Αστυνομία ν. Μαρία Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 9684/05, 21 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9684/05 Αστυνομία ν. Μαρία Παναγή Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 21 Μαρτίου, 2006. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Γρ. Σαββίδης Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των ΄Αρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
- Η κατηγορία ανατρέχει σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της, στις 8.3.2005 στη Λεωφόρο Ανδρέα Σουρουκλή στους Τρούλλους της Επαρχίας Λάρνακας όπου η κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΝ225 μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες, τον Αστ. 3024, Μ. Καβαλιέρου, MK1, το Λύσο Μαλαθούρα, ΜΚ2 και τον Αστ. 785, Χρ. Δειλινό, ΜΚ
- Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, Τεκμήριο 1 και την κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Η κατηγορούμενη δεν παραδέκτηκε την κατηγορία. Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ότι στις 8.3.2005 οδηγούσε το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΕΕ469, στην αριστερή λωρίδα. Μπαίνοντας στο χωριό, από ότι είδε και γνωρίζει, η κατηγορούμενη που ήταν παρκαρισμένη μπήκε στην αριστερή μεριά του δρόμου και όταν αυτός πλησίασε πάτησε στόπερ, η κατηγορούμενη συνέχισε να προχωρεί έτσι πήρε τη δεξιά μεριά για να την αποφύγει. Νομίζει ότι η κατηγορούμενη θα έκανε επαναστροφή. Το όχημα του υπέστη ζημιές στην αριστερή του πλευρά ενώ ο ίδιος τραυματίστηκε ελαφριά. Αντεξεταζόμενος σε ερώτηση γιατί νομίζει ότι η κατηγορούμενη θα έκανε επαναστροφή απάντησε ότι έκανε. Ο ίδιος πλησίασε εντελώς, την είδε σταθμευμένη και του έκοψε το δρόμο. Από ότι κατάλαβε η κατηγορούμενη θα κινείτο από αριστερά προς δεξιά προσπαθώντας να γυρίσει «προς τα πάνω». Αρνήθηκε υποβολή ότι η κατηγορούμενη μπήκε στην αριστερή λωρίδα για να κινηθεί προς Κελλιά. Σε υποβολή ότι για να την κτυπήσει στη δεξιά λωρίδα η κατηγορούμενη είχε προλάβει να μπει στη λωρίδα εκείνη απάντησε ότι η κατηγορούμενη βρισκόταν ακόμη στο μέσο του δρόμου. Σε ερώτηση σε ποια πλευρά ήταν το σημείο που την κτύπησε απάντησε «ούτε στην αριστερή ούτε στη δεξιά, ακόμη δεν έφθασε να πιάσει την πλευρά τη δική της», το αυτοκίνητο δεν είχε προλάβει να ισιώσει. Αρνήθηκε υποβολή ότι το δυστύχημα έγινε στην λωρίδα του δρόμου προς Κελλιά. Αρνήθηκε υποβολή ότι έχασε τον έλεγχο του και μπήκε στην αντίθετη λωρίδα. Ακολούθως δέχθηκε πως το Χ ήταν στη λωρίδα προς Κελλιά, για να μην την κτυπήσει. Η ταχύτητα του ήταν 45 - 50 χαω. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν μεγαλύτερη. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι η ταχύτητα του ήταν 30 χαω γιατί του το είπε ο αστυνομικός που μέτρησε. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στις 8.3.2005 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στη Λεωφ. Ανδρέα Σουρουκλή στους Τρούλλους η ώρα 8.20 το πρωί. Ενεχόμενα στο δυστύχημα ήταν το διπλοκάμπινο με αρ. εγγραφής ΕΕΕ469 το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ2 και το σαλούν με αρ. εγγραφής ΚΕΝ225 το οποίο οδηγούσε η κατηγορούμενη. Τα δύο οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις ενώ οι δύο οδηγοί ήταν παρόντες και ακολούθως είχαν μεταφερθεί στις Α΄ Βοήθειες. Ο ΜΚ3 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής με βάση το οποίο ετοίμασε το Τεκμήριο 3, τελικό σχέδιο. Στο Τεκμήριο 3 η Λεωφ. Α. Σουρουκλή, η κύρια λεωφόρος που ενώνει τους Τρούλλους με τα Κελλιά, έχει πλάτος 7.60 μ. Η πορεία του αυτοκινήτου του ΜΚ2 φαίνεται με την ένδειξη Β στο Τεκμήριο 3 και η τελική του θέση με την ένδειξη Β
- Η πορεία του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης φαίνεται με την ένδειξη Α ενώ η τελική του θέση με την ένδειξη Α
- Με την ένδειξη Χ φαίνεται το σημείο σύγκρουσης. Με το σημείο Β1 σημειώνονται τα ίχνη φρένων του διπλοκάμπινου. Με το σημείο Α1 σημειώνεται η πορεία του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης μετά τη σύγκρουση. Το πάνω ίχνος φρένων έχει μήκος 13 μ. ενώ το κάτω 14.80 μ. Το σημείο Χ απέχει 3.20 μ. από την κάτω άκρη του δρόμου. Την ώρα του δυστυχήματος η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Η λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης. Η ορατότητα και προς τις δύο κατευθύνσεις από το σημείο σύγκρουσης είναι πέραν των 150 μ. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα σε σχέση με την ταχύτητα του ΜΚ
- Το σημείο Χ βρίσκεται στη λωρίδα προς Κελλιά. Οι ζημιές του διπλοκάμπινου του ΜΚ3 εντοπίζονταν στο μπροστινό δεξί φανάρι, μπροστινό αριστερό προφυλακτήρα και στη μπροστινή γρίλια. Στο σημείο Χ κατέληξε γιατί άλλαζε η κατεύθυνση της πορείας των φρένων του διπλοκάμπινου και γιατί εκεί φαίνεται να υπήρχαν γυαλιά. Δεν γνωρίζει αν η κατηγορούμενη συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο. Ο ΜΚ2 συμφώνησε. Διαφώνησε με υποβολή της υπεράσπισης ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν περίπου στη μέση όπως αλλάζει η πορεία του οχήματος του ΜΚ
- Η κατηγορούμενη αφού κλήθηκε σε απολογία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της στην αστυνομία, Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 8.3.2005 γύρω στις 0830 το αυτοκίνητο της ήταν σταθμευμένο από την προηγούμενη νύχτα σε κόλπο στάθμευσης με μέτωπο προς τα Κελλιά. Ξεκινώντας το και αφού ο δρόμος ήταν καθαρός εκκίνησε και μπήκε στην αριστερή λωρίδα για να κατευθυνθεί προς Κελλιά. Αφού προχώρησε διαγώνια διασταύρωσε τη δεξιά και μπήκε στην αριστερή, σύμφωνα με την πορεία της - σε απόσταση που δεν μπορεί να προσδιορίσει - αμέσως πάρκαρε αριστερά γιατί είδε ένα κόκκινο διπλοκάμπινο να έρχεται προς το μέρος της κρατώντας και τις δύο λωρίδες. Φοβούμενη ότι θα της κτυπούσε σταμάτησε τελείως το όχημα της περιμένοντας να φύγει το διπλοκάμπινο το οποίο κινήθηκε προς το μέρος της κτυπώντας της στο δεξί μπροστινό φτερό. Τότε το αυτοκίνητο της κινήθηκε προς τα πίσω με μέτωπο προς Τρούλλους όπου ακινητοποιήθηκε. Το κόκκινο όχημα έτρεχε. Με το πρόχειρο σχέδιο δεν συμφώνησε. Πρόσθετα ανέφερε ότι η κατεύθυνση της ήταν τα Κελλιά όπου έβλεπε και το αυτοκίνητο της. Είδε ένα αυτοκίνητο πολύ μακρυά και υπολόγισε ότι «έφτανε». Το διπλοκάμπινο κρατούσε και τις δύο λωρίδες και την κτύπησε. Εισήλθε 1 - 2 μ. προς Κελλιά και σταμάτησε. Τότε το είδε να έρχεται στα 20 - 25 μ. και σταμάτησε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το διπλοκάμπινο το είχε δει πολύ μακρυά, πριν βγει, στα 50 μ., ήδη είχε μπει προς τη μεριά της. Το είδε ενόσω ήταν σταθμευμένη στον κόλπο και υπολόγισε πως θα προλάβαινε. Όταν συγκρούσθηκαν η ίδια βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα προς Κελλιά, στο μέσο. Σταμάτησε. Στην υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής «ήρθε ο άλλος και έδωσε πάνω σου δηλαδή» απάντησε θετικά. ΄Ηταν ήδη στη λωρίδα της. Αρνήθηκε υποβολή ότι προσπάθησε να κάνει επαναστροφή και ότι δεν ήταν σταματημένη. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τον τρόπο που απαντούσαν και τις αντιδράσεις τους. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν τυπική και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Εξάλλου ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Φαινόταν αβέβαιος γι' αυτά που κατέθεσε και η ένορκη κατάθεση του ήταν ασαφής και αόριστη τόσο σε σχέση με τη δική του οδική συμπεριφορά όσο και σε σχέση με την οδική συμπεριφορα της κατηγορούμενης. Παρέμεινε ασαφές στο τέλος της μαρτυρίας του από πόση απόσταση είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης, που βρισκόταν το τελευταίο όταν το είδε, αν η κατηγορούμενη ήταν σε κίνηση, σε ποια λωρίδα ήταν ο ίδιος όταν είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης. Τα περί ενδεχόμενης επαναστροφής της κατηγορούμενης βασίστηκαν, όπως προέκυψε, σε εικασίες. Η μαρτυρία δε του ΜΚ2 σε σχέση με τη λωρίδα στην οποία βρισκόταν το σημείο σύγκρουσης ήταν πλήρως συγκεχυμένη. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η θέση του ΜΚ2 ότι είδε την κατηγορούμενη να του κόβει το δρόμο όταν «πλησίασε εντελώς» δεν συνάδει με τα ίχνη τροχοπέδησης του Τεκμηρίου 3, την πραγματική μαρτυρία η οποία, όπως έχει νομολογηθεί, αποτελεί ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Η δε θέση του ΜΚ2 ότι η ταχύτητα του ήταν 45 - 50 χαω αλλά στην κατάθεση του ανέφερε άλλη ταχύτητα γιατί αυτήν του ανέφερε «ο αστυνομικός που μέτρησε» στερείται πειστικότητας. Σημειώνω, συναφώς, ότι από τη μαρτυρία του ΜΚ3 δεν προκύπτει οποιαδήποτε μέτρηση σε σχέση με την ταχύτητα του ΜΚ
- Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ
- Ο ΜΚ3 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση, έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 3 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ αφού η μαρτυρία του μάρτυρα, ο οποίος κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας, ήταν ελλιπής και ανεπαρκής ως προς το επιστημονικό της περιεχόμενο. Ο ΜΚ3 δεν έχει παραθέσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. Ασπρής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 694) σε σχέση με το εν λόγω σημείο. Γιατί η αλλαγή πορείας των φρενών έδειχνε ότι εκεί έγινε η σύγκρουση; Πως διαπιστώθηκε η αλλαγή πορείας; Και γιατί «φαίνεται» να υπήρχαν επίσης γυαλιά; Υπήρχαν ή δεν υπήρχαν; Κρίνω σκόπιμο εδώ να σημειώσω ότι ο ΜΚ2 σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του διαφώνησε ότι η σύγκρουση έγινε στη λωρίδα όπου ο ΜΚ3 τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης. Εκτός από το πιο πάνω σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ3 η μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του δεν έχουν κλονιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και τα αποδέχομαι στο σύνολο τους. Η κατηγορούμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα της αλήθειας. Αυτό αντανακλάτο στην ένορκη μαρτυρία της αλλά και στις απαντήσεις της κατά την αντεξέταση της. Η μαρτυρία της παρουσιάζει ουσιαστική αντίφαση ως προς το πότε είδε το αυτοκίνητο του ΜΚ2 για πρώτη φορά. Ενώ από το Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και ότι είδε το αυτοκίνητο του ΜΚ2 όταν είχε μπει στην αριστερή λωρίδα σύμφωνα με την πορεία της, στο Δικαστήριο η κατηγορούμενη ανέφερε ότι είχε δει το αυτοκίνητο του ΜΚ2 από πολύ μακρυά πριν κινηθεί και ότι κινήθηκε αφού υπολόγισε ότι θα προλάβαινε. Παρά το ότι η πιο πάνω αντίφαση κλονίζει ανεπανόρθωτα τη μαρτυρία της θα ήθελα να επισημάνω ότι η κατηγορούμενη δεν προσδιόρισε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της σε πόση απόσταση είχε εισέλθει στη λωρίδα προς Κελλιά, που έγινε η σύγκρουση ή που «σταμάτησε» σύμφωνα με τον ισχυρισμό της το αυτοκίνητο της. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της καθίσταται αναξιόπιστη και απορριπτέα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, και κυρίως το σημείο σύγκρουσης αφού ο ΜΚ2 και η κατηγορούμενη έχουν κριθεί αναξιόπιστοι. Τα αποδεκτά ευρήματα και οι μετρήσεις του ΜΚ3 ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα από μόνα τους δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πώς έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ. Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου ν. Νίκου Νικολάου, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 11744 ημερομηνίας 15.06.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)(Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365 - 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ3, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας δεν έχουν αποδειχθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού η κατηγορούμενη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην Κατηγορία αρ. 1. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο