Ιατρικές Υπηρεσίες Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας ν. Ευγενίας Χ''Νικόλα, Αρ.Υπ.: 1692/05, 10 Μαϊου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. Γεωργίου, Ε. Δ. Αρ.Υπ.: 1692/05 Ιατρικές Υπηρεσίες & Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας v. Ευγενίας Χ''Νικόλα Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 10 Μαϊου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χρ. Πατσαλίδης για κ. Χρ. Θεοδούλου Για την Κατηγορουμένη: κ. Χρ. Κληρίδης (για να ακούσει απόφαση κ. Σύζινος) Κατηγορουμένη παρούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της πώλησης τροφίμου κατά παράβασιν των άρθρων 6
(1)(α), 2(α), 14
(1)(α), 16
(1)(α)(β) και (γ), 24, 27 και 29
(1)(γ) των Περί Τροφίμων (΄Ελεγχος και Πώληση) Νόμων του 1996 έως 2001 και κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)των Περί Μελιού Κανονισμών ΚΔΠ 118/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος «η κατηγορουμένη την 15/11/04 και ώρα 11:30π.μ. στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος πώλησε 100% Γνήσιο Κυπριακό μέλι της μέλισσας «ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑ» το οποίο περιείχε υπολείμματα Σουλφοναμιδίων. Στο δείγμα προσδιορίστηκε Σουλφαμεθαξαζόλη (124 μg/kg) οργανική ουσία ξένη προς την σύσταση του μελιού και ως εκ τούτου το δείγμα δεν ήτο συμμορφούμενο με τον κανονισμό της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης (ΕΟΚ) αρ. 2377/90 και τον Περί Μελιού Κανονισμών ΚΔΠ 118/
- ΄Οταν ζητήθηκαν λεπτομέρειες από μέρους του συνηγόρου της Κατηγορουμένης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγόρου δήλωσε ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη είναι αυτό του άρθρου 4
(1)της ΚΔΠ 118/2004. ΄Οταν δε υποβλήθηκε από μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορουμένης ότι η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα αφού στην έκθεση αδικήματος υπάρχει τόσο το άρθρο 6
(1)(α) του Περί Τροφίμων (΄Ελεγχος και Πώληση) Νόμων ως επίσης και το άρθρο 4
(1)της ΚΔΠ 118/2004, απορρίφθηκε για τους λόγους που εμφαίνονται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 31/1/2006 καθ' ότι η Κατηγορουμένη γνώριζε με σαφήνεια το τι είχε να αντιμετωπίσει λαμβανομένου υπόψη της πιο πάνω δήλωσης του συνηγόρου του Κατηγόρου όσο και των λεπτομερειών του αδικήματος.
- Προς στοιχειοθέτηση των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες τους κ. Στέλιο Στυλιανού, κ. Αντώνη Ζαχαρούλα και την κα Μηλίτσα Χ''Γεωργίου. 4.1 Ο κ. Στυλιανού εργάζεται για 28 χρόνια ως υγειονομικός επιθεωρητής στις Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας. Αποφοίτησε από την Υγειονομική Σχολή και παρακολούθησε σεμινάρια. Τα καθήκοντα του εστιάζονται στην δειγματοληψία τροφίμων, επιθεώρηση υποστατικών και οτιδήποτε άλλο το οποίο έχει σχέση με την υγεία. Στις 15/11/2004 μαζί με ακόμη ένα συνάδελφο του επισκέφθηκε το συσκευαστήριο μελιού της Κατηγορουμένης που βρίσκεται στην οδό Κοτζιάπ Τεπέ 4 στην Λάρνακα με σκοπό να προβεί σε δειγματοληψία μελιού. Κατά την επίσκεψη του η Κατηγορουμένη απουσίαζε και ενημέρωσε την θυγατέρα της ότι θα προβεί σε δειγματοληψία. Τότε η τελευταία επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πατέρα της και του ανέφερε ότι μπορεί να λάβει δείγμα. Στο υποστατικό υπήρχε ένα ντεπόζιτο στο οποίο περιείχε μέλι. Αφού η κόρη της Κατηγορουμένης του ανέφερε ότι το ντεπόζιτο περιείχε μέλι με σκοπό να εμφιαλωθεί του υπέδειξε να πάρει δείγμα από το συγκεκριμένο. Γέμισε τρία μπουκάλια πλαστικά με μέλι και το κάθε ένα από αυτά περιείχε περίπου 200 γραμμάρια. Ανέγραψε σ' αυτά μεταξύ άλλων το όνομα και την διεύθυνση του πωλητή ως επίσης και την ημερομηνία και ώρα της δειγματοληψίας. Στην συνέχεια τα σφράγισε. Πλήρωσε το ποσό των ΛΚ2 και εξέδωσε σχετική απόδειξη (Τεκ. 1). Αφού παρέδωσε το ένα δείγμα στην θυγατέρα της Κατηγορουμένης την πληροφόρησε ότι εάν επιθυμούσε μπορούσε να προβεί σε ανάλυση ως επίσης της δήλωσε ότι το άλλο δείγμα θα το απέστελλε για ανάλυση. Την επόμενη ημέρα 16/11/2004 παρέδωσε το ένα από αυτά στον Υγειονομικό Εργάτη Αντώνη Ζαχαρούλα όπου ο τελευταίος το παρέδωσε στο Κρατικό Χημείο, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε και ο κ. Ζαχαρούλας. Το άλλο δείγμα το είχε υπό την φύλαξη του (Τεκ. 2). Στις 22/12/2004 πληροφορήθηκε από το Κρατικό Χημείο ότι το δείγμα δεν ήταν συμμορφούμενο τόσο με οδηγία της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης όσο και με τον Περί Μελιού Κανονισμό αφού στο δείγμα προσδιορίστηκε Σουλφαμεθοξαζόλη (124 μg/Kg). 4.2 Αντεξεταζόμενος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη του δεν έλεγξε κατά πόσο υπήρχαν εμφιαλωμένα μπουκαλάκια με μέλι και ότι σκοπός ήταν η δειγματοληψία. Απ' ότι του ανέφερε η θυγατέρα της Κατηγορουμένης το δείγμα που υπήρχε στο ντεπόζιτο ήταν για εμφιάλωση αλλά σύμφωνα με τον κ. Στυλιανού μπορεί και να μην το γνώριζε. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι ήταν βέβαιος ότι ήταν για εμφιάλωση με σκοπό την πώληση και εξήγαγε το πιο πάνω συμπέρασμα απ' ότι του ανέφερε η θυγατέρα της Κατηγορουμένης αφού της το είπε η τελευταία. Η θυγατέρα του υπέδειξε να πάρει το δείγμα από το συγκεκριμένο ντεπόζιτο και του ανέφερε ότι το μέλι που υπήρχε στο ντεπόζιτο ήταν για εμφιάλωση. Του δήλωσε ότι πρόκειται για έτοιμο προϊόν. Σύμφωνα με τον κ. Στυλιανού η κόρη της Κατηγορουμένης δεν ήταν ούτε υπάλληλος, ούτε αντιπρόσωπος και δεν της ανέφερε ότι μετέβηκε στον συγκεκριμένο χώρο για να αγοράσει μέλι και σε περίπτωση που του έλεγε να μην πάρει δείγμα, δεν θα το έπραττε.
- Η κα Μηλίτσα Χ''Γεωργίου είναι χημικός στο Γενικό Χημείο του Κράτους από το 1986 και είναι υπεύθυνη εργαστηρίου. Οι μεθόδοι οι οποίες ακολουθούνται είναι επικυρωμένες αλλά όχι διαπιστευμένες. Η επικύρωση έχει σχέση με την αξιοπιστία του αποτελέσματος. Η επικύρωση είναι υποχρεωτική για εργαστήριο, σε αντίθεση με την διαπίστευση η οποία, έχει σχέση με έλεγχο της επικύρωσης από έναν εξωτερικό φορέα που εκδίδει πιστοποιητικό διαπίστευσης. Στις 16/11/2004 παρελήφθη από το Γενικό Χημείο του Κράτους ένα σφραγισμένο πλαστικό δοχείο που έφερε την ένδειξη «Γνήσιο Μέλι Μέλισσας 100%, Ευγενία Χ''Νικόλα». Το δείγμα αυτό αναλύθηκε στο εργαστήριο. Χρησιμοποιήθηκε η υδροχρωματική μέθοδος. Μετά την εξέταση στο δείγμα προσδιορίστηκε Σουλφαμεθοξαζόλη 124 μg/Kg και σύμφωνα με την ίδια δεν ήταν συμμορφούμενο με τον Κανονισμό της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης αρ. 2377/90 και τον Περί Μελιού Κανονισμό ΚΔΠ 118/
- Η κα Μ. Χ''Γεωργίου ανέφερε ότι δεν επιτρέπεται η ύπαρξη υπολειμμάτων Σουλφοναμιδίων σε μέλι σύμφωνα με τις απαιτήσεις των πιο πάνω Κανονισμών. Η ουσία που ανιχνεύθηκε πρόκειται για οργανική ουσία και πρόκειται για αντιβιοτικά τα οποία χορηγούνται για να αντιμετωπιστούν διάφορα προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με την κα Χ''Γεωργίου το δείγμα θα μπορούσε να χωριστεί σε τρία μέρη.
- Ακολούθως έγιναν εκατέρωθεν εισηγήσεις από μεν τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορουμένης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθ' ότι, (α) δεν αποδείχθηκε πώληση στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου, (β) δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία δειγματοληψίας με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία να είναι άκυρη και να μην μπορεί το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτήν, (γ) δεν αποδείχθηκε στο στάδιο αυτό ότι υπάρχει υπέρβαση στην ποσότητα της οργανικής ουσίας και ότι η ύπαρξη της υπερβαίνει το μέτρο το δυνατού ως προβλέπει ο σχετικός κανονισμός και τέλος, (δ) η μή διαπιστευμένη μέθοδος του Κρατικού Χημείου δημιουργεί αμφιβολίες για το αποτέλεσμα της χημικής ανάλυσης.
- Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police 1981 2 CLR
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου 1990 2 ΑΑΔ 133, στην οποία ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανάφερε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος. β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη τον Κατηγορούμενο. Στην ίδια απόφαση ο κ. Πικής τόνισε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνης της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962 δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα». Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos 1980, 1 JSC σελ. 145, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). 8.
- Θα εξετάσω κατ' αρχήν την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορουμένης ότι δεν αποδείχθηκε το μέτρο του δυνατού (βλ. παράγραφο 6(γ) ανωτέρω). Το άρθρο 7 της οδηγίας 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου ημερ. 26/4/1996 αναφέρει τα ακόλουθα: «Το αρχικό σχέδιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε κράτους μέλους, και ιδίως να διευκρινίζει: - τη νομοθεσία σχετικά με τη χρησιμοποίηση ουσιών του παραρτήματος Ι, και ιδίως σχετικά με την απαγόρευση ή την έγκριση, τη διανομή, τη διάθεση στην αγορά και τους κανόνες χορήγησης των εν λόγω ουσιών, εφόσον αυτή η νομοθεσία δεν έχει ακόμη εναρμονιστεί, - την υπηρεσιακή υποδομή (αναφέροντας ιδίως τη φύση και το μέγεθος των υπηρεσιών που συμμετέχουν στην εκτέλεση των σχεδίων), - τον κατάλογο των εγκεκριμένων εργαστηρίων, επισημαίνοντας τη δυνατότητά τους να επεξεργάζονται δείγματα, - τα εθνικά όρια ανοχής επιτρεπόμενων ουσιών, όταν δεν έχουν θεσπιστεί κοινοτικά ανώτατα όρια καταλοίπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2377/90 και την οδηγία 86/363/ΕΟΚ
(16), - τον κατάλογο των ερευνώμενων ουσιών, τις μεθόδους ανάλυσης καθώς και τους κανόνες ερμηνείας των αποτελεσμάτων και, για τις ουσίες του παραρτήματος Ι, τον αριθμό των δειγματοληψιών που πρέπει να διενεργούνται μαζί με αιτιολόγηση της συχνότητος δειγματοληψιών, - τον αριθμό των επίσημων δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται σε σχέση με τον αριθμό των ζώων των συγκεκριμένων ειδών που εσφάγησαν στα προηγούμενα έτη, σύμφωνα με τα επίπεδα και τις συχνότητες του παραρτήματος IV, - τους κανόνες που ακολουθούνται κατά τη συγκέντρωση των επίσημων δειγμάτων, και ιδίως τις ενδείξεις που πρέπει να αναγράφονται στα επίσημα δείγματα, - τη φύση των μέτρων που προβλέπονται από τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά τα ζώα ή τα προϊόντα στα οποία έχει διαπιστωθεί παρουσία καταλοίπων.» 8.
- Η πιο πάνω οδηγία είναι δεσμευτική για την Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. άρθρο 249 της Συνθήκης και απόφαση της Επιτροπής 2002/657/ΕΚ ημερ. 14/8/2002). 8.
- Στο Παράρτημα Ι στην ομάδα Β καθορίζονται τα κτηνιατρικά φάρμακα και οι επιβλαβείς ουσίες στα οποία περιλαμβάνονται οι αντιβακτηριακές ουσίες, συμπεριλαμβανομένων των Σουλφαμιδών. 9.
- Ο Κανονισμός 2377/90 του Συμβουλίου ημερ. 26/6/90 για την θέσπιση κοινοτικής διαδικασίας για τον καθορισμό ανωτάτων καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης στην εισαγωγή του αναφέρει ότι εκτιμώντας ότι η χορήγηση κτηνιατρικών φαρμάκων σε ζώα παραγωγής τροφίμων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία καταλοίπων στα τρόφιμα που προέρχονται από τα ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί τα φάρμακα αυτά, πρέπει να θεσπιστούν ανώτατα όρια καταλοίπων των φαρμακολογικώς ενεργών ουσιών που χορηγούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα για όλα τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων και του μελιού και ότι η χρήση τέτοιων φαρμάκων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην γεωργική παραγωγή ότι η θέσπιση των ανωτάτων ορίων καταλοίπων θα διευκολύνει την πορεία των τροφίμων ζωικής προέλευσης, και ότι ο καθορισμός διαφορετικών ανωτάτων ορίων από τα κράτη μέλη μπορεί να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των ιδίων των τροφίμων και των κτηνιατρικών φαρμάκων. 9.
- Στον εν λόγω κανονισμό και ειδικότερα στο άρθρο 1(β) καθορίζεται η έννοια του ανωτάτου ορίου καταλοίπων σύμφωνα με το οποίο: «β)«ανώτατο όριο καταλοίπων» είναι η μέγιστη συγκέντρωση καταλοίπων που προκύπτει από τη χρήση κτηνιατρικού φαρμάκου (εκφραζόμενη σε mg/kg ή σε μg/Kg με βάση το βάρος του νωπού προϊόντος) η οποία μπορεί να θεωρείται ως νομίμως επιτρεπτή από την Κοινότητα ή να αναγνωρίζεται ως εντός ή επί τροφίμου. Το εν λόγω όριο βασίζεται στον τύπο και την ποσότητα καταλοίπων που θεωρείται ότι δεν συνεπάγονται τοξικολογικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, όπως εκφράζονται με την παραδεκτή ημερήσια δόση, ή σε προσωρινή παραδεκτή ημερήσια δόση που χρησιμοποιεί πρόσθετο παράγοντα ασφαλείας. Το όριο αυτό λαμβάνει επίσης υπόψη άλλους κινδύνους για τη δημόσια υγεία καθώς και την τεχνολογία τροφίμων. Κατά την θέσπιση του ανώτατου ορίου καταλοίπων, λαμβάνονται επίσης υπόψη τα κατάλοιπα που εμφανίζονται σε τρόφιμα φυτικής προέλευσης ή/και στο περιβάλλον. Επιπλέον, το όριο αυτό μπορεί να μειώνεται ώστε να συμβιβάζεται με την ορθή πρακτική κατά τη χρήση κτηνιατρικών φαρμάκων και στο βαθμό που υφίστανται πρακτικές αναλυτικές μέθοδοι.» 9.
- Το άρθρο 14 του Κανονισμού ρητά αναφέρει ότι από την 1/1/97 η χορήγηση σε ζώα παραγωγής τροφίμων κτηνιατρικών φαρμάκων που περιέχουν φαρμακολογικώς ενεργούς ουσίες οι οποίες δεν περιέχονται στα παραρτήματα I, II ή III απαγορεύεται στην Κοινότητα εκτός εάν πρόκειται για κλινικές δοκιμασίες τις οποίες επιτρέπουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές μετά γνωστοποίηση ή άδεια σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία εφόσον τα τρόφιμα που λαμβάνονται από τα συμμετέχοντα στις δοκιμασίες αυτές ζώα δεν περιέχουν, εξ' αιτίας των δοκιμασιών αυτών κατάλοιπα τα οποία αποτελούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. 9.
- Στον εν λόγω κανονισμό υπάρχουν τέσσερα παραρτήματα: (α) Το Παράρτημα I αφορά τον κατάλογο των φαρμακολογικώς ενεργών ουσιών για τις οποίες έχουν καθοριστεί ανώτατα όρια καταλοίπων. (β) Το Παράρτημα II αφορά τον κατάλογο των φαρμακολογικώς ενεργών ουσιών για τις οποίες δεν καθορίζεται κανένα ανώτατο όριο καταλοίπων (LMR). (γ) Το Παράρτημα III αφορά τον κατάλογο των φαρμακολογικώς ενεργών ουσιών που χρησιμοποιούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα και για τις οποίες έχουν καθοριστεί προσωρινά ανώτατα όρια καταλοίπων, και (δ) Το Παράρτημα IV αφορά τον κατάλογο των φαρμακολογικώς ενεργών ουσιών για τις οποίες δεν καθορίζεται κανένα ανώτατο όριο. 9.
- Οι Σουλφοναμίδες περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι και ειδικότερα στον κατάλογο των φαρμακολογικώς ενεργών ουσιών για τις οποίες έχουν καθοριστεί ανώτατα όρια καταλοίπων. Οι Σουλφοναμίδες αναφέρονται σε όλα τα είδη παραγωγής τροφίμων, βοοειδή, πρόβατα και αίγες και καθορίζεται ως ανώτατο όριο καταλοίπων 100 μg/Kg για μύες, λιπώδες ιστός, ήπαρ, νεφροί και γάλα. Το σύνολο των καταλοίπων από όλες μαζί τις ουσίες της ομάδας των Σουλφοναμιδών δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100 μg/Kg.
- Κατ' αρχήν αναφέρω ότι η παράβαση των προνοιών τόσο της οδηγίας 96/26/ΕΚ και του κανονισμού 2377/90 του Συμβουλίου από πρόσωπο δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα. Εκείνο που συνιστά ποινικό αδίκημα, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η παράβαση του άρθρου 4
(1)των Περί Μελιού Κανονισμών ΚΔΠ 118/2004 η οποία συντάχθηκε όπως η ίδια αναφέρει για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2001/110/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 2001 για το μέλι» (ΕΕ L 10 της 12.1.2002, σ. 47). 11. Το άρθρο 4
(1)της ΚΔΠ 118/2004 απαγορεύει την πώληση μελιού εκτός εάν το μέλι παρασκευάστηκε σύμφωνα με τον Κανονισμό 3
(1)εκτός εάν η εν λόγω παρασκευή πληρεί τις διατάξεις του δεύτερου παραρτήματος του ίδιου κανονισμού. Το δε δεύτερο παράρτημα προβλέπει τα ακόλουθα: «ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (Κανονισμός 3) ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ ... Σε περίπτωση που πωλείται ως μέλι ή χρησιμοποιείται σε οποιοδήποτε προϊόν προοριζόμενο για ανθρώπινη κατανάλωση, δεν πρέπει να έχει προστεθεί κανένα συστατικό τροφίμων στο μέλι, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τροφίμων, ούτε να έχει γίνει καμία άλλη προσθήκη εκτός από μέλι. Στο μέτρο του δυνατού, το μέλι δεν πρέπει να περιέχει οργανικές ή ανόργανες ύλες ξένες προς τη σύστασή του. Με την εξαίρεση του μελιού ζαχαροπλαστικής, το μέλι δεν πρέπει να παρουσιάζει ασυνήθιστη γεύση ή οσμή ούτε να έχει αρχίσει να υφίσταται ζύμωση, η οξύτητά του δεν πρέπει να τροποποιείται τεχνητώς και δεν πρέπει να θερμαίνεται με τρόπο που να συνεπάγεται την καταστροφή ή τη σημαντική αδρανοποίηση των φυσικών ενζύμων. ...»
- ΄Οπως διαφαίνεται από τις πρόνοιες της ΚΔΠ 118/2004 δεν καθορίζεται οποιοδήποτε ανώτατο ποσοστό καταλοίπων σε σχέση με οργανικές ή ανόργανες ύλες ξένες προς την σύσταση του μελιού και ειδικότερα τις Σουλφοναμίδες. Στο δεύτερο παράρτημα ρητά αναφέρεται ότι δεν πρέπει να προστεθεί κανένα συστατικό τροφίμων στο μέλι, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τροφίμων, ούτε να έχει γίνει καμία άλλη προσθήκη εκτός από μέλι και στο μέτρο του δυνατού το μέλι δεν πρέπει να περιέχει οργανικές ή ανόργανες ύλες ξένες προς την σύσταση του.
- ΄Οπως έχω ήδη προαναφέρει στην παράγραφο 12 ανωτέρω η παράβαση των προνοιών του Κανονισμού 2377/90 του Συμβουλίου και της Οδηγίας 96/23/ΕΚ από πρόσωπο, δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι από την εν λόγω οδηγία και κανονισμό ότι απαγορεύεται η ύπαρξη Σουλφοναμιδίων στο μέλι πέραν από κάποιο ποσοστό, δεν υπάρχει εθνική νομοθεσία που να ποινικοποιεί τα πιο πάνω. ΄Οπως ανέφερα η ΚΔΠ 118/2004 εκδόθηκε στα πλαίσια εναρμόνισης με την Οδηγία 2001/110/ΕΚ. Πέραν δε τούτου η εν λόγω οδηγία δεν παραπέμπει ούτε στον Κανονισμό 2377/90 αλλά ούτε και στην οδηγία 96/23/ΕΚ. Ο κάθε Κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει επ' ακριβώς το τι έχει να αντιμετωπίσει γνωρίζοντας επ' ακριβώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.
- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, με την ΚΔΠ 118/2004 δεν καθορίστηκε ανώτατο ποσοστό Σουλφοναμιδίων στο μέλι. Σύμφωνα με την κυβερνητική χημικό κα Μ. Χ''Γεωργίου τα Σουλφοναμίδια πρόκειται για οργανική ουσία και στο συγκεκριμένο δείγμα εντοπίστηκαν 124 μg/Kg. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το πιο πάνω ποσοστό που εντοπίστηκε στο συγκεκριμένο μέλι υπερβαίνει το μέτρο του δυνατού.
- Το βάρος απόδειξης της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και αν είναι.
- Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, το μέτρο του δυνατού, και ειδικότερα ότι η ποσότητα που εντοπίστηκε υπερβαίνει το εν λόγω μέτρο. Συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος.
- Σε σχέση με τις άλλες εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορουμένης, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, δεν θα προχωρήσω να τις αναλύσω ενόψει και της πιο πάνω κατάληξης μου, παρά μόνο να αναφέρω ότι στο στάδιο αυτό δεν με βρίσκουν σύμφωνο.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................. Η. Γεωργίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο