← Κύπρος

Αστυνομία ν. Παναγιώτη Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 11095/05, 30 Μαρτίου, 2006

Αστυνομία ν. Παναγιώτη Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 11095/05, 30 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11095/05 Αστυνομία ν Παναγιώτη Σάββα, Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2006. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Γιάλλουρος Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3), 20Α και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 47
(1)/97 και 80
(1)/2000, των Περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 και της Κ.Δ.Π 277/85 και Κ.Δ.Π. 17/
  1. της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψης ακινητοποιήσεως τούτου ενώ κλήθηκε υπό Αστυνομικού εν στολή, κατά παράβαση των Καν. 58
(1)(κ) και 72 των περί Mηχανοκινήτων Oχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84 και άρθρου 19 του περί Mηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972. 3. της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 7
(1), 19
(1)
(4)ΚΑΙ 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμου 80
(1)/
  1. Την 4η κατηγορία ο κατηγορούμενος την έχει παραδεκτεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 7.8.2005 στο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού στην περιοχή Χαβάτζια της Επαρχίας Λάρνακας ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής QL708 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 147 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ και ενώ κλήθηκε υπό Αστυνομικού εν στολή, παρέλειψε να ακινητοποιήσει τούτο, μέχρι ο Αστυφύλακας επιτρέψει σ' αυτόν να εξακολουθήσει την πορεία του. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα επικινδύνως δια το κοινό, δηλαδή ανάπτυσσε απότομα ταχύτητα και προσπερνούσε συνεχώς αυτοκίνητα πότε δεξιά και πότε αριστερά του δρόμου. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 2011, Χ. Αριστοδήμου, ΜΚ1, το Λοχ. 1504 Δ. Ροβέρτου, ΜΚ2 και τον Αστυφύλακα 505, Μιχάλη Κυπριανού ΜΚ
  2. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμηριο 1 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  3. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε τις κατηγορίες 1 -
  4. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ΜΚ2 προσήλθε στο Σταθμό Κοφίνου και τους κατάγγειλε το συμβάν. Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την καταγγελία. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο 3 στην οποία ανέφερε ότι στις 7.8.2005 γύρω στις 07.30 ενώ διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας προς Λεμεσό παρά την περιοχή «Χαβάτζια», στον Κόρνο, με πλήρη στολή και το περιπολικό όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΡ253, διαπίστωσε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής QL708 το οποίο ήταν το μοναδικό εκείνη τη στιγμή στο δρόμο κινείτο με 147 χαω αντί 100 χαω, σύμφωνα με το ελεγμένο ταχύμετρο του με αρ.
  5. Αμέσως του έγινε κανονικό σήμα από απόσταση 400 μ. περίπου ενώ κινείτο στην αριστερή λωρίδα. Ο οδηγός του οχήματος έκανε απότομο ελιγμό ζικ-ζακ αποφεύγοντας τον οδηγώντας στη δεξιά λωρίδα και επιταχύνοντας, χωρίς να σταματήσει. Αμέσως και χωρίς να χάσει οπτική επαφή με το άσπρο όχημα, το οποίο ήταν στυλ αγωνιστικού, μάρκας «OPEL» και είχε γύρω του αυτοκόλλητα, το ακολούθησε από απόσταση 400 μ. περίπου. Πρόσεξε ότι ο οδηγός συνεχίζοντας την πορεία του προσπερνούσε ζικ-ζακ προπορευόμενα οχήματα από αριστερά και δεξιά με πολύ επικίνδυνο και αλόγιστο τρόπο που έθεσε σε κίνδυνο τους οδηγούς των άλλων οχημάτων να εμπλακούν σε δυστύχημα μαζί του. Τελικά βγαίνοντας με απότομο ελιγμό από την έξοδο Κοφίνου, παρά την Κακορατζιά τον έχασε. Το ταχύμετρο ελέχθηκε τόσο πριν όσο και μετά τον έλεγχο ταχύτητας. Πρόσθετα με την κατάθεση του ο ΜΚ2 εξήγησε τους τρεις ελέγχους ραντάρ. Η τροχαία κίνηση ήταν αρκετή, ήταν Κυριακή, ο δρόμος είναι υπεραστικός, διπλής κατεύθυνσης. Το σήμα έγινε στην αριστερή λωρίδα, ύψωσε το χέρι του ενώ φορούσε πλήρη αστυνομική στολή με πράσινο φωσφορούχο από πάνω, υποδεικνύοντας στον οδηγό να σταματήσει. Το περιπολικό ήταν σταθμευμένο στην αριστερή μεριά του δρόμου. Μετά το σήμα, από την αριστερή λωρίδα ο οδηγός οδήγησε απότομα δεξιά και προχώρησε, προσπάθησε να τον ακολουθήσει χωρίς να χάσει οπτική επαφή και παρά το ύψος της στροφής της Κακορατζιάς τον είδε να προσπερνά με επικίνδυνο ελιγμό όχημα από αριστερά που ήταν στη δεξιά λωρίδα και επειδή πιο μπροστά υπήρχε άλλο όχημα στην αριστερή λωρίδα μπήκε δεξιά προσπερνώντας ξανά και τελευταία έκανε ελιγμό αριστερά αποκόπτωντας την πορεία των οχημάτων σχεδόν, βγαίνοντας από την έξοδο Κοφίνου όπου και τον έχασε. Στον αυτοκινητόδρομο υπάρχουν ταμπέλες που καθορίζουν το όριο ταχύτητας σε 100 χαω. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μαζί του βρισκόταν ακόμη ένας συνάδελφος του, ο Αστυφ. 1932 Ματθαίου. Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΒΡ253 ήταν διπλοκάμπινο. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν μοτοσικλέτα. Το διπλοκάμπινο φέρει σειρήνες και μικρόφωνα. Η τροχαία κίνηση ήταν αρκετή, ο χειριστής του ταχυμέτρου ήταν ο ίδιος. Στεκόταν δίπλα από τη γραμμή της πρώτης λωρίδας. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν φορούσε πράσινο φωσφορούχο. Είναι επικίνδυνο να κάνεις έλεγχο χωρίς αυτό. Κρατούσε το ταχύμετρο με το αριστερό του χέρι, σημάδευσε με το δεξί το ξαναπήρε με το αριστερό κάνοντας σήμα με το δεξί. Είχε εντοπίσει το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στα 400 μ. Την ώρα του ελέγχου ήταν το μοναδικο όχημα. Σε υποβολή ότι μπροστά από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου οδηγείτο ένα φορτηγό με καρότσα και ότι ο ελιγμός που έκανε ο κατηγορούμενος δεξιά ήταν για να το προσπεράσει και όχι επειδή είδε το ΜΚ2 και συνέχισε στη δεξιά λωρίδα για να φύγει απάντησε ότι δεν υπήρχε φορτηγό. Στο σημείο όπου είχε σταθμεύσει δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα ή άνθρωποι τη συγκεκριμένη ώρα. Σε ερώτηση αν είδε τον οδηγό να κάνει κίνηση με το χέρι του απάντησε αρνητικά. Η έξοδος Κοφίνου είναι λωξή, δεν είναι ορθή γωνία. Σε ερώτηση εφόσον δεν είναι ορθή γωνία πως ο κατηγορούμενος έκανε απότομο ελιγμό ο μάρτυρας απάντησε ότι η στροφή είναι δεξιόστροφη και όταν είσαι δεξιά για να πάεις αριστερά κάνεις απότομο ελιγμό για να διασταυρώσεις δύο λωρίδες. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν έκανε απότομο ελιγμό ο κατηγορούμενος και ότι μπήκε κανονικά στην πάροδο. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν προσπέρασε τα δύο οχήματα που ισχυρίζεται ο ΜΚ2 επικίνδυνα. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε κάποιο άτομο με μαύρα ρούχα και καλοκαιρινή φανέλα να τον χαιρετά ελαφριά και ότι δεν αντιλήφθηκε ότι ήταν ο ΜΚ2 ή αστυνομία γιατί δεν είδε φωσφορούχα ρούχα απάντησε ότι ο ίδιος έχει ύψος 1.97 μ. και το άτομο που γνωρίζει ο κατηγορούμενος έχει ύψος 1.55 μ. και είναι λεπτός, το δε σήμα του ήταν ευδιάκριτο. Δεν συνηθίζει να μπαίνει στη μέση του δρόμου και να χαιρετά. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Μετά τη μαρτυρία του ΜΚ2 κατατέθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: «Μαζί με το ΜΚ2, Ροβέρτο ήσαν και οι Αστυφ. 5468, Θέμις Θεμιστοκλέους και 1932, Χ. Ματθαίου με το αυτοκίνητο ΚΒΡ253, διπλοκάμπινο, υπηρεσιακό». Ο ΜΚ3 κατέθεσε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Δ της Αστυνομίας στον κλάδο Τηλεπικοινωνιών από το 1997 και ασχολείται με την επιδιόρθωση και συντήρηση κυρίως συσκευών ταχυμέτρων. Εκπαιδεύτηκε τόσο το έτος 2000 όσο και το έτος 2005 από την κατασκευάστρια εταιρεία στο εξωτερικο, στο Denver των ΗΠΑ. Εξήγησε τον επιστημονικό τρόπο λειτουργίας των ταχυμέτρων λέιζερ. Ανέφερε πως ο χειριστής κάθε ταχύμετρου πρέπει να διενεργήσει τρεις απαραίτητους ελέγχους για την ορθότητα της συσκευής πριν τη χρήση του ταχύμετρου. Επεξήγησε τους εν λόγω ελέγχους, οι οποίοι όταν διενεργηθούν τότε οι μετρήσεις της συσκευής είναι ορθές. Από τη στιγμή που υπάρχει ένδειξη απόστασης και ταχύτητας, το ταχύμετρο λειτουργεί ορθά. Αν υπάρχει τεχνικό πρόβλημα τότε στη συσκευή θα εμφανίζεται το «ε» (error) και ένας αριθμός που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη βλάβη και η συσκευή δεν θα μπορεί να πάρει μετρήσεις. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από τον αριθμό της συσκευής που χρησιμοποίησε ο ΜΚ2 η συσκευή είναι τύπου λέιζερ. Η συσκευή, αν επιλέξει ο χειριστής, κατακρατεί στη μνήμη της πληροφορίες μέχρι 10 λεπτά. Αν στο χρονικό διάστημα των 0.4 δευτερολέπτων που καταγράφει η συσκευή την ταχύτητα το χέρι του χειριστή δεν είναι σταθερό δεν θα εμφανιστεί η ταχύτητα ή απόσταση. Η συσκευή δεν επηρεάζεται από ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Ο χειριστής πρέπει να βλέπει το όχημα που σημαδεύει. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον Αντρέα Γρηγορίου, ΜΥ
  6. Ο κατηγορούμενος που επαγγέλλεται το μηχανικό αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, κατέθεσε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε έχει αρ. εγγραφής QL708, είναι 25 χρονών και 1598 cc. ΄Ηταν αγωνιστικό και γι' αυτό υπάρχουν σ' αυτό ευδιάκριτα αυτοκόλλητα και ενδείξεις στο γυαλί. Πήγαιναν με το συνοδηγό του για να κάνουν αναγνώριση της ειδικής διαδρομής Λάγειας - Καλαβασού. Δεν αντιλήφθηκαν να υπάρχει αστυνομική περίπολος που να προβαίνει σε έλεγχο τροχαίας. Πλησιάζοντας το κέντρο «Χαβάτζια» δεν υπήρχαν καθόλου αυτοκίνητα, ήταν 7.30 π.μ., Αύγουστος, μέρα που είναι σχεδόν όλοι με άδεια. Βρήκαν μόνο ένα τρέιλερ, μπροστά αριστερά 2 - 3 αυτοκίνητα σταθμευμένα και μακρυά 5 - 6 άτομα κάτω από τα αυτοκίνητα. Μόνο το τρέιλερ κινείτο, τα αυτοκίνητα ήταν σταματημένα στην άκρη του δρόμου. Σε ερώτηση αν πλησιάζοντας το σημείο αντιλήφθηκε να υπάρχει αστυνομικό όχημα απάντησε αρνητικά. Δεν υπήρχε ούτε φάρος, ούτε μοτοσικλέτα που να δείχνει έλεγχο αστυνομίας. Το τρέιλερ το ακολουθούσαν από μακρυά και όταν έφθασαν κοντά στα σταθμευμένα προσπάθησαν να το προσπεράσουν. Η ταχύτητα τους ήταν 115 - 117 χαω. Όταν προσπάθησε να προσπεράσει το τρέιλερ είδε με την άκρη του ματιού του κάποιο με μαύρα ρούχα να τον χαιρετά, τον χαιρέτησε και αυτός και κατευθύνθηκε προς τον προορισμό του. Θα πρέπει να ήταν βλάκας να μην σταματήσει σε σήμα αστυνομικού αφού στο όχημα του ήταν γραμμένο το όνομα του. Μπροστά ή πίσω τους δεν είδε αυτοκίνητα άλλα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν κατάλαβε ποιο ήταν το πρόσωπο που είδε να τον χαιρετά. Τον χαιρέτησε και ο ίδιος. Σε υποβολή ότι στην κατάθεση του, Τεκμήριο 1, ανέφερε κάτι διαφορετικό, ότι κατάλαβε ότι ήταν ο φίλος του ο Σάββας, αστυνομικός στην ομάδα «Ζ» απάντησε ότι κατ΄ αρχήν δεν κατάλαβε ποιος ήταν, προσπερνώντας διερωτήθηκε ποιος ήταν αυτός με τα μαύρα. Ο Σάββας είναι συναθλητής του, οδηγός, και ανήκει στην ομάδα «Ζ». Από το σημείο που τον είδε δεν ξεχώριζε αν ήταν κοντός ή ψηλός. Ξεχωρίζει το σήμα από το χαιρέτισμα. Μόλις είδε το άτομο δεν κατάλαβε ότι ήταν ο Σάββας, μετά το υποψιάστηκαν. Φορούσε μαύρα. Δεν υπήρχαν φάροι ή ένδειξη ότι ήταν αστυνομία. Υπέθεσαν ότι για να είναι με τα μαύρα μπορεί να είναι ο Σάββας στο χώρο εκείνο. Πριν προσπεράσει, η ταχύτητα του ήταν 115 - 117 χαω. Δεν αυξήθηκε η ταχύτητα του προσπερνώντας αφού το τρέιλερ πηγαίνει με πιο χαμηλή ταχύτητα. Δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στο δρόμο πλην του δικού του και του φορτηγού. Υπολόγισε ότι ήταν κάποιος από τα άτομα που είδε που τον χαιρέτησε. Αυτός που τον χαιρέτησε ήταν με άλλα άτομα. Δεν πέρασε από το μυαλό του ότι είχε ο,τιδήποτε άλλο εκεί γι' αυτό το εξέλαβε ως χαιρέτισμα. Ο ΜΥ2 ήταν ο Αντρέας Γρηγορίου, 19½ ετών φοιτητής. Αγωνίζεται με τον κατηγορούμενο στο άθλημα του ράλι. Στις 7.8.2005 ήταν συνοδηγός του κατηγορουμένου. Η κίνηση ήταν πολύ αραιή, σχεδόν δεν υπήρχαν καθόλου αυτοκίνητα. Καθοδόν είδαν ένα κύριο που τους χαιρετούσε, στεκόταν στην αριστερή άκρη του δρόμου, παρά το κέντρο «Χαβάτζια». Υπήρχαν 2 - 3 αυτοκίνητα σταθμευμένα και κόσμος έξω από αυτά με μαύρα ρούχα. Στο δρόμο υπήρχε ένα φορτηγό και μπήκαν δεξιά για να το προσπεράσουν. Πριν προσπεράσουν αντιλήφθηκαν «τον κύριο» να κουνά το χέρι του. Φορούσε μαύρα ρούχα. Σε ερώτηση αν είδε αστυνομία με φωσφορούχα γιλέκα ανέφερε ότι είδαν κόσμο έξω από τα αυτοκίνητα. Συνέχισαν την πορεία τους και έστριψαν στην έξοδο της Κοφίνου. Μέχρι να στρίψουν δεν αντιλήφθηκαν πίσω τους οποιοδήποτε αστυνομικό όχημα. Η ταχύτητα τους ήταν συνέχεια 100 - 110 χαω, το πολύ 120 χαω. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το χέρι του προσώπου που είδαν ήταν ψηλά και τους έκανε νόημα χαλαρά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν κανονικού ύψους 1.65 μ. - 1.67 μ. Στεκόταν με άλλα άτομα έξω από τα αυτοκίνητα τους. Υπέθεσαν ότι ήταν ταξιδιώτες. Φορούσαν ρούχα διαφόρων χρωμάτων. Μόνο το συγκεκριμένο πρόσωπο φορούσε μαύρα. Σε ερώτηση αν ο κατηγορούμενος του ανέφερε ο,τιδήποτε απάντησε ότι του ανέφερε ότι μπορεί να ήταν γνωστός τους αστυνομικός που τρέχει και εκείνος στα ράλι, το οποίο ο ΜΥ1 γνωρίζει. Δεν υπήρχε λόγος να σταματήσουν. Όταν τον ειδαν η ταχύτητα τους ήταν 110 - 120 χαω. Δεν ανέπτυξαν ταχύτητα την ώρα που προσπέρασαν. Μπροστά από το φορτηγό και πίσω του δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Σε υποβολή ότι είχαν αντιληφθεί το ΜΚ2 να τους κάνει σήμα να σταματήσουν αλλά συνέχισαν την πορεία τους χωρίς να σταματήσουν απάντησε ότι δεν πρόσεξε αστυνομικό να τους κάνει σήμα αλλά ένα κύριο να τους χαιρετά. Μόλις τους χαιρέτησε δεν κατάλαβαν ποιος ήταν. Μπορεί να τους κατάλαβε. Αρνήθηκε υποβολή ότι η ταχύτητα τους ήταν 147 χαω και ότι προσπαθώντας να διαφύγουν προσπέρασαν επικίνδυνα άλλα οχήματα. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο και μου έδωσε την εικόνα φιλαλήθους μάρτυρα. Η μαρτυρία του ήταν τυπική, ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και μου έδωσε την εντύπωση αμερόληπτου μάρτυρα. Ο μάρτυρας απαντούσε χωρίς ίχνος δισταγμού, η δε μαρτυρία του ήταν σταθερή και σαφής. Η μαρτυρία του σε κανένα στάδιο δεν έχει κλονιστεί αφού δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αντίφαση σε αυτά που κατέθεσε. Εξήγησε με λεπτομέρεια τους ελέγχους που διενήργησε στο ταχύμετρο και σε αυτό το σημείο η μαρτυρία του υποστηρίζεται πλήρως από τη μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος επίσης μου έκανε εξαιρετική εντύπωση, καθώς και τον εντοπισμό κατά τον έλεγχο ταχύτητας του οχήματος του Κατηγορουμένου. Σαφής ήταν επίσης ως προς τον τρόπο που έγινε το σήμα καθώς και την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ή δισταγμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι η ένδειξη στο ταχύμετρο ήταν 147 χαω, ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 100 χαω, ότι το ταχύμετρο λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ2 φορούσε πράσινο φωσφορούχο γιλέκο πάνω από πλήρη αστυνομική στολή. Σημειώνω εδώ ότι η υπεράσπιση δεν αφμισβήτησε την ορθή λειτουργία του ταχύμετρου, ούτε ότι το όριο ταχύτητας ήταν 100 χαω, ούτε υπέβαλε στο ΜΚ2 ότι η ταχύτητα του κατηγορουμένου δεν ήταν 147 χαω. Δεν αμφισβήτησε, περαιτέρω, ότι οδηγούσε στον επίδικο χώρο κατά το χρόνο που ο ΜΚ2 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας. Συναφώς αναφέρω ότι δεν υπεβλήθη στο ΜΚ2 ότι ο ίδιος ουδέποτε έκανε σήμα στον κατηγορούμενο, ότι το σήμα του δεν ήταν ευδιάκριτο και απέριττο ή ότι δεν το έκανε με τον τρόπο που ανέφερε. Αποδέχομαι πως ο ΜΚ2 φορώντας φωσφορούχο γιλέκο και πλήρη αστυνομική στολή έκανε σήμα στον κατηγορούμενο ο οποίος δεν σταμάτησε. Δεν θεωρώ ότι η παράλειψη του ΜΚ2 να αναφέρει ότι μαζί του κατά τον έλεγχο τροχαίας ήταν ο Αστυφ. 5468 εκτός από τον Αστυφ. 1932 Ματθαίου επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του αφού δεν αφορά ουσιαστικό σημείο της μαρτυρίας του. Σημειώνω, περαιτέρω, πως δεν θεωρώ ότι ο ΜΚ2 είχε οποιοδήποτε λόγο, ούτε και έχει προκύψει από τη μαρτυρία τέτοιος λόγος, να δημιουργήσει αυτήν την υπόθεση από μόνος του. ΄Οσον αφορά την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης κατά την τελική του αγόρευση ότι ελλείπει μαρτυρία σε σχέση με το όριο ταχύτητας αναφέρω ότι ο συνήγορος κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη πινακίδων στον αυτοκινητόδρομο που να καταδεικνύουν το ανώτατο όριο ταχύτητας των 100 χαω ή, όπως προανέφερα, το ίδιο το ανώτατο όριο ταχύτητας ή τη νομιμότητα της σηματοδότησης. Συνεπώς έχω την άποψη ότι επενεργεί στην παρούσα περίπτωση το τεκμήριο της κανονικότητας: omnia praesumuntur rite esse acta. Bλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Φλωρίδη
(1999)2 ΑΑΔ 95 και Γιωργαλλίδη ν. Δήμου Λάρνακος
(2001)2 ΑΑΔ
  1. ΄Οσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ3 αναφέρω πως ο μάρτυρας μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως εμπειρογνώμονα στην ολότητα της. Εξάλλου η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Αυτό αντανακλάται στη μαρτυρία του και ειδικότερα στις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του. Η εκδοχή του όσον αφορά τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ήταν ασαφής, αντιφατική και στερείται πειστικότητας. Κατ' αρχήν αναφέρω ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος αλλά ούτε και προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ο λόγος για τον οποίο ο ΜΚ2 θα δημιουργούσε αυτή την υπόθεση εκ του μηδενός. Περαιτέρω, η θέση του ότι δεν αντελήφθηκε ότι επρόκειτο για σήμα αστυνομικού στερείται πειστικότητας, ειδικότερα ενόψει του γεγονότος ότι σύμφωνα με τον ισχυρισμό του το άτομο που είδε φορούσε μαύρα και ότι ο ίδιος το συνέδεσε με την ομάδα «Ζ» της αστυνομίας. Αντίκειται περαιτέρω, στη λογική και ανθρώπινη πείρα η θέση του κατηγορουμένου ότι υποψιάστηκε ότι το άτομο που είδε ήταν κάποιος γνωστός του αστυνομικός παρά το γεγονός ότι βλέποντας τον δεν τον είχε αναγνωρίσει. Ούτε η θέση του ότι προσπερνώντας το κατ' ισχυρισμό προπορευόμενο του τρέιλερ δεν ανέπτυξε ταχύτητα βρίσκει έρεισμα στη λογική. Και κάτι άλλο. Είναι άξιον απορίας γιατί ο κατηγορούμενος πουθενά στην κατάθεση του στην αστυνομία, Τεκμήριο 1 δεν ανέφερε ότι στο αυτοκίνητο του υπήρχε συνοδηγός. Ενώ δε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε ποιο ήταν το πρόσωπο που είδε να τον χαιρετά, το οποίο χαιρέτησε, στο Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι χαιρέτησε το εν λόγω πρόσωπο επειδή «νόμισε» ότι ήταν ο φίλος του, αστυνομικός στην ομάδα Ζ, τον οποίο κατονόμασε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Ο ΜΥ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο και άφησε μια πτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας δεν φαινόταν καθόλου βέβαιος για όσα κατέθεσε. Η ένορκη κατάθεση του ήταν στο σύνολο της αόριστη, ασαφής και παράλογη. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο κόσμος έξω από τα σταματημένα αυτοκίνητα που είδαν φορούσε μαύρα ρούχα κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι μόνο το πρόσωπο που τους έκανε νόημα φορούσε μαύρα. Και ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο μαυροφορεμένος «κύριος» στεκόταν στην αριστερή άκρη του δρόμου, χαιρετώντας τους, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο εν λόγω κύριος στεκόταν μαζί με τα άλλα άτομα έξω από τα αυτοκίνητα τους. Κρίνω σκόπιμο εδώ να αναφέρω ότι και η εκδοχή του ΜΥ1, ο οποίος μάλιστα ήταν συνοδηγός, ότι είδε «ένα κύριο» τον οποίο δεν κατάλαβε παρά το ότι τον γνώριζε στερείται κάθε πειστικότητας. Δημιουργούνται δε ερωτηματικά ως προς το ότι ενώ ο ΜΥ1 είδε το χέρι του εν λόγω «κυρίου» όπως ισχυρίστηκε, δεν είδε το πρόσωπο του. Σημειώνω συναφώς ότι η περιγραφή που ο ΜΥ1 έδωσε του «κυρίου» ουδόλως συνάδει με αυτή του ΜΚ
  2. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ
  3. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος στις 7.8.2005 και περί ώρα 07.30 οδηγούσε το αγωνιστικού στυλ αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής QL708 στο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού παρά το κέντρο «Χαβάτζια» στον Κόρνο όπου το ανώτερο καθορισμένο όριο ταχύτητας είναι 100 χαω, ο ΜΚ2 στόχευσε με το ταχύμετρο με αρ. 7002 το πιο πάνω όχημα το οποίο τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν μόνο του στο δρόμο και η ένδειξη του ταχυμέτρου ήταν 147 χαω. Το ταχύμετρο ελέχθηκε τόσο πριν από τη χρήση του όσο και μετά από το ΜΚ2 και λειτουργούσε σωστά. Φορώντας πλήρη αστυνομική στολή με πράσινο φωσφορούχο από πάνω ο ΜΚ2 έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει, σε απόσταση 400 μ. περίπου, ενώ το πιο πάνω όχημα κινείτο στην αριστερή λωρίδα. Ο κατηγορούμενος έκανε απότομο ελιγμό ζικ-ζακ αποφεύγοντας το ΜΚ2, οδηγώντας και επιταχύνοντας, στη δεξιά λωρίδα, χωρίς να σταματήσει. Αμέσως ο ΜΚ2, χωρίς να χάσει οπτική επαφή με το όχημα του κατηγορουμένου το ακολούθησε σε απόσταση 400 μ. περίπου. Ο κατηγορούμενος προσπέρασε με κίνηση ζικ-ζακ προπορευόμενα οχήματα από αριστερά και δεξιά δηλαδή, προσπέρασε όχημα που βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα από αριστερά με ελιγμό και επειδή πιο μπροστά υπήρχε όχημα στην αριστερή λωρίδα μπήκε δεξιά προσπερνώντας ξανά και τελικά εξήλθε από την έξοδο Κοφίνου, παρά την «Κακορατζιά», με απότομο ελιγμό, διασταυρώνοντας, αποκόπτοντας σχεδόν την πορεία των οχημάτων, αφού οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα. Ο ΜΚ2 τον έχασε. Η τροχαία κίνηση ήταν αρκετή. Μαζί με το ΜΚ2 ήσαν οι Αστυφ. 5468 και 1932 με το υπηρεσιακό διπλοκάμπινο με αρ. εγγραφής ΚΒΡ
  4. Κατηγορίες αρ. 1 και 2 Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα είμαι ικανοποιημένη πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες αρ. 1 και 2 εναντίον του κατηγορουμένου ο οποίος κρίνεται ένοχος σ' αυτές. Κατηγορία 3 Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος αναφέρω πως το άρθρο 7
(1)του Νόμου 86/72 δεν καθορίζει τι συνιστά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει ως θέμα πραγματικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, όπως η φύση, η κατάσταση και χρήση της οδού, ο όγκος της τροχαίας που υπάρχει στο δεδομένο χρόνο ή που λογικά θα αναμένετο να υπάρχει. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υποθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673). Στην αγγλική υπόθεση Trentham v. Rowlands
(1974)RTR 164 αποφασίστηκε ότι συνιστούσε ενδεχομένως επικίνδυνη οδήγηση και συνεπώς επικίνδυνη οδήγηση για ένα οδηγό να προσπερνά άλλο κινούμενος με ελιγμό στις εσωτερικές λωρίδες, ενώ σε απόσταση 300 - 400 υάρδων ο δρόμος ήταν καθαρός και με ταχύτητα 70 μ.α.ω. ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και τη νομολογία κρίνω ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου αναμφίβολα συνιστά επικίνδυνη οδήγηση. Αναπτύσσοντας ταχύτητα ο κατηγορούμενος προσπέρασε με αριστερό ελιγμό όχημα στη δεξιά λωρίδα και ακολούθως από δεξιά όχημα στην αριστερή λωρίδα. Τόσο η πιο πάνω ζικ-ζακ κίνηση του σε συνδιασμό με την επιτάχυνση του όσο και ο απότομος αριστερός ελιγμός του που ακολούθησε για να εξέλθει διασταυρώνοντας προς την έξοδο Κοφίνου ενώ βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα συνιστούν κατά την κρίση μου μία επικίνδυνη κατάσταση, έχοντας υπόψη και το γεγονός ότι η τροχαία κίνηση ήταν αρκετή. Η οδική αυτή συμπεριφορά εγκυμονούσε ορατούς και σοβαρούς κινδύνους τόσο για τον ίδιο όσο και για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Απείχε δε κατά πολύ από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 3 την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ' αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.