← Κύπρος

Αστυνομία ν. Σωτήρης Λυσάνδρου κ.α., Αρ.Υπ.: 11507/05, 17 Μαρτίου, 2006

Αστυνομία ν. Σωτήρης Λυσάνδρου κ.α., Αρ.Υπ.: 11507/05, 17 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. Γεωργίου, Ε. Δ. Αρ.Υπ.: 11507/05 Αστυνομία v.

  1. Σωτήρης Λυσάνδρου
  2. Ανδρέας Πραστίτης Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τους Κατηγορουμένους: κ. Α. Δημητρίου Κατηγορούμενοι παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τρεις κατηγορίες εκ των οποίων οι δύο αφορούν τα αδικήματα του αποζείν εκ κερδών πορνείας κατά παράβαση του άρθρου 164

(1)(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και της διατήρησης οίκου ανοχής κατά παράβαση του άρθρου 156
(1)(α) του ίδιου Νόμου.
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο το χρηματικό ποσό των £
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων έφερε ένσταση στην κατάθεση τους και προέβαλε ως λόγους ότι η σωματική έρευνα του Κατηγορουμένου αρ. 2, στον οποίο εντοπίστηκε το πιο πάνω χρηματικό ποσό είναι παράνομη για τους ακόλουθους λόγους: (α) Το ένταλμα έρευνας (τεκμήριο Β) δεν κάλυπτε ή και δεν νομιμοποιούσε την έρευνα του Κατηγορουμένου αρ.
  3. (β) Δεν υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 2 απέκρυπτε οτιδήποτε για το οποίο έπρεπε να διεξαχθεί έρευνα.
  4. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο λοχ. 1259 Χρ. Ανδρέου. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από οποιανδήποτε πλευρά. Σύμφωνα με τον κ. Ανδρέου στις 25/3/05 εκδόθηκε ένταλμα έρευνας (τεκμήριο Β) σύμφωνα με το οποίο εξουσιοδοτούντο όπως εισέλθουν και ερευνήσουν το καμπαρέ Λα Μαμούνια του Σωτήρη Λυσάνδρου (Κατηγορούμενος αρ. 1). Στις 27/3/05 και περί ώρα 01:25 εισήλθε στο πιο πάνω καμπαρέ με άλλους συναδέλφους του. ΄Οπως τον ενημέρωσε προηγουμένως ο υπεύθυνος της επιχείρησης Υπ/μος Π. Γεωργίου εντός του καμπαρέ βρίσκονταν δύο Αστυνομικοί και ένας πολίτης, οι οποίοι παρέλαβαν από αυτόν χρηματικό ποσό σε χαρτονομίσματα των Λ.Κ.10 τα οποία προηγουμένως είχε φωτοτυπήσει. Αφού εισήλθε εντός του καμπαρέ και αφού υπέδειξε στον Κατηγορούμενο αρ. 1 το ένταλμα έρευνας ζήτησε από αυτόν όπως ανάψει τα φώτα αφού ο φωτισμός ήταν χαμηλός, πράγμα το οποίο έπραξε. Ενώ βρισκόταν στο καμπαρέ τον προσέγγισε ο Αν. Λοχ. 4325 Π. Αριστοτέλους και του ανέφερε ότι οι κοπέλλες αφού αρχικά μετέβαιναν στο «private» παρέδιδαν χρηματικά ποσά στον Κατηγορούμενο 2 και ότι τα χρήματα αυτά τα έβαζε στην τσέπη του πουκαμίσου του. Επειδή είχε υποψίες ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 2 είχε χρηματικό ποσό τον πληροφόρησε ότι θα τον ερευνήσει, πράγμα το οποίο έπραξε και βρήκε στην κατοχή του το ποσό των £190, σε τρία χαρτονομίσματα των £20 και 13 χαρτονομίσματα των £
  5. Κατά την παραλαβή τους τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο αρ. 2 και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «εντάξει, εν δικά μου τούτα τα λεφτά». Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 κατά την έρευνα του ήταν συνεργάσιμος και δεν ανέφερε στον Λοχ. Ανδρέου ότι επιθυμούσε να ερευνηθεί. Σύμφωνα με τον Λοχ. Χρ. Ανδρέου προχώρησε στην έρευνα του Κατηγορουμένου αρ. 2 με βάση τα όσα του ανέφερε ο Αν. Λοχ. 4325 όπως εκτίθενται πιο πάνω και με βάση τις εξουσίες που του παρέχει (α) ο Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155, (β) ο περί Αστυνομίας Νόμος και (γ) με βάση το ένταλμα έρευνας (τεκμήριο β). Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 συνελήφθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της σωματικής έρευνας του.
  6. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος Δημόσιος Κατήγορος εισηγήθηκε ότι ενόψει των προνοιών του άρθρου 30 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 η έρευνα του Κατηγορουμένου αρ. 2 δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Ο δε ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι το ένταλμα ερεύνης δεν κάλυπτε ή/και δεν νομιμοποιούσε την έρευνα του Κατηγορουμένου αρ. 2 ως επίσης δεν υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι στην κατοχή του Κατηγορουμένου 2 υπήρχε οτιδήποτε για το οποίο έπρεπε να διαταχθεί έρευνα. Επίσης ο Κατηγορούμενος αρ. 2 συνελήφθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της έρευνας και ως εκ τούτου χωρίς ένταλμα και χωρίς αυτόφορο αδίκημα δεν μπορούσε να ερευνηθεί.
  7. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι στοιχείο μαρτυρίας που επιχειρεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο δεν μολύνεται από αντισυνταγματική, παράνομη ή άλλως επιλήψιμη ενέργεια ή παράλειψη της Αστυνομίας. Η δεκτότητα ενός τεκμηρίου συνεπάγεται βέβαια την διατύπωση ευρήματος ή συχνότερου αριθμού ευρημάτων. Παρ' όλον τούτο είναι επιτακτική η ανάγκη να περιορίζεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε όσον το δυνατόν στενότερα όρια, δεδομένου πάντοτε ότι καλύπτονται οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθησαν στην δίκη εντός δίκης. Προσεγγίζω την μαρτυρία με κάθε δυνατή προσοχή και με μεγάλη φειδώ, προκειμένου να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας του μάρτυρα. (βλ. Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 169, Πετρή v. Αστυνομίας
(1968)2 Α.Α.Δ. 40). Επίσης προσεγγίζω την μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να παρείσφρυσε ζήλος που να παραποίησε την πραγματικότητα ή έστω να την χρωμάτισε απαράδεκτά (βλ. Βολέττος v. Δημοκρατίας
(1961)Α.Α.Δ. 169, Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 217 και Πετρή v. Αστυνομίας ανωτέρω).
  1. Η μαρτυρία του λοχ. Χρ. Ανδρέου παρέμεινε ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη σε σχέση με τις ενέργειες που ο ίδιος έκαμε στο εν λόγω υποστατικό κατά την 27/3/
  2. 6.1 Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι η νομιμότητα της σωματικής έρευνας στην οποία ο Κατηγορούμενος αρ. 2 υποβλήθηκε. 6.2 Αποτελούσε μία εκ των εισηγήσεων του συνηγόρου των Κατηγορουμένων ότι το ένταλμα έρευνας δεν κάλυπτε ή/και δεν νομιμοποιούσε την έρευνα του Κατηγορουμένου αρ.
