Αστυνομία ν. Χαράλαμπος Χ΄Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 11099/05, 19 Απριλίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11099/05 Αστυνομία v. Χαράλαμπος Χ΄Ιωάννου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Γεωργίου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής Κατηγορίες:
- Της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του ΄Αρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 181
(1)/2000 και ΄Αρθρο 20Α του Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80
(1)/
- Της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α), 4(α), 38 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου του 2000, Αρ. 96
(1)/2000, Κ.Δ.Π. 187/
- Της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Καν. 17
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, και ΄Αρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος άνευ πιστοποιητικού καταλληλότητας, κατά παράβαση των Καν. 65 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84 και ΄Αρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νομου 86/
- Της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με αριστερό σύστημα οδήγησης χωρίς άδεια, κατά παράβαση των Καν. 54 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84 και ΄Αρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου κατά παράβαση των ΄Αρθρων 11 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72
- Της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των ΄Αρθρων 6
(2)
(3), 19 και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85 και 166/87, των Περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 και της Κ.Δ.Π. 277/85 και Κ.Δ.Π. 17/86, Νόμος 47
(1)/97 και Νόμος 80
(1)/
- Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες 3 και 5 και έχει απαλλαχθεί και αθωωθεί στις κατηγορίες 2, 4 και 6 αφού το Δικαστήριο έκρινε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Τα αδικήματα της πρώτης και έβδομης κατηγορίας ανατρέχουν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους στις 7.9.2004 στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΒΖ951 και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο στον Φοίβο Μέσσιο από την Αγγλία. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου, δηλαδή με ταχύτητα 70 χαω αντί 65 χαω. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας τον Αν Λοχ. 838 Σ. Μηλιώτη, ΜΚ1, τον Αστ. 2060 Ο. Παπακώστα, ΜΚ2, το Θεόδωρο Σταύρου, ΜΚ3 και το Γιώργο Χριστοδούλου, ΜΚ
- Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας και είναι φωτογράφος της αστυνομίας. Στις 7.9.2004 γύρω στις 23.30 επισκέφθηκε μαζί με το ΜΚ2 τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο είχε συμβεί γύρω στις 23.00 στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας, παρά την μπυραρία «Queen's Arms». Στο δυστύχημα ενέχονταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΒΖ951, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος, και ο πεζός Φοίβος Μέσσιος. Κατά την άφιξη του στη σκηνή το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου βρισκόταν στην τελική θέση στάθμευσης του και ο κατηγορούμενος ήταν παρών ενώ ο πεζός είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος υπεβλήθη σε προκαταρκτικό έλεγχο άλκοτεστ με ένδειξη
- Ο ΜΚ2 ανέλαβε τη σχεδιαγράφηση της σκηνής στην παρουσία του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος υπέδειξε μόνο την πορεία του αυτοκινήτου του και τη θέση που το είχε σταθμεύσει μετά τη σύγκρουση του με τον πεζό ενώ δεν μπορούσε να υποδείξει την πορεία του πεζού ή το σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΚ1 αφού εξέτασε τη σκηνή και το ενεχόμενο όχημα σημείωσε τις παρατηρήσεις του και έλαβε αριθμό φωτογραφιών στην παρουσία του κατηγορούμενου. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Την ίδια νύκτα ο ΜΚ1 μετέβηκε στη σκηνή και έλαβε μετρήσεις αναφορικά με την οδική σήμανση και τον οδικό φωτισμό. Επίσης, έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης με τη βοήθεια του ΜΚ2 μέτρησε την ακτίνα προβολής των φώτων πορείας του οχήματος του κατηγορούμενου. Τα χαμηλά φώτα έφταναν τα 9.20 μ. ενώ τα μεγάλα τα 105.30 μ. Το σύστημα πέδησης και διεύθυνσης δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Η ώρα 06.40 στον πιο πάνω Αστυνομικό Σταθμό ο ΜΚ1 έλαβε με το φως της ημέρας και άλλες φωτογραφίες του ενεχόμενου οχήματος. Ο δρόμος της σκηνής του δυστυχήματος είναι άσφαλτος, ευθύς για 380 μ. Από το σημείο σύγκρουσης προς τη Δεκέλεια υπάρχει διάβαση πεζών στα 150 μ. ενώ η γραμμή ορατότητας συνεχίζει μέχρι τα 190 μ. Ερχόμενος κάποιος από τη Δεκέλεια σε απόσταση περί τα 1.500 μέτρα από τη σκηνή βλέπει ευδιάκριτη πινακίδα τροχαίας στην οποία αναγράφεται το ανώτατο όριο ταχύτητας, 65 χαω. Πλησιάζοντας προς τη διάβαση πεζών που προηγείται της σκηνής υπάρχει ευδιάκριτη πινακίδα τροχαίας που προειδοποιεί για επικίνδυνη στροφή προς τα αριστερά σε απόσταση γύρω στα 239 μ. από τη διάβαση. Επίσης σε απόσταση 122 μ. πριν από τη διάβαση υπάρχει πινακίδα τροχαίας που προειδοποιεί για τους φωτεινούς σηματοδότες της διάβασης πεζών. Από το σημείο σύγκρουσης προς τη Λάρνακα σε απόσταση 190 μ. υπάρχει άλλη διάβαση πεζών. Ο δρόμος διαχωρίζεται με άσπρη συνεχή γραμμή και είναι διπλής κατεύθυνσης. Στη δεξιά και αριστερή μεριά του δρόμου υπάρχει χωμάτινο παγκέτο και μετά αυλάκι. ΄Εξω από την μπυραρία «Queen's Arms» υπάρχει τσιμεντένιο παγκέτο. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Ο φωτισμός κατά μήκος του δρόμου είναι πάρα πολύ ικανοποιητικός και προέρχεται από ξύλινους ηλεκτρικούς πάσσαλους οι οποίοι φέρουν δύο λαμπτήρες. Οι λαμπτήρες από τη μία πλευρά εκπέμπουν φωτισμό που καλύπτει ολόκληρο το πλάτος του δρόμου και επεκτείνεται προς το παγκέτο στη βόρεια πλευρά για άλλα 13 μ. Οι δεύτεροι λαμπτήρες είναι τοποθετημένοι στην πίσω πλευρά των πασσάλων και εκπέμπουν φως στον κατά μήκος του δρόμου πεζόδρομο ενώ ο φωτισμός τους φθάνει τα 19 μ. προς τα νότια. Ο φωτισμός των πασσάλων κατά μήκος του δρόμου συμπληρώνει ο ένας τον άλλο χωρίς διακοπή ενώ ο φωτισμός στη βόρεια πλευρά του δρόμου ενισχύετο κατά την ώρα του δυστυχήματος και από το φωτισμό από τις παρακείμενες μπυραρίες κατά μήκος του δρόμου. Στο όχημα του κατηγορουμένου έσπασε ο μπροστινός προφυλακτήρας στο κάτω μέρος στη δεξιά πλευρά και υπήρχε τρίψιμο στη δεξιά γωνιά και σκούπισμα στον μπροστινό προφυλακτήρα πάνω από την πινακίδα εγγραφής και στη δεξιά πλευρά. Βούλωσε το καπώ μηχανής και έφερε σκούπισμα. Το μπροστινό δεξί τραφικέιτορ βγήκε από τη θέση του. Ο μπροστινός ανεμοθώρακας θρυμματίστηκε στο κέντρο του. Το κτύπημα έγινε από έξω προς τα μέσα και υπήρχαν αίματα. Βούλωμα με αίματα και μεγάλο σκούπισμα υπήρχε στη δεξιά πλευρά της οροφής ενώ αίματα υπήρχαν και στο γυαλί της δεξιάς πόρτας. Στο πίσω καπώ υπήρχε σκούπισμα με κηλίδες αίματος. Στις 8.9.2004 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας ο ΜΚ3 αναγνώρισε τη σορό του θύματος στην παρουσία του ιατροδικαστή Δρ. Σοφοκλέους. Ο ΜΚ1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σορού. Στις 8.9.2004 η ώρα 14.35 ο ΜΚ1 μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος με την Αλεξάνδρα ΄Αντερσον από την Αγγλία, η οποία συνόδευε το θύμα κατά την ώρα του δυστυχήματος. Στην παρουσία της ο μάρτυρας έλαβε φωτογραφίες της σκηνής. Η πιο πάνω του υπέδειξε τη θέση της στο δρόμο κατά το χρόνο του δυστυχήματος καθώς και τη θέση του θύματος στο σημείο σύγκρουσης. Υπέδειξε επίσης τη θέση στην οποία σταμάτησε το όχημα του κατηγορούμενου καθώς και το σημείο στο οποίο κατέληξε το θύμα μετά το δυστύχημα. Οι υποδείξεις αυτές σημειώθηκαν στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Στις 9.9.2004 το όχημα του κατηγορούμενου μεταφέρθηκε στην Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία Αερολιμένα Λάρνακας για επιθεώρηση. Το όχημα επιθεωρήθηκε στις 10.9.
- Στις 16.10.2004 ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο
- Την ίδια μέρα, ο κατηγορούμενος μετέβηκε με τους ΜΚ1 και ΜΚ2 στη σκηνή του δυστυχήματος όπου ο ΜΚ2 του υπέδειξε και του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με την πορεία του οχήματος του καθώς και τη θέση στάθμευσης του μετά τη σύγκρουση. Δεν θυμόταν να υποδείξει την πορεία του θύματος στο δρόμο ούτε το σημείο σύγκρουσης. Στις 1.8.2005 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 5, ο οποίος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Ο ΜΚ1 κατέθεσε δέσμη 31 φωτογραφιών και ευρετήριο, Τεκμήριο 3 και υιοθέτησε το ευρετήριο του. Επιπρόσθετα ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο μέτρησε την ακτίνα φωτός του οχήματος του κατηγορούμενου με τη βοήθεια του ΜΚ2 στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Καθισμένος στη θέση του οδηγού στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου έδινε οδηγίες στο ΜΚ2 να προχωρά μπροστά από το όχημα και εκεί που η χαμηλή στάση των φώτων έσβηνε στο έδαφος σταμάτησε και με μετροταινία μέτρησε στο έδαφος την απόσταση. Το ίδιο έγινε και με τη μεγάλη στάση των φώτων. Η ορατότητα από το σημείο σύγκρουσης προς τη Δεκέλεια, την οποία καθόρισε στα 190 μ., διαπιστώθηκε με τη βοήθεια ταχυμέτρου. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας σκόπευσε όχημα που ερχόταν από τη Δεκέλεια και αντιλήφθηκε την παρουσία του στα 190 μ. αφού στο ραντάρ αναγράφεται η απόσταση στην οποία σημαδεύεις ένα όχημα. Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής ετοιμάστηκε από το ΜΚ
- Ο ΜΚ1 υπέδειξε στον ΜΚ2 τις υποδείξεις της συνοδού του θύματος. Η κατάθεση της συνοδού του θύματος, η οποία εξ όσων γνωρίζει αναχώρησε από την Κύπρο λίγες μέρες μετά το δυστύχημα, λήφθηκε από τον Αστ. 522 Ανδρέα Παντελή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι με τη βοήθεια ταχυμέτρου στα 190 μ. αντιλήφθηκε την παρουσία του αυτοκινήτου, εξάγοντας το συμπέρασμα ότι η ορατότητα είναι 190 μ. Ο ίδιος ήταν πεζός. Σε ερώτηση κατά πόσο από το αυτοκίνητο προς τον ίδιο έγινε οποιαδήποτε μέτρηση απάντησε ότι η ορατότητα όσον αφορά το δρόμο είναι μέχρι τα 190 μ. Σε ερώτηση ως προς το πόσο μακρυά μπορεί κάποιος να δει ένα πεζό ο οποίος στέκεται στο δρόμο υπό τις συνθήκες του δυστυχήματος και ως προς κατά πόσο έκανε οποιαδήποτε σχετική μέτρηση ο ΜΚ1 απάντησε ότι οδηγώντας αυτοκίνητο της αστυνομίας από τη Δεκέλεια προς τη Λάρνακα παρατήρησε ότι από την απόσταση των 190 μ. μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του ΜΚ2 στο δρόμο. Κατά τη μέτρηση ο ΜΚ2 δεν φορούσε φωσφορούχο γιλέκο. Στον μάρτυρα υπεδείχθησαν οι φωτογραφίες 1 έως 6 οι οποίες λήφθηκαν κάτω από τις συνθήκες φωτισμού της σκηνής του δυστυχήματος. Δέχθηκε ότι στη φωτογραφία 1 οι τρεις αστυνομικοί φαίνονται από τη μέση και πάνω αλλά από τη μέση και κάτω που δεν υπάρχει φωσφορούχο γιλέκο δεν φαίνονται. Το ίδιο συμβαίνει και με τις φωτογραφίες 2, 4 και 5 οι οποίες λήφθησαν από κοντινή απόσταση. Σύμφωνα με το μάρτυρα οι φωτογραφίες που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της νύκτας δεν δίνουν την ακριβή εικόνα όσον αφορά τις συνθήκες ορατότητας στο δρόμο. Ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι την ώρα που λήφθηκαν οι φωτογραφίες ο φωτισμός του δρόμου εξακολουθούσε να είναι ο ίδιος με την ώρα του δυστυχήματος. Σε ερώτηση κατά πόσο φαίνεται οπουδήποτε στις φωτογραφίες να κτυπά το φως κάποιας μπυραρίας στο δρόμο, όπως προανέφερε, απάντησε πως δεν μπορεί κάποιος να αποκομίσει την πραγματική εικόνα του δρόμου από τις φωτογραφίες. Ο ΜΚ2 στις 7.9.2004 μετέβηκε μαζί με το ΜΚ1 στη σκηνή του δυστυχήματος. Επειδή πρόκειτο για σοβαρό δυστύχημα ανέλαβε να σχεδιαγραφήσει τη σκηνή για να ετοιμάσει σχέδιο επί κλίμακας. Στη σκηνή βρίσκονταν ήδη οι Αστ. 2548 και 1032 του Σταθμού Ορόκλινης. Με τη βοήθεια των συναδέλφων του έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στην παρουσία του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 7 με βάση το οποίο ετοίμασε τελικό Τεκμήριο 8, το οποίο εξήγησε στο Δικαστήριο. Με το γράμμα Α φαίνεται η πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Με το γράμμα Β φαίνεται η πορεία του θύματος σύμφωνα με την υπόδειξη της Αλεξάντρας ΄Αντερσον. Με το γράμμα Γ φαίνεται η πορεία της τελευταίας. Με το γράμμα Χ φαίνεται το σημείο σύγκρουσης σύμφωνα με την υπόδειξη της πιο πάνω. Με το γράμμα Γ1 σημειώνεται η θέση της ΄Αντερσον η οποία υποδείχθηκε από την ίδια στην άκρη του ασφάλτινου παγκέτου. Με την ένδειξη Α1 σημειώνεται η θέση στην οποία στάθμευσε ο κατηγορούμενος το όχημα του, και με το γράμμα Η ηλεκτρικοί φωτιζόμενοι πάσσαλοι. Με το γράμμα Δ και Δ.2 σημειώνονται κηλίδες αίματος και Δ.1 ίχνη αίματος που τις συνδέουν. Η θέση του ΜΚ4 φαίνεται με το γράμμα Ε. Στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, βοήθησε το ΜΚ1 να ελέγξει τα φώτα πέδησης και πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου. Στις 16.10.2004 με το ΜΚ1 υπέδειξαν και επεξήγησαν στον κατηγορούμενο το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Οι εξετάσεις σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ έγιναν από το ΜΚ
- Σε ερώτηση σε σχέση με το πώς κατέληξε στην πορεία του θύματος, Β στο Τεκμήριο 8 απάντησε, μετά από υπόδειξη του ΜΚ1, ο οποίος μετέβηκε στη σκηνή την επομένη με την ΄Αντερσον η οποία του υπέδειξε τη θέση του θύματος και της ίδιας και το σημείο σύγκρουσης, τα οποία ο ΜΚ1 τοποθέτησε, έλαβε τις μετρήσεις, έδωσε στο ΜΚ2 ο οποίος τις τοποθέτησε στα Τεκμήριο 7 και
- Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης και η κάθε λωρίδα έχει πλάτος 3.50 μ. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι με το ΜΚ1 έκαναν αναπαράσταση σε σχέση με την ορατότητα. Στο συγκεκριμένο σημείο μέτρησε την ορατότητα ως ακολούθως: Περπάτησε σύμφωνα με το Τεκμήριο 8 από την μπυραρία «Queen's Arms» μέχρι το κέντρο του δρόμου ενώ ο ΜΚ1 οδηγούσε το περιπολικό σύμφωνα με την πορεία Α που είχε ο κατηγορούμενος και στο σημείο που έβλεπε το ΜΚ2, ο ΜΚ1 σταματούσε το περιπολικό, του έδινε την άκρη της κορδέλας και ο ΜΚ1 έβλεπε το αποτέλεσμα. Σε ερώτηση κατά πόσο η ορατότητα ήταν 9.20 μ. με τα χαμηλά φώτα ανέφερε ότι η μέτρηση των φώτων, η οποία έγινε έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης έγινε καθ' υπόδειξη του ΜΚ1 ο οποίος καθοδηγούσε το ΜΚ2, λέγοντας του να πηγαίνει πίσω-πίσω μέχρι το σημείο που έβλεπε ο ΜΚ1, στο εν λόγω σημείο είπε στο ΜΚ2 να σταματήσει και μετρήθηκε η απόσταση με την κορδέλα. Από τα σημεία Β και Γ από την άκρη του δρόμου μέχρι το Χ η απόσταση είναι λοξά 3.60 μ. Από την άσπρη γραμμή μέχρι το Χ η απόσταση είναι 5.50 μ. Ο ΜΚ3, ξάδελφος του θύματος, ανέφερε ότι το θύμα διέμενε μόνιμα στην Αγγλία. Το θύμα είχε έλθει στην Κύπρο για διακοπές με τη φίλη του, Αλεξάντρα ΄Αντερσον. Στις 7.9.2004 συναντήθηκαν με το θύμα και τη φίλη του στην μπυραρία «Queen's Arms» για ποτό. Το θύμα είχε παρκάρει το αυτοκίνητο του απέναντι από την μπυραρία, στη σειρά των ξενοδοχείων απέναντι από το δρόμο. Γύρω στις 11.00 αναχώρησαν από τη μπυραρία. Ενώ ο ΜΚ3 προχωρούσε προς την πίσω έξοδο της μπυραρίας άκουσε δυνατό θόρυβο και αντιλήφθηκε ότι έγινε δυστύχημα έξω στο δρόμο. Στράφηκε πίσω και είδε στο δρόμο τη Σάντρα να κλαίει και να φωνάζει «Φοίβο Φοίβο» και είδε στη μέση του δρόμου το θύμα, μπρούμυτα, σοβαρά τραυματισμένο. Πλησιάζοντας, είδε το αυτοκίνητο που κτύπησε το θύμα και έξω από αυτό τον κατηγορούμενο τον οποίο ρώτησε αν ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος του απάντησε θετικά λέγοντας του ότι δεν είδε τον άνθρωπο που κτύπησε. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήταν ήρεμη. Το θύμα φορούσε κοντομάνικη φανέλλα με χρώμα ανοικτό μπεζ και πράσινο και μπεζ κοντό παντελονάκι, άσπρες κάλτσες και άσπρα παπούτσια αθλητικά. Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ4 στις 7.9.2004 βρισκόταν την μπυραρία "PORCHE" στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας και καθόταν σε τραπεζάκι έξω από την μπυραρία με μέτωπο προς το δρόμο, δηλαδή τη θάλασσα. Η τροχαία κίνηση στο δρόμο ήταν μάλλον αραιή. Κατά η ώρα 11.00 περίπου άκουσε ξαφνικά ένα δυνατό «μπαμ» και γυρίζοντας το κεφάλι προς "την πηγή του" δηλαδή λοξώς αριστερά, είδε ένα άνθρωπο να εκτινάσσεται στον αέρα σε ύψος περί τα 5 μ. από το έδαφος και στη συνέχεια να πέφτει στην άσφαλτο μερικά μέτρα πιο μπροστά. Την ίδια στιγμή είδε ένα αυτοκίνητο σπορ σκούρου χρώματος, χαμηλό, να περνά κάτω από τον άνθρωπο που κτυπήθηκε. Αμέσως στάθηκε και είδε ότι το αυτοκίνητο σταμάτησε γύρω στα 30 - 40 μ. πιο μπροστά από εκεί που κατέληξε ο άνθρωπος. ΄Οσον αφορά το σημείο που κτύπησε το αυτοκίνητο τον πεζό ο ΜΚ4 το υπολογίζει γύρω στα 30 μ. πιο πίσω από τη θέση στην οποία κατέληξε ο πεζός. Το αυτοκίνητο απ' ότι είδε πέρασε από μπροστά του με ψηλή ταχύτητα γι' αυτό χρειάστηκε αρκετή απόσταση για να σταματήσει. Πριν από το κτύπημα δεν άκουσε θόρυβο από χρήση φρένων. Μετά το κτύπημα όμως άκουσε για ένα έως δύο δευτερόλεπτα θόρυβο από φρενάρισμα χωρίς να είναι σίγουρος από πιο όχημα προήλθε. Το φρενάρισμα που άκουσε ήταν σχεδόν ταυτόχρονο με το κτύπημα. Στη συνέχεια πλησίασε στην άκρη του δρόμου και είδε βαριά τραυματισμένο μπρούμυτα στην άσφαλτο ακριβώς στη μέση του δρόμου ένα ηλικιωμένο άνδρα. Ακολούθως είδε το αυτοκίνητο που τον κτύπησε και αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος τον οποίο γνωρίζει λόγω της δουλειάς του. Ο κατηγορούμενος στη σκηνή ήταν αρκετά σοκαρισμένος. Μετά το δυστύχημα στην απέναντι πλευρά του δρόμου είδε μια γυναίκα που φορούσε άσπρα ρούχα να κλαίει και να πλησιάζει το θύμα. Ο ΜΚ4 πριν το δυστύχημα δεν είδε κανένα πρόσωπο στο δρόμο και δεν είδε να περπατά ή να στέκεται μπροστά του στα παγκέτα ο πεζός που κτυπήθηκε. Για πρώτη φορά είδε τον πεζό άνδρα στον αέρα όταν ο τελευταίος εκτινάχθηκε. Η μπυραρία στην οποία καθόταν βρίσκεται στη δεξιά μεριά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος σε ερώτηση κατά πόσο ήταν βέβαιος ότι δεν είχε δει είτε πεζό είτε πως κινείτο το αυτοκίνητο πριν να ακούσει το "μπαμ" απάντησε θετικά. Από το σημείο του δυστυχήματος η διάβαση πεζών βρίσκεται αρκετά πιο μακριά, στα 150 μ. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: "Στις 7.9.2004 στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας στην επαρχία Λάρνακας επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενο το όχημα HBZ951, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος, και τον πεζό Φοίβο Μέσσιο, 61 ετών από την Αγγλία, που είναι το θύμα στην παρούσα υπόθεση. Συνεπεία του δυστυχήματος ο Φοίβος Μέσσιος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Στις 8.9.2004 και ώρα 00.06 μετά τα μεσάνυκτα το θύμα υπέκυψε στα τραύματα του και η Δρ. Μιχαηλίδου πιστοποίησε το θάνατο του. Η σορός του θύματος αναγνωρίστηκε από το Θεόδωρο Σταύρου, ΜΚ3 ο οποίος είναι ξάδελφος του θύματος. Η αναγνώριση έγινε στις 8.9.2004, στις 11.30 π.μ. στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Στις 8.9.2004 μεταξύ των ωρών 11.30 έως 12.30 ο Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε νεκροψία στη σορό του θύματος και αποφάνθηκε ότι αιτία του θανάτου ήταν κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος». Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες 1 και 7 επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου με βάση την οποία υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 4, ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στις 7.9.2004 οδηγούσε το αυτοκíνητο με αρ. εγγραφής ΗΒΖ951 από τη Ξυλοτύμπου με προορισμό τη Λάρνακα και αφού πέρασε από τις βάσεις Δεκέλειας έφθασε στην περιοχή «ΚΟΤ». Στο αυτοκίνητο ήταν μόνος του, τα φώτα πορείας ήταν αναμμένα στη χαμηλή στάση και είχε βάλει σε λειτουργία τον αυτόματο πιλότο του αυτοκινήτου στα 70 χαω. αφού νόμιζε ότι το όριο ταχύτητας ήταν 80 χαω. Ο αυτόματος πιλότος στο αυτοκίνητο μπαίνει με το που πατάς ένα κουμπάκι στο τιμόνι του αυτοκινήτου και το αυτοκίνητο τρέχει με σταθερή ταχύτητα. Ο αυτόματος πιλότος απενεργοποιείται όταν πατήσεις τα στόπερ ή την πεζίνα. Η τροχαία κίνηση στο δρόμο ήταν αραιή και μέχρι τη σκηνή του δυστυχήματος δεν χρειάστηκε να πατήσει τα στόπερ αλλά ούτε και να αυξήσει την ταχύτητα του. Το δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας τον διέρχεται καθημερινά και ο φωτισμός είναι πολύ φτωχός. Ο φωτισμός που υπήρχε προερχόταν από τα φώτα του αυτοκινήτου του αφού είναι δύσκολο να ελέγξεις το οδόστρωμα με το φως που παρέχουν οι ηλεκτρικοί πάσσαλοι οι οποίοι βρίσκονται στη νότια πλευρά του δρόμου. Δεν θυμάται να είδε στο δρόμο να διασταυρώνουν άλλα άτομα, ενώ μπροστά του, σε κοντινή απόσταση τουλάχιστον, δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα να ταξιδεύουν προς Λάρνακα. Όταν έφθασε στη διάβαση πριν τη σκηνή του δυστυχήματος δεν είδε κανένα πεζό να διασταυρώνει το δρόμο ενώ δεν θυμόταν εάν υπήρχαν πεζοί οι οποίοι περπατούσαν εκτός δρόμου στα παγκέτα. Όταν έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος είδε ξαφνικά μπροστά του να εμφανίζονται στην πορεία του κάποια άτομα και αμέσως έκαμε λίγο ελιγμό προς τα δεξιά για να τα αποφύγει. Ταυτόχρονα πάτησε και τα στόπερ του οχήματος με αποτέλεσμα, απ' ότι φάνηκε, να αποφύγει το ένα άτομο αλλά να κτυπήσει με το μπροστινό μέρος του οχήματος του το δεύτερο άτομο. Στη συνέχεια οδήγησε το αυτοκίνητο στα αριστερά του δρόμου όπου το στάθμευσε. Αμέσως μετά το κτύπημα δεν θυμάται τίποτε άλλο. Ο δρόμος στη σκηνή του δυστυχήματος είναι ευθύς αλλά δεν θυμάται πόσα μέτρα μπορούσε να ελέγξει με τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου αναμμένα στην κανονική στάση. ΄Οσον αφορά την πορεία των πεζών στο δρόμο δεν θυμόταν να την υποδείξει στο σχέδιο. Στη σκηνή του δυστυχήματος αφού ο ΜΚ2 του υπέδειξε και του επεξήγησε το σχέδιο του δυστυχήματος, ο κατηγορούμενος συμφώνησε με την πορεία του αυτοκινήτου του στο δρόμο και τη θέση όπου το στάθμευσε μετά τη σύγκρουση. Δεν θυμόταν να υποδείξει την πορεία των πεζών στο δρόμο, το σημείο σύγκρουσης ή τη θέση στην οποία το θύμα κατέληξε στο έδαφος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μου έκαναν σχετικά καλή εντύπωση στο εδώλιο και μου έδωσαν την εικόνα των αμερόληπτων εξεταστών του δυστυχήματος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι οι φωτογραφίες 1 - 6 του Τεκμηρίου 3 απεικονίζουν τη σκηνή του δυστυχήματος και τον υφιστάμενο φωτισμό, οι φωτογραφίες 7 - 17 τις ζημιές του οχήματος του κατηγορούμενου, και περαιτέρω, ότι οι φωτογραφίες 25 - 29 απεικονίζουν τη σκηνή του δυστυχήματος κατά τη διάρκεια της μέρας και την Αλεξάνδρα ΄Αντερσον να στέκεται στο σημείο όπου στεκόταν κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Δέχομαι περαιτέρω τα ευρήματα του ΜΚ1 ως προς τη σήμανση του δρόμου και την ύπαρξη οδικού φωτισμού καθώς και το κοινό εύρημα και των δύο εξεταστών ως προς τη μέτρηση της ακτίνας των φώτων του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Συναφώς αναφέρω ότι η πιο πάνω μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση καθ' οιονδήποτε τρόπο και παρέμεινε ακλόνιτη. Ούτε και οι μετρήσεις και τα ευρήματα του ΜΚ2 στα Τεκμήρια 7 και 8 αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο από την υπεράσπιση και πλην των σημείων στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, τα αποδέχομαι στην ολότητα τους. Τα πιο κάτω σημεία της μαρτυρίας των εξεταστών δεν τα αποδέχομαι για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω: Τη μέτρηση του ΜΚ1 σε σχέση με την ορατότητα του κατηγορούμενου, την οποία καθόρισε σε 190 μ. από το σημείο σύγκρουσης προς τη Δεκέλεια. Σημειώνω κατ' αρχήν ότι παρέμεινε αναπάντητο στο τέλος της μαρτυρίας του μάρτυρα το γιατί η μέτρηση του έγινε αντί από την κατεύθυνση που οδηγούσε ο κατηγορούμενος προς την εν λόγω κατεύθυνση. ΄Οσο δε αφορά τη χρήση ταχύμετρου σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας ως προς τον επιστημονικό τρόπο λειτουργίας του ταχύμετρου ειδικότερα σε σχέση με τον τρόπο μέτρησης της ορατότητας αλλά και ως προς τον ενδεδειγμένο τρόπο ελέγχου και διασφάλισης της ορθής λειτουργίας και ακρίβειας του. Παρέμεινε δε μετέωρο κατά την αντεξέταση του μάρτυρα με ποιο τρόπο «παρατήρησε» ότι στα 190 μ. οδηγώντας αυτοκίνητο μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του ΜΚ2 στο δρόμο, δηλαδή το κατά πόσο μετρήθηκε η ορατότητα είτε με ταχύμετρο είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 σε σχέση με την πορεία του θύματος (Β), την πορεία της Α. ΄Αντερσον (Γ) και το σημείο σύγκρουσης (Χ) στο Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω σημεία υποδείχθηκαν από την Α. ΄Αντερσον η οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1 συνόδευε το θύμα κατά την ώρα του δυστυχήματος, στο ΜΚ1 ο οποίος τα υπέδειξε στο ΜΚ2 ο οποίος τοποθέτησε τις υποδείξεις στο Τεκμήριο 7 και 8 τα οποία ετοίμασε ο τελευταίος. Με βάση το άρθρο 27
(1)του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου, Ν.32
(1)/2004 το Δικαστήριο αξιολογώντας τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας, οι οποίες περιλαμβάνουν τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου. Σημειώνω κατ' αρχήν ότι παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο γιατί η Α. ΄Αντερσον δεν κλητεύτηκε στην παρούσα διαδικασία. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι τα σημεία Β, Γ και Χ του Τεκμηρίου 8 συνιστούν δευτέρου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία. Συναφώς αναφέρω ότι παρέμεινε άγνωστο, αφού δεν προκύπτει από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, με ποιο τρόπο διαβιβάστηκαν οι υποδείξεις της Α. ΄Αντερσον από το ΜΚ1 στο ΜΚ2, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ερωτηματικά ως προς την ακρίβεια της μεταφοράς των υποδείξεων. Πέραν τούτου, παρέμεινε άγνωστο τι ακριβώς υπέδειξε η Α. ΄Αντερσον, κατά πόσο υπέδειξε στο ΜΚ1 μόνο το σημείο έναρξης της πορείας της ίδιας και του θύματος ή και τη συνέχιση ή την όποια αλλαγή της έχοντας υπόψη ότι η νοητή προέκταση της πορείας Γ της ίδιας και Β του θύματος δεν καταλήγει στα σημεία Γ1 και Χ, αντίστοιχα, καθώς και ότι ενώ αρχικά φαίνονται οι πορείες να συμβαδίζουν ακολούθως η ΄Αντερσον καταλήγει πρώτη στο σημείο Γ1. Ως προς το σημείο σύγκρουσης πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρονται δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα ως προς την ακρίβεια της μεταφοράς της υπόδειξης της από το γεγονός ότι η θέση στην οποία στεκόταν η Α. ΄Αντερσον σύμφωνα με την ίδια κατά την ώρα του δυστυχήματος όπως αυτή φαίνεται στις φωτογραφίες 25 - 29, δηλαδή με τη ράχη της γυρισμένη στο σημείο Χ, έχοντας ήδη διασταυρώσει, την εμπόδιζε να δει τη σύγκρουση και δη το σημείο σύγκρουσης. ΄Εχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καθώς και το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε να είχε προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, στην προκειμένη περίπτωση άμεση μαρτυρία (βλ. άρθρο 27
(3)του Ν.32(Ι)/04) κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 που αναφέρεται στις υποδείξεις της Α. ΄Αντερσον. Κρίνω σκόπιμο εδώ να αναφέρω ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ούτε ο ΜΚ1 ούτε ο ΜΚ2 προέβησαν σε οποιεσδήποτε περαιτέρω εξετάσεις σε σχέση με τον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης Χ, πλην των όσων σχετίζονταν με την υπόδειξη της ΄Αντερσον. Ο ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία του ήταν συγκροτημένη, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση σε οποιοδήποτε σημείο και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Βεβαίως η μαρτυρία του δεν προσθέτει τίποτε στο μαρτυρικό υλικό της Κατηγορούσας Αρχής και διερωτώμαι γιατί κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει. Ο ΜΚ4 ο οποίος κλήθηκε ως αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος δεν μπορώ να πω πως δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του όμως δεν ήταν βοηθητική ως προς την πορεία που ακολουθούσε το θύμα πριν τη σύγκρουση ούτε και ως προς την κίνηση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου αφού δεν είδε ούτε τι προηγήθηκε της σύγκρουσης ούτε την ίδια τη σύγκρουση. Δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ4 ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ήταν ψηλή. Το μέρος αυτό, το οποίο αποτελεί τη γνώμη του μάρτυρα, έχει τεθεί αόριστα και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο ύψος της εν λόγω ταχύτητας,. στο όριο ταχύτητας, ή σε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και δεν μπορεί να του αποδοθεί παρά μηδενική βαρύτητα. Πλην του πιο πάνω σημείου αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ4 στο σύνολο της, η οποία εξάλλου παρέμεινε ακλόνιτη κατά την αντεξέταση του. Αναφορικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 4) υπάρχει σωρεία αποφάσεων (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, στις σελ. 192-193 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις τια προς το συμφέρον του Κατηγορουμένου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 4 υπάρχει ο,τιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή το οποίο να περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορουμένου. ΄Οσον αφορά το μέρος του Τεκμηρίου 4 που αφορά την ενεργοποίηση του αυτόματου πιλότου του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στα 70 χαω κρίνω ότι δεν μπορεί να του αποδοθεί βαρύτητα. Ως προς τον τρόπο λειτουργίας του πιο πάνω μηχανισμού δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία. Δεν έχει δε τεθεί μαρτυρία ως προς τον τρόπο ελέγχου και διασφάλισης της ακρίβειας του. Το θέμα είναι τεχνικό και η έλλειψη των πιο πάνω στοιχείων καθιστά τη δήλωση του κατηγορούμενου άνευ αποδεικτικής αξίας. (Βλ. μεταξύ άλλων, Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 161/05, ημερ. 3.3.2006). Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα. Σε σχέση με την ταχύτητα του θύματος δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ίχνος αξιόπιστης μαρτυρίας. Η απουσία δε άμεσης αξιόπιστης μαρτυρίας σε σχέση με ουσιώδη και καθοριστικά στοιχεία όπως την πορεία που ακολουθούσε το θύμα πριν τη σύγκρουση και το σημείο σύγκρουσης δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα των ΜΚ1 και 2 οι οποίοι δεν ήταν παρόντες κατά το δυστύχημα και η αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ4 από μόνα τους δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πώς έγινε μια σύγκρουση. (βλ. Γ. Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 AAΔ 1013, Aντώνης Παπαϊωάννου ν. Νίκου Νικολάου, Πολιτική ΄Εφεση 11744, ημερ. 15.6.2005). Κατηγορία αρ. 1 Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80
(1)/2000 και 181
(1)/2000, όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες. Ως προς την επίδικη κατηγορία έχει γίνει εκτεταμένη αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την ερμηνεία των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, που στοιχειοθετεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ιδιαίτερα λόγω της τροποποίησης του με το Ν. 111/89. Ενδεικτικές είναι οι αποφάσεις Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409, Βρυώνη ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 46, Γαβαλάς ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 114. Στο άρθρο 210 του Κεφ. 154 μετά την τροποποίηση του, δεν καθορίζονται τα κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και η ερμηνεία του άρθρου γίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R. V. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case". Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 115, λέχθηκε με αναφορά στην R. V. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μια επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων των ΜΚ1 και 2 και της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΚ4, και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου με το θύμα. Ελλείπει, επίσης, θετική μαρτυρία σε σχέση με την πορεία του θύματος που να δικαιολογεί συμπέρασμα σε σχέση με την εν λόγω πορεία με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις. (βλ. Γ. Ε. ν. Σάζος
(2001)2 ΑΑΔ 18). Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου συνιστά επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά που να στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθρου 210. Περαιτέρω διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο ο τρόπος οδήγησης του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου ξεφεύγει από το επίπεδο φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού ούτως ώστε να μπορεί να αποδοθεί στον Κατηγορούμενο οποιοδήποτε σφάλμα σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης του. Κατηγορία αρ. 7 Με βάση το άρθρο 6
(2)
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν86/72 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Α. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος επί οδού Β. με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου. Εν όψει τις απουσίας οιωνδήποτε ευρημάτων σε σχέση με την ταχύτητα του κατηγορούμενου δεν έχει αποδειχθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος παρέβη το μέγιστο όριο ταχύτητας. Συνοψίζοντας, αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 7 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται σ' αυτές. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο