← Κύπρος

Αστυνομία ν. Λουκία Κουμανταρή, Αρ. Υποθέσεως: 809/05, 10 Μαρτίου, 2006

Αστυνομία ν. Λουκία Κουμανταρή, Αρ. Υποθέσεως: 809/05, 10 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B16 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 809/05 Αστυνομία ν. Λουκία Κουμανταρή Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2006. Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος Αντώνης Ιντιάνος Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορια της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
  1. Η κατηγορία ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της, στις 6.5.2004 στην οδό Μιχάλη Καραολή στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας όπου η κατηγορουμένη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΑΑΝ889 μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, τον Αν. Λοχ. 838 Σ. Μηλιώτη (ΜΚ1), τον Αστ. 2732 Σ. Παναγιώτου (ΜΚ2), τον Α. Οικονόμου (ΜΚ3) και το Χαράλαμπο Λύτρα (ΜΚ4). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 κατέθεσε πως είναι ειδικευμένος φωτογράφος της Αστυνομίας. Στις 6.5.2004 έλαβε 10 φωτογραφίες καθ' υπόδειξη του ΜΚ2 σε σχέση με τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στην οδό Μιχ. Καραολή, στην Αραδίππου στο οποίο ενεχόμενα οχήματα ήταν το «Pajero» με αρ. εγγραφής ΑΑΝ889 και η μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΑΚ
  2. Κατέθεσε δέσμη 10 φωτογραφιών και ευρετήριο (Τεκμήριο 1), το οποίο επεξήγησε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά το χρόνο που λήφθηκαν οι φωτογραφίες υπήρχε φως της ημέρας. Δεν γνωρίζει αν οι ηλεκτρικοί πάσαλοι ήταν σε λειτουργία κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Δεν μέτρησε την ορατότητα των 2 οδηγών, αφού ήταν θέμα του εξεταστή. Ο ΜΚ2, εξεταστής της υπόθεσης, στις 6.5.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος που είχε συμβεί στις 20.20 στην οδό Μιχαλάκη Καραολή, στην Αραδίππου, στο οποίο ενέχονταν το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΑΝ889 που οδηγούσε η κατηγορουμένη και η μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΑΚ 684 που οδηγούσε ο ΜΚ
  3. Στη σκηνή ήταν παρούσα η κατηγορουμένη η οποία του ανέφερε ότι ο ΜΚ4 είχε τραυματιστεί και μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Με τη βοήθεια του Λοχ. 4705 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Στο όχημα της κατηγορουμένης προκλήθηκε ζημιά στην αριστερή μπροστινή πόρτα ενώ στη μοτοσικλέτα του ΜΚ4 υπήρχε γδάρσιμο στο μπροστινό φτερό και έσπασε το τιμόνι. Ο δρόμος είναι άσφαλτος ξηρή, διπλής κατεύθυνσης, ευθύς και δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να εμπόδιζε την ορατότητα. Ο καιρός ήταν αίθριος. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Ο μάρτυρας στις 7.5.2004 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, Τεκμήριο 4 και την κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  4. Η κατηγορουμένη απάντησε «δεν είδα να έρχεται κανένας από απέναντι και γι' αυτό έστριψα». Από το πρόχειρο σχέδιο ο μάρτυρας ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 3 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο, στο οποίο σημείωσε τις πορείες και τελικές θέσεις των οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης. Η κατηγορουμένη συμφώνησε με το σχέδιο της σκηνής και το σημείο σύγκρουσης. Στην παρουσία του ΜΚ2 και καθ' υπόδειξη του ο ΜΚ1 έλαβε φωτογραφίες των 2 οχημάτων και της σκηνής του δυστυχήματος. Στο σημείο σύγκρουσης Χ του Τεκμηρίου 3 κατέληξε λόγω της πτώσης της μοτοσικλέτας. Το σημείο του υπεδείχθη από την κατηγορουμένη και ο ΜΚ4 συμφώνησε με αυτό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν έφθασε στη σκηνή η μοτοσικλέτα βρισκόταν στη θέση Β του Τεκμηρίου
  5. Το μπροστινό της φως δεν ήταν αναμμένο και το φανάρι δεν είχε σπάσει, όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου
  6. Η μοτοσικλέτα ήταν σβηστή. Σε ερώτηση αν με βάση τις ζημιές η σύγκρουση ήταν βίαιη απάντησε πως πρέπει να ήταν. Η ορατότητα της κατηγορουμένης πριν κάνει την κίνηση Α1 του Τεκμηρίου 3 ήταν πέραν των 100 μ. Τη νύχτα μειώνεται, με γυμνό μάτι ήταν γύρω στα 60 - 70 μ. Αν η μοτοσικλέτα δεν είχε φώτα δύσκολα θα μπορούσε να τη δει η κατηγορουμένη, αφού είχε νυχτώσει. Δεν προέβη σε οποιοδήποτε τεστ με το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης σε σχέση με το πόσο μακρυά μπορούσε να δει με τα φώτα της αναμμένα. Ο ΜΚ3, τεχνικός μηχανολογίας του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών κατέθεσε έκθεση, Τεκμήριο 6, σύμφωνα με την οποία διαπίστωσε ότι στη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΑΚ684, «SUZUKI», 195 cc, την οποία εξέτασε, το σύστημα πέδησης, διεύθυνσης, τα ελαστικά, ήταν σε καλή κατάσταση. Στην ίδια κατάσταση ήταν τα φώτα πορείας της τα οποία «μπορούσαν να ανάψουν», όπως πρόσθεσε στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν υπήρχε switch στη μοτοσικλέτα ή με ποιο τρόπο άναβαν τα φώτα ή αν τα φώτα άναβαν συνεχώς ή μετά την εκκίνηση της μοτοσικλέτας. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε την κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμηριο 7, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 6.5.2004 γύρω στις 8.00 το βράδυ πήγε στο σφαιριστήριο "LUCKY STAR" όπου βρισκόταν ο ίδιος, κάποιος Γιώργος, συγχωριανός του με μοτοσικλέτα χρώματος κίτρινου. Σταμάτησε έξω από το σφαιριστήριο χωρίς να σβήσει τη μηχανή και ο ΜΚ4 του ζήτησε να του τη δώσει για 5 λεπτά για να πάει στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Όπως ήταν ξεκινημένη η μοτοσικλέτα ο ΜΚ4 κάθησε πάνω και έφυγε. Ενώ οδηγούσε κανονικά στην αριστερή πλευρά του δρόμου χωρίς να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, πριν φθάσει στο νεκροταφείο, κτύπησε πάνω στην αριστερή πλευρά ενός αυτοκινήτου τύπου "PAJERO" που του έκοψε την πορεία, χωρίς να γνωρίζει από πού ήρθε. Το κτύπημα δεν ήταν πολύ δυνατό και έπεσε στο δρόμο μαζί με τη μοτοτοσικλέτα. Από το δυστύχημα του αφαιρέθηκε η σπλήνα και έσπασε το δεξί του χέρι. Δεν είναι κάτοχος άδειας οδήγησης και δεν φορούσε κράνος. Συμφώνησε με το σχέδιο της αστυνομίας. Από απέναντι του δεν είχε δει τίποτε και επειδή άρχισε να νυκτώνει δεν είδε καθόλου φώτα άλλου αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο εμφανίστηκε μπροστά του απότομα και δεν μπόρεσε να αντιδράσει για να αποφύγει τη σύγκρουση. Πρόσθετα με την πιο πάνω κατάθεση σε ερώτηση της Κατηγορούσας Αρχής αν είχε ανάψει τα φώτα της μοτοσικλέτας απάντησε θετικά. Στο Τεκμήριο 3 υπέδειξε την πορεία του ως τη Β1 ενώ του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης ως την Α
  7. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα φώτα τα άναψε την ώρα που ξεκίνησε, αφού έκανε πάνω ένα «πραματούδι». Για να ξεκινήσει η μοτοσικλέτα το switch του «οff» πάει δεξιά και πατάς το μοχλό, για να ανάψουν τα φώτα πρέπει το switch να κινηθεί μια στάση, δηλαδή να πάει στη δεύτερη στάση. Η ταχύτητα του ήταν 50 - 60 χαω, έβλεπε το μιλιοδείκτη και πήγαινε με την τρίτη ταχύτητα η οποία «πάει μέχρι 80 χαω». Τη συγκεκριμένη μοτοσικλέτα πρώτη φορά την οδήγησε. Ο δρόμος δεν έχει φώτα και το φανάρι της μοτοσικλέτας είναι μικρό, φέγγει 3 - 4 μ. Μόλις έφθασε κοντά βγήκε η κατηγορουμένη, χωρίς να ανάψει φώτα, χωρίς ο ίδιος να δει τίποτε. Νύχτωνε γι' αυτό δεν είδε τίποτε από απέναντι. Το αυτοκίνητο φάνηκε στο 0.5 μ. τα φώτα ήταν σβηστά και το δυστύχημα πολύ γρήγορο. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου και ο δείκτης του ότι θα πήγαινε δεξιά. ΄Ηταν στη μέση του δρόμου και δεν είχε φώτα. Δεν νομίζει να υπήρχαν φώτα και να μην τα πρόσεξε. Αρνήθηκε ότι η ταχύτητα του ήταν μεγαλύτερη από 50 - 60 χαω. Στον αστυνομικό είπε 50 - 60 χαω. Σε υποβολή ότι στην κατάθεση του είπε μόνο ότι δεν ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα, απάντησε ότι ο αστυνομικός το ρώτησε πόσο έτρεχε, αυτός είπε 50 - 60 χαω και έβαλαν «τάχα λίγη ταχύτητα». Δεν έγραψε 50 - 60 χαω, παρά το ότι το είπε δεν γνωρίζει γιατί. Σε ερώτηση αν ήταν νύκτα ή είχε αρχίσει να νυκτώνει απάντησε ότι ήταν νύχτα. Σε υποβολή ότι η κατηγορουμένη είχε φώτα αλλά δεν την πρόσεξε και ότι ισχυρίζεται πως δεν είχε φώτα για να δικαιολογήσει ότι ήταν αφηρημένος ανέφερε ότι μόλις έφθασε εκεί η κατηγορουμένη «βγήκε μονομιάς». Δεν είδε αν ήταν ακίνητη, δεν είδε τίποτε. Την ώρα που κόντεψε δεν είδε το αυτοκίνητο, «πρέπει να έβγαινε». Η κατηγορουμένη βγήκε γρήγορα γι΄ αυτό δεν την είδε. Σε ερώτηση πως το γνωρίζει αφού δεν την είδε απάντησε ότι πήγαινε κανονικά και κτύπησε χωρίς να καταλάβει τίποτε. Η κατηγορουμένη αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Υιοθέτησε την κατάθεση της Τεκμήριο 4 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 6.5.2004 είχε σταθμεύσει στην αριστερή πλευρά του δρόμου έξω από το σπίτι του αδερφού της με κατεύθυνση την οδό Αγίας Σοφίας. Η ώρα 20.10 ξεκίνησε για να πάει σπίτι της. Επειδή θα έκανε επαναστροφή για να κατευθυνθεί προς τη Λεωφ. Κυριάκου Μάτση είδε ότι ο δρόμος μπροστά και πίσω ήταν καθαρός και προσπάθησε να εισέλθει σε ανοικτό χωράφι. Μόλις έστριψε δεξιά και βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα άκουσε ένα δυνατό κτύπημα στην αριστερή μεριά του αυτοκινήτου της. Αμέσως σταμάτησε και είδε τον οδηγό ξαπλωμένο στην άσφαλτο. Πριν στρίψει δεξιά είχε βάλει το δείκτη της δείχνοντας την πρόθεση της. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός και δεν είδε φώτα ούτε από μπροστά ούτε πίσω της. Συμφώνησε με το σχέδιο. Πριν έρθει η αστυνομία μετακίνησε το αυτοκίνητο της. Πρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόση ώρα έκανε να στρίψει. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο δρόμος μπροστά και πίσω ήταν καθαρός. Είπε στην κατάθεση της ότι άναψε τα φώτα της. Όταν της υπεδείχθη το Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι το είπε «εκεί» στον αστυνομικό. Σε ερώτηση «πως δεν είδε τη μοτοσικλέτα αφού είχε τα φώτα της αναμμένα» ανέφερε ότι δεν είδε τίποτε. Ο δρόμος ήταν καθαρός. Η μοτόρα ήρθε «ξαφνικά» πάνω της την ώρα που θα έστριβε. Αρνήθηκε πως δεν ήταν αναμμένα τα φώτα της λέγοντας επί λέξει «ήταν να μπω να νέψω και να μην ανάψω τα φώτα μου;» Αρνήθηκε ότι δεν ένεψε. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση, ήταν τυπική η παρουσία του και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Αποδέχομαι, περαιτέρω, ότι οι φωτογραφίες 1 - 6 αντικατοπτρίζουν τις ζημιές που προκλήθηκαν στα δύο οχήματα. Ο ΜΚ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. ΄Εθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 3 κάποια δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως το πιο κάτω μέρος της μαρτυρίας του για τους λόγους που επεξηγώ: Δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με την ορατότητα της κατηγορουμένης αφού η μαρτυρία του ήταν ελλιπής και ανεπαρκής ως προς το επιστημονικό της περιεχόμενο (βλ. μεταξύ άλλων, Αιμιλία Ορφανίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 7902, 11.4.2005). Ο μάρτυρας δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα σε σχέση με την ορατότητα της κατηγορουμένης σύμφωνα με την πορεία της με αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου της. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση του δεν προέβη σε οποιοδήποτε σχετικό τεστ και δεν έλαβε οποιεσδήποτε μετρήσεις. Πλην του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας του ΜΚ2 η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι. Ο ΜΚ3 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν προσθέτει ο,τιδήποτε στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και διερωτώμαι γιατί κλήθηκε να καταθέσει. Ο ΜΚ4 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Φαινόταν αβέβαιος γι' αυτά που κατέθεσε και η ένορκη μαρτυρία του ήταν διάχυτη από ασάφειες, αοριστίες και αντιφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ αρχικά κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει από πού ήρθε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης ακολούθως ήταν η θέση του ότι μπήκε μπροστά του απότομα και υπέδειξε την πορεία Α1 ως την πορεία της κατηγορουμένης. Κατά την αντεξέταση του ενώ δε ήταν αρχικά η θέση του ότι η κατηγορουμένη «βγήκε μονομιάς» και γρήγορα, ακολούθως δέχθηκε πως δεν είχε δει τίποτε σε σχέση με το τι προηγήθηκε της σύγκρουσης. Πέραν των πιο πάνω δημιουργούνται ερωτηματικά από τη μαρτυρία του σε σχέση με το κατά πόσο είχε ανάψει τα φώτα της μοτοσικλέτας ενόψει του γεγονότος ότι για πρώτη φορά ανέφερε κάτι τέτοιο στο Δικαστήριο αλλά και ενόψει του ότι η θέση του κατά την αντεξέταση του ότι άναψε τα φώτα της μοτοσικλέτας την ώρα που ξεκίνησε δεν συνάδει με τη θέση του κατά την κυρίως εξέταση του ότι η μοτοσικλέτα ήταν ξεκινημένη. Και κάτι άλλο. Ο ισχυρισμός του ότι η ταχύτητα του ήταν 50 - 60 χαω προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και κατά την άποψη μου αποτελεί ύστερη του σκέψη. Τα όσα δε κατά τον ισχυρισμό του διαμείφθηκαν μεταξύ του και του ΜΚ2 στερούνται παντελώς πειστικότητας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ
  8. Η κατηγορουμένη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Αυτό αντανακλάτο στην ένορκη μαρτυρία της αλλά και στις απαντήσεις της κατά την αντεξέταση της. Η ένορκη μαρτυρία της ήταν ασαφής και αόριστη ως προς την οδική της συμπεριφορά πριν το δυστύχημα, ως προς το χρόνο που χρειάστηκε για να κινηθεί σύμφωνα με την πορεία Α1 του Τεκμηρίου 3, και την ταχύτητα της. Η δε θέση της ότι πριν τη σύγκρουση δεν είδε ο,τιδήποτε και ότι ο δρόμος ήταν καθαρός στερείται πειστικότητας έχοντας υπόψη και τη θέση του σημείου σύγκρουσης του Τεκμηρίου
  9. Ο ισχυρισμός της δε ότι η μοτοσικλέτα ήρθε ξαφνικά πάνω της προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και αποτελεί κατά την άποψη μου ύστερη της σκέψη. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της κατηγορουμένης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, αφού ο ΜΚ4 και η κατηγορουμένη έχουν κριθεί αναξιόπιστοι. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα των ΜΚ1 και ΜΚ2 οι οποίοι δεν ήταν παρόντες κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πώς έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνης Παπαϊωάννου ν. Νίκου Νικολάου, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 11744, ημερ. 15.6.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarídes v. The Police
(1968)2 AAΔ.1, Ανάτασης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 AAΔ 164, Constantinou v. Katsouris a. a.
(1975)1 CLR 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων των ΜΚ1 και ΜΚ2 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης των δύο οχημάτων και με ουσιώδη στοιχεία όπως η ορατότητα της κατηγορουμένης. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365 - 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού η κατηγορουμένη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς η κατηγορουμένη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.