← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 12349/04, 8 Μαΐου 2006

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 12349/04, 8 Μαΐου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12349/04 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Vs ΣΤΑΥΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Χ΄΄Κωνσταντή. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Πεκρής. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε έξι

(6)μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.). Τον Μιχάλη Παχύ, παραπονούμενο Μ.Κ.1, οδηγό του οχήματος υπ΄ αριθμό εγγραφής ΗΧΑ973, τον Ανδρέα Αριστείδου Μ.Κ. 2, συνοδηγό του Μ.Κ.1, τον Γεώργιο Γεωργίου Μ.Κ.3 και Μάριο Χαριλάου Μ.Κ. 4 επιβάτες του ιδίου οχήματος μαζί με ακόμη ένα άτομο στο πίσω κάθισμα του αναφερθέντος οχήματος, τον λοχία 1094 Ανδρέα Νικολάου Μ.Κ.5 εξεταστή της υπόθεση και τέλος τον Σοφοκλή Σοφοκλέους Ιατροδικαστή Μ.Κ. 6. Κατετέθησαν δεκαεπτά
(17)τεκμήρια εκ των οποίων τα τεκμήρια 1, 6, 7 9 και 10 οι καταθέσεις των Μ.Κ. 1, 2, 3, 4 και 5 αντίστοιχα οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Ως τεκμήριο 3 κατατέθηκε ιατρικό πιστοποιητικό για τον Μιχάλη Παχύ Μ.Κ.1, ως τεκμήριο 4 δέσμη εκ εννέα
(9)φωτογραφιών στις οποίες εμφαίνονται τα τραύματα του Μ.Κ.1, ως τεκμήριο 5 δέσμη εκ δεκαοκτώ
(18)φωτογραφιών στις οποίες διακρίνονται τα τραύματα του κατηγορουμένου Σταύρου Χριστοφίδη, ως τεκμήριο 8 δέσμη εκ τεσσάρων
(4)φωτογραφιών του Γεώργιου Γεωργίου Μ.Κ.3, ως τεκμήριο 2 η συγκατάθεση του Μ.Κ. 1 για εξέταση του από τον Μ.Κ. 6, ως τεκμήριο 13 η συγκατάθεση του κατηγορουμένου για εξέταση του από τον Μ.Κ. 6, ως τεκμήριο 11 η κατάθεση του κατηγορουμένου, ως τεκμήριο 12 η γραπτή κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου, ως τεκμήρια 14, 15 και 16 οι ιατροδικαστικές εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από τον Μ.Κ. 6 για τον Μ.Κ. 1 παραπονούμενο, τον κατηγορούμενο και τον Μ.Κ. 3 αντίστοιχα και ως τεκμήριο 17 έντυπο παραπομπής του κατηγορουμένου στο νοσοκομείο Λάρνακας μαζί με τα ευρήματα από την εξέταση του κατηγορουμένου από ιατρό. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και τον κάλεσε σε απολογία εξηγώντας του τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Ως Μ.Υ. κλήθηκε ο αστυφύλακας 2410 Δημήτρης Αντωνίου που μετέβηκε στην σκηνή του επεισοδίου όπου βρήκε τραυματισμένο και σχεδόν αιμόφυρτο τον κατηγορούμενο. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Οι Μ.Κ. 1, 2, 3 και 4, από την Λευκωσία, είναι φίλοι. Στις 11/5/03 και περί ώρα 01.00 π.μ. μετέβησαν μαζί με ακόμη ένα άτομο με το όχημα υπ΄ αριθμό εγγραφής ΗΧΑ973 το οποίο οδηγούσε ο Μ.Κ. 1 στο club «ΠΛΑΤΕΙΑ» στη Λάρνακα για διασκέδαση. Αφού κατανάλωσαν περί το ήμισυ μπουκάλι βότκα με συνοδεία χυμού, περί τις 03:30 π.μ. αναχώρησαν για τη Λευκωσία με το ίδιο όχημα και οδηγό τον Μ.Κ.1, συνοδηγό τον Μ.Κ. 2 και οι υπόλοιποι στο πίσω κάθισμα. Μετά τον κυκλικό κυκλοφοριακό κόμβο (στο εξής κόμβος) της βιομηχανικής περιοχής Αραδίππου και προς την ίδια κατεύθυνση και στην αριστερή λωρίδα εκ των δύο λωρίδων της ίδιας κατεύθυνσης κινείτο το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΕ208 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο με συνεπιβάτιδες την αρραβωνιαστικιά του και μια φίλη τους. Μόλις ο Μ.Κ. 1 προσπέρασε το όχημα του κατηγορουμένου ο τελευταίος ανάπτυξε ταχύτητα και πριν τον κόμβο της Ριζοελιάς προσπέρασε το όχημα του Μ.Κ. 1. Μετά τον κόμβο της ριζοελιάς επειδή ο κατηγορούμενος κινείτο σιγά τον προσπέρασε και πάλι ο Μ.Κ. 1 για να προσπεράσει και πάλι ο κατηγορούμενος που ακολούθως εκινείτο και πάλι σιγά και τον ξαναπροσπέρασε ο κατηγορούμενος, ενώ ο συνοδηγός του Μ.Κ.2, χειροκρότησε τον κατηγορούμενο ο οποίος αφού και πάλι ανέπτυξε ταχύτητα μπήκε μπροστά από το όχημα του Μ.Κ. 1 πάτησε φρένα, του έγνεψε να σταματήσει και κατά κάποιο τρόπο τον ανάγκασε να σταματήσει στην λωρίδα έκτακτης ανάγκης, αν και είχε επιλογή, που δεν ήταν λύση, να προσπεράσει και πάλι από τα δεξιά, γιατί θα μπορούσε να εγίνετο το ίδιο πράγμα. Αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ. 1 από το δικό του, μη αφήνοντας τους υπόλοιπους να κατεβούν μήπως και εγίνονταν φασαρίες αφού αυτοί θα ήταν πέντε, συναντήθηκαν στο μέσο περίπου των δύο οχημάτων και άρχισαν να συζητούν ήρεμα. Σε κάποια στιγμή αφού εν τω μεταξύ είχαν κατέβει οι δύο γυναίκες από το όχημα του κατηγορουμένου και η μία συνομιλούσε με τον συνοδηγό του οχήματος του Μ.Κ.1, τον Μ.Κ.2, που εξακολουθούσε να εβρίσκετο σ' αυτό, όταν ο Μ.Κ.1 γύρισε προς τα αριστερά και είπε στους φίλους του να μην συζητούν με τις κοπέλες και πριν προλάβει να γυρίσει προς το μέρος του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος του κατάφερε μια γροθιά στον «ύπνο» ένεκα της οποίας έπεσε στην άσφαλτο και αμέσως και πριν χάσει εντελώς τις αισθήσεις του κλωτσήθηκε από τον κατηγορούμενο. Βλέποντας τον φίλο τους οι υπόλοιποι να δέχεται την γροθιά και στη συνέχεια όταν έπεσε κάτω κλωτσήθηκε από τον κατηγορούμενο έτρεξαν να τον βοηθήσουν, και ο μεν Μ.Κ.2 έσπρωξε προς τα πίσω τον κατηγορούμενο και επειδή ήθελε να κτυπήσει και αυτόν ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε πολύ δυνατά στην συνέχεια και μαζί έπεσαν πάνω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα, ύψους περίπου ενός
(1)μέτρου, μέσα στο αυλάκι, ενώ οι υπόλοιποι έβαλαν τον Μ.Κ. 1 στο όχημα τους και αφού βγήκε από το αυλάκι και ο Μ.Κ. 2 και εισήλθε και αυτός στο όχημα αναχώρησαν για τη Λευκωσία. Αφού προσπάθησαν να συνεφέρουν τον Μ.Κ.1, σταματώντας ακόμη και το όχημα τους και αφού τον περιέλουσαν στο πρόσωπο νερό όταν έφτασαν στην οικία του ενός απ΄ αυτούς, στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Λευκωσίας όπου έτυχε ιατρικής περίθαλψης. Στη σκηνή που είχε γίνει το επεισόδιο μετέβηκε αστυνομία και ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Λάρνακας όπου έτυχε των πρώτων βοηθειών. Ακολούθως λήφθησαν καταθέσεις και τόσο οι Μ.Κ.1 και 2 όσο και ο κατηγορούμενος εξετάστηκαν από τον Μ.Κ.6 ο οποίος συνέταξε ιατροδικαστικές εκθέσεις. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ο κατηγορούμενος είναι αστυνομικός, υπηρετεί στο αεροδρόμιο Λάρνακας και διαμένει στη Λευκωσία. Στις 11/5/2003 και περί ώρα 01.00π.μ. μετέβη μαζί με την αρραβωνιαστικιά του και μια φίλη τους με το όχημα του ΗΤΕ208 στη Λάρνακα για διασκέδαση, στο Club "Corridor" όπου και κατανάλωσε δύο μικρές μπύρες. Περί ώρα 03.00π.μ. έφυγαν από το μέρος και αφού έκαναν μερικές βόλτες στη Λάρνακα που διήρκεσαν περί τα τριάντα
(30)λεπτά στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς την Λευκωσία. Πριν τον κόμβο της Ριζοελιάς τον προσπέρασε με το όχημα του ο κατηγορούμενος ο οποίος όταν μπήκε μπροστά του έκανε σιγά. Μετά τον κόμβο της Ριζοελιάς επειδή το όχημα του κατηγορούμενου που εξακολουθούσε να βρίσκεται μπροστά του εκινείτο σιγά το προσπέρασε. Ακολούθως το όχημα του Μ.Κ.1 μετά από τρία
(3), τέσσερα
(4)λεπτά άρχισε να τον προσπερνά οπότε αντελήφθηκε τους επιβαίνοντες στην αριστερή πλευρά του οχήματος να βγάζουν τα χέρια τους έξω από τα παράθυρα και με διάφορες χειρονομίες, ήτοι τον κάβλιαζαν, να τον προκαλούν. Αφού τον προσπέρασαν ο οδηγός του οχήματος πατούσε φρένα και ένεκα τούτου ελάττωσε ταχύτητα. Πρόσεξε όμως τον οδηγό του οχήματος να του δείχνει με το χέρι του να τον προσπεράσει, όπως και έκανε. Την ώρα όμως που προσπερνούσε τόσο ο οδηγός, Μ.Κ.1, όσο και οι επιβαίνοντες του οχήματος τον προκαλούσαν με τον ίδιο τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Επαναλήφθηκε και πάλι προσπέρασμα εκ μέρους του Μ.Κ.1 και ίδιων προκλήσεων καθώς και απότομων φρεναρισμάτων και ανάπτυξης ταχύτητας με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος δυστυχήματος οπότε αποφάσισε να προσπεράσει. Όταν εβρίσκετο πλέον μπροστά από το όχημα που οδηγούσε ο Μ.Κ.1, ο τελευταίος που ήταν πίσω του και δεν διατηρούσε απόσταση ασφαλείας από το δικό του όχημα, αναβόσβηνε τα φώτα του προκαλώντας τον να σταματήσει δείχνοντας του με τον αριστερό σηματοδότη του οχήματος, πράγμα που έπραξε, ενώ ταυτόχρονα σταμάτησε και το όχημα του Μ.Κ.1 πίσω από το δικό του. Την στιγμή που κατέβηκε από το αυτοκίνητο πρόσεξε να κατεβαίνουν από το άλλο όχημα πέντε
(5)άτομα και να κατευθύνονται προς το μέρος του. Τους ρώτησε τι συνέβαινε και την ίδια ερώτηση έκαναν και αυτοί προς τον ίδιο με προκλητικό ύφος. Ο οδηγός, Μ.Κ.1, τον έσπρωξε προς τα πίσω, οπότε αμέσως του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα λέγοντας του ότι είναι αστυνομικός και προσπάθησε να εισέλθει στο όχημα του για να αποφύγει τυχόν επεισόδιο. Τότε ο Μ.Κ. 1 άρχισε να τον σπρώχνει υποστηριζόμενος από τους άλλους με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του να πέσει στο έδαφος και όλοι μαζί να αρχίσουν να τον κτυπούν στο πρόσωπο και σε διάφορα μέρη του σώματος του. Κατόρθωσε όμως να σηκωθεί και άρχισε και αυτός να τους κτυπά με αποτέλεσμα να εξαγριωθούν περισσότερο να τον κτυπούν πιο πολύ μέχρι που έπεσε στο παραπλήσιο αυλάκι. Δεν σταμάτησαν όμως μέχρι εκεί. Κατέβηκαν και οι πέντε στο αυλάκι και συνέχισαν να τον κτυπούν με χέρια και πόδια. Κατάφερε να τους ξεφύγει και ανέβηκε στην άσφαλτο υπό τις φωνές του Μ.Κ.1, ζαλίστηκε όμως και έπεσε αιμόφυρτος κάτω στην άσφαλτο. Στην συνέχεια αντελήφθηκε δύο συναδέλφους του να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο Λάρνακας. Στο νοσοκομείο αν και ο γιατρός του είπε ότι έπρεπε να παραμείνει εντός του νοσοκομείου εν τούτοις με δική του ενυπόγραφη δήλωση έφυγε με την αρραβωνιαστικιά του που ήδη εβρίσκετο εκεί. Την υπόθεση κατάγγειλε σε συναδέλφους του που εβρίσκοντο στο νοσοκομείο Λάρνακας. Την επόμενη ημέρα επειδή ένιωθε ζαλάδες και έκανε εμετούς μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Λευκωσίας όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω, κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ κατέθεταν ενόρκως, τόσο τους Μ.Κ. όσο και τον κατηγορούμενο και τον Μ.Υ και είμαι σε θέση να τους αξιολογήσω με δείκτη μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, την ακεραιότητα τους, την σαφήνεια τους, την ευθύτητα τους, την σταθερότητα τους, την πειστικότητα τους, την φιλαλήθεια τους, τις αντιδράσεις τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που έδιναν τις απαντήσεις τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και το συμφέρον τους στην υπόθεση. Οι Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινείς, ευθείς, πειστικοί, φιλαλήθεις και η μαρτυρία τους δεν κλονίσθηκε. Είναι ορθές οι παρατηρήσεις της υπεράσπισης ότι υπήρχαν διαφορές στην μαρτυρία τους, ακόμη δε και μ΄ αυτή του Μ.Κ.5 στο σημείο που ανάφεραν ότι του είπαν ότι κλώτσησε τον Μ.Κ.1 και δεν το έγραψε στις καταθέσεις τους όχι όμως και του Μ.Κ.6 γιατί αυτή εντοπίζεται σε θεωρητικό ή υποθετικό επίπεδο όπως θα εξηγήσω, με την μαρτυρία των οποίων θα καταπιαστώ κατωτέρω, όμως η μαρτυρία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο (βλ. υπόθεση Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Έτσι δεν μπορεί να αποδοθεί περισσότερη βαρύτητα απ΄ όσο αρμόζει στις διαφορές στην μαρτυρία τους όπως στα πόσα μέτρα συναντήθηκαν ο Μ.Κ. 1 με τον κατηγορούμενο όταν κατέβηκαν από τα οχήματα τους, όταν και οι δύο αναφέρουν ότι ο ένας κινήθηκε προς τον άλλον και συναντήθηκαν περίπου στο μέσο των δύο οχημάτων, ή μια κακή έκφραση για την απόσταση μεταξύ των οχημάτων όταν σταμάτησαν ή το ακριβές σημείο που έλαβε χώρα το επεισόδιο, ή πόσο χρόνο διήρκησε η συζήτηση μεταξύ του Μ.Κ.1 και του κατηγορουμένου πριν ο τελευταίος χτυπήσει με γροθιά στο πρόσωπο του Μ.Κ.