  3. Το ένταλμα έρευνας (τεκμήριο Β) έχει ως ακολούθως: «Προς τον Αρχηγό Αστυνομίας και όλους τους άλλους Αστυνομικούς στην Κύπρο. Επειδή φαίνεται από την καταγγελία του Λοχ. 2819 Χ. Χ''Γιασεμή από ΤΑΕ Λάρνακας ότι υπάρχει εύλογος αιτία να πιστεύεται ότι στο καμπαρέ ΛΑ ΜΑΜΟΥΝΙΑ στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας παράνομα αποκρύπτονται χρηματικό ποσό που πληρώνεται από πελάτες του καμπαρέ για «τις υπηρεσίες των καλλιτέχνιδων», προφυλακτικά κατάλογοι με κάμερες και υλικό που μπορεί να υπάρχει βιντεογραφιμένο σε κασέτες ή CD's που αποτελούν τεκμήρια εν σχέση με αδικήματα: 1) Σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων προσώπων, Νόμος 3
(1)/2000, άρθρο 3
(1)(α), 2) Μαστροπεία, άρθρο 157(β), Κεφ. 154, 3) Εκμετάλλευση πόρνων και επίμονη άγρα πελατών για ανήθικους σκοπούς, άρθ. 164
(1)(α)
(3)του Κεφ. 154 που διαπράχθηκαν στην Λάρνακα κατά τον μήνα Μάρτιο
  1. Αυτό το ένταλμα σας εξουσιοδοτεί και σας καλεί αμέσως με κατάλληλη βοήθεια να μπείτε στα αναφερόμενα υποστατικά του αναφερομένου Σωτήρη Λυσάνδρου μεταξύ των ωρών οποιαδήποτε ώρα και εκεί με επιμέλεια να ερευνήσετε για τα αναφερόμενα πράγματα και αν αυτά ή μέρος αυτών, ευρεθούν κατά την έρευνα, να φέρετε τα πράγματα που θα βρεθούν έτσι, (και ακόμα να συλλάβετε και να παρουσιάσετε τον αναφερόμενο Σωτήρη Λυσάνδρου ενώπιον μου ή ενώπιον άλλου Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος για να τύχει μεταχείρισης σύμφωνα με το Νόμο. ΄Εχω ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη ανάγκης εκδόσεως του εντάλματος. Δόθηκε από μένα την 25η ημέρα του Μαρτίου 2005 10:25.» 6.3 ΄Οπως διαφαίνεται από το λεκτικό του εντάλματος εξουσιοδοτείτο η έρευνα του υποστατικού του Σωτήρη Λυσάνδρου και εξουσιοδοτείτο η σύλληψη του πιο πάνω προσώπου σε περίπτωση που βρεθούν τα πιο πάνω πράγματα. Δεν υπάρχει εξουσιοδότηση για σύλληψη και προσαγωγή ενώπιον Δικαστή οποιουδήποτε προσώπου εντός ή πέριξ τον τόπο το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα. (βλ. άρθρο 27(ΙΙ) του Κεφ. 155).[1] Συνεπώς με βάση το ένταλμα έρευνας (τεκμήριο Β) δεν νομιμοποιείτο η έρευνα του Κατηγορουμένου αρ.
  2. 7.1 Σε περίπτωση όμως που τόπος υπόκειτο σε έρευνα και υπήρχε εύλογη υποψία για οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ του τόπου αυτού ότι κρύβει πάνω του οποιοδήποτε αντικείμενο για το οποίο έπρεπε να διεταχθεί έρευνα, το πρόσωπο αυτό δύναται να ερευνηθεί. (βλ. άρθρο 30
(3)του Κεφ. 155) [2]. 7.2 Ενόψει των πιο πάνω και ειδικότερα των προνοιών του άρθρου 30
(3)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο υπήρχαν εύλογες υποψίες ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 2 έκρυβε πάνω του οτιδήποτε για το οποίο έπρεπε να διαταχθεί έρευνα. 7.3 Ο Λοχ. Χρ. Ανδρέου με άλλο συνάδελφο του μετέβησαν στο καμπαρέ Λα Μαμούνια στην Πύλα μετά από πληροφορία ότι διεξαγόταν πορνεία και αφού προηγουμένως εξασφαλίστηκε ένταλμα έρευνας. Ο Υπ/μος Λ. Γεωργίου τον πληροφόρησε ότι δύο συνάδελφοι του και ένας πολίτης βρισκόντουσαν στο εν λόγω καμπαρέ, οι οποίοι παρέλαβαν από αυτόν χρηματικό ποσό σε χαρτονομίσματα των £10 τα οποία προηγουμένως είχε φωτοτυπήσει. Κατ' εκείνη την ημέρα ενώ βρίσκονταν στον εν λόγω χώρο ο Αν. Λοχ. 4325 Π. Αριστοτέλους του ανέφερε ότι οι κοπέλλες αφού αρχικά μετέβαιναν στο «private» παρέδιδαν χρηματικά ποσά στον Κατηγορούμενο αρ. 2 τα οποία τοποθετούσε στην τσέπη του πουκαμίσου του. Επειδή είχε υποψία ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 2 είχε χρηματικό ποσό προχώρησε στην σωματική του έρευνα όπου εντόπισε το ποσό των £190 (τεκμήριο Γ) όπως περιγράφεται πιο πάνω. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 συνελήφθηκε αργότερα την ίδια ημέρα. 7.4 Κατ' αρχήν κριτής των εύλογων υπονοιών είναι το Δικαστήριο. Η «εύλογη αιτία» σημαίνει αντικειμενικά στοιχεία τα οποία να ήλθαν σε γνώση του αστυφύλακα με οποιοδήποτε τρόπο περιλαμβανομένης και εξ' ακοής μαρτυρίας. Δεν είναι ανάγκη να συνιστούν μαρτυρία που να ικανοποιεί εκ πρώτης όψεως (prima facie) ενοχή. Η υποψία πρέπει να δημιουργείται εύλογα στο νού του αστυφύλακα ανεξάρτητα αν ένα άλλο πρόσωπο μπορούσε να σκεφθεί διαφορετικά (βλ. Liversidge v. Anderson
(1941)3 All E.R. 388 HL). Η φράση «να υποπτεύεται» εισάγει την προσωπική κρίση του οργάνου και όχι απρόσωπη (βλ. Αλ-Χαράτ κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, 131 και 133, Γ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας Π.Ε. 6471, 19/7/99 και David Parris v. Δημοκρατίας Π.Ε. 6314, 5/5/99). Η εύλογη αιτία είναι τα γεγονότα που αντικειμενικά υπήρχαν, αν δηλαδή με αυτά ήταν εύλογο να σχηματίσει ένα πρόσωπο την υποψία. Η κρίση και δικαστική απόφαση εξετάζει αν εδικαιολογείτο εύλογα η υποψία ανεξάρτητα αν ένα άλλο πρόσωπο σκεφτόταν διαφορετικά. 7.5 Ο Λοχ. Χρ. Ανδρέου ερεύνησε τον Κατηγορούμενο αρ. 2 αφού προηγουμένως ο Αν. Λοχ. 4325 Π. Αριστοτέλους του ανέφερε ότι οι κοπέλλες αφού αρχικά μεταβούν στο private ακολούθως παραδίδουν χρήματα στον Κατηγορούμενο αρ.
  1. Δεν υπάρχει μαρτυρία στην δίκη εντός δίκης εν σχέση με το τι είναι το «private» και τι διαδραματιζόταν σ' αυτό. Το εύρος της μαρτυρίας που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή είναι φτωχό και δεν καταδεικνύεται εύλογη υπόνοια. Δεν έχει καταδειχθεί με την απαραίτητη βεβαιότητα ότι κατά τον χρόνο που ο Λοχ. Χρ. Ανδρέου ερευνούσε τον Κατηγορούμενο αρ. 2, υπήρχε εύλογη υπόνοια ούτως ώστε να δικαιολογείται η έρευνα του.
  2. ΄Ηταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 ότι χωρίς ένταλμα και χωρίς αυτόφορο αδίκημα δεν μπορεί να ερευνηθεί κάποιος. Η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες των άρθρων στα άρθρα 25[3] και 30[4] του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.
  3. Με βάση τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η έρευνα που έγινε στον Κατηγορούμενο αρ. 2 δεν ήταν νόμιμη και τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Κατηγορουμένου αρ. 2 παραβιάστηκαν (βλ. Parpas v. Republic
(1988)2 C.L.R 5, Al Hamad κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117). 10. Σαν κατακλείδα παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την σελ. 9 της αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοκρατία v. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. «Δεν υπάρχει στη Κύπρο, εν' όψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα.»
  2. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι η ένσταση αναφορικά με την αποδεκτότητα ως τεκμηρίου των χρημάτων που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορουμένου αρ. 2 επιτυγχάνει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία. (Υπ.) ............................ Η. Γεωργίου, Ε. Δ. [1] ΄Αρθρο 27 του Κεφ.
  3. «΄Οταν δικαστής ικανοποιείται με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει- (α) ... (β) ... (γ) .... ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως «ένταλμα έρευνας»), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό - (ι) ... (ιι) να συλλάβει και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν ο Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτό τον τρόπο στο ένταλμα. [2] ΄Αρθρο 30 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου προνοεί:
(1)....
(2)....
(3)΄Οταν υπάρχει εύλογη υποψία για οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ του τόπου αυτού ότι κρύβει πάνω του οποιοδήποτε αντικείμενο για το οποίο έπρεπε να διεξαχθεί έρευνα, το πρόσωπο αυτό δύναται να ερευνηθεί. Αν το πρόσωπο που πρόκειται να ερευνηθεί είναι γυναίκα, αυτή ερευνάται από γυναίκα και δύναται να μεταφερθεί σε αστυνομικό σταθμό για το σκοπό αυτό. [3] ΄Αρθρο 25 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου: 25.-
(1)Κάθε αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα- (α) να κατακρατήσει και ερευνήσει οποιοδήποτε τον οποίο αυτός εύλογα υποπτεύεται ότι φέρει, μεταφέρει ή αποκρύπτει αντικείμενο ή έγγραφο σε σχέση με το οποίο πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα· (β) να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο - (ι) αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτό πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με θανατική ποινή ή με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή ότι δύναται να βρεθεί σε αυτό οποιοδήποτε όργανο με το οποίο έχει πρόσφατα διαπραχτεί οποιοδήποτε τέτοιο ποινικό αδίκημα· (ιι) αν ο κάτοχος του τόπου ζητά τη βοήθεια της αστυνομίας· (ιιι) αν οποιοσδήποτε στον τόπο αυτό ζητά τη βοήθεια της αστυνομίας και υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι διαπράττεται αδίκημα εντός αυτού· (ιv) σε οποιαδήποτε περίπτωση κατά την οποία δύναται να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο χωρίς ένταλμα δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε.
(2)Οτιδήποτε βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, το οποίο θα μπορούσε να κατασχεθεί αν η έρευνα διεξαγόταν δυνάμει εντάλματος, δύναται να κατασχεθεί και τύχει μεταχείρισης κατά τον ίδιο τρόπο ως αν αυτό ήταν πράγμα που κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 32, με τις αναγκαίες προσαρμογές, σε οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα. [4] ΄Αρθρο 30 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου: 30.-
(1)΄Οταν τόπος που υπόκειται σε έρευνα είναι κλειστός, καθένας που διαμένει σε αυτόν ή είναι υπεύθυνος για αυτόν, κατά την απαίτηση αστυνομικού ή άλλου προσώπου που έχει εξουσία έρευνας, πρέπει να επιτρέψει ελεύθερη είσοδο στον αστυνομικό αυτό ή το πρόσωπο και να παρέχει κάθε εύλογη διευκόλυνση προς διεξαγωγή έρευνας σε αυτό.
(2)Αν δεν δύναται να εξασφαλιστεί είσοδος με τον τρόπο αυτό σε τέτοιο τόπο, ο αστυνομικός ή άλλο πρόσωπο που έχει εξουσία έρευνας δύναται να προχωρήσει σύμφωνα με τον τρόπο που καθορίζεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 11.
(3)΄Οταν υπάρχει εύλογη υποψία για οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ του τόπου αυτού ότι κρύβει πάνω του οποιοδήποτε αντικείμενο για το οποίο έπρεπε να διεξαχθεί έρευνα, το πρόσωπο αυτό δύναται να ερευνηθεί. Αν το πρόσωπο που πρόκειται να ερευνηθεί είναι γυναίκα, αυτή ερευνάται από γυναίκα και δύναται να μεταφερθεί σε αστυνομικό σταθμό για το σκοπό αυτό. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.