← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χαράλαμπου Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 801/05, 7 Απριλίου, 2006

Δημοκρατία ν. Χαράλαμπου Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 801/05, 7 Απριλίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2006:6 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 801/05 Δημοκρατία ν.

  1. Χαράλαμπου Γεωργίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7 Απριλίου,
  2. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Ζαχαριάδου. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Γ. Α. Γεωργίου. Κατηγορούμενος 2: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος για σκοπούς της απόφασης μας θα αναφέρεται ως ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει τελικά τις πρώτες τρεις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Είναι κατηγορίες που περιστρέφονται γύρω από παραβάσεις του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Η 1η κατηγορία αφορά κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β. Όπως εξειδικεύεται στις λεπτομέρειες, ο κατηγορούμενος φέρεται να κατείχε μεταξύ 26 και 27.2.05 σε χωριό της Επαρχίας Αμμοχώστου, στη Σωτήρα συγκεκριμένα, 1.818,5065 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Η 2η κατηγορία αφορά κατοχή του πιο πάνω απαγορευμένου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες καλύπτονται ως προς το χρόνο και τόπο από αυτές της 1ης κατηγορίας. Η 3η κατηγορία αφορά προμήθεια της ίδιας ποσότητας και του ίδιου ναρκωτικού που αναφέρεται πιο πάνω, από άλλο, άγνωστο, πρόσωπο. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες της, αναγράφεται άγνωστος χρόνος και ως τόπος η επαρχία Αμμοχώστου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορία, το Δικαστήριο ζήτησε και άκουσε από τις δύο πλευρές τη θέση τους ως προς το αν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στο σύνολο των κατηγοριών, επαρκώς ώστε να υποχρεούται ο κατηγορούμενος να προβάλει την υπεράσπιση του. Οι θέσεις των δύο συνήγορων είναι καταγραμμένες. Όπως ήταν αναμενόμενο, πλέον, ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Η κα Ζαχαριάδου εισηγήθηκε ότι μέσα από τη μαρτυρία υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία για να καλύψουν το στάδιο αυτό της διαδικασίας. Ο κ. Γεωργίου από τη δική του πλευρά ανέφερε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για την 3ην κατηγορία που να δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Όσο δε αφορά τις κατηγορίες 1 και 2 η προσφερθείσα μαρτυρία δεν είναι αρκετή λόγω της ποιότητας και των κενών που υπάρχουν για να δικαιολογήσει κλήση του κατηγορούμενου να προβάλει την υπεράσπιση του. Το νομικό πλαίσιο που καλύπτει το όλο ζήτημα τίθεται από το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι αρχές που διέπουν το φάσμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα λέγαμε ότι σταθμοί στη σχετική νομολογία υπήρξαν οι αποφάσεις R. v. Mustafa Kara Mehmet 16 C.L.R. 46, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 C.L.R. 9 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 C.L.R. 133. Θα παραθέσουμε απόσπασμα από τις σελίδες 144 και 145 της τελευταίας αυτής απόφασης, μέσα από το οποίο αποκρυσταλλώνονται και κωδικοποιούνται οι αρχές: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσον αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου." Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ, 9, το σχετικό απόσπασμα είναι στη σελ. 16, αναφέρεται: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Παραθέτουμε επίσης την πρόσφατη απόφαση, τελευταία επί του θέματος, Π.Ε. 7655 / ημερ. 28.9.05, Γεώργιος Γεωργίου ν. Αστυνομίας, όπου στη σελ. 12 αναφέρονται τα εξής: "Τα όσα επισημαίνονται στο λόγο αυτό της έφεσης πρέπει να ιδωθούν μέσα στο πλαίσιο των αρχών που διέπουν το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και του έργου που έχει το Δικαστήριο να επιτελέσει. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας - (βλ. Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196) αλλά περιορίζεται σε γενική θεώρησή της, με σκοπό να διαπιστώσει εάν υπάρχουν στη μαρτυρία θεμελιακές αντιφάσεις ή είναι η μαρτυρία καταφανώς αναξιόπιστη, ώστε να μην μπορεί να στηριχθεί σ΄ αυτή. Ούτε είναι αναγκαίο να σχολιάσει επιχειρήματα της Υπεράσπισης - (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, 136)." Οι δύο πρώτες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος περιστρέφονται γύρω από την έννοια της κατοχής των ναρκωτικών.. Ως εκ τούτου θεωρούμε ορθό να αναφέρουμε, σε σύνοψη, τη βασική πτυχή της νομικής πλευράς του όρου "κατοχή". Κατοχή στα πλαίσια του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 662, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ, 211). Η έννοια της κατοχής έχει ευρύτητα τέτοια ούτως ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών σε υποστατικό τρίτου, εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους. Ως εκ τούτου η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ, 409, 416-417). Έχουμε εξετάσει το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας στην προσπάθεια μας να ανιχνεύσουμε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, έχοντας πάντα κατά νου τις αρχές που διέπουν το όλο ζήτημα και τη νομική φύση των συγκεκριμένων κατηγοριών, όπως τα έχουμε εκθέσει με λεπτομέρεια στο αμέσως προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας. Δεν τίθεται βεβαίως θέμα, ούτε και ενδείκνυται σ΄ αυτό το στάδιο, αξιολόγησης της μαρτυρίας. Είναι επίσης υπό τις συνθήκες αχρείαστη επανάληψη της. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή μέσα από τη μαρτυρία που παρέθεσε δεν έχει πετύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στο σύνολο των κατηγοριών. Όσον αφορά την 3ην κατηγορία δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας που να την καλύπτει. Σε σχέση δε με τις δύο πρώτες κατηγορίες δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ικανή να καλύψει τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της κατοχής. Απουσιάζει συγκεκριμένα το συστατικό στοιχείο του ελέγχου των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο. Υπό το φως των πιο πάνω και με βάση τα ενώπιον μας δεδομένα, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα συνιστούσε παραβίαση των αρχών που καλύπτουν το όλο ζήτημα του σταδίου αυτού της ακρόασης. Τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής θα καλείτο ουσιαστικά να συμπληρώσει ο κατηγορούμενος, πράγμα βεβαίως ανεπίτρεπτο. Καταληκτικά η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι τέτοιας φύσεως που να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Ως εκ τούτου η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δεν δικαιολογείται. Ως αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις τρεις κατηγορίες που τελικά αντιμετωπίζει. Εκδίδεται διάταγμα δήμευσης και καταστροφής των παράνομων ουσιών. (Υπ.) .................................. Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................................. Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................................. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.