Δημοκρατία ν. Aλέξανδρος Αρέστη, Αρ. Υπόθεσης: 9714/03, 17 Φεβρουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2006:2 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9714/03 Δημοκρατία ν. Aλέξανδρος Αρέστη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ο. Σοφοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο : κ. Α. Ιντιάνος μαζί με τον κ. Α. Κουμουνδούρο. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σειρά κατηγοριών οι οποίες αφορούν κατοχή και μεταφορά, χωρίς σχετική άδεια, τριών πιστολιών (κατηγορίες 1, 2, 3, 6, 7 και 8 επί του κατηγορητηρίου) και κατοχή και μεταφορά, επίσης χωρίς άδεια, εκρηκτικών υλών, ήτοι 25 πλήρη φυσίγγια πιστολιού διαφόρων διαμετρημάτων (κατηγορίες 4 και 5 επί του κατηγορητηρίου). Τα αδικήματα, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, έλαβαν χώρα στη Λάρνακα και πιο συγκεκριμένα στο χώρο στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου της πόλης (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο χώρος στάθμευσης). Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, είναι ότι ο κατηγορούμενος γύρω στις 11:00 μ.μ. της 26.7.03 συνελήφθηκε επ΄ αυτοφώρω - και κάτω από συνθήκες που θα περιγράψουμε με λεπτομέρεια στο αμέσως επόμενο στάδιο της απόφασης μας - στο χώρο στάθμευσης έχοντας στην κατοχή του τα πιστόλια και τα φυσίγγια που αναφέρονται στις κατηγορίες. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβητεί την παρουσία του κατηγορούμενου κατά το συγκεκριμένο χρόνο στο συγκεκριμένο χώρο όπου και συνελήφθηκε. Θέτει όμως ότι αυτός μετέβηκε στο χώρο στάθμευσης προκειμένου να παραλάβει, μετά από διευθετήσεις που έκανε με άλλα πρόσωπα, ποσό χρημάτων. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι καμία σχέση είχε με τα παράνομα αντικείμενα, ούτε και γνώριζε την ύπαρξη τους. Ήταν προέκταση των θέσεων της υπεράσπισης ότι η Αστυνομία παγίδευσε τον κατηγορούμενο, παρασύροντας τον μετά από τηλεφώνημα στο χώρο στάθμευσης. Σφαιρικά η εκδοχή του κατηγορούμενου θα διαφανεί σε κατοπινό στάδιο, μέσα από την παράθεση των λεπτομερειών της ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκης κατάθεσης του. Είναι και η μόνη μαρτυρία που δόθηκε για την Υπεράσπιση. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι πολύπλοκη. Στα βασικά της σημεία συνοψίζεται ως ακολούθως: Το τελευταίο αμέσως πριν την 26.7.03 διάστημα η αστυνομία ενεπλάκη σε διερεύνηση πολλών υποθέσεων σχετικών με κλοπές από αυτοκίνητα. Οι παρανομίες αυτές λάμβαναν χώρα σε διάφορες τοποθεσίες της Λάρνακας, μεταξύ των οποίων και ο χώρος στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου. Τέθηκαν υπό παρακολούθηση διάφορα σημεία της πόλης προκειμένου να εξιχνιαστούν τα εγκλήματα αυτά. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια τμήμα της αστυνομικής δύναμης, το Γραφείο Συλλογής Πληροφοριών Λάρνακας (Γ.Σ.Π.), έθεσε υπό παρακολούθηση, με τέσσερις αστυνομικούς, από τις 9:00 μ.μ. της 26.7.03 το χώρο στάθμευσης. Οι δύο από αυτούς, ο Λοχ. Βρυώνης (ΜΚ2), υπεύθυνος του Γ.Σ.Π. Λάρνακας και ο Αστ. 4758 Α. Πετράκης (ΜΚ5), αντιλήφθηκαν, γύρω στις 10:00 μ.μ. ένα νεαρό ξανθό άνδρα να οδηγεί σαλούν αυτοκίνητο υπ΄ αρ. εγγραφής 440V
- Ήταν ο κατηγορούμενος. Οι κινήσεις του προκάλεσαν υποψίες στην Αστυνομία, καθ΄ ότι θεάθηκε δύο φορές να εισέρχεται στο χώρο στάθμευσης και να βλέπει ύποπτα. Γύρω στις 10:55 μ.μ πέρασε ξανά. Την τρίτη αυτή φορά με σβηστά τα φώτα. Σταμάτησε σε σημείο του χώρου στάθμευσης, κατέβηκε και άρχισε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά και να κατευθύνεται σε δύο μαύρους καλάθους σκουπιδιών (Τεκμήριο 12 και 13), οι οποίοι βρισκόντουσαν τοποθετημένοι πάνω σε σιδερένιο καροτσάκι. Το όχημα αυτό ήταν σταθμευμένο σε νησίδα μεταξύ του δρόμου που οδηγεί στις Πρώτες Βοήθειες και του χώρου στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου. Πλησιάζοντας ο κατηγορούμενος έλεγξε την περιοχή και στη συνέχεια άνοιξε τον ένα από τους καλάθους απ΄ όπου και πήρε νάιλον τσάντα. Τρέχοντας κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του, το οποίο είχε σταθμεύσει περί τα 30 μέτρα πιο μακριά. Προτού εισέλθει σ΄ αυτό ανακόπηκε από τον Λοχ. Βρυώνη ο οποίος του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και τον ρώτησε ποιος ήταν. Ο κατηγορούμενος απάντησε: "Αλέξανδρος από το Πισσούρι, είμαι δικηγόρος". Αμέσως ο Λοχίας τον ρώτησε τι κρατούσε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Η απάντηση του κατηγορούμενου: "Είναι όπλα". Ο Λοχ. Βρυώνης πήρε τη νάιλον τσάντα, την άνοιξε και είδε μέσα σ΄ αυτήν ένα χαρτοκιβώτιο το οποίο επίσης άνοιξε. Σ΄ αυτό υπήρχαν τρία πιστόλια με γεμιστήρες και φυσίγγια. Πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι η κατοχή των εν λόγω πιστολιών και εκρηκτικών υλών απαγορεύεται και του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο. Αυτός απάντησε: "έκανα λάθος". Αμέσως μετά, περί ώρα 11:00 μ.μ,. ο Λοχίας συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα και του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του. Του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο και ο κατηγορούμενος ανέφερε: "Δεν είναι δικά μου είναι του Τουρκοκύπριου Sesair και εγώ το έκαμα γιατί θα μου έδινε £550 όταν θα του τα έδινα αύριο το πρωί". Ακολούθως ο Λοχίας μαζί με τον Αστ. 4758 οδήγησαν τον συλληφθέντα στο ΤΑΕ Λάρνακας. Παρεμβάλλουμε σ΄ αυτό το σημείο ότι κατάθεση που λήφθηκε στη συνέχεια από τον κατηγορούμενο δεν έγινε αποδεκτή ως μαρτυρία, μετά από διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Ήταν κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ερωτηματικά που εμφιλοχώρησαν άφηναν εύλογες αμφιβολίες ως προς τη θεληματικότητα της κατάθεσης αυτής. Συνοψίζοντας τα ουσιαστικά μέρη της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας καταγράφουμε τις θέσεις που υποβλήθηκαν σ΄ αυτούς. Η Υπεράσπιση υπέβαλε βασικά ότι ουδέποτε έλαβε χώρα συνομιλία μεταξύ κατηγορουμένου, κατά το χρόνο σύλληψης του, και αστυνομικών στη βάση του περιεχομένου που η Κατηγορούσα Αρχή μέσω των μαρτύρων της έθεσε. Ήταν προέκταση της υποβολής αυτής η θέση που τέθηκε από την Υπεράσπιση στους μάρτυρες κατηγορίας ότι η Αστυνομία σκηνοθέτησε την όλη υπόθεση τοποθετώντας η ίδια τα όπλα στο συγκεκριμένο σημείο, παγιδεύοντας έτσι τον κατηγορούμενο. Υπέβαλε τέλος τη θέση ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου έλαβε χώρα ενώ αυτός ετοιμαζόταν να πάρει από τον κάλαθο τη νάιλον τσάντα και όχι όπως οι μάρτυρες έθεταν, ότι δηλαδή είχε ήδη στην κατοχή του την τσάντα και τρέχοντας πλησίασε προς το αυτοκίνητο του. Οι μάρτυρες κατηγορίας σε όλη την πορεία αντεξέτασης τους επέμεναν στις βασικές τους θέσεις, απορρίπτοντας τις σχετικές υποβολές της Υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος δίνοντας μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα κατέθεσε ότι είναι εκ των διευθυντών και βασικών μετόχων εταιρείας (θα αναφέρεται στο εξής ως η εταιρεία), η οποία μεταξύ άλλων είχε δοσοληψίες και με Τουρκοκύπριους. Σκοπός των επαφών αυτών ήταν η αγορά ξενοδοχείου με καζίνο το οποίο βρίσκεται στην κατεχόμενη Κύπρο. Μεσολαβητής για την ολοκλήρωση της πράξης ήταν ένας Τουρκοκύπριος, ο Mustafa Sesair, τον οποίο ο κατηγορούμενος γνώρισε δύο περίπου μήνες πριν τη σύλληψη του και στον οποίο είχε πλήρη εμπιστοσύνη. Ο Τουρκοκύπριος αυτός έχει ψαροταβέρνα απέναντι από το ξενοδοχείο που θα αγόραζε η εταιρεία. Με την ολοκλήρωση της συμφωνίας η ταβέρνα αυτή θα εντασσόταν στο όλο συγκρότημα, ο δε Sesair θα έπαιρνε ποσοστό 10%. Στις αρχές Ιουνίου 2003, πάντα κατά τον κατηγορούμενο, καταβλήθηκε από την εταιρεία στους Τουρκοκύπριους, μέσω διαφόρων τραπεζών, ποσό $300.000, το οποίο αντιπροσώπευε το 10% της αξίας του ξενοδοχείου. Πέρασαν δύο με τρεις βδομάδες χωρίς να ανταποκριθούν οι Τουρκοκύπριοι στην υποχρέωση τους να μεταβιβάσουν το ξενοδοχείο. Αντίθετα, εν αγνοία του κατηγορούμενου και της εταιρείας, το ξενοδοχείο μεταβιβάστηκε σε τρίτον πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος απαιτούσε εξηγήσεις από τον Mustafa και ο τελευταίος, τηλεφωνικά, του ζήτησε να συναντηθούν. Πράγματι στις 26.7.03 βρέθηκαν σε μπυραρία στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας. Στόχος της συνάντησης ήταν η εξεύρεση τρόπου επιστροφής των $300.
- Συμφώνησαν να καταβληθεί, ως πρώτη δόση, το ποσό των $150.000 το ίδιο βράδυ ή την επόμενη μέρα. Σχετικά θα ενημέρωνε αργότερα τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο ο Mustafa. Το βράδυ της ίδιας μέρας, γύρω στις 8:00 μ.μ. και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε εστιατόριο για φαγητό δέκτηκε τηλεφώνημα από ένα Ελληνοκύπριο. Του είπε ότι μιλά εκ μέρους του Mustafa και τον πληροφόρησε ότι είχε τοποθετήσει τα λεφτά που περίμενε σε κάλαθο σκουπιδιών ο οποίος βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του τα φέρει ο ίδιος, αλλά το άγνωστο πρόσωπο του ανέφερε ότι φοβόταν να κάνει κάτι τέτοιο. Αμέσως μετά το τηλεφώνημα ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το όχημα του, μετέβηκε στον πιο πάνω χώρο αναζητώντας το συγκεκριμένο σημείο που τοποθετήθηκαν τα χρήματα. Προς το σκοπό αυτό εισήλθε τρεις φορές στο χώρο στάθμευσης. Μετά από επανειλημμένες τηλεφωνικές επαφές με το άγνωστο πρόσωπο κατάφερε, την τρίτη φορά που εισήλθε στο χώρο στάθμευσης, να εντοπίσει το καροτσάκι στο οποίο ήταν τοποθετημένος ο κάλαθος που περιείχε τα χρήματα. Σταμάτησε το αυτοκίνητο του 15 μέτρα πιο μακριά και προχώρησε προς τον κάλαθο. Φθάνοντας και μόλις πήρε με τα δάχτυλα του το σακούλι "από τα αυτιά", άκουσε μία φωνή να του λέγει: "ας το κάτω". Το άφησε και το σακούλι έπεσε ξανά μέσα στον κάλαθο. Γύρισε ακολούθως προς το πρόσωπο που του μίλησε και αμέσως δέχτηκε δυνατό κτύπημα στην πλάτη και έπεσε στο έδαφος. Τότε του πέρασαν χειροπέδες. Ήταν βασική θέση του κατηγορούμενου πως δεν γνώριζε ότι υπήρχαν όπλα στο σακούλι και ότι ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο στην Αστυνομία. Αντιθέτως είναι ο Λοχ. Βρυώνης που του ανέφερε για πρώτη φορά "ξέρεις τι έχει το σακούλι; έχει τρία πιστόλια και είναι δικά σου". Ο ίδιος περίμενε ότι μέσα στο σακούλι υπήρχαν τα λεφτά που θα του επέστρεφε ο Sesair, όπως ήταν η μεταξύ τους συνεννόηση. Αντεξεταζόμενος επέμενε στις βασικές του θέσεις. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο Mustafa του ανέφερε ότι το σακούλι περιείχε όπλα και ότι συμφώνησε να παραλάβει τα όπλα αυτά για φύλαξη με αντάλλαγμα το ποσό των £
- Στη σύντομη αγόρευση της η κα Σοφοκλέους κάλεσε το Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Εισηγήθηκε ότι μέσα από αυτή στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Ο κ. Ιντιάνος εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι αφύσικη και γεμάτη κενά. Αναλύοντας τη θέση του κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία αυτή και να δεχθεί την εκδοχή του πελάτη του ως αξιόπιστη. Πρόσθεσε, κατ΄ ακολουθία, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της γνώσης από τον κατηγορούμενο του περιεχομένου του κουτιού. Η παρουσία του κατηγορούμενου στο χώρο στάθμευσης κατά τον ουσιώδη χρόνο, η εκ μέρους του αναζήτηση του καλάθου και, τελικά, η επαφή του με την τσάντα η οποία περιείχε τα παράνομα αντικείμενα, είναι στοιχεία αναντίλεκτα. Ζητούμενο είναι η αναζήτηση της αλήθειας ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η αξιολόγηση της ενώπιον μας διιστάμενης μαρτυρίας θα δώσει και την απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα. Παρακολουθήσαμε με εξαιρετική προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους. Ιδιαίτερα τους βασικούς, ήτοι τον Λοχ. Βρυώνη και τον Αστ. Πετράκη. Είχαμε πλήρη συναίσθηση της σπουδαιότητας της μαρτυρίας των τελευταίων αυτών μαρτύρων, δεδομένης της φύσης των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση. Αντικρίσαμε τη μαρτυρία τους σε όλη την πορεία αξιολόγησης της με υπέρτατη προσοχή, έχοντας πάντα κατά νουν την αστυνομική τους ιδιότητα και το ότι βασικό μέρος του περιεχομένου της κάλυπτε ισχυριζόμενες προφορικές, ενοχοποιητικές, δηλώσεις του κατηγορούμενου. Θέλαμε να βεβαιωθούμε ότι ο οποιοσδήποτε υπερβάλλων ζήλος των αστυνομικών για εξιχνίαση της υπόθεσης δεν παραποίησε σε καμία περίπτωση την αλήθεια. Είναι κατάληξη μας - απόρροια της άριστης εντύπωσης που μας έκαναν οι μάρτυρες κατηγορίας και της ποιότητας και πειστικότητας του περιεχομένου της μαρτυρίας τους - ότι η κάθε σχετική με τα ουσιώδη γεγονότα λέξη τους αποτυπώνει την πραγματικότητα και μόνο. Δεν έχουμε ίχνος αμφιβολίας ότι οι μάρτυρες κατηγορίας και ιδιαίτερα οι ουσιώδεις (ΜΚ2 Λοχ. Βρυώνης και ΜΚ5 Αστ. Πετράκης) κατέθεσαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μακρά αντεξέταση που υπέστησαν ούτε κλόνισε τη μαρτυρία τους, ούτε προκάλεσε ρήγματα στην συνοχή της. Μικροαντιφάσεις και μόνο εντοπίζουμε, όπως για παράδειγμα το κατά πόσο φορούσε γάντια ή όχι ο Λοχ. Βρυώνης όταν άγγιζε τα παράνομα αντικείμενα, η απόσταση του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου από τον κάλαθο και το ύψος του ποσού που ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι θα έπαιρνε από τον Sesair. Αντιφάσεις που σε τελική ανάλυση είναι περιθωριακής μορφής και οι οποίες καταδεικνύουν έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Είναι τέτοιες στο σύνολο τους που δεν αφαιρούν, αλλά, αντιθέτως, προσδίδουν στην πειστικότητα και φυσικότητα της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση να πληγεί η αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, μέσω της παράθεσης διαφόρων επιχειρημάτων. Τα αναλύουμε: Τέθηκε ότι είναι αφύσικη η θέση των μαρτύρων κατηγορίας ότι τυχαία έγινε κατορθωτή η εξιχνίαση των αδικημάτων. Ήταν προέκταση η θέση αυτή του βασικού άξονα της υπεράσπισης ότι η Αστυνομία παγίδευσε τον κατηγορούμενο. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα, της παγίδευσης, θα επανέλθουμε σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μας. Σχολιάζοντας την παρουσία των αστυνομικών στο χώρο στάθμευσης τονίζουμε ότι μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής προέκυψε, και έμεινε χωρίς αντίκρουση, ότι το κρίσιμο διάστημα υπήρχαν πολλές καταγγελίες για κλοπές από αυτοκίνητα σε διάφορους χώρους της Λάρνακας, μεταξύ των οποίων και ο χώρος στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου της πόλης. Μάλιστα σε δύο περιπτώσεις, των ΜΚ1 και 3, η μαρτυρία προέκυψε κατά την αντεξέταση τους. Παρέμεινε, επίσης αναντίλεκτο ότι το ΓΣΠ - άνδρες του οποίου βρισκόντουσαν τη νύχτα της σύλληψης του κατηγορούμενου στο χώρο στάθμευσης - εμπλεκόταν, καθηκόντως, σε διερεύνηση υποθέσεων αυτής της μορφής. Κατά συνέπεια και λογικό και φυσικό ήταν να γινόταν παρακολούθηση του συγκεκριμένου χώρου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αμφισβήτησε περαιτέρω η υπεράσπιση την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας στηριζόμενη στη θέση ότι ήταν αφύσικο να προξένησε την υποψία των αστυνομικών ο κατηγορούμενος, αφού δεν έκανε ο,τιδήποτε στο χώρο στάθμευσης που να τον συνδέει με κλοπή από αυτοκίνητα. Αποτελεί όμως κοινό έδαφος γεγονότων ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε τρεις φορές στο χώρο στάθμευσης, την τρίτη φορά με σβηστά τα φώτα του αυτοκινήτου του. Είναι στοιχείο που δικαιολογημένα δημιούργησε υποψίες στους αστυνομικούς που ενέδρευαν. Ακόμη η θέση των αστυνομικών ότι κοίταζε ύποπτα ο κατηγορούμενος και έλεγχε την όλη περιοχή συμβαδίζει με τη σχετική μαρτυρία του ιδίου. Ανέφερε και αυτός ότι αναζητούσε συγκεκριμένο κάλαθο, με ύποπτο, ούτως ή άλλως, περιεχόμενο. Λογικό ήταν, ακόμα και με τα όσα ο κατηγορούμενος έθετε, να έλεγχε την όλη περιοχή και να κινείτο με όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις. Κατά συνέπεια και κάτω από αυτές τις συνθήκες η όλη συμπεριφορά του ήταν ύποπτη και ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η αντίδραση των ενεδρευόντων αστυνομικών. Αμφισβητήθηκαν, τέλος, ως ψευδείς οι ισχυρισμοί των μαρτύρων κατηγορίας που κάλυπταν τα όσα αναφέρονται στις προφορικές παραδοχές του κατηγορούμενου κατά το χρόνο σύλληψης του. Έχουμε ήδη επισημάνει τη σπουδαιότητα των προφορικών αυτών δηλώσεων. Οι ομολογίες που προκύπτουν μέσα από αυτές είναι κύρια και αποφασιστική μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου. Καταδεικνύουν τη γνώση του για το περιεχόμενο της νάιλον σακούλας την οποία πήρε στην κατοχή του. Ως προς τη νομική αντίκριση του θέματος, προφορική ομολογία είναι αρκετή για να στηρίξει καταδίκη, δεδομένου ότι αυτή αποδεικνύεται σωστά. Δεν χρειάζεται ενισχυτική μαρτυρία, είτε ως θέμα νόμου, είτε ως θέμα πρακτικής, προκειμένου να ενισχύσει κάποια ομολογία. Όπως άλλες μορφές μαρτυρίας η αξία ομολογίας μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ, 166, 172-174). Το ερώτημα που τίθεται είναι αν όντως, ως γεγονός, έλαβαν χώρα οι προφορικές δηλώσεις του κατηγορουμένου όπως τις θέτουν οι μάρτυρες κατηγορίας. Επιβάλλεται επίσης η αξιολόγηση τους μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ούτως ώστε να διαπιστωθεί η αλήθεια του περιεχομένου τους και, κατά προέκταση, να αποφασισθεί κατά πόσο η ενοχή του κατηγορούμενου απεδείχθει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία. (Μαύρος άλλως "Χατζής" ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 466, 474). Η ανάλυση ενός μέρους των δηλώσεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο είναι αρκετή για να καταδείξει την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας και σ΄ αυτό το μέρος της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος, στην ισχυριζόμενη από τους μάρτυρες κατηγορίας δήλωση του: "Δεν είναι δικά μου είναι του Τουρκοκύπριου Sesair και εγώ το έκανα γιατί θα μου έδινε £550 όταν θα του τα έδινα αύριο το πρωί", ενέπλεξε ένα Τουρκοκύπριο. Αναφέρεται το όνομα του και καθορίζεται ως ο ιδιοκτήτης των παράνομων αντικειμένων. Εξειδικεύεται, περαιτέρω, μέσα από την πιο πάνω δήλωση, η έκταση της όλης εμπλοκής του κατηγορούμενου και το κέρδος που αυτός θα έχει. Είναι όλα τα πιο πάνω στοιχεία που ενέπιπταν στην αποκλειστική γνώση του κατηγορούμενου. Άγνωστα για την Αστυνομία δεδομένα. Ο κατηγορούμενος σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στους αστυνομικούς το όνομα του Τουρκοκύπριου και τη μεταξύ τους σχέση όπως ο ίδιος την έθετε, ότι δηλαδή συνεργαζόντουσαν για αγορά ξενοδοχείου - καζίνο. Στους δε μάρτυρες κατηγορίας το μόνο που υποβαλλόταν ήταν ότι ο κατηγορούμενος τους απάντησε κατά το χρόνο σύλληψης του ότι δεν γνώριζε τι είχε μέσα το κουτί. Ούτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες αυτούς ότι έλαβαν γνώση των πιο πάνω λεπτομερειών από πηγή άλλη πλην του κατηγορούμενου. Αντιθέτως, κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 Λοχ. Βρυώνη προωθήθηκε από την υπεράσπιση η γραμμή ότι ο Λοχίας πληροφορήθηκε το όνομα του Τουρκοκύπριου από τη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει ο κατηγορούμενος στον εξεταστή της υπόθεσης Λοχ. Ανδρέου μετά τη σύλληψη του. Έχει ως εξής το σχετικό μέρος της αντεξέτασης του ΜΚ2: "Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτού του κατηγορούμενου το ήξερες πριν να γράψεις την κατάθεση σου. Α. Αν το ήξερα ήταν να σας πω ότι ήξερα. Ε. Και να το ξέρες δεν θα το έλεγες. Α. Ήταν να το πω. Δεν υπάρχει λόγος να μην το πω. Τι σημασία έχει αν το έκανα πριν ή μετά την κατάθεση. Ε. Να σου πω γιατί. γιατί μέσα στην κατάθεση σου γράφεις το όνομα Σεζαΐρ. Α. Αυτό μου το είπε την νύχτα που τον συνέλαβα. Ε. Σου υποβάλλω ότι όταν έγραφες την κατάθεση σου και να μην σου έλεγε ακόμα ο τρόπος που λέγει ο Λοχίας ο Ανδρέου ότι αναφέρθηκε το όνομα του Σεζαΐρ, στην κατάθεση του αναφέρει τον Σεζαΐρ ο κατηγορούμενος, όμως εσείς το ξέρετε από πριν το όνομα Σεζαΐρ. Α. Το ήξερα όταν τον συνέλαβα και μου το είπε ο ίδιος. Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι ουδέποτε σου είπε έτσι όνομα και το έγραψες μέσα στην κατάθεση σου ότι σου το είπε ο κατηγορούμενος γιατί το ήξερες και σου το είπε ο Χρίστος Ανδρέου από πριν ότι έκανε αυτήν την αναφορά. Α. Εν πάση περιπτώσει μου το είπε όταν τον συνέλαβα και του εξήγησα τους λόγους της σύλληψης του. Τώρα αν το άκουσα σε μεταγενέστερο στάδιο από τον κ. Χρίστο." Κατ΄ ακολουθία ήταν αδύνατο να είχαν δημιουργηθεί από την Αστυνομία οι σχετικές αναφορές, αφού τις πιο πάνω λεπτομέρειες γνώριζε μόνο ο κατηγορούμενος η δε Αστυνομία, ακόμη και με την ίδια τη θέση του κατηγορούμενου, τις πληροφορήθηκε όταν του πήρε κατάθεση. Τα πιο πάνω δεν ενισχύουν μόνο την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας. Καταδεικνύουν ακόμα ότι όντως οι δηλώσεις έγιναν από τον κατηγορούμενο, με όλες τις ολέθριες γι΄ αυτόν επιπτώσεις στην έκβαση των εναντίον του κατηγοριών, ως αποτέλεσμα του ειδικού βάρους των δηλώσεων αυτών. Ο εντοπισμός των όπλων στο νάιλον σακούλι που κρατούσε ο κατηγορούμενος φανερώνει και την αλήθεια του περιεχομένου των δηλώσεων του σε σχέση με τη φύση των αντικειμένων που κατείχε. Είναι κατάληξη μας ότι τίποτε δεν κλόνισε την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ως αξιόπιστη και ως αντικατοπτρίζουσα την αλήθεια και μόνο την αποδεχόμαστε. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης. Θέτοντας σε εγρήγορση όλες τις πνευματικές μας δυνάμεις και αισθήσεις παρακολουθήσαμε βήμα προς βήμα τη μαρτυρία του και την όλη πορεία της εκδοχής του. Μας έδωσε ξεκάθαρα την εντύπωση ατόμου που με υπόβαθρο ένα υπαρκτό γεγονός έκτισε μία φανταστική ιστορία, χρησιμοποιώντας ως βασικό δομικό υλικό ασύστολα ψεύδη. Ό,τι μας εντυπωσίασε στον κατηγορούμενο ήταν η ικανότητα του να παρουσιάζει με τον πιο απλό και φυσικό τρόπο εξωπραγματικά σενάρια και παράλογες καταστάσεις. Τεκμηριώνουμε: Είναι παραδεκτό ότι η εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν ο κατηγορούμενος προχώρησε σε συμφωνία αγοράς ξενοδοχείου - καζίνο στα κατεχόμενα. Προς υλοποίηση της συμφωνίας αυτής η εταιρεία του κατηγορούμενου μετέφερε, στις 19.6.03, με έμβασμα, μέσω της Τράπεζας Standard Chartered Bank Gallant μέσω της ΑΒΝ Amro Bank New York, το ποσό των $300.000 στην A.Κ. Bank Istanbul Τουρκίας με δικαιούχο την εταιρεία London Casino´s Ltd, η οποία εδρεύει στα κατεχόμενα. Πάνω σ΄ αυτό το γεγονός δόμησε την υπεράσπιση του ο κατηγορούμενος. Ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία αγοράς κατέρρευσε καθότι το ξενοδοχείο - καζίνο πωλήθηκε, εν αγνοία της εταιρείας του κατηγορούμενου σε τρίτους. Προέκυψε ως εκ τούτου, πάντα κατά τον κατηγορούμενο, θέμα επιστροφής των $300.
- Θα εξηγήσουμε γιατί είναι διάτρητη πέρα ως πέρα η εκδοχή της υπεράσπισης και γιατί οι ασυμβατότητες με ό,τι επιτάσσει η λογική διαπερνούν ολόκληρη τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Έγινε παραδεκτό ότι τα $300.000 μεταβιβάστηκαν σε νομικό πρόσωπο που εδρεύει στα κατεχόμενα με την εμπλοκή σειράς τραπεζών. Με κάθε δηλαδή απαραίτητη τραπεζική τυπικότητα. Παρουσίαζε περαιτέρω ο κατηγορούμενος την εταιρεία του ως μία καθ΄ όλα σοβαρή νομική οντότητα με σημαντικό κύκλο εργασιών. Έτσι εχόντων των πραγμάτων παραμένει μετέωρος και στερείται φυσικής συνύπαρξης με τα πιο πάνω δεδομένα ο τρόπος που ο κατηγορούμενος θέτει ότι συμφωνήθηκε τελικά να πάρει πίσω τα λεφτά της προκαταβολής. Αφού με τόση τυπικότητα και με πιστή χρήση του τραπεζικού συστήματος δόθηκε αρχικά το ποσό της προκαταβολής, δεν συνάδει επιστροφή του με την μέθοδο που επικαλείται ο κατηγορούμενος. Με την τοποθέτηση δηλαδή $150.000 σε μετρητά, νύχτα, εντός καλάθου και σε ένα δημόσιο χώρο στάθμευσης. Θα ήταν αναμενόμενο να επιστραφούν όπως ακριβώς δόθηκαν, μέσω τραπεζών. Συναισθανόμενος πλήρως ο κατηγορούμενος τα μηδενικά επίπεδα πειστικότητας της εκδοχής του επιστράτευσε ένα περαιτέρω στοιχείο προκειμένου να προσδώσει στήριξη στις θέσεις του. Αναφέρθηκε στις σχέσεις του με τον Τουρκοκύπριο Mustafa Sesair, μεσολαβητή για την αγορά του ξενοδοχείου - καζίνο. Είπε, ότι είχε στο πρόσωπο αυτό "απόλυτη εμπιστοσύνη". Χρησιμοποίησε μάλιστα επανειλημμένα κατά τη μαρτυρία του τη λέξη "εμπιστοσύνη". Το πρόσωπο όμως αυτό το είχε γνωρίσει μόλις ένα - δύο μήνες προηγουμένως. Μαζί του θα είχε μια και μόνο επαγγελματική συνεργασία, την αγορά ξενοδοχείου - καζίνο. Παρά την καταβολή προκαταβολής το ξενοδοχείο αυτό πωλήθηκε σε τρίτα πρόσωπα και μάλιστα εν αγνοία του κατηγορούμενου και της εταιρείας του. Αδυσώπητο λοιπόν προκύπτει το ερώτημα: πού στηριζόταν η τόση εμπιστοσύνη που επικαλείται ο κατηγορούμενος ότι είχε στο Mustafa; Δεν υπάρχει βάθρο στήριξης ούτε τέτοιας εμπιστοσύνης, αλλά, κατ΄ ακολουθία, και της ανάλογης θέσης του κατηγορούμενου. Σειρά άλλων ισχυρισμών του κατηγορούμενου επιμαρτυρά την αναξιοπιστία του. Αντιλαμβανόμενος τη σημασία της παρουσίας των βασικών μαρτύρων κατηγορίας Λοχ. Βρυώνη και Αστ. Πετράκη στο χώρο στάθμευσης κατά το χρόνο σύλληψης του επιχείρησε να την αμφισβητήσει. Ισχυρίστηκε καταθέτοντας ότι δεν ήταν ο Λοχίας Βρυώνης που τον ανέκοψε πρώτος φωνάζοντας του, ούτε αυτός που τον συνέλαβε, αλλά άλλος αστυνομικός. Τέτοια όμως θέση ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους. Αντίθετα η όλη πορεία αντεξέτασης συνταυτιζόταν με την εκδοχή ότι ήταν ο Λοχ. Βρυώνης που επενέβη, συνέλαβε τον κατηγορούμενο και είχε τον πρωτεύοντα ρόλο καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο. Έθεσε ακόμη ο κατηγορούμενος ότι τον Αστ. Πετράκη τον είδε για πρώτη φορά στον Αστυνομικό Σταθμό όταν μεταφέρθηκε εκεί μετά τη σύλληψη του. Στην πορεία όμως της μαρτυρίας του αναίρεσε τη θέση αυτή, δεχόμενος ότι θυμόταν τον πιο πάνω Αστυνομικό να οδηγεί το αυτοκίνητο με το οποίο μεταφέρθηκε από το σημείο σύλληψης του στον Αστυνομικό Σταθμό. Περαιτέρω διαφοροποίηση από όσα σχετικά κατέθεσε ο κατηγορούμενος εξεταζόμενος ενόρκως, εντοπίζεται στα όσα η πλευρά της υπεράσπισης υπέβαλλε κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, Λοχ. Βρυώνη. Αφορούν ένα επίσης σημαντικό ζήτημα: Τις ισχυριζόμενες απαντήσεις του κατηγορούμενου κατά το χρόνο που έλαβε στην κατοχή του το νάιλον σακούλι. Υπεβλήθη στο ΜΚ2: "Ε. Και σου υποβάλλω ότι ο κατηγορούμενος, τελευταία υποβολή, όταν τον ρώτησες και του είπες "έσιη όπλα μέσα και είναι δικά σου", του είπες αυτό το πράγμα σου το ξαναεπαναλαμβάνω και η απάντηση του ήταν "εγώ δεν ξέρω τι έχει μέσα". Στο σχετικό μέρος της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο Λοχ. Βρυώνης του είπε: "Ξέρεις τι είναι μέσα στη σακούλα;" και χωρίς να απαντήσει ο ίδιος συνέχισε ο Λοχίας "έχει τρία πιστόλια και είναι δικά σου". Σε καμία δηλαδή περίπτωση δεν έθεσε ο κατηγορούμενος ότι έδωσε την απάντηση: "εγώ δεν ξέρω τι έχει μέσα". Αντίθετα ήταν σταθερή του θέση ότι ο ίδιος δεν ανέφερε ο,τιδήποτε κατά το χρόνο σύλληψης του. Εν πάση όμως περιπτώσει και φυσιολογικό και αναμενόμενο θα ήταν, εάν τα γεγονότα είχαν όπως ο κατηγορούμενος έθετε, να αντιδράσει αμέσως αναφέροντας τα σχετικά περί των δολαρίων μόλις η Αστυνομία του καταλόγιζε, όπως ήταν η θέση του, μια τόσο σοβαρή κατηγορία. Ότι δηλαδή κατείχε και μετέφερε αριθμό πιστολιών. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς τους λόγους που μετέβηκε στο χώρο στάθμευσης είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα, προκειμένου να απεμπλακεί της οδυνηρής θέσης στην οποία τον οδήγησαν τα πραγματικά γεγονότα. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία του και οι βασικοί ισχυρισμοί του απορρίπτονται ως αναξιόπιστοι. Η υπεράσπιση ισχυρίστηκε παγίδευση του κατηγορούμενου από την Αστυνομία. Υπό την έννοια ότι η ίδια η Αστυνομία σε συνεργασία με τον Sesair τοποθέτησε τα όπλα στον κάλαθο και στη συνέχεια ειδοποίησε τον κατηγορούμενο, τηλεφωνικά, αναφέροντας του ότι εκεί υπάρχουν οι $150.
- Οι ισχυρισμοί για δόλιες ενέργειες της Αστυνομίας παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Η υπεράσπιση, χωρίς στήριξη σε μαρτυρία, προσπάθησε να θέσει ότι στις ενέργειες της Αστυνομίας εντοπίζονται κενά που δημιουργούν ερωτηματικά ως προς τη συμπεριφορά των οργάνων της. Ως τέτοιες αναφέρθησαν η παρουσία των αστυνομικών κατά το συγκεκριμένο χρόνο στο χώρο στάθμευσης, η προηγούμενη μετακίνηση του καροτσιού στο οποίο ήταν τοποθετημένοι οι κάλαθοι και η αδυναμία των εμπειρογνωμόνων να εντοπίσουν δακτυλικά αποτυπώματα στη χειρολαβή του καροτσιού αυτού. Ως προς την παρουσία αστυνομικών στο συγκεκριμένο χώρο έχουμε ήδη αποφανθεί. Ο μη εντοπισμός δακτυλικών αποτυπωμάτων στο καρότσι αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς προωθεί τις θέσεις της υπεράσπισης περί παγίδευσης. Τέλος προέκυψε, ως κοινή συνισταμένη της όλης μαρτυρίας, ότι το καροτσάκι στο οποίο βρισκόντουσαν οι κάλαθοι είχε τοποθετηθεί από τον χειριστή του (ΜΚ7, υπάλληλο του Δήμου Λάρνακας) σε άλλο σημείο του χώρου στάθμευσης από αυτό που τελικά το εντόπισε ο κατηγορούμενος. Το αναντίλεκτο αυτό γεγονός δεν αφήνει ούτε κενά, ούτε υποψίες για περίεργες ενέργειες των αστυνομικών, ούτε παρέχει βάση για στήριξη ισχυρισμού για παγίδευση του κατηγορούμενου. Αντιθέτως θα ήταν πολύ πιο απλό, αν όντως η Αστυνομία ενεργούσε ύποπτα, να είχε τοποθετήσει τους καλάθους σε σημείο όπου χωρίς δυσκολία και χωρίς να χρειάζεται να κινείται για τόση ώρα και εισερχόμενος τρεις φορές στο χώρο στάθμευσης, να τους εντόπιζε ο κατηγορούμενος. Εάν δε είχε βάση η θέση της υπεράσπισης, θα ήταν λογικό και αναμενόμενο οι αστυνομικοί να βρισκόντουσαν σε σημεία κοντά στους καλάθους, τους οποίους και να έλεγχαν οπτικά και όχι σε δύο ξεχωριστές και απομακρυσμένες μεταξύ τους τοποθεσίες του χώρου στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Πέραν των πιο πάνω ο ίδιος ο πυρήνας της ισχυριζόμενης παγίδευσης είναι τρωτός, στερούμενος λογικής. Τέθηκε μέσα από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ότι ο Sesair συνεργάστηκε με την Αστυνομία προκειμένου να μην του επιστρέψει το ποσό της προκαταβολής. Διαφεύγει όμως του κατηγορούμενου ότι αυτό δεν συνάδει με τη θέση του ότι ο Sesair δεν ήταν το πρόσωπο που είχε το ξενοδοχείο - καζίνο, αλλά ενεργούσε ως μεσολαβητής για υλοποίηση της συμφωνίας. Ακόμα πιο σημαντικό, διαφεύγει της υπεράσπισης ότι η προκαταβολή δόθηκε μέσω τραπεζών σε εταιρεία, την London Casino΄s Ltd, με την οποία δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι συνδέεται ο Sesair. Κατά συνέπεια ο τελευταίος δεν έλαβε προσωπικά το ποσό ούτως ώστε να είχε και πρόβλημα με την επιστροφή του. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη. Ανάλογα είναι και τα ευρήματα μας. Είναι βασικό μας εύρημα ότι τη νύχτα της 26.7.03 και περί ώρα 10:00 μ.μ ο κατηγορούμενος κινήθηκε σε τρεις περιπτώσεις εντός του χώρου στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας οδηγώντας το όχημα του υπ΄ αρ. εγγραφής 440V
- Την τρίτη φορά στάθμευσε σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από καροτσάκι το οποίο βρισκόταν σε νησίδα μεταξύ του χώρου στάθμευσης και του δρόμου που οδηγεί στις Πρώτες Βοήθειες του Νοσοκομείου. Τοποθετημένοι στο καροτσάκι αυτό βρισκόντουσαν δύο κάλαθοι (Τεκμήρια 12 και 13). Ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το όχημα του και κατευθύνθηκε προς τους πιο πάνω καλάθους σκουπιδιών ελέγχοντας τη γύρω περιοχή. Αφού τους πλησίασε άνοιξε τον ένα από αυτούς και πήρε από μέσα μία νάιλον τσάντα. Τρέχοντας άρχισε να επιστρέφει προς το αυτοκίνητο του. Προτού εισέλθει σε αυτό ανακόπηκε από τον Λοχ. Βρυώνη ο οποίος και του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα. Ακολούθησε μεταξύ τους διάλογος κάτω από τις συνθήκες και με περιεχόμενο τα όσα οι ΜΚ Λοχ. Βρυώνης και Αστ. Πετράκης κατέθεσαν και έγιναν αποδεκτά. Είναι τέλος εύρημα μας ότι η νάιλον τσάντα, την οποία πήρε ο κατηγορούμενος από τον κάλαθο περιείχε κουτί στο οποίο υπήρχαν τα τρία πιστόλια (Τεκμήρια 2, 4 και 6) και τα 25 πλήρη φυσίγγια (Τεκμήρια 3, 5 και 7), όπως αυτά περιγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Κατοχή στα πλαίσια του Νόμου, σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. (Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 662, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ, 211). Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας μέσα από τη μαρτυρία που προσέφερε και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο το σύνολο των συστατικών στοιχείων όλων των αδικημάτων. Η παραλαβή από τον κατηγορούμενο της νάιλον σακούλας και η πορεία του προς το όχημα του συνιστά και καταδεικνύει τον φυσικό έλεγχο των παράνομων αντικειμένων και την μεταφορά τους. Το στοιχείο της γνώσης έχει αποδειχθεί μέσα από τις ίδιες τις προφορικές ομολογίες του κατηγορούμενου. Είναι με βάση τα πιο πάνω κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και τις οκτώ κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τον βρίσκουμε ένοχο για το σύνολο των κατηγοριών. (Υπ.) .................................. Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.).................................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο