← Κύπρος

Αστυνομία ν. Δημήτρη Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 9337/05, 13 Ιανουαρίου, 2006

Αστυνομία ν. Δημήτρη Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 9337/05, 13 Ιανουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B2 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9337/05 Αστυνομία v. Δημήτρη Δημητρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου, 2006. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Καμμία εμφάνιση Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
  1. Η κατηγορία ανατρέχει σύμφωνα με τις λεπτομέρειές της, στις 21.4.2005 στη Λεωφόρο Μαζωτού στο Κίτι της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμούς εγγραφής ΗΥΤ 768 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, την Κίκα Λάμπρου (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 2637 Γ. Χαγιάννη (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Η ΜΚ1 στις 21.4.2005 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΕΧΝ887 στη Λεωφ. Μαζωτού με κατεύθυνση το Μαζωτό. Μόλις πέρασε το στρίψιμο προς Τερσεφάνου άναψε το δεξί της δείκτη αφού είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά από το επόμενο στρίψιμο. Κοίταξε από το καθρεφτάκι της για να δει αν την ακολουθούσε οποιοδήποτε όχημα και όταν αντιλήφθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και από την απέναντι κατεύθυνση ελάττωσε ταχύτητα και έστριψε δεξιά. Μόλις έστριψε και το αυτοκίνητό της εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα άκουσε ένα δυνατό κτύπημα στη δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου της και είδε μια μοτοσικλέτα η οποία κτύπησε στο αυτοκίνητό της και στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος. Υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Μετά το δυστύχημα είδε ότι η μοτοσικλέτα εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να την περάσει από δεξιά. Το αυτοκίνητό της υπέστη ζημιές στο δεξί φτερό, στη δεξιά μπροστινή πόρτα και στο καθρεφτάκι. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι δεν είχε αναμμένο το δείκτη της. Ο ΜΚ2 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος στο οποίο ενέχονταν η μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΥΤ768 με οδηγό τον κατηγορούμενο και το σαλούν με αρ. εγγραφής ΕΧΝ887 με οδηγό τη ΜΚ
  2. Τα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στην παρουσία των 2 οδηγών αφού πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα. Τοποθέτησε στο σχέδιο με την ένδειξη «Χ» το σημείο σύγκρουσης, το οποίο εντόπισε από τα σπασμένα πλαστικά των οχημάτων και τις υποδείξεις των οδηγών. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε ελαφριά ο κατηγορούμενος. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και ο καιρός αίθριος. Στη μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου έσπασε το χερούλι του συμπλέκτη (κλατς) και γδάρτηκαν τα πλαστικά. Στο αυτοκίνητο της ΜΚ1 έσπασαν το δεξί καθρεφτάκι, δεξί φτερό και η δεξιά μπροστινή πόρτα. ΄Ελαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  3. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε την κατηγορία. Aπό το πρόχειρο σχέδιο ο ΜΚ2 ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 3 το οποίο εξήγησε στο Δικαστήριο. Με το γράμμα Α και Β φαίνονται οι τελικές θέσεις της μοτοσικλέτας του κατηγορουμένου και του αυτοκινήτου της ΜΚ1, αντίστοιχα. Η πορεία της μοτοσικλέτας φαίνεται με το γράμμα Α1, του αυτοκινήτου με το Β
  4. Με το Χ φαίνεται το σημείο σύγκρουσης, 1.40 μ. από το πεζοδρόμιο. Η ΜΚ1 έστριψε, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 3, λίγο πιο γρήγορα αφού κανονικά έπρεπε να πάρει τη δεξιά λωρίδα της οδού Σπετσών. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η ΜΚ1 έπιασε τη στροφή λίγο πιο γρήγορα. Του υπεβλήθη ότι φάνηκε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε αμελώς επειδή προσπέρασε σε συνεχή γραμμή και ότι αναγκάστηκε να προσπεράσει γιατί η ΜΚ1 ελάττωσε εντελώς. Το τραφικέιτορ της ΜΚ1 λειτουργούσε όταν έφθασε στη σκηνή. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι το αυτοκίνητο της ΜΚ1 το οποίο προπορευόταν του δικού του αυτοκινήτου δεν έδειξε ότι θα έστριβε πριν το προσπεράσει, ότι ελάττωσε ταχύτητα και έκανε αρκετά δευτερόλεπτα μπροστά του χωρίς να δείξει και αφού από μπροστά του δεν έρχονταν αυτοκίνητα έκρινε σωστό να το προσπεράσει για να πάει στη δουλειά του, η ΜΚ1 έστριψε και έγινε το δυστύχημα. Στο Τεκμήριο 4 ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μετά την εκκλησία της «Αγγελόκτιστης» είδε μπροστά του ένα αυτοκίνητο (της ΜΚ1) να ελαττώνει ταχύτητα και στο τέλος σχεδόν να σταματά χωρίς να δείχνει με το τραφικέιτόρ ότι θα έστριβε δεξιά. Επειδή ο ίδιος άρχισε να κοντεύει στο σχεδόν σταματημένο αυτοκίνητο αποφάσισε να το προσπεράσει για να το αποφύγει για να πάει στον προορισμό του. Επειδή η ΜΚ1 δεν φαινόταν αν θα προχωρούσε ή θα έστριβε ο κατηγορούμενος μπήκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και όταν βρισκόταν σχεδόν δίπλα από το αυτοκίνητο, αυτό άρχισε να στρίβει δεξιά. Δεν είχε χρόνο να αντιδράσει με αποτέλεσμα το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας να κτυπήσει με το δεξί μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Εκτινάχθηκε από τη μοτοσικλέτα και έπεσε στην άσφαλτο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιόν μου καθώς και τον τρόπο που απαντούσαν και τις αντιδράσεις τους. Η ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η συμπεριφορά της στο εδώλιο έδειχνε εικόνα ειλικρινούς ατόμου που εξέθεσε με απλό τρόπο όσα συνέβησαν. ΄Ηταν σταθερή και σαφής στις απαντήσεις της και κατά την αντεξέτασή της δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Συναφώς αναφέρω ότι η μαρτυρία της ότι προτού επιχειρήσει να στρίψει ελάττωσε ταχύτητα δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Σημειώνω εδώ πως η ένορκη μαρτυρία της ΜΚ1 συνάδει με την πραγματική μαρτυρία - Τεκμήριο 3 και ζημιές στα δύο οχήματα - η οποία αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388.) Ο ΜΚ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. ΄Εθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο αρ. 3 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει και η μαρτυρία του όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 3, τις ζημιές στα δύο οχήματα καθώς και τα ευρήματά του γίνονται αποδεκτά στην ολότητά τους. Σημειώνω εδώ ότι ο κατηγορούμενος όχι μονο δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι προσπέρασε σε σημείο του δρόμου όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή αλλά με σχετική υποβολή του στο ΜΚ2 το αποδέχθηκε. Ο κατηγορούμενος επέλεξε την ανώμοτη δήλωση η οποία σύμφωνα με τη νομολογία δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά απλά υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο αυτό μπορεί να δώσει κάποια βαρύτητα στην έκταση που το κρίνει ορθό ανάλογα και με τα υπόλοιπα γεγονότα της κάθε υπόθεσης όπως αυτά αποδεικνύονται ενώπιον του (βλ. μεταξύ άλλων Αnastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97 σελ. 210-211 και Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ του Γ. Κακογιάννη σελ. 253 παράγρ. 11-42). Αφού μελέτησα το θέμα καταλήγω ότι η εκδοχή του Κατηγορουμένου εξεταζόμενη υπό το πρίσμα του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας δεν υποστηρίζεται από ίχνος μαρτυρίας ενώπιόν μου και δεν είναι ικανή να δημιουργήσει οποιαδήποτε αμφιβολία για την ενοχή του. Αναφορικά με το Τεκμηριο 4 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. ΄Εχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω πως πρέπει να αποδοθεί η δέουσα βαρύτητα στην δήλωση του κατηγορουμένου που περιέχεται στο Τεκμήριο 4 ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε να προσπεράσει το προπορευόμενό του όχημα ενώ αυτό είχε σχεδόν σταματήσει χωρίς να γνωρίζει αν αυτό θα προχωρούσε ή θα έστριβε. Ως αποτέλεσμα βρίσκω τα πιο κάτω: Στις 21.4.2005 η ΜΚ1 οδηγούσε το αυτοκίνητό της με αρ. εγγραφής ΕΧΝ887 στη Λεωφ. Μαζωτού. ΄Εχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό Σπετσών άναψε το δεξί της δείκτη και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος πίσω της και απέναντί της ήταν καθαρός ελάττωσε ταχύτητα. Ενώ έστριβε, το αυτοκίνητό της κτυπήθηκε από τη μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου με αρ. εγγραφής ΗΥΤ768 η οποία την προσπερνούσε από τη δεξιά λωρίδα του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία Α1 του Τεκμηρίου 3, σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή. Η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ του Τεκμηρίου 3, 1.40 μ. από το δεξί πεζοδρόμιο του δρόμου. Ο ΜΚ2 ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή βρήκε τα 2 οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Στη μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου έσπασε το χερούλι του συμπλέκτη και γδάρτηκαν τα πλαστικά, ενώ στο αυτοκίνητο της ΜΚ1 έσπασαν το δεξί καθρεφτάκι, δεξί φτερό και δεξιά μπροστινή πόρτα. Ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε ελαφρά. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και ο καιρός αίθριος. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά, αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Σύμφωνα με την υπόθεση Constantinou v. Katsouris (ανωτέρω) το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και τις νομικές αρχές βρίσκω ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίσταται στο γεγονός ότι δεν είχε πλήρη παρατηρητικότητα για άλλα αυτοκίνητα που υπήρχαν στο δρόμο αφού ενώ το αυτοκίνητο της ΜΚ1 το οποίο βρισκόταν μπροστά του είχε ελαττώσει ταχύτητα και η ΜΚ1 είχε εκδηλώσει την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά σε πάροδο, την ύπαρξη της οποίας γνώριζε ο κατηγορούμενος, αποφάσισε να το προσπεράσει αντικανονικά σε άσπρη συνεχή γραμμή μη έχοντας αντιληφθεί την πρόθεση της ΜΚ1 να στρίψει και/ή χωρίς να προβλέψει την πιθανότητα στροφής του αυτοκινήτου της ΜΚ1 στην πάροδο, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί σε αυτό. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ο οποίος και κρίνεται ένοχος σ' αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.