NOVEL WAY LTD ν. ANTHI NICOLAIDES - EXECUTIVES PLACEMENT BUREAU LIMITED, Αρ. Υποθ.: 11538/01, 21.12.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 11538/01 Μεταξύ :- NOVEL WAY LTD Ενάγουσα Και ANTHI NICOLAIDES - EXECUTIVES PLACEMENT BUREAU LIMITED Εναγομένη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.12.06 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Πουμπουρίδης Για την εναγομένη: κ. Μούντης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη εταιρεία ασχολείται με συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανθρώπινου δυναμικού. Στα πλαίσια των εργασιών τους αυτών, ζητήθηκε από τους ενάγοντες να τους εξεύρουν κατάλληλα πρόσωπα για τη θέση του προσωπικού βοηθού γραμματέα. Η εναγόμενη βρήκε και τους απέστειλε κάποια κοπέλα ονόματι Σκεύη Κυριακίδου. Οι ενάγοντες κατέβαλαν προς το σκοπό αυτό το ποσό των Λ.Κ.1,263.60 σεντ ως την αμοιβή των εναγομένων για την υπηρεσία που τους πρόσφερε. Η Κυριακίδου περί το τέλος του Ιανουαρίου του 2000 αποχώρησε από την εργασία της με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να αξιώσουν την κατ' ισχυρισμόν συμφωνηθείσα επιστροφή του 75% της αμοιβής που κατέβαλαν στην εναγομένη που ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.947.70.- Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι η Κυριακίδου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση οπότε δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες, αρνείται δε ότι η συμφωνία τους περιλάμβανε τέτοιο όρο. Αντίθετα η θέση της ήταν πως η συμφωνία ήταν προφορική με πρόσθετους όρους. Η ουσία των εκατέρωθεν ισχυρισμών πηγάζει μέσα από τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. ΄Εδωσε μαρτυρία ο διευθυντής των εναγόντων από τη μια, Χριστόδουλος Χ΄ Βασιλείου και η διευθύντρια της εναγόμενης, Ανθή Νικολαίδου από την άλλη. Παρεμβάλλω ότι η κυρίως εξέταση του Μ.Ε.1 έγινε με τη μορφή γραπτής δήλωσης, με επισυνημμένα διάφορα έγγραφα. Επίδικο θέμα ήταν, και εκεί περιεστράφη το ένα σκέλος της μαρτυρίας, ως προς το ποιοι ήταν οι όροι της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Το άλλο, αφορούσε τις συνθήκες εργοδότησης και εξαναγκασμού σε παραίτηση ή απόλυσης της Κυριακίδου σε συνάρτηση με τους όρους της συμφωνίας. Θα πρέπει ίσως από τώρα να λεχθεί, ότι η Κυριακίδου δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, που να σημειωθεί ως αυτονόητο βέβαια, ότι ήταν και η μόνη που θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία επί του θέματος, ανεξάρτητα αν η μαρτυρία της δεν θα επηρέαζε το κύρος όπως και τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. ΄Ετσι και παρόλο που δόθηκε αρκετή μαρτυρία για τις συνθήκες εργοδότησης της Κυριακίδου, κυρίως από την Μ.Υ.1, δόθηκε επίσης έμφαση και στην αντεξέταση του Μ.Ε.1, ουσιαστική μαρτυρία επί του ζητήματος αυτού δεν υπάρχει. Το Δικαστήριο δεν πρόκειται να αναφερθεί στη μαρτυρία που αφορούσε το θέμα αυτό, παρά αν χρειαστεί και αυτό μόνο παρεμφερώς. Είναι σημαντικό ακόμα να λεχθεί προτού γίνει αναφορά στη μαρτυρία, ότι οι όροι της προφορικής συμφωνίας των μερών καταγράφεται με αρκετή μάλιστα λεπτομέρεια στην υπεράσπιση των εναγομένων. Οι ενάγοντες στην παράγραφο 4 της απαίτησης, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία έγινε την 30.11.99 και ήταν γραπτή και/ή προφορική και/ή συναγόμενη εκ της συμπεριφοράς των διαδίκων και/ή εξυπακουόμενη. Κατάθεσαν έγγραφο υπογραμμένο από την πλευρά τους, που αφού απεστάλη στα γραφεία τους από τους εναγομένους με τηλεμοιότυπο, ο Μ.Ε.1 το υπέγραψε και ακολούθως το απέστειλε στα γραφεία των εναγομένων. Αντίθετα οι εναγόμενοι από την πλευρά τους, ενώ παραδέχονται απο την μιά την παράγραφο 4 της έκθεσης απαιτήσεως, παρεμβάλλουν και άλλους πρόσθετους πρόσθετους όρους στη συμφωνία. Αρνούνται ακόμα ότι πληρώθηκαν την συμφωνηθείσα αμοιβή και ότι εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν επιστροφή του 75% της καταβληθείσας αμοιβής, αφου δεν πληρούνται οι προυποθέσεις της συμφωνίας. Για το πιο πάνω επίδικο έγγραφο Τεκμ. 1 η Μ.Υ.1 παρόλο που δέκτηκε ότι αυτή το απέστειλε στα γραφεία των εναγόντων, εν τούτοις, ως ήταν η θέση της, δεν αποτελούσε την τελική συμφωνία των μερών αλλά ένα από τα draft που αποστάληκε στους ενάγοντες ως μια γενική πρόταση και ως μέρος των συζητήσεων τους. ΄Ηταν μια πρόταση εκ μέρους τους για την εξεύρεση δύο θέσεων εργασίας στους ενάγοντες. Η συμφωνία των διαδίκων, σύμφωνα με την Μ.Υ.1 ήταν προφορική. Δεν προτίθεμαι να καταγράψω τους όρους της συμφωνίας όπως αυτοί καταγράφονται στην υπεράσπιση. Τους έχω πλήρως υπόψη μου. Εδώ να παρεμβάλω ότι οι δικηγόροι στις γραπτές τους αγορεύσεις αναφέρθηκαν στους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία της κάθε πλευράς. Επίμαχος και ουσιαστικά επίδικος, είναι ο όρος που αφορά την επιστροφή μέρους της καταβληθείσας αμοιβής των εναγομένων. Καθ' όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί το εξής. Ενώ αντεξεταζόμενη δέκτηκε ότι αυτή απέστειλε το έγγραφο στους ενάγοντες και ότι σε αυτό περιλαμβάνονται οι συνήθεις όροι που θέτει στους πελάτες της, δέκτηκε ακόμα και τον όρο 4(
- b)του εγγράφου που αφορά την επιστροφή μέρους της αμοιβής της, ήταν η επίμονη θέση της ότι επρόκειτο για ένα έγγραφο που το απέστειλε ως μέρος των συζητήσεων της με τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες στηρίζουν την απαίτηση τους στον πιο πάνω όρο 4(b). Θεωρώ ότι είναι ορθό να καταγραφεί ο όρος αυτός, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα ως προς τη σημασία του, αφού σε τελική ανάλυση εκεί εστιάστηκε όλη η μαρτυρία. 4. The client agrees and undertakes to pay to the company for the services offered to him remuneration on the following terms : (
- a)For every person selected by the company and employed by the client, the company will received by way of remuneration 15% (fifteen per cent) of the amount anticipated to be received by each employee during the first year of employment. (
- b)Should an employee leave his post before or at the expiration of the first three months of his employment the Company undertakes to refund the amount provided herein below: 1. Before or at the expiration of the first month of employment 75% (seventy five per cent) of the remuneration received. Η Μ.Υ.1 αντεξετάζομενη ισχυρίστηκε ότι ο όρος αυτός αποτελεί μια έκπτωση προς τους ενάγοντες, νοουμένου όμως, ότι οι ενάγοντες θα τηρούσαν τους νόμιμους όρους μιας σύμβασης εργοδότησης προς την Κυριακίδου η οποία σε τελευταία ανάλυση απολύθηκε παράνομα και άδικα. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της αναλώθηκε στους όρους και τις συνθήκες εργοδότησης της Κυριακίδου καθώς και στους λόγους απόλυσης της. Και δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τους όρους αυτούς, δεν δικαιούνται να απαιτούν έκπτωση ή και επιστροφή του 75% της αμοιβής που κατέβαλαν. Αντίθετη ήταν η μαρτυρία του Μ.Ε.1. Παρόλο που προφορικά συμφώνησαν ως αμοιβή με τη Μ.Υ.1 μια προνομιακή μεταχείριση της τάξης του 10%, στο συμβόλαιο η Μ.Υ.1 έβαλε 15% και τον παρακάλεσε να το υπογράψει, όπως και έκαμε, εξ' ου και έβαλε σε κύκλο το 15% για να της υποδείξει ότι έμεινε τελικά το ποσοστό 15% της αμοιβής της. Και τούτο γιατί η Μ.Υ.1 του είχε πει ότι είναι εξαιρετική κοπέλα και αν είχε μάλιστα τη δυνατότητα θα την εργοδοτούσε η ίδια. ΄Ηταν η θέση του ότι το τεκμ. 1 περιλάμβανε τις μέγιστες απαιτήσεις των εναγομένων και τις αποδέκτηκε ως το πάγιο πλαίσιο της γενικής πολιτικής τους. Αποδέκτηκε εκείνο που του απέστειλε και που εκάλυπτε τους εναγομένους, παρόλο που γραπτώς δεν επιβεβαιώθηκε η ευνοϊκότερη μεταχείριση που ανέμενε. ΄Όμως και η Μ.Υ.1 παρά την έντονη, σαφή και ξεκάθαρη προσπάθεια της να διολισθήσει σε κάθε ερώτηση επί του εγγράφου, είτε το αποδεχόταν ως προς κάποιους όρους, ακόμα δέκτηκε και τον επίμαχο όρο 4(b), είτε έθετε πρόσθετους όρους, ευνοϊκούς κατά τη δική της αντίληψη. Και η συμφωνία με τους ενάγοντες, ως ήταν η θέση της ήταν σε τελική ανάλυση προφορική και περιλάμβανε και άλλους όρους, κυριότερος εκ των οποίων ότι τότε μόνο θα ετίθετο σε εφαρμογή ο πιο πάνω όρος, αν η υπάλληλος αποχωρούσε οικειοθελώς από την εργασία των εναγόντων. Ακόμα ως λέχθηκε δέκτηκε ότι η ίδια απέστειλε το έγγραφο στους ενάγοντες όπως και ότι το έλαβε υπογραμμένο από αυτούς. Αρνήθη όμως ότι αυτή το συμπλήρωσε. Ότι βέβαια δεν γνώριζε ποιος το υπόγραψε και συνεπώς δεν τη δέσμευε, ως ένας εκ των λόγων που δεν κατέληξαν στη γραπτή συμφωνία, κρίνω πως είναι μια όψιμη και ευκαιριακή απάντηση χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Απλούστατα αν εκεί εστιαζόταν το πρόβλημα, αφού μιλούσε με τον Μ.Ε.1, κάλλιστα μπορούσε να τον ρωτήσει και για το θέμα αυτό ώστε να αρθούν οι όποιες ενδεχόμενες επιφυλάξεις της. Παρεμβάλλω πάντως πως ο Μ.Ε.1 κατέθεσε, χωρίς αντίλογο, πως όταν του αποστάληκε το έγγραφο και συζήτησε για το ποσοστό της αμοιβής, η Μ.Υ.1 του είπε να το υπογράψει ως έχει ώστε να νιώθει καλυμμένη για το 10%. Ότι και αν σημαίνει αυτό, η ουσία είναι πως ο Μ.Ε.1 πριν το υπογράψει μίλησε με την Μ.Υ.1 και αυτή του ζήτησε να το υπογράψει. Οπότε η ευρύτερη θέση της Μ.Υ.1 ότι δεν γνώριζε ποιος το υπέγραψε κρίνεται ως εντελώς ανεδαφική στερούμενη μάλιστα ευρηματικότητας. ΄Αλλωστε η ίδια το απέστειλε στους ενάγοντες και το έλαβε πίσω υπογραμμένο. Ως προς το ποιος το συμπλήρωσε και παρά την περί αντιθέτου θέση της Μ.Υ.1 προφανώς δεν είναι ο Μ.Ε.1 που το συμπλήρωσε. Και τούτο γιατί αν το συμπλήρωνε θα έβαζε το 10% ως την αμοιβή των εναγομένων που ήταν της εντύπωσης ότι αυτό συμφωνήθηκε προφορικά. Επίσης το γεγονός ότι έβαλε σε κύκλο το 15% ακριβώς για να της υποδείξει ως ανέφερε ότι δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα, καταδεικνύει ότι αποστάληκε στους ενάγοντες συμπληρωμένο. Όπως ακόμα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της Μ.Υ.1 ότι το έγγραφο αφορά την εξεύρεση δύο υπαλλήλων και αν ήταν δεσμευτικό θα αξίωνε αποζημιώσεις από τους ενάγοντες στη βάση του όρου 5. Παρεμβάλλω ότι σύμφωνα με τον όρο 5, αν η εναγόμενη εταιρεία έβρισκε υποψήφιο υπάλληλο έτοιμο και διαθέσιμο να εργαστεί στον πελάτη - τους ενάγοντες - και ο πελάτης δεν τον προσλάμβανε, τότε οι εναγόμενοι θα δικαιούνταν ως αποζημίωση το 5% του προτεινόμενου ετήσιου μισθού του υπαλλήλου. Θεωρώ ότι η αναφορά της στον όρο 5 είναι ατυχής και ανεδαφική και δεν οδηγεί πουθενά. Επιπλέον η μαρτυρία της ήταν σαφώς αντιφατική σε σχέση με τον όρο αυτό, ενδεικτική ακριβώς της προσπάθειας της να διολισθήσει από τα συμφωνηθέντα. ΄Ετσι αντεξεταζόμενη και ενώ από την μια αναφέρθη στο δικαίωμα αποζημιώσης που της παρείχε ο όρος αυτός που δεν διεκδίκησε επειδή η συμφωνία δεν ίσχυε, από την άλλη η ίδια ανάφερε ότι δεν συμφώνησαν στην εξεύρεση της άλλης θέσης που αναφέρεται στο έγγραφο, γιατί, παρόλο που ήταν μια ανάγκη των εναγόντων, προηγείτο η θέση της βοηθού και μετά θα έβλεπαν και για τη θέση αυτή. ΄Όπως το έθεσε τις επόμενες ανάγκες των εναγόντων θα τις έβλεπαν σταδιακά. Είναι δηλαδή σαφές ότι δεν βρήκαν υπάλληλο για την άλλη θέση, οπότε και σύμφωνα με τον όρο 5 δεν θα είχαν τέτοια αξίωση αποζημίωσης από τους ενάγοντες. Επέμενε όμως ότι παρά το γεγονός ότι δεν συμφώνησαν για τη δεύτερη θέση, αν ίσχυε το συμβόλαιο θα είχε δικαίωμα αποζημίωσης. Οι κρίσεις αυτές γίνονται στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας για να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία της Μ.Υ.1 στερείται της στέρεης εκείνης βάσης και πειστικότητας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Να παρεμβάλω ακόμα ότι, παρόλο που ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε σε μάκρος ως προς τις συνθήκες εργοδότησης της Κυριακίδου, οι όροι που καταγράφονται στην υπεράσπιση, όση αξία και αν έχουν, δεν του τέθηκαν, ώστε να δώσει και τη δική του εκδοχή. Σημειώνω ακόμα ότι η Μ.Υ.1 ενώ αρνήθη ότι συμφώνησαν την επιστροφή του 75% της αμοιβής, δέκτηκε ότι οι ενάγοντες θα εδικαιούντο έκπτωση νοουμένου ότι η Κυριακίδου θα έφευγε από την εργασία οικιοθελώς. Δέκτηκε ακόμα ότι οι εκπτώσεις είναι μεν εκείνες που προβλέπονται στον όρο 4, αλλά ως λέχθηκε με τον επιπρόσθετο όρο ότι θα ίσχυαν μόνο στην περίπτωση της οικειοθελούς αποχώρησης της Κυριακίδου από την εργασία. Θα πρέπει ακόμα να προστεθεί ότι το επίδικο έγγραφο, ως προέκυψε κατά την αντεξέταση της, είναι το σύνηθες έγγραφο που χρησιμοποιεί με τους διάφορους πελάτες της, σχετικό είναι το Τεκμ. 2 που είναι ακριβώς το ίδιο. Η εκδοχή της ότι είναι μεν το σύνηθες έγγραφο που χρησιμοποιεί, αλλά διαφοροποιείται ανάλογα με τον πελάτη, όχι μόνο δεν τεκμηριώθηκε αλλά τουλάχιστον ως προς την αμοιβή της, είναι μεν ορθή η θέση της, δεδομένου όμως ότι στο σημείο και στο χώρο που αφορά την αμοιβή υπάρχει κενό και συμπληρώνεται ανάλογα με τα συμφωνηθέντα. Όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση. Ακόμα η αναφορά της στον όρο 8 προς επιβεβαίωση ότι το έγγραφο δεν είναι δεσμευτικό και πάλι κρίνεται ως ανεδαφική. Και τούτο γιατί η προκαταβολή που προνοείται στον όρο αυτό δεν συμπληρώθηκε ώστε οι εναγόμενοι να εδικαιούντο οποιοδήποτε ποσό προκαταβολής. Ανεξάρτητα όμως από τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 η αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ήταν σαφής και ξεκάθαρη επί του θέματος. Υπέγραψε το έγγραφο αποδεχόμενος τους όρους του ως το μέγιστο των απαιτήσεων των εναγομένων και το υπέγραψε με υπόδειξη της Μ.Υ.1. Μάλιστα ως το έθεσε, ακολούθησε τις παρακλήσεις και διαβεβαιώσεις της Μ.Υ.1 να πιστοποιήσει την αποδοχή του για τους όρους του εγγράφου. Παρενθετικά αναφέρω ότι ως φυσιολογική εξέλιξη στη λογική αλληλουχία των γεγονότων και αναδυόμενη μέσα από την πιο πάνω αξιολόγηση, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται χωρίς απολύτως κανένα δισταγμό ανεπιφύλακτα δέκτη. Ανταποκρίνεται στην αληθή πραγματική φύση των συμφωνηθέντων. Μάλιστα τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της μαρτυρίας συνάδουν απόλυτα και με την πραγματική και ουσιαστική εικόνα και εντύπωση που άφησαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες. ΄Ηταν σαφώς υπέρτερη και καλύτερη η εικόνα καθώς και οι ευρύτερες εντυπώσεις που άφησε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.1. Απαντούσε ευθέως και άμεσα στις ερωτήσεις. ΄Ηταν σαφής και σταθερά ακλόνητος στη μαρτυρία του χωρίς υπεκφυγές και κυρίως χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις που να κλονίζουν την αξιοπιστία του. Το μόνο σημείο που ελέγχεται από τη μαρτυρία του είναι εκείνο που έθιξε και ο κ. Μούντης στην αγόρευση του. Ενώ στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι η Κυριακίδου αποχώρησε από την εργασία, αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι την απέλυσε. Κρίνω ότι το στοιχείο αυτό δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, τόσο γιατί δεν άπτεται της ουσίας ως προς τα συμφωνηθέντα, όσο και γιατί αυτός και μόνο ο λόγος δεν τον καθιστά άνευ ετέρου αναξιόπιστο, αφού κατά τα άλλα άφησε πολύ καλή εικόνα και εντύπωση χωρίς ροπή ή τάση στο ψεύδος. Σημειώνω πάντως πως και στην υπεράσπιση η θέση των εναγομένων είναι ότι η Κυριακίδου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Αντίθετα, επί τούτου, ήταν η μαρτυρία της Μ.Υ.1 στην οποία έχω ήδη αναφερθεί. Αποτελεί γεγονός και αυτή ήταν η διάχυτη εντύπωση αλλά και η ξεκάθαρη εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο, ότι απαντώντας στις διάφορες ερωτήσεις, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να διολισθήσει από τη συμφωνία, να δημιουργήσει μια νεφελώδη και ασαφή εικόνα ως προς τα συμφωνηθέντα και ότι σε τελική ανάλυση, το Τεκμ. 1 ήταν ένα πρόχειρο έγγραφο για υποβολή πρότασης από τους ενάγοντες, παρόλο που το απέστειλε συμπληρωμένο χειρόγραφα και υπέδειξε μάλιστα στον Μ.Ε.1 να το υπογράψει και να της το αποστείλει. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί και το εξής. Ο Μ.Ε.1 υπέγραψε και απέστειλε το Τεκμ. 1 στους εναγομένους. Δεν τέθηκε στο μάρτυρα ούτε γιατί το υπέγραψε, ούτε και ποιος ήταν ο λόγος που, αφού το υπέγραψε το απέστειλε στους εναγομένους, ούτε και κυρίως, ότι, παρόλο που το απέστειλε υπογραμμένο, οι εναγόμενοι ποτέ δεν το αποδέκτηκαν. Δηλαδή ότι οι εναγόμενοι ποτέ δεν συμφώνησαν στους όρους του, ανεξάρτητα βέβαια αν αυτοί το απέστειλαν στους ενάγοντες. Αντίθετα μάλιστα ως συνάγεται και όπως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, οι εναγόμενοι ενέργησαν στη βάση του τεκμ. 1 και βρήκαν την Κυριακίδου. Αν υπάρχει κάτι επ' αυτού, είναι αυτό που κατέθεσε ο Μ.Ε.1, ότι αν η Μ.Υ.1 δεν το αποδεχόταν θα του απαντούσε αρνητικά και ότι θα του έστελλε άλλο έγγραφο. Το γεγονός μάλιστα ότι δεν απάντησαν σε καμιά επιστολή των εναγόντων, συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ποτέ δεν αρνήθηκαν την ύπαρξη της συμφωνίας. ΄Εθεσαν το ζήτημα μόνο όταν ηγέρθη η αγωγή εναντίον τους. Οι απαντήσεις της Μ.Υ.1 ότι δεν αντέδρασε στην επιστολή γιατί ήταν εκτός συμφωνίας και δεν ήθελε να εμπλακεί σε συζητήσεις που θα οδηγούσαν σε αδιέξοδο, εντάσσεται στα ευρύτερα πλαίσια της αξιολόγησης της. Αν είναι να προτεθεί κάτι υπό μορφή σχολίου, είναι ότι για ένα τέτοιο σοβαρό θέμα και αφου η Μ.Υ.1 είχε μια εντελώς διαφορετική θεώρηση και αντίληψη επί των πραγμάτων, δεν θα ήταν λογικό να άφηνε το θέμα αναπάντητο. Της προσφερόταν η ευκαιρία να καταγράψει τις θέσεις της. Η ουσία βέβαια και η κατάληξη της μαρτυρίας της ήταν ως λέχθηκε ότι η μεταξύ τους συμφωνία ήταν προφορική που περιλάμβανε μεν όλους τους όρους του εγγράφου τεκμ. 1 με την προσθήκη όμως εκείνων των όρων που η ίδια θεωρούσε ότι βόλευε την υπόθεση της. Η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται, σε αντίθεση με εκείνη του Μ.Ε.1 που γίνεται πλήρως αποδεκτή, εκ της οποίας εξάγονται ευθέως και γίνονται ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Δηλαδή και σε συντομία, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους εναγόμενους να τους εξεύρουν υπάλληλο για τη θέση του προσωπικού βοηθού γραμματέα. Η Μ.Υ.1 διευθύντρια των εναγομένων απέστειλε στα γραφεία των εναγόντων ένα έγγραφο, το Τεκμ. 1, συμπληρωμένο στα σημεία που αφορούν το προσωπικό που ενδιέφερε τους ενάγοντες καθώς και τους όρους πληρωμής των εναγομένων. Ο Μ.Ε.1 αφού το υπέγραψε καθ' υπόδειξιν και παράκληση της Μ.Υ.1 το απέστειλε με τηλεομοιότυπο στα γραφεία των εναγομένων το οποίο και παρελήφθη. Το έγγραφο το απέστειλε η Μ.Υ.1 προς τους ενάγοντες ως μια πρόταση εκ μέρους της για δύο θέσεις εργασίας. Υπεγράφη από τον Μ.Ε.1 και απεστάλη στους εναγομένους με τηλεομοιότυπο το οποίο και παρέλαβαν. Αυτά έγιναν την 30.11.99. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα πιο πάνω ευρήματα δημιουργούν μια έγκυρη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, οπότε και το περιεχόμενο του εγγράφου αποτελεί και τους δεσμευτικούς όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Είναι καλά γνωστή η αρχή στο Δίκαιο των συμβάσεων ότι για να υπάρξει μια συμφωνία πρέπει να υπάρχει μια ξεκάθαρη πρόταση και σαφής αποδοχή της. Σχετικά είναι τα άρθρα 3 και 4 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Είναι επίσης καλά γνωστή η αρχή ότι η αποδοχή της πρότασης θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην άλλη πλευρά. ΄Όπως το έθεσε ο Denning L. στην Robophone Facilities Ltd v. Blank
(1966)3 All E.R. 128. "The general rule undoubtedly is that, when an offer is made, it is necessary, in order to make a binding contract, not only that it should be accepted, but that the acceptance should be notified... Signing without notification is not enough. It would be deplorable if it were. The plaintiffs would be able to keep the form in their office unsigned, and then play fast and loose as they pleased. The defendant would not know whether or not there was a contract binding them..........." Στην Beesly v. Hallwood Estates Ltd
(1961)1 All. E.R. 90 το θέμα τέθηκε ως εξής. « . It was necessary that there should be an exchange before the parties were bound. The execution of the two documents without exchange did not amount to a contract." Εάν βέβαια ήθελε θεωρηθεί ότι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η πρόταση έγινε από την πλευρά των εναγομένων, τότε η υπογραφή του εγγράφου από τους ενάγοντες και η κοινοποίηση της αποδοχής τους προς τους εναγόμενους, αναμφίβολα δημιούργησε μια έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών. (βλ. Cheshire and Fifoot Law of Contract 8η εκ. σελ. 17 επ.). Δεδομένου μάλιστα ότι το έγγραφο στάληκε συμπληρωμένο στους ενάγοντες ως μια πρόταση που έγινε αποδεκτή και υπεγράφη από τον Μ.Ε.
- Και τούτο μετά που μίλησε με την Μ.Υ.1 και το υπόγραψε κατά παράκληση και καθ' υπόδειξιν της. Η δυσκολία όμως που τίθεται και εκεί ακριβώς δημιούργησε, ως είναι αντιληπτό, και το έναυσμα της αντιδικίας, είναι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ποτέ δεν υπέγραψαν το έγγραφο, ή εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το υπέγραψαν. Και είναι ακριβώς επί αυτού του στοιχείου που οι εναγόμενοι έκτισαν την υπεράσπισή τους. Με άλλα λόγια και για να επαναλάβω τα πιο πάνω λόγια του L. Denning, κράτησαν το έγγραφο στο συρτάρι τους και δεν το υπόγραψαν ποτέ. Αφήνοντας έτσι τους ενάγοντες αφ' ενός σε αβεβαιότητα ως προς τα συμφωνηθέντα και παρουσιάζοντας αφ' ετέρου μια άλλη προφορική πλέον συμφωνία με βολικούς προς την πλευρά τους όρους. Πριν όμως προχωρήσω να εξετάσω και αυτή την πτυχή υπό την πιο πάνω σκοπιά, θα επανέλθω σε στοιχεία από τη μαρτυρία αποκαλυπτικά κατά την κρίση μου και βοηθητικά για να μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα. Η Μ.Υ.1 ενώ δέκτηκε ότι έλαβε το Τεκμ. 1 ισχυρίστηκε ότι αργότερα κατέληξαν σε άλλη προφορική συμφωνία. ΄Ηταν ως κατέθεσε παρούσα κατά την πρόσληψη της Κυριακίδου και η συμφωνία τους ήταν, πως αφ' ης στιγμής ο πελάτης συμφωνούσε στην πρόσληψη της προσωπικής βοηθού, βάσει των όρων που συζήτησαν στην παρουσία της και βάση των συνήθων όρων εργοδότησης, τότε θα έπαιρναν το 15% πάνω στο μεικτό χρονιαίο μισθό, ενώ το Τεκμ. 1 ήταν ένα πρόχειρο έγγραφο. Δηλαδή ως συνάγεται απο αυτή την εκδοχή της Μ.Υ.1, η προφορική συμφωνία έγινε στην καλύτερη περίπτωση είτε κατά την πρόσληψη της Κυριακίδου είτε αμέσως μετά. Αυτό όμως όχι μόνο δεν έχει νόημα, αλλά είναι και σε αντίφαση με το γεγονός ότι πριν καν την πρόσληψη οποιουδήποτε υπαλλήλου απέστειλε το έγγραφο Τεκμ. 1 έστω και ως πρόχειρο. Ακόμα είναι σε αντίφαση και με τον ισχυρισμό της ότι η προφορική συμφωνία επήλθε την 30.11.99 μετά όμως που απέστειλε το Τεκμ.
- Δηλαδή με άλλα λόγια και αυτό ήταν διάχυτο αλλά και σαφές ως το μόνο λογικό, ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων προηγήθηκε χρονικά από την πρόσληψη της Κυριακίδου. ΄Αλλως με ποια εντολή ή με ποια συμφωνία οι εναγόμενοι ανέλαβαν να εξεύρουν προσωπικό για τους ενάγοντες. Ανεξάρτητα ακόμα ότι δεν τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός στον Μ.Ε.1, ούτε και ότι η Μ.Υ.1 ήταν παρούσα κατά την πρόσληψη της Κυριακίδου, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ και να αποδεκτώ τον συλλογισμό της Μ.Υ.
- Ακόμα και στο τεκμ. 1 στους όρους 6 και 7 υπάρχει πρόνοια ότι η συμφωνία δεσμεύει για ένα μήνα τους ενάγοντες, περίοδο στην οποία δεν θα είχαν από μόνοι τους δικαίωμα πρόσληψης υπαλλήλου καθώς και ανάληψη υποχρέωσης καταβολής των διαφόρων εξόδων των εναγομένων αν δεν επιτύγχαναν στην ανεύρεση κατάλληλου υποψηφίου. Αυτά επιβεβαιώνουν το αυτονόητο, ότι η συμφωνία των διαδίκων προηγήθηκε χρονικά της πρόσληψης της υπαλλήλου. Εκείνο συνεπώς που μπορεί να συναχθεί ως λογικό είναι ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και η κατάληξη τους σε συμφωνία προηγήθηκε χρονικά της πρόσληψης της Κυριακίδου. Το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να αχθώ είναι ότι η Μ.Υ.1 μετά που έλαβε το Τεκμ. 1 άρχισε ενέργειες προς εξεύρεση προσωπικού για τους ενάγοντες. Αναμφίβολα η κατοχύρωση του ποσοστού της αμοιβής της με το τεκμ. 1 ως προαπαιτούμενο - και είναι λογικό αυτό - προηγήθηκε της πρόσληψης της Κυριακίδου. Στο Cheshire and Fifoot's ανωτέρω σελ. 24, 30-31, εξηγείται ότι: "In order to determine whether in any given case it is reasonable to infer the existence of an agreement it has long been usual to employ the language of offer and acceptance. In other words the court examines all the circumstances to see if the one party may be assumed to have made a "firm' offer and if the other may likewise be taken to have "accepted" that offer. These complimentary ideas present a convenient method of analyzing a situation, provided that they are not applied too literally and the facts are not sacrificed to phrases... The rules which the judges have elaborated from the premise of offer and acceptance are neither a rigid deductions of logic nor the inspiration of natural justice. They are only presumptions drawn from experience to be applied in so far as they serve the ultimate object of establishing the phenomena of agreement.... Whatever the difficulties and however elastic their rules, the judges must, either upon oral evidence or by construction of documents, find some act from which they can infer the offeree's intention to accept, or they must refuse to admit the existence of an agreement." Στο Indian Contract and Specific Relief Acts Pollock & Mulla 12η εκδ. Τόμος 1 σελ. 142 εξηγείται ότι. «In the matters of contract formation the objective test of agreement is adopted. Law will attribute to a person an intention which that person's conduct bears when reasonably construed by a person in the position of the person to whom it is addressed. Words are to interpreted as they were reasonably understood by the party to whom they were spoken. A person would be bound by any act or omission or conduct which appears to be an offer or acceptance, as the case may by, to the person to whom it is made.» Θεωρώ κλασσική επί του θέματος την υπόθεση Brogden v. Metropolitan Rail Co
(1877)2 App. Cas. 666 καθώς και την Beesly ανωτέρω. Να υπενθυμίσω ότι η πιο πάνω ανάλυση γίνεται στη βάση του αν ήθελε εκληφθεί ότι η υπογραφή και αποστολή του εγγράφου από τους ενάγοντες στους εναγομένους, αποτελούσε προσφορά εκ μέρους τους και όχι αποδοχή της προσφοράς των εναγομένων. Στην υπόθεση Brogden τα γεγονότα σε συντομία είναι τα ακόλουθα. Οι ενάγοντες προμήθευαν για χρόνια τους εναγομένους κάρβουνο χωρίς κάποια έγγραφη συμφωνία. Ο αντιπρόσωπος της εταιρείας απέστειλε ένα πρόχειρο έγγραφο στους εναγομένους, που αφού πρόσθεσαν το όνομα ενός διαιτητή στο χώρο που ήταν κενός, το υπέγραψαν και το απέστειλαν πίσω στους ενάγοντες σημειώνοντας εγκρίνεται. Ο αντιπρόσωπος της εταιρείας το έβαλε στο γραφείο του και το άφησε χωρίς να κάμει οτιδήποτε άλλο. Και οι δύο πλευρές στη συνέχεια ενέργησαν στη βάση των όρων του εγγράφου προμηθεύοντας το κάρβουνο το οποίο και πληρώθηκαν μέχρι που προέκυψε διαφορά, οπότε οι ενάγοντες αρνήθηκαν ότι την ύπαρξη δεσμευτικού εγγράφου. Η υπόθεση κατέληξε στο House of Lords που αποφάσισε ότι: «The contact came into existence either when the company ordered its first load of coal from Brogden upon these terms or at least when Brogden upon these terms supplied it.» Στην δε Robophone ανωτέρω, τα γεγονότα της αφορούσαν έγγραφο που απαιτούσε την υπογραφή και των δύο μερών ώστε να υπάρξει ως δεσμευτικό και για τους δύο. Υπεγράφη μόνο από τον εναγόμενο. Ο ενάγων ενεργώντας στη βάση της υπογραφής του εγγράφου έλαβε μέτρα προς εφαρμογή του. Αυτό θεωρήθηκε ότι μπορούσε να γίνει μόνο στη βάση αποδοχής του εγγράφου που υπέγραψε μόνο ο εναγόμενος, αποδεχόμενος ο ενάγων το προτεινόμενο έγγραφο. Κρίθηκε ότι ήταν αρκετό για να συμπληρωθεί το έγγραφο. Ως το έθεσε ο Hallinan L. J. (σελ. 136). «It seems to me clear that this request could only have been made and complied with on the footing that the plaintiffs had accepted the defendant as hirer of the machine and this, I think made the contract complete». Τα πιο πάνω οδηγούν με ασφάλεια στο γεγονός ότι και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι η υπογραφή του εγγράφου από τον Μ.Ε.1 και η αποστολή του στα γραφεία των εναγομένων, αποτελούσε πρόταση εκ μέρους τους, οι ενέργειες των εναγομένων, δηλαδή να ενεργήσουν στη βάση του εγγράφου αυτού και να εξεύρουν υπάλληλο και να την αποστείλουν στους ενάγοντες που τελικά εργοδοτήθηκε, έγινε στη βάση ακριβώς της συμφωνίας αυτής (τεκμ. 1). Το γεγονός αυτό είναι αρκετό για να ολοκληρώσει τη συμφωνία και να καταστήσει τους όρους της δεσμευτικούς μεταξύ των μερών, ανεξάρτητα αν οι εναγόμενοι δεν την υπέγραψαν. Αν η συμφωνία αφορούσε την επιλογή και την εξεύρεση δύο υπαλλήλων και μόνο μια εξευρέθη, η Κυριακίδου, το κύρος και οι όροι της συμφωνίας ουδόλως επηρεάζονται αφού οι λοιποί όροι, μεταξύ των οποίων και ο όρος της αμοιβής των εναγομένων παραμένει αναλλοίωτος. ΄Αλλωστε και η αμοιβή της εναγομένης είναι δυνάμει του εγγράφου αυτού που τελικά συμφωνήθηκε, αλλά και ως κατέδειξε η μαρτυρία καταβλήθηκε. Εδώ να παρεμβάλω ότι είναι επιτρεπτόν να λαμβάνεται υπόψη μαρτυρία από ενέργειες των διαδίκων που έγιναν μετά τη σύναψη της συμφωνίας, όχι όμως ως προς την ερμηνεία του εγγράφου, αλλά ως προς το κατά πόσο υπήρξε σύμβαση μεταξύ των μερών. Στο Chitty on Contracts, General Principles, 27Η έκδ. σελ. 615 εξηγείται ότι: «Subsequent actions are therefore inadmissible to interpret a written agreement, although they are admissible to show whether there was a contract and what the terms of the contract were, either originally or by variation, or as the basis for an estoppel." Χωρίς άλλο καταλήγω ότι από όποια σκοπιά και αν αντικρυστεί το ζήτημα και ανεξάρτητα ποιος σε τελευταία ανάλυση έκαμε την πρόταση, το έγγραφο τεκμ. 1 αποτελούσε την μεταξύ των διαδίκων δεσμευτική συμφωνία. Οπότε οτιδήποτε άλλο πέραν αυτής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Παρόλο βέβαια που η μαρτυρία της Μ.Υ.1 έχει απορριφθεί, ίσως εκ του περισσού να αναφέρω εν όψει των ευρημάτων που έχω καταλήξει, ότι ως η νομολογία υποδεικνύει εξωγενής μαρτυρία που έχει σκοπό να αντικρούσει, τροποποιήσει, προσθέσει ή να αφαιρέσει από τους όρους μίας συμφωνίας δεν είναι αποδεκτή. (Georgiades v. Georgiades
(1998)1 C.L.R. 428). Όπως δε εξηγείται στην υπόθεση Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1156 με αναφορά στην υπόθεση Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 είναι παραδεκτή αναφορά στο υπόβαθρο της συμφωνίας όχι όμως στις διαπραγματεύσεις των μερών που προηγήθηκαν της σύναψης της. Και εν πάση περιπτώσει δεν είναι παραδεκτή η αναμόρφωση των όρων της συμφωνίας με αναφορά στα προηγηθέντα της σύναψης. Να παρεμβάλω ότι το εύρημα του Δικαστηρίου για την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας μεταξύ των μερών, δεν αντιστρατεύεται τα δικόγραφα αφού μία εκ των διαζευκτικά δικογραφημένων θέσεων των εναγόντων, είναι ότι η συμφωνία ήταν γραπτή. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης, είναι πότε προσελήφθη η Κυριακίδου και πότε αποχώρησε από την υπηρεσία των εναγόντων. ΄Εχω ήδη αξιολογήσει τη μαρτυρία και έχω απορρίψει εκείνη της Μ.Υ.
- Αποδεχόμενος και επί του θέματος αυτού τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 κρίνω πως, εν πάση περιπτώσει, συνάδει και με το γεγονός της καταβολής της αμοιβής των εναγομένων. Αυτό έγινε την 21.12.99 μετά που οι εναγόμενοι στις 20.12.99 απέστειλαν το τιμολόγιο τους προς τους ενάγοντες. (τεκμήρια στη δήλωση του Μ.Ε.1). ΄Ηταν η αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι το τιμολόγιο εισπράχτηκε την επομένη που αποστάληκε και ότι η πρόσληψη της Κυριακίδου έγινε την 20.12.
- Ο ισχυρισμός της Μ.Υ.1 ότι η πρόσληψη έγινε το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, στα πλαίσια της ευρύτερης αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχω ήδη αναφερθεί απορρίπτεται. Υπάρχει επίσης ένα τηλεομοιότυπο με ημερομηνία 17.3.00 (συνημμένο στη δήλωση του Μ.Ε.1) που γίνεται αναφορά ότι οι εναγόμενοι πληρώθηκαν δύο ημέρες μετά την πρόσληψη της Κυριακίδου. Η επιταγή φέρει μεν ημερομηνία 21.12.99 αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία πότε οι εναγόμενοι την παρέλαβαν. ΄Ετσι και στην απουσία άλλης μαρτυρίας που να ρίχνει φως στο σημείο αυτό, αποδέχομαι αυτά που κατέθεσε ο Μ.Ε.
- Εξάγεται ευθέως και γίνεται ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κυριακίδου προσελήφθη στην υπηρεσία των εναγόντων την 20.12.
- Αναφορικά με το πότε αποχώρησε από την εργασία της, η μεν θέση της Μ.Υ.1 ήταν ότι έφυγε περί το τέλος του δεύτερου 15πενθημέρου του Φεβρουαρίου, ενώ ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι η αποχώρηση της έγινε την 18.1.
- Η εκδοχή του Μ.Ε.1 γίνεται αποδεκτή όχι μόνο ως αποτέλεσμα της μέχρι τώρα αξιολόγησης της μαρτυρίας, αλλά και γιατί αβίαστα καταδεικνύεται και από ένα ακόμα γεγονός που καταρρίπτει άνευ ετέρου τον ισχυρισμό της Μ.Υ.
- Πρόκειται για ένα τηλεομοιότυπο που απέστειλαν οι ενάγοντες στους εναγομένους (συνημμένο στη δήλωση του Μ.Ε.1) με ημερομηνία 9.2.
- Γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι η Κυριακίδου ήδη είχε αποχωρήσει από τους ενάγοντες και ζητείται από τους εναγομένους να προβούν σε διακανονισμό για την επιστροφή του αναλογούντος ποσοστού. Οπότε σε κάθε περίπτωση εκείνο που κατέθεσε η Μ.Υ.1 δεν ευσταθεί. Μάλιστα η Μ.Υ.1 αντεξεταζόμενη επί των εγγράφων αυτών - υπάρχει να σημειωθεί και μεταγενέστερη υπενθύμιση - δέκτηκε ότι μετά που αποχώρησε η Κυριακίδου οι ενάγοντες της απέστειλαν την επιστολή και ζητούσαν την επιστροφή του 75% αλλά δεν αντέδρασε γιατί ήταν εκτός συμφωνίας. Πρόκεται και πάλι περί μιας σαφώς αντιφατικής θέσης, αφού η επιστολή φέρει ημερομηνία 9.2.00, οπότε δεν θα μπορούσε η Κυριακίδου να εργάστηκε μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου. Πριν προχωρήσω να εξετάσω τους όρους της συμφωνίας, μια μικρή αναφορά, χάριν πληρότητας της απόφασης, θα πρέπει να γίνει για τους λόγους που η Κυριακίδου έφυγε από την υπηρεσία των εναγόντων. Παρόλο που ως θα διαφανεί και στην συνέχεια αυτό είναι άνευ σημασίας. Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι εκείνη του Μ.Ε.
- Για τους λόγους που εξήγησε την απέλυσε αφού της πλήρωσε όλα τα δικαιώματα της. ΄Ολη η υπόλοιπη μαρτυρία, και αν ακόμα είχε κάποια αξία, η μόνη που θα μπορούσε να αντικρούσει τον Μ.Ε.1 και να εξηγήσει τη δική της εκδοχή ήταν η ίδια η Κυριακίδου. Δεν προσκομίστηκε ώστε να υποβληθεί και στη βάσανο της αντεξέτασης και της αξιολόγησης, οπότε κρίνω πως περιττεύει η περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα. Τέλος παραμένει να εξεταστεί αν οι ενάγοντες δικαιούνται επιστροφή του 75% της αμοιβής που κατέβαλαν στους εναγομένους, σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο 4 της μεταξύ τους συμφωνίας. ΄Εγινε αναφορά και από τις δύο πλευρές και παραπομπές σε λεξικά για την ερμηνεία του όρου leave που καταγράφεται στο έγγραφο. Η θέση του κ. Μούντη ήταν πως σε κάθε περίπτωση δεν καλύπτει την περίπτωση απόλυσης, παρά μόνο την οικειοθελή αποχώρηση του υπαλλήλου. Αντίθεται ο κ. Πουμπουρίδης εισηγήθηκε ότι η γενικότητα της λέξης, καλύπτει οποιαδήποτε περίπτωση που ο υπάλληλος φύγει από την εργασία του. Θεωρώ πριν προχωρήσω, ότι πρέπει να γίνει η εξής παρατήρηση. Ο κ. Μούντης εισηγήθηκε ότι ουσιαστικά, ούτως ή άλλως, είτε ισχύει το τεκμ. 1 ως η δεσμευτική συμφωνία των μερών, είτε όχι, οι εναγόμενοι στη βάση της ερμηνείας που αποδίδουν στον όρο, δεν υπέχουν καμιά υποχρέωση να επιστρέψουν κάποιο πόσο στους ενάγοντες. Τίθεται όμως το ερώτημα, αν έτσι έχουν τα πράγματα, προς τι και για ποιο λόγο η Μ.Υ.1 αποποιήθηκε και αρνήθηκε δέσμευση από το έγγραφο και ισχυρίστηκε άλλους προφορικούς όρους. Θα ήταν βέβαια διαφορετικό αν αποδεχόταν το έγγραφο και περιορίζετο η μαρτυρία, εν όψει ισχυριζόμενης, αν υπάρχει, ασάφειας του όρου, οπότε ως εξαίρεση στον κανόνα, θα επιτρέπετο η εξωγενής μαρτυρία για διευκρίνιση ασάφειας ή αμφιβολίας με σκοπό τη διευκρίνιση της πρόθεσης των συμβαλλομένων. (Πόκουρου κ.α. ν. Κώστα
(1998)1 Α.Α.Δ.). Τα πιο πάνω σχόλια με κανένα τρόπο βέβαια δεν προαγγέλλουν την ερμηνεία του εγγράφου, ούτε και αποτελούν βάση ή υλικό στην ερμηνεία του, αφού ως εξηγήθη στην υπόθεση Kyriakides v. Kyriakides
(1976)1 C.L.R. 76 με αναφορά σε Αγγλική νομολογία, το Δικαστήριο όταν ερμηνεύει ένα έγγραφο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του για την ερμηνεία του ή για να διαλύσει μια ασάφεια, ή για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, τις ενέργειες των συμβαλλομένων μετά την εκτέλεση του εγγράφου. (βλ. Chitty on Contract ανωτέρω και Wickman Machine Tool Sale Ltd v. L. Schuler A.G.
(1973)2 All. E.R. 39 (H.L.). Αποτελούν όμως στοιχεία που δίνουν μια κατεύθυνση για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς το πώς η Μ.Υ.1 αντιλαμβανόταν το έγγραφο κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας, όπως βέβαια και ο Μ.Ε.1 και τούτο ως προς την ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών. Κυρίως όμως της Μ.Υ.1 όταν το απέστελλε στους εναγομένους, ή το αποδεχόταν όταν της το απέστειλαν πίσω υπογραμμένο. Αποτελεί καθιερωμένη νομολογιακή αρχή ότι, ως βασικός κανόνας ερμηνείας, οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα, όπως είναι γενικά κατανοητές, με την έννοια ότι θα πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία όπως αυτές χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη και γίνονται κατανοητές από το μέσο συνηθισμένο άνθρωπο. Αν οι πρόνοιες της συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια κατά την ερμηνεία επικρατεί το λεκτικό, αν όμως οι φράσεις ή οι πρόνοιες είναι αντιφατικές ή αν στην όψη του εγγράφου υπάρχουν λόγοι που προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε η πρόθεση εκείνη θα επικρατήσει έναντι της εμφανούς και συνήθους έννοιας των λέξεων. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1058 ο βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τη σημασία που ενέχουν οι όροι που χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη, ως τούτοι γίνονται κατανοητοί από το μέσο συνετό άνθρωπο, υπό το πρίσμα του υπόβαθρου της συμφωνίας, αποκλειομένων όμως των διαπραγματεύσεων. Ως δε εξηγήθηκε στην υπόθεση Frederikou Schools Co. Ltd. N. Acuac Inc
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1527 η κοινή πρόθεση των μερών μιας συμφωνίας μπορεί να φανερωθεί με τη μέθοδο της θεώρησης της ως συνόλου. Αποκαλύπτεται έτσι η συνάφεια, η αλληλουχία καθώς και η ενότητα μεταξύ των όρων της και των λέξεων που χρησιμοποιούνται. Περαιτέρω, ο σκοπός της συμφωνίας είναι βασικό στοιχείο που συντείνει στη νοηματοδότηση της. Φυσικά η λεκτική διατύπωση οριοθετεί την ερμηνευτική προσπάθεια. Διαφορετικά ο ερμηνευτής θα υποκαθιστούσε με τη δική του υποκειμενική κρίση τη βούληση των μερών. (βλ. ακόμα Chitty on Contracts, ανωτέρω σελ. 580 επ.) Και οι δύο πλευρές κατέφυγαν στην ερμηνεία της λέξης leave. Ο μεν κ. Πουμπουρίδης σε ελεύθερη μετάφραση εισηγήθηκε ότι σημαίνει «να χάσω τη θέση μου», ο δε κ. Μούντης έκαμε αναφορά στο λεξικό του Μπαμπινιώτη για την έννοια της λέξης «απολύω» και «αποχωρώ». Στο σύγγραμμα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ του Κακογιάννη σελ. 727, εξηγείται ότι αν το έγγραφο είναι γραμμένο σε ξένη γλώσσα, μαρτυρία για την έννοια των λέξεων και επιτρεπτή. Εδώ βέβαια πρόκειται για ένα έγγραφο παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών για την εξεύρεση υπαλλήλων. Η επιστροφή των ποσών που αναγράφονται στον όρο 4 εξαρτάται από τη συνέχιση της σχέσης εργοδότη - εναγόντων και του εξευρεθέντος από τους εναγομένους υπαλλήλου. Σε συνάρτηση όμως με τις προσπάθειες των εναγομένων και τα διάφορα έξοδα που υφίστανται για την εξεύρεση του υπαλλήλου. Οι εναγόμενοι θεωρούν, αυτή σε τελική ανάλυση ήταν και η μαρτυρία της Μ.Υ.1, ότι μόνο με την οικειοθελή αποχώρηση του υπαλλήλου τίθεται σε εφαρμογή ο όρος αυτός, σε αντίθεση βέβαια με τη θέση των εναγόντων. Συνάγεται ότι η καταφυγή κατ' αρχήν σε λεξικά της Αγγλικής γλώσσας κρίνεται αναγκαία. Η πρόταση «should an employee leaves his post» με αναφορά στο "should" ερμηνευόμενη με βάση Αγγλικό λεξικό, (The Concise Oxford Dictionary) δημιουργεί μια μελλοντική υπό όρους πρόταση ή δήλωση. (form conditional protasis or indefinite clause). Αν επέλθει δηλαδή κάποιο γεγονός που προσδιορίζεται με τη λέξη "leave". ΄Ετσι και ενδεικτικά και μόνο αναφέρω, είτε με παραίτηση από την πλευρά του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου, (dismissal - resign) είτε με εξαναγκασμό σε παραίτηση του υπαλλήλου, είτε με την αφυπηρέτηση, είτε με τον τερματισμό, είτε ακόμα και με οικειοθελή αποχώρηση. (βλπ για παράδειγμα Wrongful Dismissal and Breach of Contract, Law Practice & Precedents, Michael Duggan). ΄Εχω επίσης καταφύγει σε Αγγλικά λεξικά για την ερμηνεία της λέξης "leave". ΄Ετσι το λεξικό Collins Cobuild εξηγείται: "If you leave a place or institution you go away permanently from that place .." Στο Cassell's εξηγείται: "Liberty or permission; permission to be absent from duty, .. To quit, to abandon, to cease to live or work, to discontinue, to depart, to go away." Πρόκειται ως συνάγεται για μια γενική ερμηνεία, που καλύπτει πολλές και διαφορετικές κάθε φορά περιπτώσεις που από μόνη της δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Γιατί, όποια ερμηνεία και αν δοθεί από μόνη της δεν βοηθά, αφού εξαρτάται από τη φύση, τις συνθήκες και το είδος που αφορά ή αναφέρεται και ανάλογα με τη φύση και το σκοπό ολόκληρης της συμφωνίας ως συνόλου μέσα στην οποία βρίσκεται. Δεν θα επεκταθώ σε επί μέρους γραμματολογικές λεπτομέρειες. Θεωρώ όμως ενδιαφέρον το πιο κάτω απόσπασμα από το πιο πάνω σύγγραμμα του Duggan, (σελ. 312). «Where the employer has suggested that he employee should resign, then provided that the agreement is a genuine one that is arrived at without pressure there may be no dismissal. (Crowley v. Ashland UK Chemical Ltd (EAT 31&79; Staffordshire County Council v. Donovan
(1981)1 RLR 108) but the courts are likely to be astute to ask whether the employee really did leave of his own free will. Where it is unclear whether there has been pressure, when the employer has suggested that the employee should consider resigning, the surrounding circumstances should be investigated including the intention of the employer and the understanding of the employee. (Fail v. British Veterinary Association (EAT145/678) ..... Where the employee asks to leave early when his under notice of dismissal there will still have been a dismissal. (McAlwane v. Boughton Estates Ltd
(1973)ICR 470). Από το πιο πάνω απόσπασμα συνάγεται ακριβώς η δυσκολία που μπορεί να παρουσιαστεί κάθε φορά στην ανεύρεση των πραγματικών λόγων αποχώρησης ενός υπαλλήλου. Η περιπτωσιολογία αναμφίβολα ανάλογα με τις περιστάσεις είναι μεγάλη, με ξεχωριστό κάθε φορά ειδικό βάρος. Εξάγεται συνεπώς ως συμπέρασμα ότι η λέξη «leave» από μόνη της πέραν της γενικής της ερμηνείας, δηλαδή να φύγει κάποιος ή να εγκαταλείψει τη δουλειά ή την εργασία του, δεν μπορεί να ερμηνευτεί περιοριστικά και με τον στενό τρόπο που εισηγήθηκε ο κ. Μούντης. Αφού το ζητούμενο εδώ είναι οι λόγοι για τους οποίους ο εργοδοτούμενος εγκαταλείπει ή φεύγει κάθε φορά από την εργασία του. Και τίθεται ακόμα το ερώτημα, αν τα μέρη είχαν τέτοια πρόθεση να καθορίσουν τους λόγους αυτούς. Και η φράση του κειμένου, είναι γεγονός, όσο γενική και αόριστη και αν είναι, άλλο τόσο το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσθέσει στη συμφωνία τους λόγους για τους οποίους κάθε φόρα μπορεί ένας υπάλληλος να φύγει από την εργασία του. Οι λόγοι ως λέχθηκε είναι πολλοί και διαφορετικοί όπως και οι συνθήκες που κάθε φορά μπορούν να επικρατήσουν. ΄Ηταν θέμα των συμβαλλομένων να καθορίσουν, αν ήθελαν, και να επεξηγήσουν σε ποιες περιπτώσεις θα εφαρμοζόταν ο όρος 4 της συμφωνίας. Εκφεύγει από τα όρια και τα πλαίσια της ερμηνείας ενός εγγράφου η αναμόρφωση του από το Δικαστήριο, άνευ μάλιστα υποβάθρου, με την προσθήκη επεξηγηματικών όρων και προϋποθέσεων, όπως ουσιαστικά εισηγούνται οι εναγόμενοι. Ούτε και είναι στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει την βούληση των μερών, όταν τα ίδια δεν έκφρασαν τέτοια πρόθεση. Στην απουσία συνεπώς άλλης επεξήγησης ή αναφοράς, η πιο πάνω λέξη και φράση θα ερμηνευτεί ως έχει. Ως εξηγείται στο Chitty on Contracts ανωτέρω σελ. 580 και 582. «The cardinal presumption is that the parties have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning, of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself. ...... As the meaning to be put on a contract is that which is the plain, clear and obvious result of the terms used therein .... unless from the context of the instrument, and the intention of the parties to be collected from it, they appear to be used in a different sense.» Η κατάληξη μου είναι ότι δεν τίθεται ούτε και πρόκειται ουσιαστικά για θέμα ερμηνείας με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά επεξήγησης και καθορισμού των λόγων αποχώρησης. Που ως λέχθηκε δεν είναι στο Δικαστήριο να τους καθορίσει. Και αποτελεί γεγονός ότι η συμφωνία δεν καθορίζει ούτε και προσδιορίζει τους λόγους αποχώρησης του υπαλλήλου. Είναι δηλαδή με άλλα λόγια αρκετό ότι ο υπάλληλος δεν είναι ή δεν βρίσκεται πλέον στην υπηρεσία του εργοδότη, ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Θεωρώ ακόμα πως ενισχυτικός της κατάληξης μου αυτής είναι ο όρος 3 του εγγράφου, σύμφωνα με τον οποίο η ευθύνη των εναγομένων περιορίζεται μόνο στην εξεύρεση των υπαλλήλων που επιθυμούν να εργαστούν, ανεξάρτητα αν ολοκληρωθεί η συμφωνία εργοδότησης τους με τους πελάτες. Με άλλα λόγια οι όροι εργοδότησης του υπαλλήλου είναι ανεξάρτητοι (immaterial) για τους σκοπούς του εγγράφου. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, έχω την άποψη ότι ο όρος 4 αυτός καθ' εαυτός, στη βάση του εγγράφου ως συνόλου, σε τελική ανάλυση δεν χρειάζεται καμιά επεξήγηση. Και τούτο γιατί ο σκοπός της συμφωνίας ως συνόλου δεν είναι να καθορίσει τη σχέση εργασίας με τον υπάλληλο, αυτό είναι θέμα εργοδότη - εργοδοτούμενου, αλλά να ρυθμίσει και να καθορίσει τους όρους των υπηρεσιών, υποχρεώσεων και αμοιβής των εναγομένων, στα πλαίσια των συμβουλευτικών υπηρεσιών που παρέχουν στους πελάτες τους. ΄Αλλωστε ως λέχθηκε, και στο ίδιο το έγγραφο (όρος 3) οι όροι εργοδότησης του υπαλλήλου είναι ανεξάρτητοι από τον σκοπό του εγγράφου. ΄Ετσι αν ένας υπάλληλος φύγει από την εξευρεθείσα εργασία, ανεξάρτητα από τους λόγους που έφυγε, παρέχει στους εναγομένους το δικαίωμα να κατακρατήσουν, αλλά ταυτόχρονα και την υποχρέωση να επιστρέψουν, από την ήδη πληρωθείσα αμοιβή τους, ένα ποσοστό, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τις προσπάθειες και τα έξοδα που υπέστηκαν στην εξεύρεση του υπαλλήλου. Ποσοστό, που τα μέρη το καθόρισαν αναλόγως ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος που εργάστηκε ο υπάλληλος, με την ανάλογη ποσοστιαία επιστροφή μέρους της καταβληθείσας αμοιβής των εναγομένων. ΄Οσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα, τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό επιστροφής, σε μια μέγιστη περίοδο τριών μηνών. Και τούτο σε πλήρη συνάρτηση ή καλύτερα σε αντιδιαστολή με τον όρο 6, που αφορά την περίπτωση που αν οι εναγόμενοι, παρόλες τις προσπάθειες τους δεν εξεύρουν κατάλληλο προσωπικό, δικαιούνται να αποζημιωθούν από τον πελάτη τους, όλα τα έξοδα που κατέβαλαν για το σκοπό αυτό. (out of pocket expenses). Με αυτά ως δεδομένα, τα οποία και θεωρώ ότι είναι καλά ισοζυγισμένα στο έγγραφο, κρίνω ότι δεν παρουσιάζεται κανένα ερμηνευτικό πρόβλημα. Από όποια όψη και να αντικρυστεί ο όρος 4, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες, στη βάση των επί μέρους ευρημάτων που έχω αχθεί ανωτέρω, δικαιούνται στην επιστροφή του 75% της αμοιβής που κατέβαλαν στους εναγομένους, που ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 947.70.- με νόμιμο τόκο. Τα έξοδα, ως είναι η πάγια τακτική, ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως θα τα υπολογίσει ο Πρωτοκολλητής. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως ανωτέρω. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο