Αστυνομία ν. Κύπρου Κυπριανού, Αρ. Υπόθεσης: 2233/05, 17 Ιανουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2233/05 Αστυνομία ν. Κύπρου Κυπριανού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου, 2006. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Καμμία εμφάνιση Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
- Η κατηγορία ανατρέχει σύμφωνα με τις λεπτομέρειές της, στις 26.9.2004 στον αυτοκινητόδρομο Καλού Χωρίου - Δρομολαξιά (ΧΠ) Δρομολαξιά της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής TDAP082 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν τρεις μάρτυρες κατηγορίας. Ο Χριστάκης Μηνά, ΜΚ1, η Χρυστάλλα Μηνά, ΜΚ2 και ο Αστ. 1162 Μ. Παπαδόπουλος, ΜΚ
- Ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι στις 26.9.2004 οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής ΝΡ9 στον αυτοκινητόδρομο Κυκλικού Κόμβου Καλού Χωρίου προς Δρομολαξιά με συνοδηγό τη ΜΚ2 με ταχύτητα περίπου 70 χαω. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και είχε αναμμένα τα κανονικά φώτα του αυτοκινήτου του. Προχωρώντας προς τα φώτα Δρομολαξιάς από το καθρεφτάκι του στο αυτοκίνητό του είδε να τον ακολουθεί ένα όχημα. Λόγω του ότι τα φώτα του τελευταίου ήταν πιο μεγάλα και ψηλά υπολόγισε ότι επρόκειτο για λεωφορείο ή φορτηγό. Τον πλησίαζε με πολύ γρήγορο ρυθμό πίσω του στην αριστερή λωρίδα ενώ πλησίαζαν προς τη γέφυρα του Πανορίου. Σε σημείο κοντά στη γέφυρα ενώ τον παρακολουθούσε να τον πλησιάζει επικίνδυνα και ταχύτατα ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Από τη σύγκρουση έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά και κτύπησε βίαια στο κούγκρινο διαχωριστικό κιγκλίδωμα με τα μούτρα προς Καλό Χωριό. Το αυτοκίνητό του υπέστη ζημιές στο πίσω μέρος και στα αριστερά λάστιχα. Συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε η αστυνομία. Το λεωφορείο δεν προσπάθησε να τον προσπεράσει. Αντεξεταζόμενος του υπεβλήθη από τον κατηγορούμενο ότι σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο αστυνομικός στο χώρο της σκηνής το αυτοκίνητο του ΜΚ1 βρισκόταν και στις 2 λωρίδες. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως ουδέποτε πήρε τη δεξιά λωρίδα. Η κυρίως εξέταση της ΜΚ2 συζύγου του ΜΚ1 ήταν ταυτόσημη με του ΜΚ
- Είχε δει το λεωφορείο να τους ακολουθεί από το αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου τους. Η ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ3 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος στον αυτοκινητόδρομο Καλού Χωριού - Δρομολαξιάς παρά το Πανόριο, στο οποίο ενέχονταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΝΡ009 το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ1, με συνοδηγό τη ΜΚ2 και την κόρη τους και το λεωφορείο με αρ. εγραφής ΤDAP082 το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Το όχημα του ΜΚ1 βρισκόταν στην τελική του θέση ενώ το λεωφορείο βρισκόταν 300 μ. από το μέρος του δυστυχήματος. Η ΜΚ2 είχε τραυματιστεί και μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Στην παρουσία των οδηγών ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο το οποίο ο ΜΚ1 υπέγραψε στη σκηνή ενώ ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι θα υπέγραφε μεταγενέστερα. Το σημείο σύγκρουσης του υπεδείχθη από τους 2 οδηγούς. Το όχημα του ΜΚ1 έφερε ζημιές στο πίσω μέρος του οχήματος, προφυλακτήρα και καπώ ενώ το λεωφορείο στο δεξί μπροστινό μέρος και δεξί πλευρό. Στις 28.9.2004 ο ΜΚ3 μετέβη με τον κατηγορούμενο στη σκηνή του δυστυχήματος, του υπέδειξε το σχέδιο, του το επεξήγησε, ο κατηγορούμενος του υπέδειξε την τελική θέση του λεωφορείου την οποία ο ΜΚ3 κατέγραψε και ο κατηγορούμενος υπέγραψε το σχέδιο. Την ίδια μέρα πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 5 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε την κατηγορία. Από το πρόχειρο σχέδιο ο ΜΚ3 ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 4 το οποίο εξήγησε στο Δικαστήριο. Με την ένδειξη Α1 και Β1 φαίνονται οι πορείες των 2 ενεχομένων οχημάτων με την ένδειξη Α η τελική θέση του οχήματος του ΜΚ1, Γ και Σ ίχνη πλαγιολίσθησης και τροχοπέδησης αντίστοιχα. Ως Χ1 σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης μεταξύ των 2 οχημάτων και ως Χ2 το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του ΜΚ1 στο κιγκλίδωμα. Το πλάτος της αριστερής λωρίδας είναι 3.50 μ. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα, 1.30 μ. από την άκρη του δρόμου. Το οδόστρωμα ήταν στεγνό, φωτισμός δεν υπήρχε αλλά υπήρχε σχετική ορατότητα, η οποία εξαρτάται από τη λάμψη των φώτων του κάθε οχήματος. Αντεξεταζόμενος του υπεβλήθη ότι το αυτοκίνητο του ΜΚ1 βρισκόταν και στις 2 λωρίδες και απάντησε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στην αριστερή λωρίδα. Του ζητήθηκε να καταθέσει το Τεκμήριο 7, πρόχειρο σχέδιο, και του υπεβλήθη ότι το σημείο της πλαγιολίσθησης στο Τεκμήριο 7 δεν συνάδει με το σημείο του Τεκμηρίου
- Απάντησε ότι το Τεκμήριο 7 «έγινε με το χέρι». Του υπεβλήθη επίσης η θέση του κατηγορουμένου, ότι αφού το λεωφορείο ήταν κτυπημένο μπροστά και δεξιά και το αυτοκίνητο του ΜΚ1 πίσω αριστερά δεν θα μπορούσε να το κτυπήσει κατευθείαν από πίσω, και ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν και στις 2 λωρίδες. Του υπεβλήθη περαιτέρω ότι ενώ το λεωφορείο ήταν στη λωρίδα του το αυτοκίνητο του ΜΚ1 ήρθε στη λωρίδα του κατηγορουμένου ο οποίος δεν πρόλαβε να σταματήσει. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτς όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι οδηγούσε από την Αγία Νάπα προς αεροδρόμιο, στον αυτοκινητόδρομο Καλού Χωρίου, στην αριστερή λωρίδα. Προς την έξοδο του Πανόριου το όχημα του ΜΚ1 που οδηγείτο στη δεξιά λωρίδα ανέπτυξε, αφού ο κατηγορούμενος του κόρναρε και του άναψε τα φώτα, και ο κατηγορούμενος έκανε το ίδιο. Ακολούθως το όχημα του ΜΚ1 μπήκε στα αριστερά και μέχρι ο κατηγορούμενος να πατήσει στόπερ, του κτύπησε. Το αυτοκίνητο του ΜΚ1 γύρισε 180º ενώ ο κατηγορούμενος μπήκε αριστερά για να μην ξανακτυπήσουν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα και ο ΜΚ1 στη δεξιά. Σε ερώτηση σε ποια λωρίδα συγκρούσθηκαν απάντησε ότι ο ίδιος βρισκόταν στην αριστερή και το αυτοκίνητο του ΜΚ1 και στις 2 λωρίδες, με βάση τις ζημιές. Σε υποβολή ότι πριν συγκρουσθούν το όχημα του ΜΚ1 δεν μπήκε στη δεξιά λωρίδα απάντησε ότι αν δεν έμπαινε θα ήταν όλο κτυπημένο από πίσω και το δικό του όλο μπροστά. Αρνήθηκε πως κτύπησε στο αυτοκίνητο του ΜΚ1 από πίσω. Σε υποβολή ότι δεν κρατούσε απόσταση ασφαλείας απάντησε ότι ο ίδιος ήταν στην αριστερή λωρίδα και ο ΜΚ1 στη δεξιά. Όταν ελάττωσε ο ΜΚ1 βρισκόταν κοντά του. Σε υποβολή ότι το αυτοκίνητο του ΜΚ1 οδηγείτο στην αριστερή λωρίδα απάντησε ότι με βάση το πλάτος των οχημάτων, 2.85 μ. του λεωφορείου και 1.25 μ. του σαλούν δεν χωρούν και τα 2 στην ίδια λωρίδα εκτός αν το λεωφορείο οδηγείτο στο παγκέτο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Φαίνονταν αβέβαιοι για όσα κατέθεσαν η δε μαρτυρία τους ήταν ασαφής και αόριστη ειδικότερα όσον αφορά την οδική συμπεριφορά του ΜΚ1 πριν και μετά το δυστύχημα και την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αναφέρω, περαιτέρω, ότι η εκδοχή τους ως προς τον τρόπο με τον οποίο συνέβη το δυστύχημα δεν συνάδει με τις ζημιές στα 2 οχήματα όπως έχουν καταγραφεί από το ΜΚ
- Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388). Σημειώνω εδώ ότι στο ΜΚ1 (και τη ΜΚ2) δεν υπεδείχθη το Τεκμήριο 4 από την Κατηγορούσα Αρχή, στο οποίο σύμφωνα με το ΜΚ3 το σημείο Χ υπεδείχθη από το ΜΚ
- Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ
- Ο ΜΚ3 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. ΄Εθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 4 κάποια δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως τα πιο κάτω σημεία της μαρτυρίας του για τους λόγους που επεξηγώ: Δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τη θέση του σημείου σύγκρουσης αφού η μαρτυρία του ήταν ελλιπής και ανεπαρκής ως προς το επιστημονικό της περιεχόμενο (βλ. Αιμιλία Ορφανίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 7902, 11.4.2005). Ο μάρτυρας δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα σε σχέση με το εν λόγω σημείο. Σε σχέση με τις υποδείξεις των 2 οδηγών αναφορικά με το εν λόγω σημείο παρατηρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειψε να υποδείξει στον ίδιο το ΜΚ1 τα Τεκμήρια 4 και 7, ο δε κατηγορούμενος αμφισβήτησε έντονα το εν λόγω σημείο. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ3 σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης. Δεν αποδέχομαι ούτε και το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ3 σε σχέση με την καταγραφή των ιχνών πλαγιολίσθησης Γ, και τροχοπέδησης Σ, στο Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας παρέλειψε να συνδέσει τα εν λόγω ίχνη με τα 2 ενεχόμενα οχήματα στο δυστύχημα και ή να εξηγήσει τη σημασία τους. Πέραν τούτου, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του, στο Τεκμήριο 7 τα ίχνη πλαγιολίσθησης αποτυπώνονται εντός της αριστερής λωρίδας του αυτοκινητόδρομου ενώ στο Τεκμήριο 4 σε εντελώς διαφορετικό χώρο. Πλην των πιο πάνω σημείων της μαρτυρίας του η μαρτυρία του ΜΚ1 όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματά του και τις μετρήσεις του δεν έχει κλονιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέτασή του και την αποδέχομαι στο σύνολό της. O κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η ένορκη μαρτυρία του ήταν ασαφής κυρίως ως προς την ακριβή οδική του συμπεριφορά πριν και μετά το δυστύχημα αλλά και ως προς την ακριβή οδική συμπεριφορά του ΜΚ
- Επιπρόσθετα ήταν εμφανές ότι η μαρτυρία του σε σχέση με τη θέση των αυτοκινήτων πριν το δυστύχημα και του σημείου σύγκρουσης βασιζόταν στην εκ των υστέρων γνώμη του με βάση κυρίως τις ζημιές και το πλάτος των οχημάτων και όχι στα όσα ο ίδιος είδε να διαδραματίζονται. Σημειώνω εδώ ότι το γεγονός ότι κόρναρε και άναψε τα φώτα του πριν αναπτύξει ταχύτητα ο ΜΚ1 ο κατηγορούμενος το ανέφερε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και αποτελεί κατά την άποψή μου ύστερη του σκέψη. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιόν μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, αφού οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ο κατηγορούμενος έχουν κριθεί αναξιόπιστοι. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα του ΜΚ3 ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πώς έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου ν. Νίκου Νικολάου, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 11744, ημερ. 15.6.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police 1982) 2 ΑΑΔ 134, λέχθηκε οτι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ3 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης των δύο αυτοκινήτων και με ουσιώδη στοιχεία όπως το σημείο σύγκρουσης. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού ο κατηγορούμεος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο