← Κύπρος

Χριστόφορος Χριστοφόρου ν. Φάνος Γιάγκου, Αρ. Υπ.: 13125/05, 12 Μαϊου, 2006

Χριστόφορος Χριστοφόρου ν. Φάνος Γιάγκου, Αρ. Υπ.: 13125/05, 12 Μαϊου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. Γεωργίου, Ε. Δ. Αρ. Υπ.: 13125/05 Χριστόφορος Χριστοφόρου v. Φάνος Γιάγκου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12 Μαϊου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Ζαχαρίου (για να ακούσει απόφαση κα Γ. Ζαχαρίου) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Λουκαϊδης Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα (α) της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσα που δεν αποκαταστάθηκε κατά παράβαση των άρθρων 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, (β) ότι επιδίδετο σε εμπόριο ή διεξήγαγε εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση κατά παράβαση του άρθρου 117(β) του ίδιου Νόμου και (γ) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 118(α) ιδίου Νόμου.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος κατά ή περί την 13/3/04 εξασφάλισε το ποσό των ΛΚ1650 από τον Κατήγορο ως προκαταβολή για αγορά και εγκατάσταση κουζίνας χωρίς να τον πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, χωρίς να του αποκαλύψει το όνομα με βάση το οποίο κυρήχθηκε σε πτώχευση και ότι παρουσιάστηκε στον Κατήγορο ως φερέγγυος, αποκρύβοντας του ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και εξασφάλισε την πίστωση που περιγράφεται πιο πάνω.
  3. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι στις 23/10/02, κατόπιν αιτήσεως του κ. Ανδρέα Ζαχαρίου και του καθ' ου η αίτηση μή εμφανισθέντος εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εαυτόν του και διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας του (βλ. Τεκ. 1). Επίσης αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει αποκατασταθεί. 4.1 Προς στοιχειοθέτηση των κατηγοριών έδωσε μαρτυρία ο Κατήγορος κ. Χριστόφορος Χριστοφόρου, σύμφωνα με τον οποίο τον Ιανουάριο του 2004 γνώρισε τον Κατηγορούμενο αφού πρόθεση του ήταν να αγοράσει κουζίνα. ΄Ετσι στις 28/2/04 υπογράφηκε σχετική συμφωνία (Τεκ. 2), για το ποσό των ΛΚ4000 σύμφωνα με την οποία ο χρόνος παράδοσης καθοριζόταν σε 8 εβδομάδες μετά την υπογραφή της συμφωνίας και σε περίπτωση που ο χώρος δεν ήταν έτοιμος τα έπιπλα θα φυλάσσονταν σε αποθηκευτικό χώρο της εταιρείας. Ο τρόπος πληρωμής συμφωνήθηκε ως ακολούθως: (α) με την υπογραφή της συμφωνίας θα καταβάλλετο το 40% και ειδικότερα το ποσό των ΛΚ1650, (β) με την εκτελώνιση θα καταβάλλετο το 40% και (γ) και σε δέκα μέρες μετά την τοποθέτηση της κουζίνα θα καταβαλλόταν το υπόλοιπο 20%. Η πιο πάνω συμφωνία υπεγράφηκε από τον Κατήγορο και από τον Κατηγορούμενο. Πάνω από την υπογραφή του Κατηγορουμένου υπάρχει η φράση «ΔΙΑ CASA E CUCINA». 4.2 Στις 13/3/04 ο Κατήγορος του εξέδωσε επιταγή για το ποσό των ΛΚ1650 (Τεκ. 5). Ο Κατηγορούμενος του ζήτησε να συμπληρώσει ο ίδιος τον δικαιούχο της επιταγής, πράγμα το οποίο έπραξε και ανέγραψε ως δικαιούχο την Αναστασία Ηλία. Η επιταγή (Τεκ. 5) εξαργυρώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα. Την ίδια ημέρα έκδοσης της επιταγής εκδόθηκε και απόδειξη για το ισάξιο ποσό (Τεκ. 3). Επίσης ο Κατηγορούμενος του παρέδωσε την επαγγελματική του κάρτα (Τεκ. 4) στην οποίο αναγραφόταν μεταξύ άλλων το όνομα του και η φράση «Casa e Cusina». 4.3 Στις 10/5/04 ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε το σπίτι του Κατηγόρου για να δει τον χώρο και να τον ενημερώσει που έπρεπε να τοποθετείτο η πρόνοια για τον φούρνο. Επειδή η κουζίνα ήταν προκατασκευασμένη σε συγκεκριμένα μεγέθη αναγκάστηκε να διαμορφώσει τον χώρο όπου θα τοποθετείτο. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου ο Κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι το εργοστάσιο δεν μπορούσε να του παραδώσει την κουζίνα στο χρώμα που συμφώνησαν αλλά σε άλλο χρώμα και αν δεν την ήθελε θα του επέστρεφε τα χρήματα του. ΄Οταν ο Κατήγορος τον πληροφόρησε ότι δεν την θέλει με διαφορετικό χρώμα, ο Κατηγορούμενος του ζήτησε δύο με τρεις μήνες χρόνο για να του επιστρέψει την προκαταβολή. Από τον Σεπτέμβριο του 2004 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2005, τον επισκέφθηκε επανειλημμένως για να του δώσει τα χρήματα, χωρίς όμως να το πράξει. Σε κάποιο στάδιο του ανέφερε, ότι αν και παρέλαβε την κουζίνα γύρω στον Σεπτέμβριο του 2004, θα πωλούσε κομμάτια της και θα τον πλήρωνε. Ακολούθως του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να την πουλήσει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να του δώσει τα λεφτά. 4.4 Στην συνέχεια λόγω των πιο πάνω διαφορών καταχώρησε στις 13/4/05 αγωγή εναντίον του Κατηγορουμένου (Τεκ. 6). Στις 9/5/05 ο Κατηγορούμενος καταχώρησε αίτηση με την οποίο ζητούσε την ακύρωση του κλητηρίου ή και την επίδοση αυτού (Τεκ. 7). Στην ένορκη δήλωση (ημερ. 9/5/05) που συνοδεύει την αίτηση, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι στις 23/10/02 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην αίτηση 118/02 του Ε. Δ. Λάρνακας και το γεγονός ήταν γνωστό στον ενάγοντα ή και μπορούσε να το πληροφορηθεί. Κατατέθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης και η ΄Εκθεση Υπεράσπισης (Τεκ. 8).
  4. Μεταξύ άλλων ήταν η θέση του Κατηγορουμένου κατά την διάρκεια της αντεξέτασης ότι η συμφωνία έγινε με την εταιρεία CASA E CUCINA LTD και όχι με τον Κατηγορούμενο, γεγονός που αρνήθηκε ο Κατήγορος.
  5. Μετά που έκλεισε την υπόθεση του ο Κατήγορος, το Δικαστήριο ζήτησε και από τους δύο συνηγόρους να αγορεύσουν κατά πόσο η κατηγορία της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης από πτωχεύσα (3η κατηγορία) πάσχει από πολλαπλότητα, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην έκθεση αδικήματος αναφέρονται τόσο τα άρθρα 297 και 301 του Κεφ. 154 όσο και το άρθρο 118(α) του Κεφ.
  6. Και οι δύο πλευρές δήλωσαν ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι αυτό του άρθρου 118(α) του Κεφ. 5 και περαιτέρω ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο τελευταίος γνώριζε εξ' αρχής το τι είχε να αντιμετωπίσει και δεν επηρεάστηκε δυσμενώς καθ' οιονδήποτε τρόπο.
  7. Επίσης μετά που οι συνήγοροι αγόρευσαν κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο ζήτησε από αυτούς να αγορεύσουν κατά πόσο η ύπαρξη γνώσης από μέρους του Κατηγορουμένου ότι είναι πτωχεύσας είναι στοιχείο των αδικημάτων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγορεύοντας υιοθέτησαν αντίθετες εισηγήσεις. Η μεν συνήγορος του Κατηγόρου εισηγήθηκε ότι η γνώση δεν αποτελεί στοιχείο των κατηγοριών 1 και 3, σ' αντίθεση με την 2η κατηγορία και περαιτέρω ότι υπόκειται σε δικαστική γνώση ότι ο Κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας αφού στις 20/12/02 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δημοσιεύτηκε η ειδοποίηση Διατάγματος παραλαβής του Κατηγορουμένου και συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ο δε συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι όχι μόνο δεν υπόκειται σε δικαστική γνώση αλλά περαιτέρω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση κατ' εκείνη την ημέρα. Επίσης ανέφερε ότι και αν θεωρηθεί, πράγμα το οποίο δεν είναι έτσι, ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση αφού δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τότε το γνώριζε και ο Κατήγορος και ως εκ τούτου δεν υπάρχει αδίκημα. Επίσης ανέφερε ότι τα γεγονότα ως εκτίθενται πιο πάνω δεν συνιστούν πίστωση. 8.1 Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police 1981 2 CLR
  8. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου 1990 2 ΑΑΔ 133, στην οποία ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανάφερε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος. β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη τον Κατηγορούμενο. Στην ίδια απόφαση ο κ. Πικής τόνισε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνης της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962 δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα». 8.2 Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos 1980, 1 JSC σελ. 145, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε).
  9. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσαντα που δεν αποκαταστάθηκε (1η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξασφάλιση πίστωσης, είτε από μόνος του είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο, στην έκταση των ΛΚ10 ή πέραν των ΛΚ
  10. (β) Από πτωχεύσα που δεν αποκαταστάθηκε. (γ) Χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίδοσης σε εμπόριο ή διεξαγωγή εργασιών με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση (2η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 117(β) του ίδιου νόμου είναι τα ακόλουθα: (α) Η επίδοσης σε εμπόριο ή διεξαγωγή εργασιών. (β) Από πτωχεύσα που δεν αποκαταστάθηκε. (γ) Με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση. (δ) Χωρίς να αποκαλύψει σε όλα τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται επαγγελματικά. (ε) Το όνομα με βάση το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης από πτωχεύσα κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσα με ψευδείς παραστάσεις ή άλλο δόλιο μέσο. (β) Κατά την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης.
  11. ΄Οπως διαφαίνεται από τα συστατικά στοιχεία όλων των κατηγοριών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση η ύπαρξη γνώσης από μέρους του Κατηγορουμένου ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Πως είναι δυνατό να πληροφορεί κάποιον ότι είναι πτωχεύσας χωρίς να γνωρίζει ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος της απάτης από πτωχεύσα (3η κατηγορία) ρητά αναφέρουν ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει πίστωση πέραν των ΛΚ
  12. Συνεπώς ο Κατήγορος πρέπει πέραν των άλλων να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. ΄Οπως διαφαίνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία. Το διάταγμα παραλαβής εναντίον του Κατηγορουμένου εκδόθηκε στην απουσία του (βλ. Τεκ. 1). Στην ένορκη δήλωση του Κατηγορουμένου ημερ. 9/5/05 που συνοδεύει την αίτηση του για ακύρωση του κλητηρίου ή και την επίδοση της αγωγής (Τεκ. 7) αναφέρει ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην αίτηση 118/02 του Επ. Δικ. Λάρνακας. Το ίδιο και στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης του (Τεκ. 8) που καταχωρήθηκε στις 27/10/
  13. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατά ή περί την 13/3/04 όπως του αποδίδεται στις λεπτομέρειες όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνει ανήκει εξ' ολοκλήρου στην Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις όσον εύλογες και εάν είναι. 11.1 Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγόρου, εισηγήθηκε ότι υπόκειται σε δικαστική γνώση ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση και ότι ο τελευταίος το γνώριζε αφού στις 20/12/02 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η ειδοποίηση του διατάγματος Παραλαβής. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Λ. Χαριλάου και Γενικός Εισαγγελέας v. Acapella Music Store Ltd, Ποιν. ΄Εφ. 7699 και 7719, ημερ. 23/9/
  14. 11.2 Στην υπόθεση Χαριλάου ανωτέρω οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν το αδίκημα της εμπορικής εκμετάλλευσης με την μορφή πώλησης κινηματογραφικών ταινιών κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του Περί Προστασίας της Εμπορικής Εκμετάλλευσης Κινηματογραφικών Ταινιών Νόμου 159/
  15. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν καλείτο να αποφασίσει αν τα έργα ήταν πειρατικά ή όχι αλλά κατά πόσο περιλαμβάνοντο στο κατάλογο. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους καθ' ότι δεν υπήρχε μαρτυρία κατά πόσο καταρτίστηκε κατάλογος και εάν τα επίδικα έργα περιλαμβάνονταν σ' αυτόν. Το Ανώτατο δικαστήριο παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να λάβει δικαστική γνώση του σχετικού καταλόγου και δεν χρειαζόταν η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της ύπαρξης του. Αναφέρθηκαν δε τα ακόλουθα: «΄Εχοντας υπόψη τα πιο πάνω κριτήρια ότι ο κατάλογος που έχει δημοσιευθεί στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερ. 26/10/01 με αρ. γνωστοποίησης 5807 αποτελεί "register" εντός της έννοιας του ορισμού του όρου "register" που βρίσκουμε στο άρθρο 2 του Κεφ.
  16. Αυτό γιατί ο εν λόγω κατάλογος τηρείται ή χρησιμοποιείται με βάση την εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 3 του Νόμου 159/90 όπως απαιτείται από το άρθρο 2 του Κεφ. 1 (ορισμός του όρου "register").» Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κεφ. 1: «Κάθε Νόμος και κάθε δημόσιο έγγραφο που γίνεται ή εκδίδεται με βάση το Νόμο αυτό ή άλλη Νόμιμη εξουσία και που έχει νομοθετική ισχύ[*] θα πρέπει να δημοσιεύεται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ και από την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed).» 11.3 Η υπόθεση Χαριλάου ανωτέρω διαφοροποιείται από την παρούσα υπόθεση αφού στην Χαριλάου ο εν λόγω κατάλογος τηρήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με βάση την εξουσία του άρθρου 3 του Περί Προστασίας της Εμπορικής Εκμετάλλευσης Κινηματογραφικών Ταινιών Νόμου 159/90, σύμφωνα με τον οποίον απαγορεύεται εν όλω ή εν μέρει να τυγχάνει εμπορικής εκμετάλλευσης με την μορφή πώλησης ή ενοικίασης των για ιδιωτική χρήση σε κοινό κινηματογραφικό έργο που περιλαμβάνεται στον κατάλογο. Το άρθρο 4 του πιο πάνω Νόμου αναφέρεται στην κατάρτιση και έκδοση του καταλόγου σύμφωνα με τον οποίο ο Υπουργός Εσωτερικών καταρτίζει και εκδίδει τον κατάλογο με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Χαριλάου ο κατάλογος τηρήθηκε και δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, σ' αντίθεση με την προκειμένη περίπτωση.
  17. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κηρύχθη σε πτώχευση. Δεν μπορεί να εξαχθεί στο στάδιο αυτό ότι εν' όψει της δημοσίευσης του διατάγματος παραλαβής του Κατηγορουμένου στις 20/12/02 στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, γνώριζε ο τελευταίος ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος γνώριζε το πιο πάνω γεγονός.
  18. Ελλείψη δε οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε κατά τον επίδικο χρόνο ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση και επίσης έχοντας υπόψη μου όπως του αποδίδεται η κατηγορία της απάτης από πτωχεύσα (3η κατηγορία) σύμφωνα με τις λεπτομέρειες, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............................ Η. Γεωργίου, Ε. Δ. [*] Η υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.