  1. Η ίδια επισήμανση ισχύει και για την παρατήρηση του κου Πεκρή ότι πλην του Μ.Κ.4 που είπε ότι πέρασαν και από συγκεκριμένο σπίτι στη Λευκωσία και έβρεξαν με νερό τον Μ.Κ.1 για να τον συνεφέρουν και μετά να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, οι Μ.Κ.1, 2 και 3 είπαν ότι τον μετέφεραν από την Λάρνακα στο νοσοκομείο. Θα αναφερθώ και στις άλλες παρατηρήσεις της μαρτυρίας των Μ.Κ.1,2, 3 και 4 από τον κο Πεκρή. Δεν είναι αντίφαση ότι ο Μ.Κ.2 είπε ότι είδε τον Μ.Κ.1 να πέφτει στο έδαφος και να χάνει τις αισθήσεις του αμέσως μετά το κτύπημα στο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο με αυτό που ανάφερε ο Μ.Κ.1 ότι δέχτηκε και κλωτσιά από τον κατηγορούμενο όταν εβρίσκετο πεσμένος στην άσφαλτο και μετά έχασε τις αισθήσεις του, γιατί ήταν η εκτίμηση του Μ.Κ.2 όταν είδε τον Μ.Κ.1 να πέφτει και να μην αντιδρά και επομένως δεν είναι εκτίμηση όπως ένα εύρημα ιατρικής εξέτασης. Ήταν η εντύπωση που απεκόμισε εκείνη τη στιγμή. Ούτε η φράση που άκουσε ο Μ.Κ.2 να λέει ο κατηγορούμενος και δεν ανάφεραν οι Μ.Κ.1, 3 και 4 αποτελεί αντίφαση, γιατί κάποιος μπορεί να δώσει περισσότερη σημασία είτε ένεκα της θέσης που βρίσκεται ή για άλλο λόγο και να ακούσει κάτι και άλλος να μην ακούσει. Το ίδιο ισχύει και γι' αυτό που άκουσε ο Μ.Κ.3 να λεει η μια κοπέλα και οι Μ.Κ.1, 2 και 4 δεν το ανάφεραν. Όπως βέβαια το ίδιο ισχύει εάν οι δύο κοπέλες κατέβηκαν ταυτόχρονα από το όχημα του κατηγορουμένου ή μια πρώτα και η άλλη μετά, ή εάν ο Μ.Κ.2 μίλησε με τη μία ή και με τις δύο ή εάν η μία κοπέλα όπως είπε ο Μ.Κ.4 τους φώναξε αλήτες και οι άλλοι δεν το ανάφεραν. Επίσης δεν είναι ορθό ότι ο Μ.Κ.3 είπε ότι οι κοπέλες κατέβηκαν από το όχημα τους μετά που ο κατηγορούμενος κτύπησε τον Μ.Κ.1 και αυτό διαπιστώνεται με ευκολία από το τεκμήριο 7 που αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του άλλα και σε απάντηση που έδωσε κατά την αντεξέταση όπου ανάφερε ότι ο Μ.Κ.2 έλεγε στις κοπέλες να πιάσουν τον φίλο τους και να φύγουν για να μην γίνει καμιά φασαρία. Ούτε ακόμη ισχύει, ως αντίφαση, ο λόγος που ανάφερε ο Μ.Κ.1 ότι σταμάτησε πίσω από το όχημα του κατηγορουμένου, με την αναφορά του Μ.Κ.3 ότι είχαν επιλογή να συνεχίσουν το ταξίδι τους και να μην σταματήσουν, γιατί ουδέποτε ο Μ.Κ.1 είπε ότι ήταν αδύνατο να συνεχίσουν το ταξίδι τους, όπως και γιατί ήταν θέμα αντίληψης και εκτίμησης του κάθε ενός από τους επιβάτες για το λόγο που σταμάτησε ο Μ.Κ.
  2. Σε μια άλλη εισήγηση του, ως αντίφαση στην μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3 και 4, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αποκλείει να κτύπησε ο κατηγορούμενος με το δεξί του χέρι τον Μ.Κ.1 όπως ανάφεραν οι Μ.Κ.2 και 4, με την αναφορά του Μ.Κ.1 ότι δέχθηκε το κτύπημα στη δεξιά πλευρά του προσώπου του, για το λόγο ότι στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον και θα αναμένετο το κτύπημα να καταφέρετο στην αριστερή πλευρά. Τούτο είναι εντελώς υποθετικό και χωρίς καμία μαρτυρία να το υποστηρίζει. Απεναντίας το ίδιο εύκολο είναι να κτυπήσεις κάποιο που στέκεται απέναντι σου είτε στο αριστερό είτε στο δεξιό μάτι ακόμη και πλευρά του προσώπου του. Η μόνη περίπτωση να μην μπορεί να γίνει αυτό είναι όταν η μια πλευρά είναι καλυμμένη ή μια πλευρά είναι έκθετη προς το απέναντι άτομο όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση που ανάφερε ο Μ.Κ.1, ότι δηλαδή, όταν γύρισε προς τα αριστερά, και επομένως έκθετη πλευρά του προσώπου του προς τον κατηγορούμενο ήταν η δεξιά, πριν προλάβει να γυρίσει προς τον κατηγορούμενο κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο με γροθιά στη δεξιά πλευρά του προσώπου του. Σε σχέση με την εισήγηση του δικηγόρου της υπεράσπισης ότι στις καταθέσεις τους στην αστυνομία οι Μ.Κ.1, 3 και 4 δεν ανάφεραν ότι ο κατηγορούμενος κλώτσησε τον Μ.Κ.1 όταν εβρίσκετο στην άσφαλτο είναι σωστό. Όμως ο Μ.Κ.2 που ήταν συνοδηγός είδε τον κατηγορούμενο να κλωτσά τον Μ.Κ.1 στο πρόσωπο και το ανάφερε στην κατάθεση του και στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μη αναφορά των Μ.Κ.1, 3 και 4 στις γραπτές καταθέσεις τους αυτού του σημείου δεν αφαιρούν ούτε τρώνουν την αξιοπιστία τους. Όπως δεν μειώνουν την αξιοπιστία τους εάν ήταν μία ή περισσότερες οι κλωτσιές που δέκτηκε ο Μ.Κ.1, όταν εβρίσκετο στην άσφαλτο, από τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 76 επόμενα λέχθηκε ότι μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν. Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104 και δη στη σελίδα 118. Εν πάση περιπτώσει σε καμία περίπτωση ένεκα τούτου θα έκρινα τους μάρτυρες αυτούς αναξιόπιστους γιατί βρίσκω ότι καμία σκοπιμότητα δεν υπήρχε στην παράλειψη αυτή και η μαρτυρία τους στο σύνολο της ήταν πειστική και παρέμεινε ακλόνητη. Να σημειώσω επίσης ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις 11/5/2003 και ο Μ.Κ.1 έδωσε κατάθεση στις 12/5/03 και οι Μ.Κ.2, 3 και 4 στις 14/5/03 και ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν στις 10/11/05, 2/12/05 και 20/12/05, δηλαδή δυόμισι (2½) χρόνια αργότερα. Η παρέλευση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα του επεισοδίου συμβάλλει σε κάποιο βαθμό στην μη ίδια ακριβή περιγραφή γεγονότων από τους μάρτυρες. Μικρές αντιφάσεις ή μικροανακρίβιες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320, 322 και Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 217. Στην υπόθεση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612 όπου γίνεται αναφορά στις πιο πάνω υποθέσεις λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 629 «.. Δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρος πρέπει να συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες...». Στην υπόθεση Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155 λέχθηκε ότι αντίφαση σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική, αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι καταθέτουν. Αδιάψευστη μαρτυρία, που ενισχύει και επιβεβαιώνει την μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 είναι το τεκμήριο 4, οι εννέα φωτογραφίες δηλαδή, που αποτελεί πραγματική μαρτυρία (βλ. υπόθεση Δημοκρατίας ν. Πεπή
(1990)2 ΑΑΔ 24) στις οποίες εμφαίνεται ο παραπονούμενος Μ.Κ.1 και δη στις φωτογραφίες 1 έως και 7 που φαίνεται το μέγεθος και η σοβαρότητα των τραυμάτων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και μάλιστα στα μάτια, ελαφρώς προς τους κροτάφους, στη μύτη και στο μέτωπο του. Εντύπωση αρνητική, και θα με έβαζε σε υποψίες, θα μου δημιουργείτο αν και οι τέσσερις αυτοί μάρτυρες κατηγορίας κατέθεταν τα ίδια ακριβώς γεγονότα και σε όλες τις λεπτομέρειες τους, τόσο ένεκα της θέσης που εβρίσκετο ο κάθε ένας απ΄ αυτούς όταν διαδραματίστηκαν τα γεγονότα όσο και ένεκα της αντίληψης και εκτίμησης που μπορεί να αποκομίσει κάποιος μιας κατάστασης και του τρόπου έκφρασης της. Δεν έχω διακρίνει οποιαδήποτε διάθεση τους να ψευσθούν. Απεναντίας προσπάθησαν με τρόπο αντικειμενικό να μεταφέρουν με το δικό τους τρόπο έκφρασης τα όσα διαδραματίστηκαν. Για να έκρινα τους μάρτυρες αυτούς αναξιόπιστους θα έπρεπε η μαρτυρία τους να είναι τέτοια, που να δημιουργήσει ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία τους ή να φανερώνουν διάθεση να ψεύσθούν. Έπρεπε να είναι τέτοιας φύσεως και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 449, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2ΑΑΔ 326). Δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας και να αποδεχθώ την μαρτυρία τους. Αποδέχομαι την μαρτυρία τους. Ο Μ.Κ.5 Λοχίας 1094 Ανδρέας Νικολάου μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν μπορώ να πω ότι εξέτασε την υπόθεση με τον καλύτερο τρόπο και αυτό συνάγεται από τον τρόπο προσέγγισης του Μ.Κ.1 κατά τις 11/5/2003 στο νοσοκομείο Λευκωσίας γιατί θα έπρεπε να πλησιάσει τον Μ.Κ.1 με ιδιαίτερο τρόπο τόσο ένεκα του ότι εμπλεκόμενος στο επεισόδιο ήταν και αστυνομικός αλλά και λόγω των σοβαρών τραυματισμών του Μ.Κ.1 που δικαίως θα είχε επιφυλάξεις για την αμεροληψία της αστυνομίας. Όμως σε γενικές γραμμές διεκπεραίωσε την υπόθεση με σχετικά ικανοποιητικό τρόπο. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.6 αφού εξέτασα τα προσόντα, γνώσεις, εκπαίδευση, πείρα και επάγγελμα του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (βλέπε υπόθεση Ευαγγέλου κ.ά. ν. Αμπίζας
(1982)1 CLR 41, 57) καταλήγω ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας. Επομένως η μαρτυρία του θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει την γνώμη του σε θέματα της ειδικότητας του (βλέπε υποθέσεις Vassiliko Cements Works v. Stavrou
(1983)1 CLR 663, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Σ΄ αυτή την περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλέπε Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Andreas Anastasiades v. R.
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. R.
(1980)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, Yiannis N. Erimodis Estates Ltd κ.ά. ν. Χριστοδουλίδου κα
(1995)1 ΑΑΔ 926, Χριστοφίδης ν. Κοτζαναστάση Πολ. ΄Εφ. 9934, ημ. 6.4.00, Νεόφυτος Χαραλάμπους ν. Χαράλαμπος Αβραάμ κ.ά. Πολ. ΄Εφ. 10309 ημ. 28.9.99, Κυπριακή Δημοκρατία ν.- Ηρόδοτου Αγιώτου, Πολ. ΄Εφ. 10467, ημ. 26.6.00. Όσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μία υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψη του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξη τους (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Στην υπόθεση Ψάλτη ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, 119 αναφέρθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες κοινών μαρτύρων. Οφείλω να ομολογήσω ότι ως εμπειρογνώμονας δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, όπως π.χ. για τον χρόνο πρόκλησης των τραυμάτων των Μ.Κ. 1 και 3 και του κατηγορουμένου, αφού η απλή αναφορά ότι προκλήθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο δεν είναι αρκετή αλλά αναμένεται μια σε βάθος λεπτομερής ανάλυση των τραυμάτων όπως του χρώματος, πήξις αίματος, μαύρισμα, μελάνωμα, εφελκίδα άλλως «κακκάτωμα», και άλλων χαρακτηριστικών εξέλιξης και ανάπτυξης των τραυμάτων καθοριστικών του χρόνου, μέσου ή τρόπου δημιουργίας τους, έτσι που το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων. Για άλλα δε τραύματα οι απαντήσεις του ήταν τόσο ασαφείς ή γενικές και χωρίς αιτιολόγηση της άποψης που εξέφραζε ή ακόμη διφορούμενες που το μόνο σίγουρο συμπέρασμα που θα μπορούσε να καταλήξει το Δικαστήριο με βάση όσα ανέφερε ήταν ότι όλα ήταν ρευστά και πιθανά για τον τρόπο ή αιτία πρόκλησης των τραυμάτων πλην του τραύματος που καθόρισε ως δάγκωμα για το οποίο έδωσε επαρκείς εξηγήσεις γιατί κατέληξε ότι ήταν δάγκωμα. Είναι λάθος η εντύπωση που απεκόμισε ο συνήγορος υπεράσπισης με βάση τα λεχθέντα του Μ.Κ.6 ότι δεν συνάδουν τα τραύματα του Μ.Κ.1 με κλωτσιά ή κλωτσιές γιατί θα ανέμενε ο Μ.Κ.6 περισσότερα τραύματα και μώλωπες και όχι απλά εκδορές, αφού από το τεκμήριο 4 φωτ. 1 έως 7 φαίνονται ολοκάθαρα σοβαρά τραύματα και μώλωπες στα μάτια, στην μύτη και στο μέτωπο του Μ.Κ.1 τα οποία ο Μ.Κ.6 περιγράφει στο τεκμήριο 14. Οι Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 ανέφεραν χωρίς ενδοιασμό ότι κτυπήθηκε ο Μ.Κ.1 από τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο με γροθιά και όταν έπεσε στην άσφαλτο ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε στο πρόσωπο. Επίσης αφού δεν κτύπησε ο κατηγορούμενος τον Μ.Κ.1 σ' άλλο μέρος του σώματος του, λόγω του ότι δεν πρόλαβε ένεκα της επέμβασης του Μ.Κ.2 που απομάκρυνε τον κατηγορούμενο από τον αιμόφυρτο Μ.Κ.1, πως θα αναμένοντο περισσότερα τραύματα και μώλωπες επί του Μ.Κ.1. Ούτε η εισήγηση του κου Πεκρή ότι τα τραύματα του κατηγορουμένου, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, δεν συνάδουν με πτώση, εξαιρουμένου του δαγκώματος, ευσταθεί. Πρώτο γιατί ουδέποτε ο Μ.Κ.6 απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο και δεύτερο γιατί και πάλι δεν εξήγησε επαρκώς και με σαφήνεια γιατί θα έπρεπε να είναι η μία περίπτωση αποκλειόμενης της άλλης. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι δεν είχε τραύματα ο Μ.Κ.2, αφού έπεσε μαζί με τον κατηγορούμενο στο αυλάκι από ένα
(1)περίπου μέτρο που ήταν το ύψος του κιγκλιδώματος, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν έγιναν έτσι τα πράγματα όπως τα περιέγραψε ο Μ.Κ.2, γιατί όπως ανάφερε ο Μ.Κ.2 έσπρωξε τον κατηγορούμενο έπεσε στο αυλάκι και μαζί του κι΄ αυτός που προφανώς ή και πιθανόν να έπεσε πάνω του και γι΄ αυτό να μην είχε τραύματα ο ίδιος ή και για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Όσον αφορά την θέση της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.6 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος έφερε πολλαπλά τραύματα και άρα είναι σε αντίθεση με την μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 φαίνεται να έχει παρερμηνευθεί ο όρος πολλαπλά. Με τον όρο αυτό ο Μ.Κ.6 εννοούσε ότι έχει σε πολλά μέρη του σώματος του τραύματα. Αυτό καταδεικνύεται και από το τεκμήριο
  1. Αναγνωρίζεται δε στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 5 ότι σχεδόν όλα τα τραύματα του κατηγορουμένου είναι επιπόλαια πλην αυτά στο δεξιό μάτι και στη μύτη που είναι πιο σοβαρά τα οποία όμως φαίνεται να προκλήθησαν από κτύπημα του σε σκληρά αντικείμενα κατά την πτώση του, τα δε άλλα σε τριψίματα στο έδαφος, σε κλαδιά ακακίων ή άλλων δέντρων ή φυτών, όπως ανάφερε ο Μ.Κ.
  2. Ακόμη ούτε βέβαια είναι ορθή η θέση ότι τα τραύματα του κατηγορου-μένου που φαίνονται στις φωτογραφίες 15 και 18 είναι απίθανο να προκλήθησαν από πτώση αλλά από τρίψιμο γιατί έτσι αποκλείεται ένεκα της πτώσης να υπήρχε και τρίψιμο γεγονός που πάλι δεν εξήγησε ο Μ.Κ.
  3. Απεναντίας θα έλεγα ότι με την πτώση σε αυλάκι είναι πολύ πιθανόν να υπήρχε και τριβή του σώματος ή των άκρων ή και του προσώπου επί του εδάφους. Τέλος να αναφέρω ότι ούτε οι άλλες εισηγήσεις της υπεράσπισης ευσταθούν όπως ότι το δάγκωμα προκλήθηκε από κάποιον από τους Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 αφού ουδέποτε ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι τον δάγκωσε οποιοσδήποτε απ΄ αυτούς, ή ότι επειδή δεν ανευρέθη μώλωπας στον κρόταφο του Μ.Κ.1 σημαίνει ότι δεν κτυπήθηκε στο πρόσωπο με γροθιά όπως ο Μ.Κ.1 ανάφερε στην εξέταση του αν σκεφτεί μάλιστα κάποιος ότι από τον κρόταφο, «ύπνο» όπως τον αποκάλεσε ο Μ.Κ.1, μέχρι την εξωτερική κόγχη του δεξιού ματιού η απόσταση είναι ελάχιστη και η γροθιά ενός χεριού πολύ μεγαλύτερη σε βαθμό που καταλαμβάνει τόσο όλο ή μέρος του «ύπνου» όσο ταυτόχρονα και μέρος του ματιού. Εν κατακλείδι πλην του τραύματος που χαρακτήρισε ο Μ.Κ.6 ως δαγκωματιά και εξήγησε επαρκώς τη θέση του αυτή, οι υπόλοιπες θέσεις του για την πρόκληση των άλλων τραυμάτων, κυρίως γιατί δεν απόκλεισε ούτε την μια ούτε την άλλη περίπτωση πρόκλησης των τραυμάτων, και εκεί όπου έγερνε προς τη μία περίπτωση χρησιμοποιούσε τη λέξη «ανέμενα», και δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ορθότητα τους δεν μπορώ να τις αποδεκτώ. Αυτά καθ' αυτά τα τραύματα όπως τα κατέγραψε στις ιατροδικαστικές του εκθέσεις τα αποδέχομαι. Με βάση τα πιο πάνω όπως προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω δεν βρίσκω ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Κ.6 και των Μ.Κ.1, 2, 3 και
  4. Εν πάση περιπτώσει για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω κι' αν ακόμη υπήρχε αντίφαση θα προτιμούσα ανεπιφύλακτα τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3 και
  5. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Πρώτα απ΄ όλα ως αστυνομικός εάν πράγματι δημιουργήθηκε κίνδυνος από την οδική συμπεριφορά του Μ.Κ.1 θα έπρεπε να τηλεφωνήσει, όπως ανέφερε ότι έπραξε μετά το επεισόδιο η αρραβωνιαστικιά του, στην αστυνομία και να καταγγείλει το γεγονός ζητώντας μάλιστα βοήθεια και όχι να σταματήσει. Μετά στην κατάθεση του ανάφερε ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του πρόσεξε ότι κατέβαιναν και τα πέντε άτομα από το άλλο αυτοκίνητο που είχε σταματήσει πίσω του και να κατευθύνονται προς το μέρος του. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι κατέβηκαν εκείνοι πρώτοι και μετά αυτός. Άσχετα με το ποιος κατέβηκε πρώτος, όταν είδε, εάν πράγματι έτσι ήταν τα γεγονότα, ότι έρχοντο προς το μέρος του και οι πέντε γιατί δεν μπήκε στο αυτοκίνητο του και να φύγει όταν πλέον ήταν εμφανείς οι προθέσεις τους αφού κατέβηκαν και οι πέντε; Ο λόγος που δεν έφυγε ήταν γιατί δεν έγιναν τα γεγονότα με τον τρόπο που τα περιέγραψε αλλά κατέβηκε μόνο ο Μ.Κ.1 και γι' αυτό δεν φοβήθηκε. Το πιο σημαντικό για να μην γίνει πιστευτός είναι αυτά που ανάφερε στη συνέχεια ότι αφού τον έσπρωξε ο Μ.Κ.1 και έπεσε στην άσφαλτο άρχισαν όλοι μαζί να τον κτυπούν και να τον κλωτσούν σ΄ όλο του το σώμα. Αφού δε κατόρθωσε να σηκωθεί, άρχισε να τους κτυπά κι αυτός. Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι όταν είπε άρχισε να τους κτυπά διεφάνει ότι δεν έκλεισε τα χέρια του σε γροθιά αλλά άφησε να νοηθεί ότι τα κινούσε τυχαία. Επανερχόμενος στο σημείο που σηκώθηκε και τους κτυπούσε, ένεκα τούτου, οι πέντε εξαγριώθηκαν περισσότερο και τον κτυπούσαν μέχρι που έπεσε στο αυλάκι όπου κατέβηκαν και οι πέντε και εξακολουθούσαν να τον κτυπούν με τα χέρια και τα πόδια τους μέχρι που κατάφερε να ανεβεί πάνω στο δρόμο, όπου ένεκα της ζάλης που είχε έπεσε αιμόφυρτος οπότε τον άφησαν και έφυγαν. Πώς είναι δυνατόν να γίνει πιστευτή η ιστορία του ότι τον κτυπούσαν πέντε άτομα με τα χέρια και τα πόδια τους για τόση ώρα και με τόσο μένος που περιέγραψε και το μόνο που υπέστη ήταν οι επιπόλαιες εκδορές στο σώμα του και δυο κάπως σοβαρές στο πρόσωπο του, και ο Μ.Κ.1 από τα τυχαία και με τον τρόπο που περιέγραψε κτυπήματα του, ίσως, όπως είπε στη μαρτυρία του, να κτύπησε τον Μ.Κ.1, να υπέστη τόσο σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο ο Μ.Κ.1 και επίσης κανένας άλλος από τους υπόλοιπους τέσσερις να μην υπέστη κανένα τραυματισμό; Η απάντηση βέβαια είναι ότι δεν λεει την αλήθεια και ο μόνος τρόπος για να είχε υποστεί ο Μ.Κ.1 τους τραυματισμούς που εμφαίνονται στο τεκμήριο 5 είναι τα γεγονότα να διαδραματίστηκαν όπως τα περιέγραψαν οι Μ.Κ.1, 2, 3 και
  6. Ο μη τραυματισμός βέβαια των υπολοίπων, πλην του Μ.Κ.1, εξηγείται από την μη συμμετοχή τους αφού προσέτρεξαν κοντά του μόνο όταν βοήθησαν τον αιμόφυρτο Μ.Κ.1, τον οποίο τοποθέτησαν στο αυτοκίνητο τους για να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Για τον μη τραυματισμό του Μ.Κ.2 αναφέρω ανωτέρω τους λόγους. Συμπληρώνω απλώς ότι εάν ήταν σκηνοθετημένη και φτιακτή η μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 θα ανάφεραν οι Μ.Κ.2, 3 και 4 ως το πρόσωπο που έριξε στο αυλάκι τον κατηγορούμενο τον Μ.Κ.3 ο οποίος είχε και ένα επιπόλαιο τραύμα στο χέρι για να γίνουν πιο πειστικοί. Εάν ήταν τόσο πολύ κτυπημένος ο κατηγορούμενος όπως ήθελε να παρουσιάσει την κατάσταση του δεν θα έφευγε από το νοσοκομείο αλλά θα παρέμενε για φροντίδα και περίθαλψη του. Οι ζαλάδες, εμετοί και η μεταφορά του την επομένη ημέρα στο νοσοκομείο Λευκωσίας από οικεία του πρόσωπα ήταν σκέψη εκ των υστέρων όταν έμαθε για την κατάσταση του Μ.Κ.
  7. Τέλος, να λεχθεί ότι όταν κατηγορήθηκε γραπτώς αρνήθηκε ότι κτύπησε τον Μ.Κ.1, λέγοντας ότι σε καμιά περίπτωση δεν κτύπησε τον Μ.Κ.1 και ότι αυτός ήταν ένας και οι άλλοι πέντε, ενώ στο Δικαστήριο είπε ότι ίσως να τον κτύπησε σε αυτοάμυνα. Απορρίπτω και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Υ. Αστ. 2410 Δημήτρης Αντωνίου δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο μόνος λόγος που κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο ήταν για να βοηθήσει το συνάδελφο του κατηγορούμενο ενισχύοντας την εκδοχή του κατηγορούμενου, περιγράφοντας την κατάσταση του κατηγορούμενου όταν έφθασε στη σκηνή ότι ήταν σχεδόν αιμόφυρτος. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι όταν ήταν αιμόφυρτος και κατά τη μεταφορά του από συναδέλφους του με αυτοκίνητο προς το νοσοκομείο Λάρνακας έφερε μερικώς τις αισθήσεις του και άκουε τους συναδέλφους του που τον ρωτούσαν τι έγινε και δεν είπε ότι τους απάντησε, ενώ ο Μ.Υ. είπε ότι τους ανάφερε ότι τον έδειραν. Ο κατηγορούμενος είπε ότι μόλις ανέβηκε από το αυλάκι στο δρόμο όταν τους ξέφυγε και ενώ του φώναζε ο Μ.Κ.1 και αφού άκουσε και την αρραβωνιαστικιά του που τους είπε να μην φύγουν γιατί θα έρχετο αστυνομία, ζαλίστηκε και έπεσε αιμόφυρτος. Δεν είπε ότι πρόλαβε και περπάτησε μέχρι το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του όπου και έπεσε αιμόφυρτος όπου ισχυρίσθηκε ο Μ.Υ. ότι τον βρήκε σχεδόν αιμόφυρτο. Τέλος, αιωρείται ένα ερώτημα γιατί δεν έδωσε κατάθεση στον εξεταστή της υπόθεσης; Ισχυρίστηκε ότι δεν του ζητήθηκε από τον εξεταστή. ΄Όμως ως αστυνομικός δεν θα έπρεπε να προέβαινε σε κατάθεση για το τι περιήλθε στην αντίληψη του όταν μετέβη στη σκηνή του επεισοδίου και δη για την κατάσταση της υγείας συναδέλφου του σε υπόθεση ξυλοδαρμού; Η απάντηση είναι ασφαλώς καταφατική. Απορρίπτω και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Τα τεκμήρια 4, 5 και 8, δηλαδή τις φωτογραφίες, ως πραγματική μαρτυρία (βλ. υπόθεση Πεπή ανωτέρω) τις αποδέχομαι. Τις ιατροδικαστικές εκθέσεις τεκμήρια 14, 15 και 16 στις οποίες καταγράφονται τα τραύματα του Μ.Κ.1, του Μ.Κ.3 και του κατηγορούμενου που ετοιμάστηκαν από τον Μ.Κ.6 τις αποδέχομαι ότι όντως αυτά τα τραύματα βρήκε στον καθένα απ΄ αυτούς όταν τους εξέτασε. Αποδέχομαι επίσης το τεκμήριο 17, ότι σ΄ αυτό καταγράφονται τα τραύματα που εντοπίστηκαν στον κατηγορούμενο κατά την εξέταση του στο νοσοκομείο Λάρνακας από γιατρό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στις 11/5/2003 και περί ώρα 01:00 ο Μ.Κ.1 οδηγώντας το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΧΑ 973 μετέβη με συνεπιβάτες και φίλους του, Μ.Κ.2, 3 και 4 και ακόμη ένα φίλο τους από τη Λευκωσία, όπου διέμεναν, στο club «ΠΛΑΤΕΙΑ» στη Λάρνακα για διασκέδαση. Εκεί κατανάλωσαν ήμισυ μπουκάλι βότκα με χυμό. Στις 03:30 της ίδιας μέρας αναχώρησαν για να επιστρέψουν στη Λευκωσία. Στο δρόμο τους, και μεταξύ των κόμβων βιομηχανικής περιοχής Αραδίππου και Ριζοελιάς Αραδίππου, συνάντησαν το όχημα υπ΄ αριθμό εγγραφής ΗΤΕ 208 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, αστυνομικό στο επάγγελμα, με συνεπιβάτιδες την αρραβωνιαστικιά του και μια φίλη τους οι οποίοι έφυγαν και αυτοί από τη Λάρνακα όπου είχαν μεταβεί για διασκέδαση στο club "Corridor" και επέστρεφαν στη Λευκωσία όπου διέμεναν. Επειδή ο κατηγορούμενος οδηγούσε σιγά το όχημά του ο Μ.Κ.1 τον προσπέρασε πριν τον κόμβο Ριζοελιάς. Στη συνέχεια προσπέρασε ο κατηγορούμενος τον Μ.Κ.1 και αφού το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε ο Μ.Κ.2, συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ο Μ.Κ.1, χειροκρότησε τον κατηγορούμενο για την οδική συμπεριφορά του που συνίστατο στο προσπέρασμά τους και αμέσως μετά ελάττωση ταχύτητας του οχήματός του. Ο κατηγορούμενος, προφανώς, επειδή θεώρησε προσβλητική την ενέργεια του Μ.Κ.2, θιγμένος ή και εκνευρισμένος από την όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε, αφού προσπέρασε το όχημα του Μ.Κ.1, εισήλθε μπροστά απ΄ αυτό, πάτησε φρένα, ελάττωσε ταχύτητα για να εξαναγκάσει τον Μ.Κ.1 να ελαττώσει κι αυτός ταχύτητα και με σινιάλο του έδειξε να σταματήσει στη λωρίδα έκτακτου ανάγκης. Αφού ο κατηγορούμενος σταμάτησε το δικό του όχημα, πίσω απ΄ αυτό και σε απόσταση τρία
(3)περίπου μέτρα, σταμάτησε το δικό του ο Μ.Κ.
  1. Ο κατηγορούμενος πρώτος κατέβηκε από το δικό του όχημα και κατευθύνθηκε προς το όχημα του Μ.Κ.1 ενώ αμέσως μετά κατέβηκε μόνος του ο Μ.Κ.1 από το όχημά του αφού ζήτησε από τους υπόλοιπους να παραμείνουν στο όχημα, πράγμα που έκαναν και κατευθύνθηκε προς τον κατηγορούμενο. Στο ενδιάμεσο περίπου των δύο οχημάτων συναντήθηκαν ο Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος και άρχισαν να συζητούν. Στο μεταξύ κατέβηκαν από το όχημα του κατηγορούμενου και οι συνεπιβάτιδές του, μια εκ των οποίων άρχισε να συζητά με τον Μ.Κ.
  2. Κατά τη συζήτηση, που έλαβε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ο Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε τον Μ.Κ.2 και τη μια εκ των δύο συνεπιβάτιδων του κατηγορούμενου να συζητούν και γύρισε αριστερά το κεφάλι του και είπε στον Μ.Κ.2 να μη συζητά. Πριν προλάβει να γυρίσει και πάλι το κεφάλι του προς το μέρος του κατηγορούμενου ο κατηγορούμενος κτύπησε με γροθιά τον Μ.Κ.1 στο μέρος που αρχίζει ο δεξιός κρόταφος, «ύπνος» όπως αποκαλέστηκε, και το δεξιό μάτι με αποτέλεσμα να πέσει στην άσφαλτο ο Μ.Κ.
  3. Τη σκηνή είδαν οι επιβαίνοντες του οχήματος του Μ.Κ.1 και πριν προλάβουν να κατέβουν ο κατηγορούμενος κλώτσησε τον Μ.Κ.1 ενώ εβρίσκετο στην άσφαλτο ο οποίος στη συνέχεια αιμόφυρτος έχασε τις αισθήσεις του. Ο Μ.Κ.2 αμέσως μετά απώθησε τον κατηγορούμενο από τον Μ.Κ.1 σπρώχνοντάς τον. Επειδή ο κατηγορούμενος προσπάθησε να κτυπήσει και τον Μ.Κ.2 ο τελευταίος αφού τον έπιασε με δύναμη τον έσπρωξε προς το παραπλήσιο κιγκλίδωμα ύψους ενός
(1)μέτρου περίπου με αποτέλεσμα να πέσουν πάνω απ΄ αυτό και μέσα στο παρακείμενο αυλάκι στο οποίο υπήρχαν ακακίες και αντικείμενα τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Κ.
  1. ΄Ενεκα τούτου ο κατηγορούμενος υπέστη τους τραυματισμούς που καταγράφονται στο τεκμήριο 15 πλην του δαγκώματος το οποίο δεν είχε καμιά σχέση με το επεισόδιο, αφού ούτε καν ανάφερε ο κατηγορούμενος ότι δέχθηκε δάγκωμα. Οι υπόλοιποι της παρέας του Μ.Κ.1 έπιασαν στα χέρια τους τον Μ.Κ.1, τον έβαλαν μέσα στο αυτοκίνητο και αφού επιβιβάστηκαν όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του Μ.Κ.2, αναχώρησαν για τη Λευκωσία. Στο δρόμο ο Μ.Κ.1 παρουσίαζε προβλήματα και χρειάστηκε να σταματήσουν. Αφού έφθασαν στη Λευκωσία σταμάτησαν σε φιλική οικία όπου περιέλουσαν το πρόσωπο του Μ.Κ.1 με νερό και ακολούθως τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου έτυχε των πρώτων βοηθειών και περίθαλψης. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε από συναδέλφους του στο Νοσοκομείο Λάρνακας, αφού είχε ειδοποιηθεί προηγουμένως η Αστυνομία, και αφού έτυχε των πρώτων βοηθειών αρνήθηκε την εισαγωγή του στο νοσοκομείο και εξήλθε. Την εξέταση της υπόθεσης ανέλαβε ο Μ.Κ.5 ο οποίος δεν ενήργησε με τον δέοντα υπό τις περιστάσεις τρόπο ως το επέβαλλε τόσο η κατάσταση της υγείας του Μ.Κ.1 όσο και της εμπλοκής αστυνομικού στο επεισόδιο, αλλά εν πάση περιπτώσει με σχετικά ικανοποιητικό τρόπο. Ο Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.3 και ο κατηγορούμενος εξετάστηκαν από τον Μ.Κ.6 που ετοίμασε τα τεκμήρια 14, 15 και
  2. Οι εκδορές στο αριστερό χέρι του Μ.Κ.3, τεκμήριο 16, δεν έχουν καμιά σχέση με το επεισόδιο αφού δεν έλαβε μέρος σ΄ αυτό, όπως δεν έλαβε ούτε ο Μ.Κ.4 και το πέμπτο πρόσωπο της παρέας. Τα τραύματα του Μ.Κ.1, όπως αυτά καταγράφονται στο τεκμήριο 14, από ένα
(1)έως και επτά
(7)που καταγράφονται κατωτέρω, προκλήθηκαν επειδή τον κτύπησε με γροθιά και τον κλώτσησε στο πρόσωπο ο κατηγορούμενος ενώ τα υπόλοιπα, από οκτώ
(8)έως και δέκα
(10)από την πτώση και τριβή, τα οποία είναι ως ακολούθως:
  1. Θλαστική εκχύμωση δεξιάς κογχικής χώρας και υπόσφαγμα δεξιού οφθαλμού.
  2. Θλαστική εκχύμωση αριστερής κογχικής χώρας μετά εξοιδήσεως και εκδορά με απόσταση της επιδερμίδας 2Χ3 εκ.
  3. Εκδορά μετά εφελκίδος διαστάσεων 4Χ1.5 εκ. στη ραχιαία επιφάνεια της μύτης.
  4. Εκδορές μετά εφελκίδος στη μεσότητα της μετωπιαίας χώρας διαστάσεως 3.5Χ2 εκ.
  5. Εκδορά διαστάσεων 6Χ1.5 εκ. με απόσταση της επιδερμίδας και εφελκίδα στην άνω αριστερά υπερόφρια χώρα.
  6. Εκδορά 2Χ1 εκ. στη μεσότητα της μετωπιαίας χώρας μεταξύ των δύο φρυδιών μετά εφελκίδος.
  7. Εξοίδηση (πρήξιμο) μύτης.
  8. Εκδορά διαστάσεων 4Χ2 εκ. μετά εφελκίδος στο κάτω τριτιμόριο ραχιαίας επιφάνειας δεξιού αντιβραχίονα.
  9. Εκδορές συνολικής επιφάνειας 3Χ2 εκ. μετά εφελκίδος στη ράχη του δεξιού χεριού μετά εξοιδήσεως.
  10. Εκδορά διαστάσεως 1Χ0.5 εκ. στο κάτω τριτιμόριο έξω επιφανείας αριστερής κνήμης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στηρίζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί τα εξής: "Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (i) η επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο (ii) η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε αυτό Ο όρος "επίθεση" χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει "assault" και "battery". Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445). Βλέπε επίσης Archbold Pleading and Practice, 39η Έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-2. Η μεγάλη αδιαφορία που μπορεί να στοιχειοθετήσει εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παραταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, 982, R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964, 966 και Archbold, 42η έκδοση, παρ. 17-25). Μια τέτοια ενέργεια συνεπάγεται αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο ο παραπονούμενος θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία. (Βλ. Kimber
(1983)77 Cr. App. R. 225, 228, D.P.P. v. Morgan
(1975)2 All E.R. 347, 363-364). Για τα σχόλια στο θέμα αυτό της αδιαφορίας (recklessness) παραπέμπω επίσης στον Archbold, 42η έκδοση, παρ. 20-114 και Russel on Crime, 11η έκδοση, τόμος 1, σελ. 724. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητο η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα Ruseel, πιο πάνω, σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott v. Shepherd
(1773)2 W.BI. 892 όπου ρίχθηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short v. Lovejoy
(1752)Bull. N.P. 16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματισθεί. Επιπρόσθετα, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 243, πέραν του στοιχείου της επίθεσης απαιτείται και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη παραπέμπω στις αποφάσεις R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529, 534, Αστυνομία ν. Ανδρέα Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61 και Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R.
  1. Στην τελευταία απόφαση επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου
  2. Το τι συνιστά "πραγματική σωματική βλάβη" σχολιάζεται στον Archbold, 36η έκδοση παρ. 2634 όπου αναφέρεται ότι: "Actual bodily harm need not be an injury of permanent character, nor need it amount to what could be considered to be grevious bodily harm." Ακόμη και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση θεωρείται ως πραγματική σωματική βλάβη [βλ. Miller (πιο πάνω)]. Η απουσία του συστατικού στοιχείου της προκλήσεως πραγματικής σωματικής βλάβης θα κατέτασσε το αδίκημα στο άρθρο 242 για απλή επίθεση [βλ. Αστυνομία ν. Ανδρέα Ιωάννου (πιο πάνω)]. Ο κ. Πεκρής ήγειρε το θέμα της αυτοάμυνας. Η αυτοάμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι κάτω από ορισμένες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Η θεώρηση αυτή λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Βλ. Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6459, 21.09.1998 όπου υιοθετήθηκαν οι αγγλικές αποφάσεις R. v. Wheeler
(1967)3 All E.R. 829, 830, Lobell
(1957)1 Q.B.D. 547. Το ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσο η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ένας κατηγορούμενος ήταν λογική. Μεταξύ των περιστάσεων εξετάζεται και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Βλ. Μαραγκός (πιο πάνω), Miliotis v. Police
(1971)2 C.L.R 292, Maifoshis v. Police
(1978)2 C.L.R 9, R. v. Julien
(1969)2 All E.R. 856, Palmer v. R.
(1971)55 Cr. App. R. 223, R. v. Shannon
(1980)71 Cr. App. R. 192, Δημακόπουλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ
  1. Το θέμα της αυτοάμυνας όπως προνοείται στο άρθρο 7.3 του Συντάγματος, στο άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα και στη Νομολογία, ως αναφερόμενο σε ενέργεια προς αποφυγή ανάλογης και άλλως αναπότρεπτης συνέπειας, εξετάστηκε πρόσφατα από το Εφετείο στη Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 6817 και 6825 ημερ. 29.09.
  2. Παραπέμπω στα ακόλουθα αποσπάσματα: (σελ. 11) ". Εκ των πραγμάτων, η έννοια της "εύλογα αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι, αφού ο ίδιος ο όρος "εύλογα" εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Επειδή όμως ακριβώς το θέμα αφορά κρίση επί των γεγονότων, και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζομένου ότι ευρέθη στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα, μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα: Όχι όμως ασφαλώς υπό την μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπόψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - ". That which was reasonable in the light of the circumstances as they reasonably appeared to the accused ." όπως το διατύπωσε ο Edmund Davies, L.J. (ως ήτο τότε), στην Mclness
(1969)53 Cr. App. R. 407 και υιοθετήθηκε η κλασσική διατύπωση της αρχής της αυτοάμυνας από το Lord Morris στην Palmer v. R.
(1971)A.C. 814 (p.c.) στις σελίδες 831 - 832 ." Μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με την κλασσική διατύπωση στην Palmer είναι ότι σε στιγμές κρίσης για κάποιον που άμεσα κινδυνεύει, αυτός πρέπει να αποκρούσει τον κίνδυνο με κάποια άμεση και στιγμιαία αντίδραση, ότι κάποιος που υπερασπίζεται τον εαυτό του δεν μπορεί να ζυγίσει με ακρίβεια το ακριβές μέτρο της αναγκαίας αμυντικής του ενέργειας και οι ειλικρινείς και ενστικτώδεις σκέψεις του αμυνόμενου. Στην πιο πάνω απόφαση του Εφετείου υιοθετείται το πιο κάτω απόσπασμα της σύνοψης που έγινε από το Lord Diplock στη Reference under s. 48A of the Criminal Appeal (northern Ireland) Act 1968 (No.1 of 1975)
(1976)2 All. E.R. 937, 947 ως προς το συσχετισμό του αντικειμενικού κριτηρίου προς τις περιστάσεις σε συνάρτηση προς την ανάλογη υπεράσπιση της χρήσης εύλογα αναγκαίας βίας για την αποτροπή εγκλήματος: "the question in which the jury, would have to ask themselves the question in a trial for an offence against the person in which this defense was raised by the accused, would be: are we satisfied that no reasonable man (
  1. a)with knowledge of such facts as were known to the accused or reasonably believed by him to exist (
  2. b)in the circumstances and time available to him for reflection (
  3. c)could be of opinion that the prevention of the risk of harm to which others might be exposed if the suspect were allowed to escape, justified exposing the suspect to the risk of harm to him that might result from the kind of force that the accused contemplated using?" Για τη διατύπωση του ευλόγου της βίας που χρησιμοποιήθηκε, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να προσπάθησε να οπισθοχωρήσει ή να κατευνάσει ένα καυγά, αν και μια τέτοια μαρτυρία, αν υπάρχει, ενδέχεται να είναι καθοριστική για τη κρίση του Δικσατηρίου. Βλ. R. v. Bird
(1985)A 2 All E.R. 513 και Halsbury´s Laws of England, 4th ed., Re-issue, Vol 11
(1), παρ. 498. Περαιτέρω, νοουμένου ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε ήταν εύλογη, ο κατηγορούμενος δικαιούται να υπερασπισθεί όχι μόνο τον εαυτό του ή μέλος της οικογένειας του, αλλά ακόμα και ένα εντελώς ξένο άτομο αν ο ξένος υφίσταται παράνομη επίθεση από άλλους. Βλ. R. v. Rose
(1884)15 Cox CC 540, R. v. Duffy
(1966)1 All E.R. 62 και Halsbury´s Laws of England, 4th Ed., Vol. 11, παράγραφος 1180. Από τα πιο πάνω καταδεικνύεται, αφού απέρριψα και δεν αποδέκτηκα τη μαρτυρία του κατηγορούμενου αλλά έκρινα αξιόπιστους τους Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 ότι δεν μπορεί να ευσταθίσει η υπεράσπιση της αυτοάμυνας για τον κατηγορούμενο και απορρίπτεται η θέση του αυτή. Ο κατηγορούμενος δεν εβρίσκετο ούτε υπό απειλή, ούτε υπό κατάσταση επικείμενης επίθεσης εναντίον του ή άλλου προσώπου, ούτε δέχθηκε κτύπημα είτε αυτός είτε άλλο πρόσωπο αφού απλά συζητούσε με τον Μ.Κ.1 ο οποίος μάλιστα δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο όταν η προσοχή του ήταν στραμμένη αλλού και δη στον Μ.Κ.2 και τις συνεπιβάτιδες του κατηγορούμενου σε προσπάθεια του δια λόγου προς τον Μ.Κ.2 να τον προτρέψει να μην συμβεί οτιδήποτε με τις κοπέλες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενέργεια του κατηγορούμενου να δώσει γροθιά και να κλωτσήσει, όπως περιέγραψα πιο πάνω, τον Μ.Κ.1 στο πρόσωπο, αποτελεί επίθεση εναντίον του Μ.Κ.1 και μάλιστα απρόκλητα και αναίτια στοιχειοθετόντας έτσι το πρώτο (Ι) συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Οι τραυματισμοί δε που προκάλεσε η παράνομη επίθεση στο πρόσωπο του Μ.Κ.1 όπως τους περιέγραψα στα ευρήματα μου, εμπίπτουν στην έννοια της πραγματικής σωματικής βλάβης και έτσι στοιχειοθετείται και το δεύτερο (II) συστατικό στοιχείο του αδικήματος όπως τα καθόρισα ανωτέρω στην έννοια και στους σκοπούς του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 με βάση τη νομολογία που ανέφερα πιο πάνω. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της και όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.