1 ΑΑΔ [Γ] 1996, Κουμή v. Χίνη, [2000] 1 ΑΑΔ [Α] 383]. Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, [βλ. Χριστοδούλου v. Μπίλη, [1998] 1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a. [1975] 1 CLR 188]. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα της σύγκρουσης του ΜΚ2 και του κατηγορουμένου. Ιδιαίτερα, ελλείπει αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με την ακριβή πορεία του ΜΚ2 πριν το ατύχημα [βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Σάζου [2001] 2 ΑΑΔ 18] - αλλά και του κατηγορουμένου. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοίζου v. Αστυνομίας [1989] 2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 1, αφού ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ.
- Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο