← Κύπρος

Αστυνομία ν. Κωνσταντίνου Παύλου, Αρ. Υπόθεσης: 13635/04, 23 Μαρτίου, 2006

Αστυνομία ν. Κωνσταντίνου Παύλου, Αρ. Υπόθεσης: 13635/04, 23 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13635/04 Αστυνομία ν. Κωνσταντίνου Παύλου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Μαρτίου, 2006. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη. Για τον Κατηγορούμενο: κος Γ. Γεωργίου και κος Σ. Σάββα. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νομου 80
(1)/
  1. Το αδίκημα ανατρέχει σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του στις 28.1.2004 στην Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΥ657 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, το Βασίλη Συμεού (ΜΚ1), τον Αστυφ. 2734 Ν. Σατσιά (ΜΚ2), και το Λοχ. 4538 Α. Χαραλάμπους (ΜΚ3). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση του στην αστυνομία, Τεκμήριο 1 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 28.1.2004 γύρω στις 9.30 οδηγούσε το μοτοποδήλατο του με αρ. εγγραφής UL684 κατά μήκος της Λεωφ. 1ης Απριλίου. Στο σημείο όπου η πιο πάνω Λεωφόρος ενώνεται με την οδό Σοφοκλέους και την οδό Ιουστινιανού θυμάται ένα αυτοκίνητο να βγαίνει από την οδό Σοφοκλέους προς το δρόμο του. Αμέσως έστριψε το τιμόνι δεξιά για να τον αποφύγει και του φώναξε «εν να με σκοτώσεις». Θυμάται ότι βγήκε από το αλτ αλλά δεν θυμάται πόσα μέτρα μπήκε στο δρόμο του. Δεν θυμάται τίποτε άλλο για το δυστύχημα. Θυμάται ότι όταν βρισκόταν στο Νοσοκομείο, όπου έμεινε 1½ μήνα έλεγε στους γιατρούς ότι πονούσε το κεφάλι του. Δεν φορούσε κράνος. Θυμάται ότι σε απόσταση 8 μέτρων περίπου είδε τον οδηγό του αυτοκινήτου να μην κάνει αλτ και να μπαίνει στο δρόμο του και εκείνη τη στιγμή έστριψε δεξιά για να τον αποφύγει. Ο ίδιος οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα και η ταχύτητα του ήταν χαμηλή, γύρω στα 35 χαω. Πρόσθετα ανέφερε ότι δεν υπήρχαν ζημιές στο μοτοποδήλατο μόνο μερικά γυαλιά από φανάρια, τραφικέιτορ, κ.λ.π. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την επίδικη μέρα ερχόταν από σπίτι του με προορισμό το καφενείο. ΄Ηταν μέρα. Δεν θυμόταν αν φορούσε καπελάκι και αρνήθηκε ότι του είχε πέσει και πήγε να το πιάσει. Αρνήθηκε ότι είχε κτυπήσει το φορητό του και πριν προλάβει να το απαντήσει έγινε το δυστύχημα. Μπορεί να το επιβεβαιώσει η Α.ΤΗ. Κ. αν έγινε. Αν έπαιξε το τηλέφωνο δεν μίλησε σ' αυτό. Μπορεί και να μην έπαιξε. Δεν έπαιξε το τηλέφωνο του. Το αυτοκίνητο έβγαινε από αριστερά του. Σε ερώτηση κατά πόσο το είδε να βγαίνει χωρίς να σταματά ανέφερε ότι από πολύ κοντά το είδε που έβγαινε, του φώναξε «θα μας σκοτώσεις» από 4 - 5 μ., και ο ίδιος έστριψε δεξιά. Δεν πάτησε στόπερ αφού έτσι έκρινε εκείνη την ώρα. Θυμάται μόνο τη στιγμή που έφυγε δεξιά, ούτε τη σύγκρουση ούτε ο,τιδήποτε άλλο. Τις ζημιές του μοτοποδηλάτου του τις ανέφερε ο γιός του. Αρνήθηκε υποβολή ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν σταματημένο και ότι ενώ προσπαθούσε να απαντήσει το τηλέφωνο η προσοχή του αποσπάστηκε με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί στην πινακίδα εγγραφής του πιο πάνω αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο δεν έκανε αλτ. Δεν απάντησε κατά πόσο έπαθε αμνησία από το δυστύχημα και ξεχνά, δεν γνωρίζει τι ξεχνά. Απάντησε καταφατικά σε ερώτηση κατά πόσο θυμάται τη στιγμή που είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου «να βγαίνει». Σε ερώτηση αν στη διασταύρωση υπήρχε σταματημένο αυτοκίνητο απάντησε «εγώ ερχόμουν κανονικά στην πάντα μου». Ο ΜΚ2 ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος που συνέβη στις 28.1.2004, η ώρα 0930 στη Λεωφ. 1ης Απριλίου στην Αραδίππου στο οποίο ενέχονταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΡΥ652 του κατηγορουμένου και το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής UL684 το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ
  2. Το μοτοποδήλατο βρισκόταν στην τελική του θέση ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου είχε μετακινηθεί. Ο ΜΚ1 είχε τραυματιστεί και μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο. Ο μάρτυρας αφού έλαβε τα σχετικά μέτρα στην παρουσία του κατηγορουμένου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, με το οποίο συμφώνησε ο τελευταίος, υπογράφοντας το. Στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου έσπασε η μπροστινή πινακίδα εγγραφής και γδάρθηκε ο μπροστινός προφυλακτήρας. Στο μοτοποδήλατο στράβωσε το μπροστινό καλάθι και έσπασε ο μπροστινός αριστερός σηματοδότης. Ο καιρός ήταν καλός. Ο δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας, σε κατοικημένη περιοχή. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Ο ΜΚ2 ετοίμασε δύο πρόχειρα σχέδια, Τεκμήριο 4Α και 4Β. Το πρώτο αφορά τις διαστάσεις του δρόμου και το δεύτερο τα ευρήματα στη σκηνή. Από τα σχέδια ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 3 το οποίο εξήγησε στο Δικαστήριο. Η πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου φαίνεται με το γράμμα Α, του μοτοποδηλάτου του ΜΚ1 με το γράμμα Β και η τελική θέση του μοτοποδηλάτου με το Β
  3. Με το γράμμα Ζ και Ζ1 φαίνονται ίχνη τριψίματος του μοτοποδηλάτου, Κ ίχνος μαυρίσματος. Με το γράμμα Γ σημειώνεται σήμα stop, Ε και Ε1 νοητές ευθείες. Με το γράμμα Χ σημειώθηκε το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο κατηγορούμενος ενώ με το γράμμα Χ1 το σημείο σύγκρουσης που βρήκε ο ΜΚ
  4. Τόσο η Λεωφ. 1ης Απριλίου όσο και η οδός Σοφοκλέους είναι διπλής κατεύθυνσης και έχουν πλάτος 6.40 μ. και 5.20 μ. αντίστοιχα. Βγαίνοντας από την οδό Σοφοκλέους πρέπει κάποιος να σταματήσει στο σήμα stop (Γ), 6.20 μ. μετά το Γ. Ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 5 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  5. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε την κατηγορία. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο ίδιος βρήκε άλλο σημείο από αυτό που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος «διότι υπήρχαν ίχνη από γδαρσίματα του μοτοποδηλάτου». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν έφθασε στη σκηνή υπήρχε σταθμευμένο όχημα πλησίον της συμβολής το οποίο σημείωσε στο Δικαστήριο ως Ψ στο Τεκμήριο
  6. Ο πάσσαλος, σταθερό σημείο
(0)ο οποίος βρίσκεται περίπου στη μέση του δρόμου και η πορεία του κατηγορούμενου φαίνονται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου
  1. Στη φωτογραφία 3 φαίνεται η πορεία του μοτοποδηλάτου του ΜΚ
  2. Οι μετρήσεις στα 3 σχέδια που ετοίμασε είναι οι ίδιες. Ο ΜΚ2 δέχθηκε ότι από την πινακίδα stop (Γ) πρέπει κάποιος να προχωρήσει 6.20 μ. για να φθάσει στη νοητή προέκταση της Λεωφ. 1ης Απριλίου. Γραμμή άλτ δεν υπάρχει. Συμφώνησε δε ότι για να ελέγξει κάποιος από την οδό Σοφοκλέους το δρόμο προς αριστερά ενόψει του σταθμευμένου αυτοκινήτου (Ψ) πρέπει να προχωρήσει λίγο πιο μπροστά από τη νοητή ευθεία. Στο Τεκμήριο 4Β η διακεκομμένη γραμμή που ενώνει τον πάσσαλο με την άκρη του δρόμου είναι η διακεκομμένη γραμμή του Τεκμηρίου
  3. Την άλλη παράλληλη διακεκομμένη καθώς και άλλες μετρήσεις δεν τις μετέφερε στο Τεκμήριο 3 εφόσον στο τελικό σχέδιο μπαίνουν τα βασικά. Σε σχέση με την αναφορά του ότι βρήκε το μοτοποδήλατο στην τελική του θέση, διευκρίνισε ότι στη θέση αυτή ήταν το μοτοποδήλατο όταν πήγε στη σκηνή, δεν γνωρίζει αν εκεί κατέληξε το μοτοποδήλατο μετά τη σύγκρουση και δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να μετακινήθηκε εκεί το μοτοποδήλατο από κάποιο Χατζηχαμπή, συγγενή του ΜΚ
  4. Η πινακίδα εγγραφής του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου δεν βρέθηκε στη σκηνή. ΄Οσο δε αφορά τα ίχνη γδαρσίματος υπήρχαν στην άσφαλτο αλλά όχι στο μοτοποδήλατο. Ο ΜΚ3 κατέθεσε ότι είναι ειδικευμένος φωτογράφος. Στις 28.1.2004, η ώρα 11.30 έλαβε 23 φωτογραφίες στη σκηνή του δυστυχήματος τις οποίες κατέθεσε μαζί με το ευρετήριο του, Τεκμήριο
  5. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι φωτογράφισε τις ζημιές των δύο οχημάτων. Οι ζημιές του μοτοποδηλάτου φαίνονται στις φωτογραφίες 5 και 6 του Τεκμηρίου
  6. Όπως διαπίστωσε, υπήρχε ζημιά στο αριστερό πατίδι του μοτοποδηλάτου (φωτο 5) και στο καλαθάκι (φωτο 6) και τα δύο τραφικέιτορ. Στο μοτοποδήλατο δεν υπήρχαν ίχνη που να υποδηλούν ότι τρίφτηκε. Οι ζημιές του αυτοκινήτου φαίνονται στη φωτογραφία 7, δηλαδή είχε αποσπαστεί η πινακίδα εγγραφής, υπήρχε μαύρισμα στον προφυλακτήρα κάτω από το δεξί φανάρι και τρίψιμο κάτω από τη μπροστινή γρίλια. Η ζημιά υποδηλεί ότι τρίφτηκε αντικείμενο στη δεξιά πλευρά του προφυλακτήρα. Το ίχνος τριβής φαίνεται στις φωτογραφίες 16 και 17 (σαν κιμωλία). ΄Ηταν μικρά τα ίχνη. Αρνήθηκε ότι ήταν 1 - 1.5 μ. Το ίχνος μαυρίσματος υπήρχε (φωτο 20) και το έβγαλε όσο καλά μπορούσε. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην αστυνομία από το εδώλιο του κατηγορούμενου και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 5 ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 28.1.2004 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΗΡΥ657 στην οδό Σοφοκλέους με κατεύθυνση τη Λεωφ. 1ης Απριλίου προς τα αριστερά για να πάει στο καφενείο. Μόλις έφθασε στη Λεωφόρο σταμάτησε το αυτοκίνητο του διότι υπήρχε αλτ, στο σημείο που υπέδειξε στο ΜΚ2 ως σημείο σύγκρουσης, και ο ΜΚ2 σημείωσε με το γράμμα Χ. Μόλις σταμάτησε κοίταξε αριστερά και ακολούθως μέχρι να γυρίσει το κεφάλι του δεξιά άκουσε ένα κτύπημα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του και κοιτάζοντας αμέσως μπροστά του είδε ένα άνθρωπο και ένα μοτοποδήλατο πεσμένα στο δρόμο. Το αυτοκίνητο του το στάθμευσε αφού διασταύρωσε το δρόμο, δεξιά, αφού υπήρχε πίσω του αυτοκίνητο. Ακολούθως ήρθε αστυνομία και ασθενοφόρο. Η αστυνομία πήρε μετρήσεις και έκανε σχέδιο και ο αστυνομικός σημείωσε το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε με το γράμμα Χ. Η μοτόρα μετά τη σύγκρουση πήγε αριστερά όπως βρισκόταν ο κατηγορούμενος στο αυτοκίνητο και σταμάτησε. Αργότερα κάποιος θα τη μετακίνησε και την έβαλε στο σημείο που τη βρήκε η αστυνομία. Τα νούμερα του αυτοκινήτου του τα πήρε μαζί της η μοτόρα και έπεσαν δίπλα της. Διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης της αστυνομίας. Μόλις έγινε η σύγκρουση ο οδηγός της μοτόρας έφυγε από τη μοτόρα και πήγε τριφτός στο δρόμο και η μοτόρα έκανε το ίδιο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο. Φαινόταν αβέβαιος για όσα κατέθεσε η δε μαρτυρία του ήταν ασαφής και αόριστη ειδικότερα όσον αφορά την οδική του συμπεριφορά πριν το δυστύχημα και την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Σε σχέση δε με τον τελευταίο παρέμεινε μετέωρο στο τέλος της μαρτυρίας του ΜΚ1 η απόσταση που διένυσε ο κατηγορούμενος στη Λεωφόρο καθώς και το που βρισκόταν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου όταν το είδε για πρώτη φορά. Η δε θέση του ότι τη στιγμή που στα 8 μ. είδε τον κατηγορούμενο να μην κάνει αλτ έστριψε δεξιά για να τον αποφύγει στερείται πειστικότητας και αντίκειται στη λογική και την ανθρώπινη πείρα, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη το δεδομένο της συγκρουσης και τη φύση των ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Δημιουργούνται δε ερωτηματικά ως προς το γιατί ο μάρτυρας δεν εντόπισε ενωρίτερα το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ενόψει του γεγονότος ότι από τη μαρτυρία του εξεταστή και από τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 7 δεν προκύπτει οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα του. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο ΜΚ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. ΄Εθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 3 κάποια δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως τα πιο κάτω σημεία της μαρτυρίας του για τους λόγους που επεξηγώ: Δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τη θέση του σημείου σύγκρουσης αφού η μαρτυρία του ήταν ελλιπής και ανεπαρκής ως προς το επιστημονικό της περιεχόμενο (βλ. μεταξύ άλλων, Αιμιλία Ορφανίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 7902, 11.4.2005). Ο μάρτυρας δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα σε σχέση με το εν λόγω σημείο. Γιατί τα ίχνη γδαρσίματος έδειχναν ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν αυτό που σημείωσε ο μάρτυρας στο σχέδιο; Δεν νομίζω ότι μπορεί με βάση μόνο το πιο πάνω στοιχείο να καθοριστεί το σημείο σύγκρουσης, όταν μάλιστα ο ΜΚ2 δεν βρήκε τίποτε άλλο εκεί. (βλ. Ασπρής ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 694). Εν πάση περιπτώσει πέραν του γεγονότος ότι ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να συνδέσει τα ίχνη γδαρσίματος με το μοτοποδήλατο η μαρτυρία του ΜΚ3 δημιουργεί αμφιβολίες για το ενδεχόμενο τέτοιας σύνδεσης. Δεν αποδέχομαι ούτε τη θέση που ο μάρτυρας σημείωσε ως τελική θέση του μοτοποδηλάτου (Β1) αφού προέκυψε από την αντεξέταση του ότι ήταν η θέση στην οποία βρήκε το μοτοποδήλατο και ότι αδυνατούσε να αναφέρει αν το σημείο Β1 ήταν η θέση στην οποία κατέληξε το μοτοποδήλατο μετά τη σύγκρουση ή να αποκλείσει κάποιος να το είχε μετακινήσει στην πιο πάνω θέση. Πλην των πιο πάνω σημείων της μαρτυρίας του η μαρτυρία του ΜΚ2 όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του δεν έχει κλονιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολό της. Συναφώς αναφέρω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2 η ορατότητα του κατηγορουμένου σύμφωνα με την πορεία του εμποδιζόταν λόγω σταθμευμένου αυτοκινήτου πλησίον της συμβολής, ότι η πινακίδα stop απέχει 6.20 μ. από τη νοητή προέκταση της Λεωφόρου και ότι δεν υπάρχει γραμμή αλτ. Ο ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο, η μαρτυρία του ήταν θετική και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 αντικατοπτρίζουν τις ζημιές στα δύο οχήματα και τη σκηνή του δυστυχήματος. Αναφορικά με το Τεκμήριο 5 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 5 υπάρχει ο,τιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή το οποίο να περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Συναφώς αναφέρω ότι το σημείο Χ που υπέδειξε ο κατηγορούμενος απέχει 1.10 μ. από τη νοητή ευθεία της οδού Σοφοκλέους και ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2 για να ελεγχθεί ο δρόμος προς τα αριστερά έπρεπε κάποιος να προχωρήσει λίγο πιο μπροστά λόγω του σταθμευμένου οχήματος. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και σε σχέση με ουσιώδη στοιχεία, όπως το σημείο σύγκρουσης. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα ευρήματα των ΜΚ2 και 3 οι οποίοι δεν ήταν παρόντες κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πώς έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου ν. Νίκου Νικολάου, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 11744, ημερ. 15.6.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι και κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a. a.
(1975)1 CLR 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων των ΜΚ2 και ΜΚ3 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα της σύγκρουσης των οχημάτων του ΜΚ1 και του κατηγορουμένου. Ιδιαίτερα, ελλείπει αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με την ακριβή πορεία του ΜΚ1 πριν το ατύχημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18) - αλλά και του κατηγορουμένου. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους του πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 1 αφού ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.