Δημοκρατία ν. Μάριου Κάππελου, Αρ. Υπόθεσης: 13575/03, 10 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2006:3 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13575/03 Δημοκρατία ν. Μάριου Κάππελου Κατηγορούμενου. Ημερομηνία: 10 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Παπαμιλτιάδους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Μαθηκολώνης. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης προμήθειας από άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, παράνομης κατοχής του και κατοχής του πιο πάνω φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Αφορούν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 493,6 γραμμαρίων. Είναι κατηγορίες που στηρίζονται στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Για να γίνει πιο κατανοητό το πλαίσιο της δίκης και οι ανάλογες θέσεις των δύο πλευρών, θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε, λιτά, ένα φάσμα παραδεκτών, ουσιαστικά, γεγονότων. Την 2.12.03 η Αστυνομία, μετά από πληροφορίες που είχε ότι ο κατηγορούμενος εμπλέκεται σε διακίνηση ναρκωτικών, αιτήθηκε έκδοση εντάλματος έρευνας (το ένταλμα). Δικαστής εξέδωσε το ένταλμα και εξουσιοδότησε έρευνα της οικίας, υποστατικών και του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου υπ΄ αρ. εγγραφής ΕΗΒ
- Δεκαέξι μέρες αργότερα, την 18.12.03, άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας με επικεφαλής τον τότε Λοχ. 3655 και σήμερα Υπαστυνόμο Σ. Σολομωνίδη (ο Λοχίας), προχώρησαν στην εκτέλεση του εντάλματος. Ο Λοχίας θεώρησε ορθό αντί να πάει με τους άνδρες του απευθείας στην οικία του κατηγορούμενου, η οποία βρίσκεται στην Αραδίππου, και να την ερευνήσει, να καλέσει τον κατηγορούμενο στον τοπικό Αστυνομικό Σταθμό για να μεταβεί μαζί τους από το Σταθμό αυτό στο σπίτι του. Μέσω υπεύθυνου του Σταθμού ειδοποιήθηκε ο κατηγορούμενος και ήρθε στα γραφεία του Αστυνομικού αυτού Τμήματος. Εκεί συναντήθηκε με το Λοχία και τους άλλους άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. Ο Λοχίας τον πληροφόρησε για την ύπαρξη του εντάλματος και στη συνέχεια, όλοι μαζί, μετέβησαν με δύο αστυνομικά οχήματα στο σπίτι του κατηγορούμενου. Αφού εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού αυτού - και κάτω από συνθήκες που αμφισβητούνται και τις εκατέρωθεν θέσεις θα θέσουμε σε κατοπινό στάδιο - εντοπίστηκαν σε θήκη του μοτοποδηλάτου υπ΄ αρ. εγγραφής ΚΑΥ228, το οποίο ανήκε στον κατηγορούμενο και το οποίο ήταν εντός της αυλής, τα επίδικα ναρκωτικά και μια ζυγαριά ακριβείας. Έχοντας καταγράψει τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, στο ουσιαστικό τους μέρος και στην έκταση που αυτά είναι απαραίτητα για να γίνει κατανοητό το φάσμα που καλύπτει η υπόθεση, παραθέτουμε, συνοπτικά, τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, στην έκταση που αυτή δεν καλύπτεται από παραδεκτά γεγονότα, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου καταθέσεων των αστυνομικών οργάνων. Παρεμβάλλουμε ότι δεν θα αναφερθούμε σε γεγονότα που κάλυψαν προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία δόθηκε μετά από διαδικασία δίκης εντός δίκης προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο τα ναρκωτικά θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά ως στοιχεία μαρτυρίας. Το εύρος των γεγονότων αυτών δεν αφορά και ούτε επηρεάζει τα βασικά για την υπόθεση σημεία. Εξαντλείται, ουσιαστικά, στα όσα έλαβαν χώρα κατά την παρουσία του κατηγορούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβηκε στο σπίτι του μαζί με τους αστυνομικούς για να λάβει χώρα η έρευνα. Η ουσία λοιπόν της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής έχει ως εξής: Την 18.12.03 και περί ώρα 5:00 μ.μ, οι άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. μετέβησαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Πληροφορήθηκαν από τον υπεύθυνο Λοχία ότι ο κατηγορούμενος θα παρουσιαζόταν στο σταθμό αυτό μετά πάροδο μίας περίπου ώρας. Εκμεταλλευόμενοι το χρονικό αυτό διάστημα πήγαν σε κοντινό του Σταθμού χώρο προκειμένου να εκτελέσουν άλλο ένταλμα έρευνας που είχαν στην κατοχή τους. Γύρω στις 6:00 μ.μ. επέστρεψαν στο Σταθμό όπου και συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο. Όλοι μαζί μετέβησαν στην οικία του. Μόλις εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού του και προτού αρχίσει η έρευνα ο Λοχ. Σολομωνίδης ρώτησε τον κατηγορούμενο κατά πόσο έχει οτιδήποτε παράνομο στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος πλησίασε τότε το μοτοποδήλατο υπ΄ αρ. εγγραφής ΚΑΥ228, το οποίο ήταν σταθμευμένο εντός της αυλής, και είπε: "Ρε κοπέλια εν δαμέσα που το έχω το χόρτο". Του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο. Ακολούθως ο κατηγορούμενος εισήλθε με συνοδεία αστυνομικού στην κουζίνα του σπιτιού απ΄ όπου και παρέλαβε τα κλειδιά της θήκης του μοτοποδηλάτου. Αφού άνοιξε τη θήκη αυτή πήρε από μέσα μία πράσινη νάιλον τσάντα και την παρέδωσε στο ΜΚ
- Αυτός την παρέλαβε και την άνοιξε στην παρουσία του κατηγορούμενου. Βλέποντας τα ναρκωτικά ο ΜΚ3 επέστησε ξανά την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο και ο τελευταίος απάντησε "εγόρασα το πριν καμιάν ώρα, μόνο τούτον έχω". Μέσα στην τσάντα αυτή, πέραν των ναρκωτικών που αφορούν οι κατηγορίες βρισκόταν και μία μικρή ζυγαριά. Ο ΜΚ3 την υπέδειξε στον κατηγορούμενο και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Αυτός απάντησε "εν τζιαι χρησιμοποίησα την, έχω του εμπιστοσύνη τζείνου που μου το έδωκε, εν ακριβώς μισό κιλό". Αμέσως ο ΜΚ3 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα και του επέστησε ξανά την προσοχή στο Νόμο. Απάντησε ο κατηγορούμενος: "Εγιώ εν τζιαι πίνω χόρτο αλλά έπιασα 2-3 φορές τζιαι πούλησα". Ακολούθησε έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Μεταφέρθηκε στη συνέχεια στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. όπου ανακρινόμενος προφορικά ανέφερε ότι αγόρασε τα ναρκωτικά από άλλο πρόσωπο, το οποίο αρνήθηκε να κατονομάσει, για το ποσό των £2.
- Αρνήθηκε επίσης να δώσει κατάθεση αναφέροντας ότι φοβάται να το πράξει και ζήτησε να συμβουλευτεί τον δικηγόρο του. Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της κατηγορίας τους υπεβλήθει ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος υπέδειξε τα ναρκωτικά στην Αστυνομία, ούτε και ανέφερε τα όσα του καταλογίζουν ότι είπε στην αυλή της οικίας του προ και μετά την ανεύρεση των ναρκωτικών αυτών. Υπεβλήθει περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει η Αστυνομία ουδέποτε προειδοποίησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του. Προωθήθηκε επίσης η θέση από την υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, ότι τα ναρκωτικά τοποθετήθηκαν στο συγκεκριμένο μέρος από πράκτορα της Αστυνομίας, ο οποίος ενεργούσε και ως πληροφοριοδότης της. Αφέθηκε να πλανάται ότι η τοποθέτηση αυτή έγινε κατά το χρονικό διάστημα της μίας ώρας κατά το οποίο ανέμεναν οι άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. τον κατηγορούμενο να προσέλθει στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Ήταν σ΄ αυτό το σημείο η θέση του συνήγορου υπεράσπισης προς τους μάρτυρες κατηγορίας ότι οι ίδιοι είχαν ζητήσει από τον κατηγορούμενο, μέσω του Λοχία του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου, να παρουσιαστεί μία ώρα μετά το τηλεφώνημα. Οι μάρτυρες κατηγορίας επέμεναν στις αρχικές τους θέσεις απορρίπτοντας τις υποβολές και τις θέσεις που τέθηκαν σ΄ αυτούς κατά την αντεξέταση τους. Πρόσθεσαν περαιτέρω ότι δακτυλοσκοπικός έλεγχος επί των τεκμηρίων και του μοτοποδηλάτου δεν έλαβε χώρα καθότι θεωρήθηκε αχρείαστος με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατοχή των ναρκωτικών. Αχρείαστη, πάντα κατά τη θέση των μαρτύρων κατηγορίας στο στάδιο της αντεξέτασης, ήταν και η παραλαβή του μοτοποδηλάτου και η κατακράτηση της. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα. Την κυρίως εξέταση του κάλυψε, δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Ν.32(Ι)/04, γραπτή δήλωση του την οποία και υιοθέτησε. Κατατέθηκε δε ως Τεκμήριο
- Η ουσία των αναφορών της είναι ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέδειξε στην Αστυνομία τα επίδικα ναρκωτικά, ούτε και ανέφερε τα όσα οι αστυνομικοί μάρτυρες του καταλογίζουν κατά την ώρα ανεύρεσης των παράνομων ουσιών. Είναι η θέση του ότι μόλις εισήλθε με τους αστυνομικούς στην αυλή του σπιτιού για σκοπούς έρευνας ο Λοχ. Σολομωνίδης του υπέδειξε τη μοτοσικλέτα που ήταν σταθμευμένη στην αυλή και στην αναφορά του ( του κατηγορούμενου) ότι αυτή του ανήκει, ο Λοχίας κατευθύνθηκε προς τη μοτοσικλέτα, σήκωσε το κάθισμα της, που δεν ήταν κλειδωμένο, και πήρε από τη θήκη που υπάρχει σ΄ αυτό το σημείο μία νάιλον σακούλα λέγοντας ότι είναι ναρκωτικά. Ακολούθως ρώτησε τον κατηγορούμενο αν είναι δικά του και πού τα βρήκε. Αυτός του ανέφερε ότι δεν ήξερε πώς βρέθηκαν στη θήκη της μοτοσικλέτας τα ναρκωτικά και ότι δεν είναι δικά του. Οι Αστυνομικοί επέμεναν να παραδεχτεί ότι είναι δικά του, αλλά αυτός τους έλεγε ότι δεν έχει σχέση με τα ναρκωτικά. Σε σχέση με την μετάβαση του στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου ήταν η θέση του ότι πήγε μία ώρα μετά το τηλεφώνημα που δέχτηκε από τον υπεύθυνο του Σταθμού καθότι έτσι του ζητήθηκε από αυτόν. Αντεξεταζόμενος σχετικά με την ώρα και τις συνθήκες μετάβασης του στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, κατέθεσε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από τον υπεύθυνο του Σταθμού αυτού γύρω στις 5:00 μ.μ. ο οποίος και του ζήτησε να πάει σε μία ώρα εκεί. Έφυγε από το σπίτι του γύρω στις 5:45 μ.μ. Αναφορικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα η έρευνα στην οικία του ανέφερε ότι τα αστυνομικά αυτοκίνητα σταμάτησαν έξω από την πόρτα της "πίσω αυλής", ήτοι της αυλή που εντοπίστηκε η μοτοσικλέτα με τα ναρκωτικά. Ο ίδιος άνοιξε την πόρτα της αυλής αυτής και οδήγησε τους αστυνομικούς στο χώρο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο "ένα κούντημα θέλει (η πόρτα της αυλής) και ανοίγει". Αρνήθηκε την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως προς τις συνθήκες ανεύρεσης των ναρκωτικών. Πρόσθεσε ότι η θήκη της μοτοσικλέτας έχει κλειδαριά, αλλά δεν κλειδώνει γιατί είχε πρόβλημα από τον καιρό που την αγόρασε, μεταχειρισμένη, 1½ περίπου χρόνο πριν τα επίδικα γεγονότα. Επέμενε στον ισχυρισμό του ότι τα ναρκωτικά τοποθετήθηκαν από άλλο πρόσωπο προκειμένου να παγιδευτεί ο ίδιος. Δεν ήταν όμως σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο αυτό έγινε. Μέρος της αντεξέτασης κινήθηκε γύρω από τις σχέσεις του κατηγορούμενου με δύο άλλα πρόσωπα, κάποιους Στυλιανού και Δημητριάδη. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε αυτά τα πρόσωπα. Πρόσθεσε όμως ότι λίγες μέρες πριν τη σύλληψη του δεχόταν τηλεφωνήματα από άγνωστο του αριθμό τηλεφώνου. Όταν αφέθηκε ελεύθερος μετά την προφυλάκιση του, και προσπαθώντας να αντιληφθεί πώς βρέθηκαν τα ναρκωτικά στη μοτοσικλέτα του συνέδεσε τα πιο πάνω τηλεφωνήματα με το γεγονός αυτό. Ερεύνησε σχετικά και διαπίστωσε ότι ο αριθμός τηλεφώνου ανήκε σε κάποιο Στυλιανού. Κατέληξε, αντεξεταζόμενος, ότι τα γεγονότα αυτά τα ανάφερε στην Αστυνομία, αλλά δεν τον έλαβαν υπόψη. Η υπεράσπιση επιχείρησε να παρουσιάσει μαρτυρία για απόδειξη παρόμοιων γεγονότων σε σχέση με τον τρόπο συμπεριφοράς της Αστυνομίας σε άλλη υπόθεση, καθώς επίσης και μαρτυρία για προσβολή του χαρακτήρα των δύο Μαρτύρων Κατηγορίας Σολομωνίδη και Λοίζου. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου αυτό δεν επετράπηκε. Τελικά ως μοναδικός Μάρτυρας Υπεράσπισης κατέθεσε ο Λοχ. 4397 Μ. Ξενοφώντος της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας, υπεύθυνος του αρχείου της Υπηρεσίας αυτής. Είχε στην κατοχή του τους φακέλους σοβαρών υποθέσεων 83/03 και 84/03, οι οποίοι αφορούν κάποιους Δημητριάδη και Στυλιανού αντίστοιχα. Η υπεράσπιση επιχείρησε μέσα απ΄ αυτήν τη μαρτυρία να αποδείξει τόσο τον ισχυρισμό της ότι ο Στυλιανού ήταν ο πληροφοριοδότης της Αστυνομίας σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, όσο και τη θέση της ότι αυτός ήταν το πρόσωπο το οποίο, σε συνεργασία με την Αστυνομία, τοποθέτησε τα ναρκωτικά στη μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να τον παγιδεύσει. Στα μέρη της μαρτυρίας του Λοχ. Ξενοφώντος που σχετίζονται με τα πιο πάνω θέματα και στη σημασία που αυτά ενέχουν στην παρούσα υπόθεση θα επανέλθουμε σε κατοπινό στάδιο, κατά την εξέταση των ανάλογων ισχυρισμών της υπεράσπισης. Ο κ. Μαθηκολώνης αγορεύοντας κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο αφενός διότι μέσα από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής προβάλλουν σειρά ερωτηματικών τα οποία δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και αφετέρου λόγω παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων, παραβίαση η οποία είχε ως αποτέλεσμα, πάντα κατά το συνήγορο υπεράσπισης, να μην τύχει ο κατηγορούμενος δίκαιης δίκης. Στις σχετικές, κατά την υπεράσπιση, αδυναμίες και κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και στην επιχειρηματολογία που καλύπτει το ζήτημα της παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης θα αναφερθούμε στην πορεία της απόφασης μας. Η κα Παπαμιλτιάδους εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε Αναλύοντας τη μαρτυρία αυτή κάλεσε το Δικαστήριο να την κρίνει ως αξιόπιστη. Σε σχέση με τη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης ήταν η προσέγγιση της δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα όσα ο συνήγορος υπεράσπισης σχετικά ανέφερε δεν τεκμηριώνουν αυτή του τη θέση, ούτε και στοιχειοθετούν τους ισχυρισμούς του. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέταση της μαρτυρίας. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Υπό το φως των αρχών αυτών προχωρούμε στην αξιολόγηση. Παρακολουθήσαμε με εξαιρετική προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους. Ιδιαίτερα τους δύο βασικούς μάρτυρες, τον τότε Λοχ. Σολομωνίδη και τον Αστ. Λοίζου (ΜΚ2 και 3 αντίστοιχα). Είχαμε πλήρη συναίσθηση της σπουδαιότητας της μαρτυρίας τους. Η φύση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση συμπεριλαμβανομένων των αναφορών των μαρτύρων αυτών που περιστρέφονται γύρω από ισχυριζόμενες προφορικές, ενοχοποιητικές, δηλώσεις του κατηγορούμενου, καθιστούσαν καίριας σημασίας και υπέρτατης σπουδαιότητας τα όσα τα αστυνομικά όργανα κατέθεσαν ενώπιον μας. Έχοντας κατά νουν την αστυνομική τους ιδιότητα καθώς επίσης και την αναφορά τους σε παραδοχές του κατηγορούμενου αντικρίσαμε τη μαρτυρία τους σε όλη την πορεία αξιολόγησης της με άκρα προσοχή. Βρισκόμενοι σε συνεχή εγρήγορση θέλαμε να βεβαιωθούμε ότι ο οποιοσδήποτε υπερβάλλων ζήλος των αστυνομικών για εξιχνίαση της υπόθεσης δεν παραποίησε σε καμία περίπτωση την αλήθεια. Συνοχή, φυσικότητα και συνταύτιση με τη λογική καλύπτει το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Οι μάρτυρες κατηγορίας μας έκαναν άριστη εντύπωση και δεν μας άφησαν κανένα περιθώριο αμφιβολίας ως προς την αλήθεια των γεγονότων που περιβάλλουν το ουσιαστικό για την υπόθεση χρονικό διάστημα του εντοπισμού των παράνομων ναρκωτικών ουσιών. Δεχόμαστε ότι η κάθε σχετική με τα ουσιώδη αυτά γεγονότα αναφορά τους αποτυπώνει την πραγματικότητα και μόνο. Δεν έχουμε ίχνος αμφιβολίας ότι οι μάρτυρες κατηγορίας, και ιδιαίτερα οι ουσιώδεις (ΜΚ2 και ΜΚ3), κατέθεσαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μακρά, πολυεπίπεδη και πολυειδής αντεξέταση τους δεν κλόνισε σε καμία περίπτωση τη μαρτυρία τους, ούτε προκάλεσε ρήγματα στη συνοχή της. Παρέμεινε καθαρή και ανόθευτη μέχρι τέλους. Μέσα από μία σειρά επιχειρημάτων προσπάθησε η υπεράσπιση να πλήξει την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας. Κάποια απ΄ αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο της, κατ΄ ισχυρισμό της υπεράσπισης, παγίδευσης του κατηγορούμενου. Το όλο πλέγμα της θέσης που καλύπτει την ισχυριζόμενη αυτή παγίδευση θα το εξετάσουμε σε κατοπινό στάδιο. Στο σημείο αυτό θα περιοριστούμε σε δύο αναφορές της υπεράσπισης που τέθηκαν προκειμένου να τρωθεί η αξιοπιστία των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής: της παράλειψης διενέργειας δακτυλοσκοπικού ελέγχου στα ανευρεθέντα παράνομα αντικείμενα και της παράλειψης παρουσίασης ως τεκμηρίων του μοτοποδηλάτου, σε θήκη του οποίου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, και των κλειδιών της θήκης αυτής. Παρουσιάστηκαν τα πιο πάνω από την υπεράσπιση ως παραλείψεις της Αστυνομίας οι οποίες δημιουργούν ερωτηματικά και υποψίες ως προς την αλήθεια των γεγονότων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τους μάρτυρες της. Δεν συμφωνούμε μ΄ αυτήν την προσέγγιση. Σύμφωνα με τους αστυνομικούς μάρτυρες οι παράνομες ναρκωτικές ουσίες εντοπίστηκαν μετά από υπόδειξη του κατηγορούμενου και μετά από αναφορά του ότι του ανήκουν. Υπό το φως των γεγονότων που λάμβαναν χώρα όπως αυτά αποκρυσταλλώθηκαν και μέσα από τις ισχυριζόμενες δηλώσεις του κατηγορούμενου ήταν αχρείαστο και δεν εξυπηρετούσε κανένα σκοπό να διενεργηθούν δακτυλοσκοπικές εξετάσεις επί των ανευρεθέντων. Τίποτε δεν δικαιολογούσε, ούτε και επέβαλλε, κατά τον ουσιώδη χρόνο τη διενέργεια από την Αστυνομία αυτού του είδους των εξετάσεων. Χωρίς σημασία θα ήταν επίσης, με δεδομένα τα πιο πάνω γεγονότα, η κατάσχεση και παρουσίαση ως τεκμηρίων του μοτοποδηλάτου και των κλειδιών του. Κατά συνέπεια οι σχετικές αναφορές της υπεράσπισης καμία επίδραση είναι δυνατό να έχουν επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε αφήνουν ερωτηματικά ως προς την ύπαρξη οποιωνδήποτε ύποπτων συνθηκών. Αμφισβητήθηκαν, επίσης, ως ψευδείς οι ισχυρισμοί των μαρτύρων κατηγορίας που κάλυπταν τα όσα αναφέρονται στις προφορικές παραδοχές του κατηγορούμενου κατά το χρόνο ανεύρεσης των ναρκωτικών. Έχουμε ήδη επισημάνει τη σπουδαιότητα των προφορικών αυτών δηλώσεων. Οι ομολογίες που προκύπτουν μέσα από αυτές είναι συντριπτική μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου. Καταδεικνύουν και στοιχειοθετούν από μόνες τους το σύνολο των συστατικών στοιχείων των εναντίον του κατηγοριών. Ως προς τη νομική αντίκριση του θέματος, προφορική ομολογία είναι αρκετή για να στηρίξει καταδίκη, δεδομένου ότι αυτή αποδεικνύεται σωστά. Δεν χρειάζεται ενισχυτική μαρτυρία, είτε ως θέμα νόμου, είτε ως θέμα πρακτικής, προκειμένου να ενισχύσει κάποια ομολογία. Όπως άλλες μορφές μαρτυρίας η αξία ομολογίας μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ, 166, 172-174). Το ερώτημα που τίθεται είναι αν όντως, ως γεγονός, έλαβαν χώρα οι προφορικές δηλώσεις του κατηγορουμένου όπως τις θέτουν οι μάρτυρες κατηγορίας. Επιβάλλεται επίσης η αξιολόγηση τους μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ούτως ώστε να διαπιστωθεί η αλήθεια του περιεχομένου τους και, κατά προέκταση, να αποφασισθεί κατά πόσο η ενοχή του κατηγορούμενου απεδείχθει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία. (Μαύρος άλλως "Χατζής" ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 466, 474). Τα δεδομένα που καλύπτουν την υπόθεση δεν παρέχουν δυνατότητα διακρίβωσης μέσω άλλων στοιχείων μαρτυρίας, πέραν αυτής των αστυνομικών οργάνων, του γεγονότος ότι όντως έλαβαν χώρα οι προφορικές ενοχοποιητικές δηλώσεις του κατηγορούμενου. Η ίδια η πορεία όμως των αναμφισβήτητων γεγονότων, όπως αυτά διαδραματίζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθιστά φυσική την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος προέβηκε στις ενοχοποιητικές δηλώσεις. Η Αστυνομία είχε στην κατοχή της ένταλμα έρευνας αναζητώντας ναρκωτικά, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Η έρευνα θα λάμβανε άμεσα χώρα. Υπό τις συνθήκες ο κατηγορούμενος είχε εγκλωβιστεί από τη ροή των γεγονότων. Διέξοδος διαφυγής του δεν υπήρχε. Ήταν ζήτημα χρόνου και αναπόφευκτη πλέον η ανεύρεση των παράνομων ουσιών. Η άμεση ανταπόκριση του στην ερώτηση του Λοχ. Σολομωνίδη αν είχε οτιδήποτε παράνομο στην κατοχή του, ήταν και φυσιολογικό και αναπόδραστο αποτέλεσμα των ασφυκτικών καταστάσεων που πλέον τον περιέβαλλαν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες έγιναν από τον κατηγορούμενο οι δηλώσεις, με όλες τις ολέθριες γι΄ αυτόν επιπτώσεις στην έκβαση των εναντίον του κατηγοριών, ως αποτέλεσμα του ειδικού βάρους των παραδοχών που αυτές εμπεριέχουν. Ο εντοπισμός των ναρκωτικών στη θήκη του μοτοποδηλάτου του κατηγορούμενου, αλλά και το βάρος τους (493,6 γραμμάρια), φανερώνει και την αλήθεια του περιεχομένου των δηλώσεων του σε σχέση με τη φύση των αντικειμένων, το είδος των ναρκωτικών ουσιών και την ποσότητα τους. Είναι κατάληξη μας ότι τίποτε δεν κλόνισε την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ως αξιόπιστη και ως αντικατοπτρίζουσα την αλήθεια και μόνο την αποδεχόμαστε. Η όλη παρουσία του κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα αντικριζόμενη κάτω από το φακό ανίχνευσης της πειστικότητας της ήταν μίζερη. Η παράθεση από μέρους του των ουσιαστικών θέσεων του, ήτοι αυτών που καλύπτουν την ανεύρεση των ναρκωτικών, έφερε το στίγμα του ψεύδους και το μίασμα της παραποίησης της αλήθειας. Ήταν αποτέλεσμα της απέλπιδας προσπάθειας του να αποστασιοποιηθεί από τα επιβαρυντικά για τον ίδιο γεγονότα. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση της καταπελτικής εις βάρος του μαρτυρίας προσπάθησε να προσδώσει πειστικότητα στα όσα κατέθετε με εκ των υστέρων επινοήσεις και ασύμβατες με τη λογική θέσεις και τοποθετήσεις. Τελικά η πειστικότητα και αξιοπιστία του κυμάνθηκε σε μηδενικά επίπεδα. Θα τεκμηριώσουμε την κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου με αναφορά στις βασικές πτυχές της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Ολόκληρη η μαρτυρία του ήταν προσαρμοσμένη στη θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε ιδέα για την ύπαρξη των ναρκωτικών στο μοτοποδήλατο του. Απέδιδε την τοποθέτηση τους σε συγκεκριμένο πρόσωπο, κάποιο Στυλιανού, εμπλέκοντας στην όλη υπόθεση και την Αστυνομία. Ρωτήθηκε, αντεξεταζόμενος, όπως ήταν και αναμενόμενο, για τους λόγους που οδήγησαν τον Στυλιανού και την Αστυνομία να τον μπλέξουν. Η πορεία των ισχυρισμών του και η παραδοξότητα που τους καλύπτει καταδεικνύουν και το αναξιόπιστο του. Ανέφερε αρχικά ότι δεν γνώριζε κανένα Στυλιανού, ούτε μπορούσε να σκεφτεί γιατί η Αστυνομία ήθελε να τον παγιδεύσει. Αντιλαμβανόμενος ότι ακούγεται, και είναι, αφύσικο να σε βλάπτει κάποιος που δεν ξέρεις και μάλιστα με τη συνεργασία της Αστυνομίας, έθεσε τον ισχυρισμό ότι λίγες μέρες πριν τον εντοπισμό των ναρκωτικών δεχόταν τηλεφωνήματα από κάποιο άγνωστο του αριθμό. Όταν συνελήφθηκε και αργότερα αφέθηκε ελεύθερος συνέδεσε, όπως είπε, τη σύλληψη του με τα πιο πάνω τηλεφωνήματα. Εντόπισε ότι ο αριθμός τηλεφώνου ανήκε σε κάποιο Στυλιανού. Δεν του μίλησε, αλλά συμπέρανε, ότι αυτός τον ενέπλεξε. Είναι διάτρητη πέρα ως πέρα η εκδοχή του κατηγορούμενου. Η ασυμβατότητα με ό,τι ο κοινός νους επιτάσσει διαπερνά ολόκληρο το φάσμα της. Είναι παράλογο να τηλεφωνά ξαφνικά ένα άγνωστο πρόσωπο, να μην τίθενται οποιοιδήποτε σοβαροί λόγοι που να δικαιολογούν προσφυγή σε ακραίες συμπεριφορές - όπως η παγίδευση που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος -, να εμπλέκεται χωρίς κανένα λόγο η Αστυνομία και να επιζητείται μ΄ αυτά τα δεδομένα στήριξη θέσεων της φύσης που ο κατηγορούμενος παρουσιάζει. Δεν έχουμε καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι εκ των υστέρων σκέψεις και εξωπραγματικά σενάρια προκειμένου να προσδώσει λογικοφάνεια στους ισχυρισμούς του. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου τεκμηριώνεται και από τα ακόλουθα: Ενώ ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι ανέφερε τα σχετικά με τα τηλεφωνήματα στην Αστυνομία και ότι τα αστυνομικά όργανα δεν τον έλαβαν υπόψη, τέτοιες θέσεις δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας στην εκτενή κατά τα άλλα, αντεξέταση τους. Περαιτέρω, λογικό θα ήταν, αν τα γεγονότα είχαν όπως τα έθετε ο κατηγορούμενος, να ζητήσει εξηγήσεις από το πρόσωπο που του τηλεφώνησε αφού ήξερε πλέον την ταυτότητα του. Πολύ περισσότερο με δεδομένη, κατά τον κατηγορούμενο, την έντονη υποψία του ότι το άτομο αυτό τον ενέπλεξε άδικα σε αδικήματα τόσο σοβαρής μορφής. Παραταύτα, πάντα κατά τον κατηγορούμενο, ενώ εντόπισε το πρόσωπο αυτό και τη διεύθυνση του δεν του είπε τίποτα. Έστω και αν ακόμα γινόταν αποδεκτή η σχετική μαρτυρία του κατηγορούμενου και πάλιν θα παρέμενε αβάσιμη, ανεξήγητη και αποσυναρτημένη από λογική συνοχή η κατάληξη του ότι το πρόσωπο που έκανε τα τηλεφωνήματα συνδέεται και με την τοποθέτηση των ναρκωτικών στο μοτοποδήλατο του. Η υπεράσπιση ισχυρίστηκε παγίδευση του κατηγορούμενου από την Αστυνομία. Υπό την έννοια ότι αυτή σε συνεργασία με κάποιο πληροφοριοδότη τους, τον Στυλιανού, τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο μοτοποδήλατο. Οι ισχυρισμοί για δόλιες ενέργειες της Αστυνομίας παρέμειναν τελικά ατεκμηρίωτοι. Η υπεράσπιση, χωρίς στήριξη σε μαρτυρία, προσπάθησε να θέσει ότι στις κινήσεις της Αστυνομίας εντοπίζονται κενά που δημιουργούν ερωτηματικά ως προς τη συμπεριφορά των οργάνων της. Ως τέτοια αναφέρθηκαν η καθυστέρηση στην εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, η αναγραφή σε αυτό οχήματος το οποίο είχε αποξενώσει μήνες προηγουμένως ο κατηγορούμενος, η μέθοδος που ακολούθησε η Αστυνομία προκειμένου να απομακρύνει από το σπίτι του τον κατηγορούμενο προτού εκτελέσει το ένταλμα έρευνας, η μη ποινική δίωξη - κατ΄ ισχυρισμό της υπεράσπισης - του πληροφοριοδότη της Αστυνομίας και η παράλειψη των αστυνομικών οργάνων να εξετάσουν δακτυλοσκοπικά τα ανευρεθέντα παράνομα αντικείμενα και να παρουσιάσουν ως τεκμήρια το μοτοποδήλατο και τα κλειδιά του. Ως προς τις ισχυριζόμενες παραλείψεις έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας και δεν θα επανέλθουμε. Ανάλυση, αμέσως πιο κάτω, των υπόλοιπων αναφορών της υπεράσπισης εκθεμελιώνει αφενός τις προσεγγίσεις της για παγίδευση του κατηγορούμενου και αφετέρου δίνει περαιτέρω επίρρωση στην κατάληξη του Δικαστηρίου περί της αναξιοπιστίας του. Αναντίλεκτα το ένταλμα έρευνας εκτελέστηκε 16 μέρες μετά την έκδοση του. Τα όσα περιστρέφονται γύρω από τη νομιμότητα του και την περίοδο ισχύος του αποτέλεσαν αντικείμενο δίκης εντός δίκης και καλύπτονται από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.05. Ό,τι ενδιαφέρει στο στάδιο αυτό είναι η επίδραση της παρόδου των 16 ημερών στη θεμελίωση των ισχυρισμών της υπεράσπισης περί δολίων ενεργειών της Αστυνομίας. Χωρίς τεκμηρίωση με μαρτυρία ισχυρίστηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου ότι η Αστυνομία ανέμενε να τοποθετήσει τα ναρκωτικά ο πληροφοριοδότης της, προτού εκτελέσει το ένταλμα έρευνας. Ισχυρίστηκε ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τελικά εκτελέστηκε τη συγκεκριμένη μέρα. Συνδύασε η υπεράσπιση τη θέση αυτή με την αναφορά του κατηγορούμενου ότι είναι η ίδια η Αστυνομία που του ζήτησε να μεταβεί μετά από μία ώρα στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, αφήνοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο να αιωρείται ότι απώτερος σκοπός των αστυνομικών ήταν να τον απομακρύνουν από το σπίτι του προκειμένου ο πληροφοριοδότης - συνεργάτης τους να έχει την ευχέρεια να τοποθετήσει τα ναρκωτικά στο μέρος όπου τελικά ανευρέθησαν. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει οι πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης κινήθηκαν στο πεδίο της θεωρίας. Τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα αντικριζόμενα από την οπτική γωνία της λογικής εκθεμελιώνουν τους θεωρητικούς αυτούς ισχυρισμούς. Τα θέτουμε: Έγινε λόγος γύρω από το εάν η Αστυνομία ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μεταβεί μετά από μία ώρα στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου ή αν ο κατηγορούμενος ανέφερε στον υπεύθυνο του Σταθμού ότι θα πάει μετά από μία ώρα. Όταν αρχικά αντεξεταζόντουσαν οι μάρτυρες κατηγορίας η υπεράσπιση άφηνε να πλανάται ότι οι αστυνομικοί της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας εκμεταλλεύτηκαν το χρονικό αυτό διάστημα της μιας ώρας για να παγιδεύσουν, υπό την έννοια που έδωσε στον όρο ο συνήγορος υπεράσπισης, τον κατηγορούμενο. Τεκμηριώθηκε όμως στη συνέχεια ότι στο διάστημα της μίας αυτής ώρας και μέχρι να φθάσει ο κατηγορούμενος στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, οι άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν., αξιοποιώντας το χρόνο, εκτέλεσαν άλλο ένταλμα έρευνας άσχετο με την παρούσα υπόθεση. Όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε, σε όλο αυτό το διάστημα της μίας ώρας ήταν σπίτι του. Είπε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από την Αστυνομία η ώρα 5:00 μ.μ. και έφυγε από το σπίτι του για να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό η ώρα 5:45 μ.μ. Είναι δηλαδή άνευ σημασίας σε τελική ανάλυση το όλο θέμα που δημιουργήθηκε σχετικά με τη διιστάμενη μαρτυρία που καλύπτει το χρονικό αυτό περιθώριο της μίας ώρας. Το γεγονός ότι η Αστυνομία απομάκρυνε τον κατηγορούμενο από το σπίτι του, χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της κλήσης του στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, επίσης χρησιμοποιήθηκε από την υπεράσπιση για να προωθήσει τη θέση ότι με αυτόν τον τρόπο δόθηκε η ευχέρεια στο συνεργάτη της Αστυνομίας να τοποθετήσει τα ναρκωτικά. Τα ίδια τα γεγονότα ανατρέπουν και πάλι τις προσεγγίσεις της υπεράσπισης. Όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε σπίτι δεν έμενε μόνος του αλλά με τον αδελφό του. Ισχυρίστηκε ότι την ώρα που έφυγε για τον Αστυνομικό Σταθμό δεν ήταν στην οικία ο αδελφός του. Τον είδε όμως να φεύγει από το σπίτι όταν επέστρεψε με τους αστυνομικούς για να εκτελεστεί το ένταλμα έρευνας. Ο Λοχ. Σολομωνίδης κατέθεσε επίσης, και δεν αντεξετάστηκε σχετικά, ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε πως κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο ο αδελφός του ήταν στο σπίτι. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία το σπίτι βρίσκεται εντός του χωριού Αραδίππου. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα που καθίστατο δύσκολο για τους άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. να παρακολουθούν τον κατηγορούμενο, καθότι υπήρχε ο κίνδυνος εντοπισμού τους από περιοίκους. Με δεδομένα τα πιο πάνω στερείται λογικής στήριξης η γραμμή υπεράσπισης. Θα ήταν παράδοξο και άκρως επικίνδυνο να επιχειρηθεί, νωρίς το απόγευμα, είσοδος σε αυλή οικίας στο κέντρο του χωριού και ενώ βρισκόταν σε αυτήν ο αδελφός του κατηγορουμένου. Περαιτέρω πειστικότητα στην πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου και ταυτόχρονα πλήγμα στην αξιοπιστία του κατηγορούμενου, προσδίδει ακόμη και η ίδια η θέση του ότι η θήκη του μοτοποδηλάτου του άνοιγε χωρίς τη χρησιμοποίηση κλειδιού καθότι ήταν χαλασμένη η κλειδαριά της. Κατά προέκταση λοιπόν ο υποτιθέμενος συνεργάτης της Αστυνομίας εισερχόμενος στην αυλή της οικίας του κατηγορούμενου θα έπρεπε να γνωρίζει ότι υπήρχε αυτό το πρόβλημα με την κλειδαριά και με αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο μέρος για να τοποθετήσει τα ναρκωτικά. Η συρροή όλων των πιο πάνω καθιστά κατάδηλο το παράλογο των σχετικών ισχυρισμών της υπεράσπισης. Η παρεμβολή μέρους της μαρτυρίας του Λοχ. Σολομωνίδη, όπως αυτή προέκυψε μέσα από την αντεξέταση του και παρέμεινε χωρίς αντίκρουση, επιφέρει περαιτέρω πλήγμα στην εξεταζόμενη θέση της υπεράσπισης. Έχει ως εξής: Ε. Τη μέρα που πήγατε να εκτελέσετε το ένταλμα, εκείνη τη μέρα τον είχατε ήδη υπό παρακολούθηση ή όχι. Α. Βέβαια. Ε. Είχε κάποιο και τον παρακολουθούσε εκείνη τη μέρα; Α. Ξεκινήσαμε πριν πάμε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και θέσαμε υπό παρακολούθηση την κατοικία του. Είδαμε ότι έλειπε από το σπίτι του και έτσι επιστρέψαμε πίσω στον Αστυνομικό Σταθμό και ζητήσαμε από το Λοχ. 1094 να του τηλεφωνήσει." Ο ίδιος ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε αντεξεταζόμενος ότι πριν τις 5:00 μ.μ. απουσίαζε από το σπίτι του για κάποιο χρονικό διάστημα. Βρισκόταν στο καφενείο για καφέ. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η Αστυνομία είχε την ευχέρεια να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες της καταλογίζει η υπεράσπιση σε αμέσως προηγούμενο χρόνο, εφόσον παρακολουθούσε το σπίτι του κατηγορούμενου και αυτός απουσίαζε. Κατά συνέπεια, αν τα γεγονότα είχαν όπως θέτει η υπεράσπιση, θα καθίστατο αχρείαστη και δεν θα είχε νόημα η όλη πορεία των γεγονότων που έλαβαν χώρα αμέσως μετά και η χρησιμοποίηση του τεχνάσματος της παρουσίας του κατηγορούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Και από αυτό το σημείο καταδεικνύεται το αστήρικτο των θέσεων της υπεράσπισης. Από μόνη της η εκτέλεση του εντάλματος έρευνας μετά πάροδο 16 ημερών από της έκδοσης του, αποσυναρτημένη από γεγονότα που θα τεκμηρίωναν τη θέση της υπεράσπισης για ύπαρξη ύποπτων συνθηκών, δεν παρέχει βάθρο στήριξης των θέσεων της για παγίδευση του κατηγορούμενου. Τα όσα η υπεράσπιση καταλογίζει στην Υ.ΚΑ.Ν. δεν προϋπέθεταν, χωρίς άλλο, παρέλευση τόσων ημερών για να λάβουν χώρα. Με την ίδια πορεία σκέψης που θέτει η υπεράσπιση η Αστυνομία θα μπορούσε να ενεργήσει με τον τρόπο που της καταλογίζεται αμέσως μετά την έκδοση του εντάλματος έρευνας ή την επόμενη μέρα ή μετά από λίγες μέρες. Στο ευρύτερο πλαίσιο των γεγονότων που κατά την υπεράσπιση συνιστούν ισχυρές ενδείξεις για ύπαρξη ύποπτων ενεργειών της Αστυνομίας εντάχθηκε και η θέση ότι ο συγκεκριμένος συνεργάτης της Αστυνομίας, κάποιος Στυλιανού, έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης καθότι δεν διώχθηκε ποινικά για αδικήματα που περιστρέφονται γύρω από τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο. Τα παραδεκτά όμως γεγονότα αλλά και σωρεία αναντίλεκτης μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των όσων κατέθεσε ο ΜΥ Λοχ. 4397 Μ. Ξενοφώντος, φανερώνουν, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο διώχθηκε ποινικά και μάλιστα εκκρεμεί εναντίον του σχετική ποινική διαδικασία. Κατά συνέπεια οι εξεταζόμενες θέσεις της υπεράσπισης όχι μόνο είναι αστήρικτες αλλά και έχουν ανατραπεί. Ως περαιτέρω στοιχείο που δημιουργεί ερωτηματικά για τα πραγματικά γεγονότα, έθεσε ο συνήγορος του κατηγορούμενου ότι ήταν αφύσικο να είχε στην κατοχή του (ο κατηγορούμενος) ναρκωτικά, ξέροντας ότι η Αστυνομία του ζήτησε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Διαφεύγει της υπεράσπισης ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο ο κατηγορούμενος αγνοούσε την ύπαρξη εντάλματος έρευνας εναντίον του και το περιεχόμενο του εντάλματος αυτού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η μετάβαση του σε άλλο χώρο για να συναντήσει αστυνομικούς δεν συνιστούσε άμεσο κίνδυνο. Το γεγονός ότι στο εκδοθέν ένταλμα έρευνας αναγράφεται και όχημα το οποίο ανήκε στον κατηγορούμενο αλλά το είχε αποξενώσει μήνες προηγουμένως, επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση να αξιοποιηθεί προκειμένου να ενισχύσει τη θέση της περί ύπαρξης ερωτηματικών στο όλο φάσμα της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Συνδυάστηκε μάλιστα με την, πάντα κατά την υπεράσπιση, παράλειψη των αστυνομικών να ρωτήσουν τον κατηγορούμενο σχετικά μ΄ αυτό το όχημα όταν τον συνέλαβαν. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς τα πιο πάνω δημιουργούν ρήγματα στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και πώς ενισχύουν τις θέσεις της υπεράσπισης. Ο εντοπισμός από την Αστυνομία των ναρκωτικών καθιστούσε και άνευ σημασίας την υποβολή οποιασδήποτε ερώτησης στον κατηγορούμενο γύρω από το συγκεκριμένο όχημα. Το δε γεγονός ότι στο ένταλμα έρευνας αναγραφόταν και όχημα που είχε ήδη μεταβιβάσει ο κατηγορούμενος μπορεί να φανερώνει ύπαρξη λανθασμένης πληροφόρησης και παράλειψης διασταύρωσης σχετικών πληροφοριών, αλλά ούτε προσθέτει ούτε αφαιρεί στα ουσιαστικά για την υπόθεση γεγονότα. Τα πιο πάνω είναι αρκετά για να γκρεμίσουν κάθε βάση στήριξης των θέσεων της υπεράσπισης περί δόλιων ενεργειών της Αστυνομίας. Θα καταλήξουμε τονίζοντας ότι ο ίδιος ο πυρήνας της ισχυριζόμενης παγίδευσης είναι τρωτός, στερούμενος λογικής. Παραμένει μετέωρο το ερώτημα - συνεπεία έλλειψης οποιασδήποτε μαρτυρίας - γιατί η Αστυνομία να χρησιμοποιήσει ύποπτες μεθόδους εις βάρος του κατηγορούμενου. Ενώ αποδίδεται στην Αστυνομία κατασκεύασμα της υπόθεσης για να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο, δεν προσδιορίζεται οτιδήποτε που θα ήταν δυνατό να εξηγήσει τέτοια επιδίωξη της. Με βάση το σύνολο των πιο πάνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου και οι βασικοί ισχυρισμοί του απορρίπτονται ως αναξιόπιστοι. Ο συνήγορος υπεράσπισης χαρακτήρισε ως κορυφαίο ζήτημα των θέσεων του την εισήγηση του ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Υπό την έννοια ότι παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας των όπλων. Θα επιχειρήσουμε να κωδικοποιήσουμε, μέσα από ένα συνονθύλευμα τοποθετήσεων της υπεράσπισης, τους λόγους και τα γεγονότα που της έδωσαν έναυσμα να θέσει παράβαση δικαιωμάτων αυτής της μορφής. Η παράθεση σε έκταση αναντίλεκτων γεγονότων που κάλυψαν την όλη διαδικασία ακρόασης θα συντείνει στην καλύτερη παρακολούθηση του θέματος. Σκόπιμα θα παρεμβάλουμε επίσης και τα μέρη της μαρτυρίας που περιλάμβανε ο αστυνομικός ποινικός φάκελος του Στυλιανού τα οποία θεωρήθηκαν ουσιώδη για την υπεράσπιση. Η καταγραφή σε κατοπινό στάδιο των βασικών αρχών που καλύπτουν το ζήτημα της δίκαιης δίκης θα καταδείξει και την αναγκαιότητα της παράθεσης των πιο πάνω λεπτομερειών. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΚ3, Αστ. 1011 Λ. Λοίζου, τελευταίου μάρτυρα για την Κατηγορούσα Αρχή, τέθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης, για πρώτη φορά, η θέση της υπεράσπισης. Την παραθέτουμε αυτούσια: "Η θέση μας κύριε πρόεδρε, διότι μπορώ να το δηλώσω ότι η θέση μας είναι ότι τα ναρκωτικά, ότι ο πληροφοριοδότης έδωσε μια πληροφορία στην αστυνομία για λόγους τους οποίους θα υποβάλω στην συνέχεια και τους είπε ότι θα σας πω πότε να πάτε να κάνετε έρευνα. Πήγαν έβγαλαν το ένταλμα, περίμεναν 16 μέρες μέχρι ωσότου ο πληροφοριοδότης εξασφαλίσει τα ναρκωτικά. Πήγε τα τοποθέτησε ο πληροφοριοδότης εκεί που τα τοποθέτησε και τους είπε πηγαίνετε και έχει ναρκωτικά. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η αστυνομία γνώριζε ή δεν γνώριζε και λέμε είναι πιθανόν η αστυνομία να μην γνώριζε για τους λόγους που θα εισηγηθώ στον μάρτυρα κατά ακολουθία." H θέση αυτή συγκρούεται, ως προς την έκταση της συνεργασίας του πληροφοριοδότη με την Αστυνομία, με την εξής υποβολή που ακολούθησε: "Και σου λέγω επίσης ότι ο πληροφοριοδότης αυτός της αστυνομίας ήταν πρόσωπο το οποίο είχε σχέση με τα ναρκωτικά και στο οποίο είχατε υποσχεθεί να μην τον διώξετε για ναρκωτικά νοουμένου ότι θα σας βοηθήσει, θα σας δώσει πληροφορίες για να διερευνήσετε υποθέσεις Ναρκωτικών." Παρά την διαφορετική αυτή τοποθέτηση η υπεράσπιση εξακολουθούσε να έχει ως βασική θέση ότι τα ναρκωτικά τοποθετήθηκαν από πληροφοριοδότη που συνεργαζόταν με την Αστυνομία. Από τα αρχικά μάλιστα στάδια της υπόθεσης όχι μόνο φωτογράφιζε αλλά έθετε ευθέως ότι το πρόσωπο αυτό ήταν κάποιος Στυλιανού από τα Λειβάδια της Λάρνακας. Η Κατηγορούσα Αρχή αρνήθηκε ότι αυτός ήταν ο πληροφοριοδότης της Αστυνομίας. Παρεμβάλλουμε ότι το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 31.1.06 δεν επέτρεψε - κατά κύριο λόγο συνεπεία του καθυστερημένου σταδίου που το αίτημα τέθηκε - την αποκάλυψη της ταυτότητας του προσώπου αυτού. Προτού ολοκληρώσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε ειδοποίηση προσθήκης δύο ακόμα μαρτύρων κατηγορίας, προκειμένου να παραθέσει μαρτυρία σχετικά με ποινικές διώξεις που έλαβαν χώρα τόσο εναντίον του Στυλιανού, όσο και εναντίον ενός ακόμα προσώπου, κάποιου Δημητριάδη, τους οποίους η υπεράσπιση θεωρούσε ως τους πληροφοριοδότες της Υ.ΚΑ.Ν. Στο στάδιο αυτό ο κ. Μαθηκολώνης συμφώνησε να κατατεθούν παραδεκτά γεγονότα με την επιφύλαξη, και την καταγράφουμε αυτολεξεί: "νοουμένου ότι και επίσης θέλω να προσκομίσει η συνάδελφος τους φακέλους της εισαγγελίας σε σχέση με τις υποθέσεις αυτές τις δύο διότι η θέση μας είναι ότι, να πούμε συγκεκριμένα, ότι αυτά τα δύο πρόσωπα συνελήφθηκαν και μάλιστα, δεν γνωρίζω όλα τα γεγονότα φυσικά, και συνελήφθηκαν για αδικήματα σχετικά με ναρκωτικά και για προμήθεια ναρκωτικών. Ο μάρτυρας ο τελευταίος έχει πει ότι ήταν σοβαρή ποσότητα ναρκωτικών και αφέθησαν ελεύθεροι, δεν γνωρίζω ακριβώς την ημερομηνία γιατί εκδόθηκε ένταλμα κράτησης τους ή την Παρασκευή ή την Δευτέρα, δηλαδή αφέθησαν ελεύθεροι την ημέρα που περίπου πήρε την πληροφορία ή έδωσε τις οδηγίες και εμείς είναι η πρόθεση μας να διαλευκανθεί αυτή η πτυχή της υπόθεσης." Κατέληξε με την αναφορά ότι: "Είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής εφόσον υπάρχει αυτός ο ισχυρισμός να προσάξει στην υπεράσπιση όλα τα στοιχεία τα οποία είναι σχετικά και πιθανόν να βοηθήσει την υπεράσπιση στην υπόθεση της." Το Δικαστήριο έθεσε άμεσα στο συνήγορο υπεράσπισης κατά πόσο θέτει οποιοδήποτε αίτημα αποστέρησης μαρτυρικού υλικού. Ο κ. Μαθηκολώνης απάντησε: "Εκείνο που θέλω να πω με την άδεια σας είναι ότι εγώ ζητώ μέσω του Δικαστηρίου από την κατηγορούσα αρχή να μου θέσει στην διάθεση μου τους φακέλους της αστυνομίας και της εισαγγελίας σχετικά με αυτά τα δύο πρόσωπα για να τους ερευνήσω και να δω θέματα τα οποία πιθανόν να βοηθήσουν την υπόθεση μας και έχει αυτή την υποχρέωση η κατηγορούσα αρχή." Το Δικαστήριο διέκοψε προκειμένου να εξετάσει ο κ. Μαθηκολώνης αν θα υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα ή αν υπάρχει θέμα παράθεσης παραδεκτών γεγονότων. Μετά το διάλειμμα κατατέθησαν εκ συμφώνου παραδεκτά γεγονότα σχετικά με ποινικές διώξεις των δύο πιο πάνω προσώπων. Παρά την παράθεση παραδεκτών γεγονότων η υπεράσπιση παρουσίασε ως μάρτυρα της τον Λοχ. 4397 Μ. Ξενοφώντος, υπεύθυνο κατά τον ουσιώδη χρόνο του Αρχείου της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας. Είχε στην κατοχή του ποινικούς φακέλους της Αστυνομίας σχετικά με τους Στυλιανού και Δημητριάδη. Επιχειρήθηκε η κατάθεση των φακέλων αυτών αλλά προέκυψε θέμα σχετικότητας τους με την υπόθεση. Στην πορεία οι δύο πλευρές συμφώνησαν να επιθεωρήσει τους φακέλους ο συνήγορος υπεράσπισης, ούτως ώστε να εντοπίσει αν τελικά υπάρχει κάτι σε αυτούς που βοηθά την υπόθεση του. Έτσι και έγινε. Η επιθεώρηση έλαβε χώρα τόσο κατά τη διάρκεια του διαλείμματος που ακολούθησε, όσο και στο στάδιο που εξεταζόταν ο μάρτυρας. Δόθηκε ως μαρτυρία συγκεκριμένο απόσπασμα της κατάθεσης του Στυλιανού στην Αστυνομία κατά το χρόνο σύλληψης του για υποθέσεις ναρκωτικών. Προκύπτει μέσα από αυτήν ότι προμηθευόταν ναρκωτικά από κάποιο "Μάριο" τον οποίο δεν γνώριζε και ούτε τον είδε ποτέ του. Προέκυψε επίσης ότι ο Στυλιανού εξέφραζε τη μεταμέλεια του για την παράνομη συμπεριφορά του και υποσχόταν να μην ασχοληθεί ξανά με τέτοιου είδους παρανομίες και ότι θα είναι "πάντοτε στη διάθεση και στη βοήθεια της Αστυνομίας γι΄ αυτό το σοβαρό έργο που πράττει στην καταπολέμηση των ναρκωτικών". Τα πιο πάνω καλύπτουν το φάσμα των σχετικών με το εξεταζόμενο ζήτημα γεγονότων. Ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή παραπλανητικά παρουσίαζε την εικόνα ότι η υπόθεση Στυλιανού δεν είχε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση. Ήταν προέκταση της θέσης αυτής ότι η αναφορά του Στυλιανού σε κάποιο "Μάριο" ως προμηθευτή του και η σύλληψη μερικές μέρες αργότερα του κατηγορούμενου, Μάριου Κάππελου, συνδέονται. Πρόσθεσε δε ότι η Κατηγορούσα Αρχή και η Αστυνομία δεν είχαν δικαίωμα να αξιολογήσουν και να θεωρήσουν την αναφορά του Στυλιανού σε κάποιο "Μάριο" ως άσχετη και μη ουσιαστική μαρτυρία και μ΄ αυτόν τον τρόπο να μην πληροφορήσουν σχετικά την υπεράσπιση για την ύπαρξη των στοιχείων αυτών, στερώντας της έτσι τη δυνατότητα να γνωρίζει αυτήν τη μαρτυρία. Πάντα κατά την εισήγηση του συνήγορου με τον τρόπο αυτό παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας των όπλων και ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Ένας κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ford (αρ. 2)
(1995)2 ΑΑΔ, 232, λέχθηκε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.3 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αποτελούν εχέγγυα για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης προς διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου. Η τήρηση τους αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης για να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Foucher v. France (10/1996/629/812), ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η αρχή της ισότητας των όπλων εξασφαλίζεται με το να δίδεται σε έκαστο μέρος εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του υπό συνθήκες που δεν το θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ, 1718, η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη εγείρεται μόνο σε σχέση με σχετική και ουσιώδη μαρτυρία ή με μαρτυρία η οποία είναι δυνατό να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα τα οποία αναμένεται να εγερθούν ή τα οποία εγείρονται αναπάντεχα στη διάρκεια της δίκης. Η σχετικότητα είναι θέμα που αποφασίζεται κατά τη διάρκεια της δίκης. Το κατά πόσο δε κάποιο υλικό είναι σχετικό και απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης δεν πρέπει να αποφασίζεται με τρόπο γενικό, αόριστο και αφηρημένο και στην απουσία των δεδομένων που προσδίδουν τη σχετικότητα μίας μαρτυρίας. Τέτοια δεδομένα είναι τα επίδικα θέματα της δίκης και η γραμμή υπεράσπισης. Η διαπίστωση κακοδικίας εντοπίζεται στο τέλος της δίκης, με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Εναπόκειται στον κατηγορούμενο να ισχυριστεί ότι μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του και ότι η μη αποκάλυψη του τον έχει πράγματι επηρεάσει δυσμενώς. Σε τέτοια περίπτωση η θεραπεία του κατηγορούμενου είναι η απαλλαγή του και ανάλογη εξουσία έχει το Δικαστήριο. Οι αρχές που εντοπίζονται στις αποφάσεις Edwards v. U.K.
(1992)ECHR 13071/87, Dowsett v. U.K.
(2003)ECHR 39482/98 και Edwards and another v. U.K.
(2004)ECHR 39647/98, τις οποίες έθεσε ενώπιον μας ο συνήγορος υπεράσπισης, δεν αφίστανται των νομικών προσεγγίσεων που θέσαμε αμέσως πιο πάνω. Αντίθετα βρίσκονται σε πλήρη συνταύτηση με αυτές. Συνοπτικά έχουν ως εξής: Η ισότητα των όπλων μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και υπεράσπισης είναι μία βασική μορφή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Υπό την έννοια ότι θα πρέπει να δίδεται η ευκαιρία στην κάθε πλευρά να έχει γνώση της μαρτυρίας που θα προσαχθεί από την άλλη πλευρά. Ιδιαίτερα η Κατηγορούσα Αρχή έχει καθήκον να αποκαλύπτει στην υπεράσπιση όλη την ουσιαστική μαρτυρία (all material evidence) που έχει στην κατοχή της, είτε αυτή είναι εναντίον του κατηγορούμενου, είτε είναι υπέρ του. Το καθήκον αυτό όμως δεν είναι απόλυτο. Υπόκειται σε εξαιρέσεις όπως π.χ. η ανάγκη προστασίας μαρτύρων και η εθνική ασφάλεια. Αντίκριση των θέσεων της υπεράσπισης υπό το φως των πιο πάνω αρχών και των δεδομένων της υπόθεσης, καταδεικνύει, θα τολμούσαμε να πούμε κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης, το άτοπο, αβάσιμο και νομικά αστήρικτο τους. Θα ήταν αρκετό να αναφέρουμε ότι ουσιαστικά δεν τέθηκε ενώπιον μας οτιδήποτε το οποίο θα δικαιολογούσε επίκληση παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη, κάτω από οποιαδήποτε μορφή του όρου αυτού. Στην πραγματικότητα δεν τέθηκε από την υπεράσπιση ποια ουσιαστική μαρτυρία δεν αποκάλυψε η Κατηγορούσα Αρχή. Τα όσα προέκυψαν ως μαρτυρικό υλικό από τον ποινικό φάκελο της Αστυνομίας σε σχέση με τον Στυλιανού, αντικριζόμενα κάτω από το φως των επιδίκων θεμάτων της δίκης και της γραμμής υπεράσπισης ούτε σχετικά, ούτε ουσιαστικά είναι. Οι προεκτάσεις που δίνει η υπεράσπιση σ΄ αυτήν τη μαρτυρία και τα αυθαίρετα και αποσυναρτημένα από τεκμηρίωση συμπεράσματα της δεν είναι αρκετά για να προσδώσουν σχετικότητα και ουσιαστική υφή στα μέρη αυτά του μαρτυρικού υλικού. Ό,τι προκύπτει μέσα από το υλικό αυτό είναι πως ο Στυλιανού προμηθευόταν τα ναρκωτικά από κάποιο "Μάριο", άγνωστο του πρόσωπο. Έστω και αν, όπως είναι η εισήγηση της υπεράσπισης, συνδεθεί με τον κατηγορούμενο το πιο πάνω όνομα, λόγω του χρόνου σύλληψης του Στυλιανού και της ημερομηνίας έκδοσης του εντάλματος έρευνας των υποστατικών του κατηγορουμένου, το μόνο συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί από το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό, θα ήταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο προμηθευτής του Στυλιανού. Πέραν τούτου αυθαίρετη θα ήταν η εξαγωγή συμπερασμάτων ότι η υπόθεση Στυλιανού συνδέεται κατά τρόπο σχετικό με τα επίδικα θέματα με την παρούσα, ότι ο Στυλιανού ήταν ο πληροφοριοδότης της Αστυνομίας και, πολύ περισσότερο, ότι - όπως ήταν και η γραμμή υπεράσπισης - ο Στυλιανού τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω η υπεράσπιση γνώριζε από τα αρχικά στάδια της δίκης την, κατ΄ ισχυρισμό της, ύπαρξη πληροφοριοδότη και την εμπλοκή του στην ενοχοποίηση του κατηγορούμενου. Γνώριζε και το όνομα του. Υπέβαλε τη θέση της στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους. Προτού ολοκληρώσει τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είχε την ευκαιρία, σε συνεννόηση με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, να παραθέσει παραδεκτά γεγονότα σε σχέση με τις ποινικές διώξεις που έλαβαν χώρα εναντίον τόσο του Στυλιανού όσο και κάποιου Δημητριάδη. Προχώρησε ακόμα η υπεράσπιση και παρουσίασε μαρτυρία σε αναφορά με τον ποινικό φάκελο της Αστυνομίας που αφορούσε τον Στυλιανού. Στο στάδιο αυτό επιθεώρησε σε έκταση τον ποινικό αυτό φάκελο καθώς επίσης και το σχετικό φάκελο του Δημητριάδη. Ο συνήγορος υπεράσπισης είχε περαιτέρω την ευκαιρία να εξετάζει τους φακέλους αυτούς ακόμα και όταν υπέβαλλε ερωτήσεις στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα της, Λοχία 4397 Μ. Ξενοφώντος. Συνοπτικά είχε πρόσβαση σε κάθε στοιχείο της μαρτυρίας που ισχυριζόταν ότι ήταν σημαντικό για την υπόθεση της. Έστω λοιπόν και αν θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχετικά και ουσιώδη τα πιο πάνω μέρη της μαρτυρίας, τίποτα δεν αποστερήθηκε της υπεράσπισης, προκειμένου να προωθήσει τις θέσεις της. Με βάση το σύνολο των πιο πάνω η εισήγηση για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης του κατηγορούμενου απορρίπτεται. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη. Ανάλογα είναι εύρημα μας ότι την 18.12.03 τα γεγονότα γύρω από την έρευνα και τον εντοπισμό των ναρκωτικών ουσιών που περιγράφονται στις κατηγορίες έλαβαν χώρα όπως οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν. Είναι βασικό μας εύρημα ότι ο κατηγορούμενος υπέδειξε κάτω από τις συνθήκες που οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής παρέθεσαν και έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο, τις παράνομες ναρκωτικές ουσίες προβαίνοντας ταυτόχρονα στις προφορικές, ενοχοποιητικές, δηλώσεις που επανέλαβαν ενώπιον μας οι ΜΚ2 και ΜΚ3. Η υπόδειξη των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο οδήγησε στον εντοπισμό τους στην κλειδωμένη θήκη του καθίσματος του μοτοποδηλάτου του, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στην πίσω αυλή της οικίας του. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας μέσα από τη μαρτυρία που προσέφερε και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο το σύνολο των συστατικών στοιχείων όλων των αδικημάτων. Η παράνομη προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β από άλλο πρόσωπο (1η κατηγορία) έχει αποδειχθεί μέσα από την παραδοχή του κατηγορούμενου στην Αστυνομία. Τη δήλωση του δηλαδή ότι τα επίδικα ναρκωτικά τα αγόρασε από άλλο πρόσωπο, το οποίο αρνήθηκε να κατονομάσει, για το ποσό των £2.000. Κατοχή στα πλαίσια του Νόμου, σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. (Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 662, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ, 211). Η μαρτυρία που τέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς το σκοπό απόδειξης της κατοχής των ναρκωτικών είναι συντριπτική. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου που προκύπτουν μέσα από αυτή είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν καταδικαστική απόφαση. Τα ναρκωτικά ανευρέθησαν στην κλειδωμένη θήκη μοτοποδηλάτου το οποίο ανήκει στον κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι χρησιμοποιείται από άλλο πρόσωπο πλην του ιδίου. Ήταν σταθμευμένο στην πίσω αυλή της οικίας που διαμένει ο κατηγορούμενος. Τα κλειδιά του ήταν στην κουζίνα της οικίας γεγονός που ανέφερε ο κατηγορούμενος στους άνδρες της Υ.ΚΑ.Ν. Τα δεδομένα αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν όλο το εύρος των συστατικών στοιχείων της κατοχής που αφορά η 2ην κατηγορία. Υπάρχει όμως και περαιτέρω στοιχείο μαρτυρίας, ολέθριο για την υπεράσπιση. Είναι οι ίδιες οι ενοχοποιητικές δηλώσεις του κατηγορούμενου, όπως αυτές τέθηκαν κατά το χρόνο ανεύρεσης των ναρκωτικών. Θα ήταν ικανοποιητικές και αυτές από μόνες τους να στοιχειοθετήσουν την εναντίον του κατηγορουμένου 2η κατηγορία. Πέραν της ομολογίας του κατηγορουμένου "εγιώ εν τζιαι πίνω χόρτο αλλά έπιασα 2-3 φορές τζιαι πούλησα", η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου του άρθρου 30(Α) του Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.91(Ι)/03, θα ήταν αρκετή για να καλύψει ό,τι απαιτείται προς τεκμηρίωση της κατηγορίας της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (3η κατηγορία). Ούτως ή άλλως δεν τέθηκε ενώπιον μας εκδοχή άλλη επί του θέματος, η οποία και να χρήζει εξέτασης. Είναι με βάση τα πιο πάνω κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τον βρίσκουμε ένοχο για το σύνολο των κατηγοριών. (Υπ.) ................................. Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................. Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................ Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο