← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΓΓΕΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12220/04, 15 Μαΐου 2006

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΓΓΕΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12220/04, 15 Μαΐου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12220/04 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -ν-

  1. ΑΓΓΕΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  2. ΕΛΕΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ναθαναήλ. Για Κατηγορούμενες 1 και 2: Ο κ. Κλαϊδης. Κατηγορούμενες 1 και 2: Παρούσες. ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Αρχικά οι κατηγορούμενοι ήταν τρεις, όμως στις 14.2.2005 λόγω μη επίδοσης στον κατηγορούμενο 3 αφού η υπόθεση εναντίον του απεσύρθη και απορρίφθηκε, απαλλάγηκε των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Έτσι η υπόθεση προχώρησε εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 οι οποίες αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Και οι δύο κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν την 1η κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει πέντε

(5)κατηγορίες πλαστογραφίας εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 334 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, πέντε
(5)κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 336 και 339 του ίδιου νόμου και πέντε
(5)κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του ίδιου νόμου. Η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει δεκαπέντε κατηγορίες για παρακίνηση κατά παράβαση του άρθρου 20(γ) και των αντίστοιχων άρθρων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 των ως άνω δεκαπέντε
(15)κατηγοριών, ήτοι πέντε
(5)κατηγορίες για παρακίνηση της κατηγορουμένης 1 για διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας, πέντε
(5)κατηγορίες για παρακίνηση της κατηγορούμενης 1 για διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και πέντε
(5)κατηγορίες για παρακίνηση της κατηγορούμενης 1 για διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε επτά
(7)μάρτυρες κατηγορίες (Μ.Κ.). Ως Μ.Κ.1 τον Μάριο Στασή ο οποίος είναι ένας εκ των μετόχων της εταιρείας M. S. CHOICES GROUP LTD, (στο εξής "M.S."), ως Μ.Κ.2 και 3 την Αυγουστίνα Φιλή και Άννα Αδάμου αντίστοιχα, οι οποίες εργάζοντο στο ίδιο κατάστημα, στην οδό Ερμού 75-77 στη Λάρνακα της Μ.S., μαζί με την 1η κατηγορουμένη η οποία ήταν η υπεύθυνη του καταστήματος, ως Μ.Κ.4 και 6 την Μαρία Λοϊζου και Αντιγόνη Αντριανού αντίστοιχα, παραπονούμενες ότι χρεώθηκε η πιστωτική τους κάρτα χωρίς να την χρησιμοποιήσουν για αγορά που δεν έκαναν σε συγκεκριμένη ημερομηνία στο εν λόγω κατάστημα, ως Μ.Κ.5 τον αστυφύλακα 1783 Σωτήρη Ζαχαρίου εξεταστή της υπόθεσης και ως Μ.Κ.7 τον Φοίβο Χριστοδουλίδη διευθυντή του τμήματος διαχείρισης κινδύνου της εταιρείας JCC Payment Systems (στο εξής JCC). Κατατέθηκαν τριάντα τέσσερα
(34)τεκμήρια και δύο
(2)τεκμήρια προς αναγνώριση. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Στις 13.3.2003 περιήλθε στην αντίληψη του Μ.Κ.7 ως διευθυντή του τμήματος διαχείρισης κινδύνου της JCC ότι το κατάστημα M.S. στην οδό Ερμού 75-77 στη Λάρνακα αποδέχετο πληκτρολογημένες συναλλαγές, χωρίς δηλαδή τη παρουσία και χρήση της πιστωτικής κάρτας. Το φαινόμενο αυτό δημιούργησε υποψίες για δόλιες συναλλαγές και ως εκ τούτου άρχισε έρευνα. Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι τόσο πιστωτικές κάρτες τραπεζών του εξωτερικού όσο και τραπεζών του εσωτερικού δεν είχαν χρησιμοποιηθεί από τους κατόχους τους. Στις πιστωτικές κάρτες συμπεριλαμβάνοντο μεταξύ άλλων η πιστωτική κάρτα με αριθμό 4546-8923-0001-0058, (στο εξής κάρτα 0058) της Μ.Κ.6 Αντιγόνη Αντριανού ως κατόχου με εκδότρια την Τράπεζα Κύπρου, η πιστωτική κάρτα με αριθμό 4548-9114-0026-4288 (στο εξής κάρτα 4288) της Μ.Κ.4 Μαρίας Λοϊζου ως κατόχου και με εκδότρια την Τράπεζα Κύπρου και οι πιστωτικές κάρτες 3742-8135-9343-005 και 3742-8614-1524-002 (στο εξής κάρτες 005 και 002) αγνώστων κατόχων γιατί δεν αποκαλύφθηκαν τα στοιχεία τους, με εκδότρια την τράπεζα American Express (εξωτερικού). Στις 14.3.2003, αφού ενημερώθηκε ο Μ.Κ.1 από τον Μ.Κ.7, η JCC μέσω του Μ.Κ.7 προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Ο Μ.Κ.1, ένεκα του ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν η υπεύθυνη του καταστήματος και υπεράνω υποψίας, ζήτησε απ' αυτήν να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία πράγμα που η τελευταία έκανε την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 14.3.2003. Από εξετάσεις της αστυνομίας ηγέρθησαν υποψίες εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3. Στις 15.3.2003 λήφθηκε κατάθεση από την Μ.Κ.4 η οποία δεν αποδέχετο συγκεκριμένη συναλλαγή στο κατάστημα M.S. ημερ. 17.2.2003 για το ποσό των ΛΚ31,50. Στις 17.3.2003 με γραπτή συγκατάθεση της κατηγορουμένης 1 παρέλαβαν από την οικία της ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή με την οθόνη του, ενώ στις 18.3.2003 κατόπιν δικαστικών ενταλμάτων συνέλαβαν ως ύποπτους τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 για τους οποίους την επόμενη ημέρα κατόπιν αιτήματος προσωποκράτησης εκδόθηκε εναντίον τους από το Δικαστήριο διάταγμα πενθήμερης
(5)προσωποκράτησης. Στις 20.3.2003 και 21.3.2003 οι κατηγορούμενες 1 και 2 αντίστοιχα έδωσαν κατάθεση στην οποία ενέπλεκαν τον εαυτό τους στη διάπραξη αδικημάτων σχετικών με πιστωτικές κάρτες του εξωτερικού. Η κατηγορούμενη 1 ενέπλεξε τον εαυτό της σε αδικήματα με πιστωτικές κάρτες του εσωτερικού για τις οποίες δεν γνώριζε η κατηγορούμενη
  1. Στις 20.3.2003 λήφθηκε κατάθεση από την Έλενα Κυριάκου και στις 21.3.2003 λήφθηκαν καταθέσεις από τις Μ.Κ.2 και 3 οι οποίες ανέφεραν ότι είδαν την κατηγορούμενη 1 να πληκτρολογεί στη μηχανή χωρίς κάρτα και χωρίς να υπάρχει πελάτης. Στις 22.3.2003 η Μ.Κ.6 σε κατάθεση της στην αστυνομία δεν αποδέχετο συγκεκριμένη συναλλαγή στο κατάστημα M.S. ημερ. 1.3.2003 για το ποσό των ΛΚ75,
  2. Για τις δύο συναλλαγές με τις δύο πιστωτικές κάρτες 005 και 002 του εξωτερικού δεν υπεβλήθη παράπονο από τους κατόχους των καρτών που παρέμειναν άγνωστοι αλλά αυτό έγινε δια μέσω της JCC, ως αντιπρόσωπος της American Express, που υπάλληλος της επικοινώνησε με την American Express και όπως του ανάφερε υπάλληλος της American Express που επικοινώνησε με τους κατόχους των καρτών που αρνήθηκε να αποκαλύψει τα ονόματα τους δεν αποδέχοντο τις συναλλαγές στο κατάστημα M.S. με την κάρτα 005 στις ημερ. 1.11.2002 και 5.11.2002 για τα ποσά των ΛΚ150,00 και ΛΚ110,00 αντίστοιχα και με την κάρτα 002 στην ημερ. 14.10.2003 για το ποσό των ΛΚ100,
  3. Όταν οι κατηγορούμενες 1 και 2 κατηγορήθηκαν γραπτώς στις 7.4.2004 απάντησαν ότι είχαν να πουν θα το έλεγαν στο Δικαστήριο. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Οι κατηγορούμενες 1 και 2 ως είχαν δικαίωμα, μετά που το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους και εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, επέλεξαν και προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις στις οποίες ανάφεραν ότι δεν έχουν ανάμιξη με τα υπό εξέταση αδικήματα και είναι αθώες. Δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Από τη γραμμή υπεράσπισης και από την αντεξέταση των Μ.Κ. προκύπτει ως θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη 1 όταν χρησιμοποιούσε τη μηχανή της JCC δια πληκτρολόγησης αριθμού κάρτας, επρόκειτο είτε για ανάληψη λεφτών από τη δική της πιστωτική κάρτα, ως καταδεικνύεται από τεκμήριο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, είτε για έλεγχο του υπολοίπου της κάρτας της. Σε καμία όμως περίπτωση για δόλια συναλλαγή. Η θέση της κατηγορούμενης 2 είναι ότι δεν προέβη σε καμία μεμπτή ενέργεια. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε από το Δικαστήριο όπως οι Μ.Κ. κριθούν αξιόπιστοι. Με βάση δε τη μαρτυρία τους κριθούν ένοχες οι κατηγορούμενες 1 και 2 αφού όσον αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους ως καταδεικνύεται από τις καταθέσεις τους. Όσον αφορά την κατηγορούμενη 1 τόσο από την κατάθεση της όσο και από τη μαρτυρία των Μ.Κ. αποδεικνύεται ότι αυτή προέβαινε στις δόλιες συναλλαγές στο κατάστημα M.S. προβαίνοντας σε πληκτρολόγηση του αριθμού κάρτας στη μηχανή JCC χωρίς την παρουσία κάρτας και χωρίς την παρουσία πελατών υπογράφοντας το δελτίο πληρωμής και παίρνοντας χρήματα από τη μηχανή ιδιοκτησίας της εταιρείας που την εργοδοτούσε. Σε σχέση δε με την κατηγορούμενη 2 καταδεικνύεται από την κατάθεση της ότι αυτή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 που είναι μητέρα της στη διάπραξη των αδικημάτων για να τη βοηθήσει οικονομικά. Από την αντιπέρα πλευρά ο δικηγόρος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενες 1 και 2 θα πρέπει να αθωωθούν από όλες τις κατηγορίες γιατί δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά τους στοιχεία. Για την πρώτη κατηγορία, της συνωμοσίας, δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 ή άλλου προσώπου για τη διάπραξη αδικήματος. Όσον αφορά τα αδικήματα που σχετίζονται με τις κάρτες του εξωτερικού αυτές θα πρέπει να απορριφθούν αφού δεν κατέθεσαν οι κατόχοι των καρτών και μάλιστα η δόλια συναλλαγή που σχετίζεται με την κάρτα 002 της American Express αυτή πραγματοποιήθηκε στις 14.10.2003 χρόνο κατά τον οποίο η κατηγορούμενη 1 δεν εβρίσκετο στην εργοδοσία της εταιρείας M.S. αφού στην εργασία της παρέμεινε μέχρι την 1.4.2003 και καθιστούσε αδύνατη τη χρήση της μηχανής της JCC απ' αυτήν στο κατάστημα M.S. στις 14.10.
  4. Σε σχέση με την κάρτα της Μ.Κ.6 προέβαλε τη θέση ότι η μάρτυρας αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου όταν της υπεδείχθη το δελτίο πληρωμής ανέφερε ότι η υπογραφή επ' αυτού εκ πρώτης όψεως ήταν δική της και έμοιαζε με τη δική της. Τέλος στη Μ.Κ.4 δεν υποδείχθηκε το δελτίο πληρωμής για να αναφέρει εάν ήταν ή όχι δική της η υπογραφή επ' αυτού. Και για τις δύο δε κάρτες δεν υπάρχει μαρτυρία εμπειρογνώμονα - γραφολόγου εάν η υπογραφή επί των δελτίων παραλαβής ανήκει ή όχι στους κατόχους των. Για την κατηγορούμενη 2 εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 να διαπράξει τα αδικήματα των συγκεκριμένων κατηγοριών. Από μόνες τους δε οι ομολογίες των κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίες δεν αναφέρονται στα αδικήματα των συγκεκριμένων κατηγοριών αλλά σ' αυτές υπάρχει παραδοχή γενικά και αόριστα στη διάπραξη αδικημάτων σχετικών με πιστωτικές κάρτες, χωρίς επιβεβαίωση άλλης μαρτυρίας δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε καταδίκη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου Πολ. Έφεση 10257 ημερ. 6.9.1999 λέχθηκαν τα εξής: "Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει το δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739 ημερ. 27.3.2000." Από τα πιο πάνω έκδηλα και αβίαστα συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της Δικαστικής κρίσης η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τους Μ.Κ. ενώ έδιναν την ένορκη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, την ευθύτητα τους, την φιλαλήθεια τους, το προσωπικό συμφέρον τους στην υπόθεση καθώς και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ο Μ.Κ.1 Μάριος Στασή μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής, ευθύς και μάρτυρας της αλήθειας. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Οι Μ.Κ.2 και 3 Αυγουστίνα Φιλή και Άννα Αδάμου μου έκαναν και αυτές καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινείς και ευθείς. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Οι Μ.Κ.4 και 6 Μαρία Λοϊζου και Αντιγόνη Αντριανού μου έκαναν επίσης καλή εντύπωση. Ήταν πειστικές και φιλαλήθεις. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους με τις επισημάνσεις που θα αναφερθούν κατωτέρω σ' άλλο μέρος της απόφασης. Ο Μ.Κ.5 αστυφύλακας 1783 Σωτήρης Ζαχαρίου, εξεταστής της υπόθεσης μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέτασή του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.7 αφού εξέτασα τα προσόντα, γνώσεις, εκπαίδευση, πείρα και επάγγελμα του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (βλέπε υπόθεση Ευαγγέλου κ.ά. ν. Αμπίζας
(1982)1 CLR 41, 57) καταλήγω ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας. Επομένως η μαρτυρία του θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει την γνώμη του σε θέματα της ειδικότητας του (βλέπε υποθέσεις Vassiliko Cements Works v. Stavrou
(1983)1 CLR 663, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Σ΄ αυτή την περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλέπε Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Andreas Anastasiades v. R.
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. R.
(1980)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, Yiannis N. Erimodis Estates Ltd κ.ά. ν. Χριστοδουλίδου κα
(1995)1 ΑΑΔ 926, Χριστοφίδης ν. Κοτζαναστάση Πολ. ΄Εφ. 9934, ημ. 6.4.00, Νεόφυτος Χαραλάμπους ν. Χαράλαμπος Αβραάμ κ.ά. Πολ. ΄Εφ. 10309 ημ. 28.9.99, Κυπριακή Δημοκρατία ν.- Ηρόδοτου Αγιώτου, Πολ. ΄Εφ. 10467, ημ. 26.6.00. Όσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μία υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψη του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξη τους (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Στην υπόθεση Ψάλτη ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, 119 αναφέρθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες κοινών μαρτύρων. Ο Μ.Κ.7 Φοίβος Χριστοδουλίδης μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής και ευθύς. Η μαρτυρία του που σχετίζεται με τη λειτουργία των μηχανών της JCC και του τρόπου παρακολούθησης και εντοπισμού πιθανών πλαστών καρτών γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του ότι οι συγκεκριμένες κάρτες εξωτερικού, ήτοι οι κάρτες 005 και 002 δεν χρησιμοποιήθηκαν από τους κατόχους τους στην Κύπρο και ότι κατ' επέκταση η χρήση τους έγινε με πληκτρολόγηση του αριθμού τους απορρίπτεται και δεν γίνεται αποδεκτή καθ' ότι η γνώση του περί τούτου προήλθε από πρόσωπα των εκδοτριών τραπεζών του εξωτερικού, που να σημειωθεί δεν κατονόμασε, τα οποία είχαν επικοινωνήσει με τα δικαιούχα πρόσωπα των πιστωτικών καρτών που τους ανέφεραν ότι δεν τις χρησιμοποίησαν. Τέτοια μαρτυρία, έστω και αν ανέφερε ο μάρτυρας ότι είναι αντιπρόσωπος των εκδοτριών τραπεζών στην Κύπρο, δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή όχι μόνο είναι εξ' ακοής μαρτυρία αλλά είναι εξ' ακοής μαρτυρία από δεύτερο χέρι που δεν δόθηκε η ευκαιρία στην υπεράσπιση να ελέγξει την αλήθεια των ισχυρισμών τους δια μέσου της αντεξέτασης τους. Η αποδοχή μέρος μαρτυρίας και απόρριψης άλλου δεν αποτελεί μεμπτό ή αντινομικό διάβημα (βλ. Agapiou v. Panagiotou
(1988)1 CLR 257, Kades ν. Nicolaou and another
(1989)1 CLR 212, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και την πρόσφατη υπόθεση Ομήρου Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, 528). Τα τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση αφού δεν κατέστησαν κανονικά τεκμήρια δεν λαμβάνονται υπόψη. (βλ. υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Όσον αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 αναφέρω τα ακόλουθα: Η ανώμοτη δήλωση δεν είναι χωρίς απολύτως καμιά αποδεικτική ισχύ. Δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου είναι όμως παρόλα αυτά κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο (mere comment). Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σάββας Πλαστήρα Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 6854 και Χρίστος Σάββα Συμιανός ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 6855 και οι δυο ημερομηνίας 30.3.2001 σελ. 38, 39, Μάριος Αντρέα Σωφρονίου ν. Δήμος Στροβόλου,
(1991)2 CLR 369, Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6628, ημερ.22.6.1999, Vrakas v. The Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Onisiforou v. The Police,
(1987)2 CLR 261, R. v. Frost & Hale
(1964)48 Cr. App. R. 284, R v. Pope
(1901)18 TLR 717 και Archbold Criminal Procedure & Practice, 41η Έκδοση σελ. 423 υπό τον τίτλο "statements from the dock". Η πιο πάνω νομολογία έχει διασαφηνίσει επίσης ότι η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Επομένως λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η κατηγορούμενη 1 είναι μητέρα της κατηγορούμενης
  1. Η κατηγορούμενη 1 εργοδοτείτο, ως υπάλληλος, από την εταιρεία M.S. η οποία ασχολείται με την πώληση ειδών ένδυσης και υπόδησης. Στη Λάρνακα διαθέτει πέντε καταστήματα. Από το 2000 που λειτούργησε το κατάστημα M.S. στην οδό Ερμού 75-77 στη Λάρνακα υπεύθυνη ήταν η κατηγορούμενη
  2. Κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι 1.11.2002 έως 14.10.2003 εργάζοντο ή εργάσθηκαν για όλο ή κάποιο χρονικό διάστημα οι Μ.Κ. 2 και 3 καθώς και η Έλενα Κυριάκου στο αναφερθέν κατάστημα. Σ' όλα τα καταστήματα της η M.S. για εξυπηρέτηση των πελατών της και διευκόλυνση των δοσοληψιών και συναλλαγών της έχει εγκατεστημένες μηχανές της JCC για πληρωμή των αγορών που προβαίνουν οι πελάτες - αγοραστές με πιστωτικές κάρτες. Όλες οι υπαλλήλοι γνώριζαν και χειρίζοντο τις μηχανές της JCC στο αναφερθέν κατάστημα κυρίως όμως η κατηγορούμενη
  3. Στις 13.3.2003 περιήλθε στην αντίληψη του Μ.Κ.7 ως διευθυντή του τμήματος διαχείρισης κινδύνου της JCC ότι το κατάστημα M.S. στην οδό Ερμού 75-77 στη Λάρνακα αποδέχετο πληκτρολογημένες συναλλαγές, δηλαδή πληκτρολογείτο ο αριθμός της πιστωτικής κάρτας στη μηχανή της JCC χωρίς την παρουσία και χρήση της μαγνητικής ταινίας της κάρτας. Δημιουργήθησαν υποψίες για δόλιες συναλλαγές και άρχισε έρευνα. Από την έρευνα προέκυψε ότι με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο χρεώθηκαν οι κάρτες 005 και 002 της εκδότριας τράπεζας εξωτερικού, American Express, και αγνώστων προσώπων και στοιχείων τους ως κατόχους αυτών των καρτών και των καρτών 0058 και 4288 της εκδότριας τράπεζας εσωτερικού, Τράπεζα Κύπρου, με κατόχους τις Μ.Κ.4 και
  4. Στις 14.3.2003, αφού ενημερώθηκε ο Μ.Κ.1 για την αναφερθείσα κατάσταση πραγμάτων στο κατάστημα Μ.S, ο Μ.Κ.7 προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε με την κατηγορούμενη 1 και της ζήτησε να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία πράγμα το οποίο έπραξε η κατηγορούμενη
  5. Αφού λήφθηκε κατάθεση στις 15.3.2003 από την Μ.Κ.4 ως παραπονούμενη στην οποία ανάφερε ότι δεν αποδέχετο τη συναλλαγή ημερ. 17.2.2003 για το ποσό των ΛΚ31,50 σεντ στο κατάστημα M.S. ηγέρθησαν υποψίες εναντίον της κατηγορούμενης 1 και στη συνέχεια της κατηγορούμενης 2 οι οποίες συνελήφθησαν στις 18.3.2003 κατόπιν δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης και ακολούθως στις 19.3.2003 η αστυνομία εξασφάλισε διατάγματα πενθήμερης
(5)προσωποκράτησής τους. Στις 21.3.2003 λήφθηκαν καταθέσεις από τις Μ.Κ.2 και 3 ενώ στις 20.3.2003 είχε ληφθεί κατάθεση από την Έλενα Κυριάκου. Λήφθηκε κατάθεση και από την Μ.Κ.6 στις 22.3.2003 στην οποία ανάφερε ότι δεν αποδέχετο τη συναλλαγή στο M.S. για το ποσό των ΛΚ75,00 την 1.3.
  1. Πράγματι η κατηγορούμενη 1 κατά την επίδικη περίοδο 1.11.2002 έως 1.3.2003 όχι όμως και στις 14.10.2003 προέβαινε στη χρήση της μηχανής της JCC με την μέθοδο της πληκτρολόγησης αριθμού κάρτας, χωρίς δηλαδή την παρουσία της κάρτας. Στις 20.3.2003 και 21.3.2003 οι κατηγορούμενες 1 και 2 αντίστοιχα έδωσαν θεληματική κατάθεση στην οποία ενέπλεκαν τον εαυτό τους στη διάπραξη αδικημάτων σχετικών με πιστωτικές κάρτες του εξωτερικού. Η κατηγορούμενη 1 ενέπλεξε τον εαυτό της σε αδικήματα με πιστωτικές κάρτες του εσωτερικού για τις οποίες δεν γνώριζε η κατηγορούμενη
  2. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ (Α) ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ Κατηγορία
  3. Η κατηγορία αυτή στηρίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος.." Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 1 η συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος αφορά κλοπή. Η αντικειμενική υπόσταση (Actus Reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η συνωμοσία συνίσταται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσον αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Επίσης δεν απαλλάσσεται της ευθύνης, ένας συνωμότης που συμφώνησε να παίξει ένα ρόλο στη συνωμοσία αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από τη στιγμή κατά την οποία η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι το αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης, που λαμβάνουν τη μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Η συμφωνία αποδεικνύεται με μαρτυρία του γεγονότος ότι αυτή ετέθη σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή τους δράση. Σχετικό με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν είναι το απόσπασμα από την υπόθεση R v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48 στις σελίδες 58-59 που ακολουθεί: "The crime of conspiracy is completely committed .. The moment two or more have agreed that they will do, at once or at some future time, certain things. It is not necessary in order to complete the offence that any one thing should be done beyond the agreement. The conspirators may repent and stop, or may have no opportunity, or may be prevented, or may fail. Nevertheless the crime is complete; it was completed when the agreed." Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, 142 και 143, λέχθηκαν τα ακόλουθα: ". Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L. 328, O´Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παράγρ. 28-4." Στη σελίδα 144 της ίδιας απόφασης ειπώθηκαν τα εξής: "Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλ. R. v. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. v. O´Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28-9." Τέλος στη σελίδα 149 αναφέρθηκαν και τα πιο κάτω: "Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Οι ενέργειες για την προώθηση της συνωμοσίας μπορεί να μη είναι από μόνες τους παράνομες." Η ένοχη διάνοια (Mens Rea) δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αφού αυτή βρίσκεται στη διανοητική κατάσταση του ατόμου, παρά μόνο από τις πράξεις των συνωμοτών όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στον Archbold Criminal Evidence and Practice, 41η έκδοση παράγρ. 28-7 στη σελίδα 2038, αναφέρεται πως η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πως μια συμφωνία μεταξύ των συνωμοτών επραγματοποιήθη για την προώθηση ενός παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Ganis v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, 143 και 149 λέχθηκε ότι η αθώωση του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αποτελούν αντικείμενο της συνωμοσίας δεν επηρεάζει τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατηγορία της συνωμοσίας. (Β) ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ Κατηγορίες 2, 8, 14, 20, 26. Η κατηγορία της πλαστογραφίας βασίζεται στα άρθρα 331, 333, 334 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και έχουν ως πιο κάτω: Άρθρο 331 "Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης." Άρθρο 333 "Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα, (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου, (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου, (δ) υπογράφει έγγραφο - (
  1. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι. (
  2. ii)με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου, (
  3. iv)με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίος αυτός ισχυρίζεται ότι είναι." Άρθρο 334 "Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο." Άρθρο 336 "Όποιος πλαστογραφεί διαθήκη, έγγραφο τίτλου γης, δικαστικό πρακτικό πληρεξούσιο έγγραφο, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο, ασφαλιστήριο, τραπεζιτική επιταγή ή άλλη εξουσιοδότηση πληρωμής χρημάτων από πρόσωπο που διεξάγει εργασία ως τραπεζίτης περιλαμβανομένης πιστωτικής κάρτας, υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων." Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) καταρτισμός πλαστού εγγράφου και (β) με σκοπό την καταδολίευση. (Γ) ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΠΛΑΣΤΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ Κατηγορίες 4, 10, 16, 22, 28. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου εδράζεται στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα και προνοεί ότι: "Όστις εν γνώσει και δολίως θέτει εις κυκλοφορίαν πλαστόν έγγραφον είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του αυτού είδους και υπόκειται εις την αυτήν ποινήν, ως εάν είχε πλαστογραφήσει το περί ου ο λόγος πράγμα." Για τη στοιχειοθέτηση μιας κατηγορίας που βασίζεται στο άρθρο 339 η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι: (
  4. i)το έγγραφο είναι πλαστό, (
  5. ii)ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό, (iii) ο κατηγορούμενος θέτει το έγγραφο σε κυκλοφορία, και (
  6. iv)ο κατηγορούμενος ενεργεί δολίως. Το έγγραφο πρέπει να είναι πλαστό με την έννοια ότι θα πρέπει να λέει ένα ψέμα. (Βλ. υπόθεση Re Windsor 10 COX 118, R. v. Ritson LR 1 CCR 200). Δεν υπάρχει καθορισμός των λέξεων "θέτει εις κυκλοφορία" αλλά μπορεί να λεχθεί ότι οι λέξεις συμπεριλαμβάνουν τη χρήση, προσφορά, δημοσίευση όπως επίσης και παράδοση του εγγράφου. (Βλ. υπόθεση R. v. Gambling
(1974)2 All E.R. 479). Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση (όταν βλέπει την πλαστογράφηση του εγγράφου) ή έμμεση (όταν μπορεί να γνωρίζει ότι το έγγραφο έχει πλαστογραφηθεί έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης). Ένα άλλο βασικό στοιχείο είναι η ύπαρξη δόλου, δηλαδή η πρόθεση καταδολίευσης. Σε αρκετές περιπτώσεις η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη άμεση μαρτυρία καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Μπορεί να λεχθεί ότι ένα πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τα αποτελέσματα των πράξεών του, αλλά πρέπει να τονισθεί ότι σε ποινικές υποθέσεις το άμεσο αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς ενός προσώπου δεν αποδεικνύει ότι ήταν η πρόθεσή του να επιφέρει τέτοιο αποτέλεσμα. Τα γεγονότα στο σύνολό τους πρέπει να αποκλείουν οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα γιατί η ύπαρξη μιας άλλης δυνατότητας που συνάδει με αθωότητα πρέπει να οδηγήσει στην απαλλαγή του κατηγορουμένου. (Βλ. υπόθεση Κατελλάρης ν. Αστυνομίας
(1980)2 C.L.R. 230). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Το αδίκημα της πλαστογραφίας μπορεί να αποδειχθεί και σε περιπτώσεις όπου η πρόθεση καταδολίευσης απευθύνεται σε πρόσωπα που κατέχουν δημόσιες θέσεις και τα οποία λόγω της φύσης της θέσης τους δεν μπορούν α υποστούν προσωπικά καμιά οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη. Όπως έχει θέσει το θέμα ο Λόρδος Radaliffe στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805: "Of course, as I have said, in ninety-nine cases out of a hundred the intent to deceive one person to his prejudice merely connotes the deceivers intention of obtaining an advantage for himself by inflicting a corresponding loss on the person deceived. In all such cases the economic explanation is sufficient. But in that special line of cases where the person deceived is a public authority or a person holding a public office deceit may secure an advantage for the deceiver without causing anything that can be fairly be called either a pecuniary or an economic injury to a person deceived. If there could be no intent to defraud in the eyes of the law without an intent to inflict a pecuniary or economic injury, such cases aw these could have been punished as forgeries at common law, in which an intent to defraud is an essential element of the offence, yet I am satisfied that they were regularly so treated." Το ερώτημα κατά πόσο σε περιπτώσεις πλαστογραφίας η Κατηγορούσα Αρχή εκτός από την πρόθεση καταδολίευσης πρέπει να αποδείξει και οικονομική ζημιά ή κάποιου είδους βλάβη του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η πρόθεση καταδολίευσης, εξετάστηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 65 όπου υιοθετήθηκε το δικαιολογητικό της Αγγλικής απόφασης Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805. Σύμφωνα με την πιο πάνω Αγγλική απόφαση δεν υπάρχει θέμα διαχωρισμού μεταξύ οικονομικής και άλλης ζημιάς και ο Νόμος εξακολουθεί να είναι ότι η πλαστογραφία στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται ότι η πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να εξαπατήσει με τρόπο που ήταν δυνατό να επιφέρει οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη, όχι απαραίτητα οικονομική. Η Βουλή των Λόρδων επικύρωσε προηγούμενες αποφάσεις βρίσκοντας ότι υπήρχε πρόθεση καταδολίευσης σε υποθέσεις όπου είχαν πλαστογραφηθεί έγγραφα για την απόλυση ενός καταδίκου από τις φυλακές, R. v. Harris
(1833)1 Mood C.C. 393 όταν ένας ναυτικός πλαστογράφησε πιστοποιητικό καλής διαγωγής για να παρακαθήσει σε εξετάσεις, Toshack
(1849)1 Dan 492, και όταν ένας φοιτητής πλαστογράφησε έγγραφα για να επιτύχει την εγγραφή του στο Inner Temple, R. v. Bassay
(1931)Cr. App. R. 168. (Δ) ΚΛΟΠΗ ΥΠΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ Κατηγορίες 6, 12, 18, 24, 30 Η κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου βασίζεται στα άρθρα 255
(1)και 268 τα οποία έχουν ως κατωτέρω: Άρθρο 255
(1): "Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη." Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο {βλ. άρθρο 255
(3)}. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που κατά την άποψη του Δικαστηρίου η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να τεκμηριώσει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής είναι τα ακόλουθα: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση. (γ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) ότι η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Το άρθρο 268 προβλέπει τα εξής: "Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων." Επομένως επιπρόσθετο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ως (στ) είναι ο κατηγορούμενος να είναι γραμματέας ή υπηρέτης σε εργοδότη από τον οποίο κλάπηκε η περιουσία. Εκείνο που προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 268 είναι πως στην περίπτωση που υφίσταται μεταξύ δράστη και ιδιοκτήτη της περιουσίας, σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου, που από τη φύση της είναι σχέση εμπιστοσύνης και πιστότητας, η ποινή σε σύγκριση με την κοινή κλοπής είναι σαφώς αυξημένη. Η κοινή κλοπή επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ενώ ως προκύπτει από τα προαναφερθέντα η αντίστοιχη ποινή στην περίπτωση κλοπής υπό υπαλλήλου είναι ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια. Η ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων της κάθε περίπτωσης (βλ. Avraam v. Redundant Employees Fund,
(1988)1 C.L.R. 363). Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι η μέθοδος πληρωμής είναι ένα από τα κριτήρια αλλά δεν είναι από μόνη της συμπερασματική της ύπαρξης σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου. Πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη ελέγχου από το πρόσωπο προς το οποίο προσφέρονται οι υπηρεσίες στον τρόπο διεξαγωγής της εργασίας του προσώπου που τις προσφέρει. Το κριτήριο που συνήθως εφαρμόζεται, που δεν είναι το μόνο, είναι κατά πόσο ο φερόμενος ως εργοδότης έχει άμεσο έλεγχο όχι μόνο στο ποια εργασία θα εκτελεσθεί αλλά και στον τρόπο εκτέλεσης της (βλ. Halsburys Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 25, σελ. 447 - 448). Ξεκινώντας απ' αυτό το τελευταίο σημειώνω πως δεν υπάρχει στη συγκεκριμένη υπό εξέταση περίπτωση καμία αμφιβολία πως κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε μεταξύ κατηγορουμένης 1 και της εταιρείας M.S. σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου αφού η ύπαρξη αυτής της σχέσης ούτε καν αμφισβητήθηκε. (Ε) ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΗ Κατηγορίες 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29,
  1. Το αδίκημα της παρακίνησης προνοείται στο άρθρο 20(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο έχει ως εξής: "Άρθρο
  2. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) ......... (β) ......... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος." Τα συστατικά στοιχεία της συνεργίας είναι: (α) επαφή μεταξύ παροτρύνοντα και αυτουργού κατά την οποία ο δεύτερος εξωθείται να διαπράξει το έγκλημα, (β) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ προτροπής και διαπράξεως, και (γ) διάπραξη μέσα στα πλαίσια της παρότρυνσης, και όχι ανεξάρτητα απ' αυτήν. (βλ. υπόθεση Αλ-Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117). Θαρρώ ότι είναι προτιμότερο να αρχίσω με την εξέταση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της πλαστογραφίας. Πρώτα θα καταπιαστώ με τα αδικήματα των κατηγοριών 14, 20 και 26 που στηρίζονται στη χρήση, δια πληκτρολόγησης στη μηχανή της JCC στο κατάστημα M.S. αριθμού καρτών, χωρίς δηλαδή την παρουσία της κάρτας, και αντίστοιχης έκδοσης δελτίου πληρωμής και υπογραφής του, που σχετίζονται με την κάρτα εξωτερικού 005 και δελτία πληρωμής με αρ. 5535, τεκμήριο 17 και 5562, τεκμήριο 16 και την κάρτα εξωτερικού 002 και δελτίο πληρωμής 5396, τεκμήριο
  1. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για απόδειξη των κατηγοριών αυτών προέρχεται αποκλειστικά θα έλεγα από τον Μ.Κ.7 ο οποίος ανάφερε ότι για να διαπιστώσει η JCC εάν αυτές χρησιμοποιήθηκαν από τους δικαιούχους τους επικοινώνησαν με την εκδότρια τράπεζα του εξωτερικού, που με τη σειρά της επικοινώνησε με τους δικαιούχους, που της ανάφεραν και το μετέφερε στη JCC, ότι δεν τις χρησιμοποίησαν. Δεν δόθηκε μαρτυρία από τους ίδιους τους δικαιούχους των καρτών, που παρέμειναν άγνωστοι, και η υπεράσπιση στερήθηκε του δικαιώματος αντεξέτασης τους και προβολή των δικών της θέσεων. Δεν δόθηκε καμία δικαιολογία για την μη παρουσία τους στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του Μ.Κ.7 δεν είναι απλά εξ' ακοής μαρτυρία αλλά είναι εξ' ακοής μαρτυρία από δεύτερο χέρι. Δεν είναι δυνατό να αποδεχθεί το Δικαστήριο τέτοια μαρτυρία και να βασισθεί επ' αυτής. Σε σχέση με τη κάρτα 002 που χρησιμοποιήθηκε με πληκτρολόγηση του αριθμού της χωρίς την παρουσία της ίδιας της κάρτας στις 14.10.2003 στο M.S. και μάλιστα αποδίδεται τούτο στην κατηγορουμένη 1 δεν θα ήταν δυνατό να ενεργηθεί η πράξη αυτή από την κατηγορούμενη 1 αφού αυτή ήδη είχε φύγει από την εργασία της από την 1.4.
  2. Επομένως θα ήταν αδύνατο η κατηγορούμενη 1 ως μη υπάλληλος πλέον στο κατάστημα M.S. να χρησιμοποιήσει τη μηχανή της JCC με πληκτρολόγηση αριθμού κάρτας, να εκδώσει δελτίο πληρωμής και να υπογράψει με το όνομα του κατόχου της κάρτας το δελτίο πληρωμής πλαστογραφώντας τούτο. Ήταν εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι στη θεληματική της κατάθεση ημερ. 20.3.2003 η κατηγορούμενη 1, παραδέχεται τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330, 365 λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 203, 225 (απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε) λέχθηκαν τα εξής: "Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της." Για τη σημασία της ομολογίας παραπέμπουμε και στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 166, 172 (απόφαση Νικήτα, Δ.): "Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το Δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65." Πράγματι στη θεληματική της κατάθεση αναφέρει ότι ο πρώην κατηγορούμενος 3 της έδωσε τους αριθμούς κάρτας που της είπε ότι ήταν δική του και την ξέχασε στην Αγγλία και αφού τον πίστεψε προέβη στην πληκτρολόγηση τους με παρουσίαση έτσι πράξης και αφού υπέγραψε ο πρώην κατηγορούμενος 3 το δελτίο πληρωμής και άφησε την μια στο ταμείο και την άλλη του την έδωσε στη συνέχεια του έδωσε μετρητά. Τούτο το ξανάκανε πιστεύοντας ότι η κάρτα ήταν δική του πρώην κατηγορούμενου
  1. Καταδεικνύεται λοιπόν ότι γι' αυτή την κάρτα, που δεν γνωρίζουμε ποια είναι αφού δεν αναφέρεται αριθμός στην κατάθεση της, ότι δεν έπραξε δολίως αφού πίστευε ειλικρινά ότι ανήκε στον πρώην κατηγορούμενο
  2. Στη συνέχεια ο πρώην κατηγορούμενος 3 της έδωσε άλλους αριθμούς καρτών λέγοντας της όμως αυτή τη φορά ότι ήταν παράνομες. Παρ' όλο τώρα ότι γνώριζε ότι θα ενεργούσε παράνομα δέχθηκε να χρησιμοποιήσει τους αριθμούς των καρτών με τον ίδιο τρόπο. Εδώ ακριβώς εμπλέκει τον εαυτό της στη διάπραξη των αδικημάτων, όχι όμως ότι υπέγραψε η ίδια το δελτίο πληρωμής αφού στην κατάθεση της αναφέρει ότι το έκανε με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή όπως όταν της είπε ο πρώην κατηγορούμενος 3 ότι η κάρτα ήταν δική του και την ξέχασε στην Αγγλία και υπέγραψε το δελτίο πληρωμής ο πρώην κατηγορούμενος
  3. Εγείρεται όμως ένα ζήτημα ποιών καρτών τους αριθμούς χρησιμοποιούσε; Στην κατάθεση της ημερ. 20.3.2003 δεν αναφέρει αριθμούς καρτών ενώ, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς στις 7.4.2004 και περιλαμβάνοντο κατηγορίες πλαστογραφίας που εφέρετο να κατάρτισε ως πλαστά έγγραφα μεταξύ άλλων και τα δελτία πληρωμής που αναφέρονται στις κατηγορίες 14, 20 και 26 απάντησε "ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο." Άρα, ακόμη και εάν το Δικαστήριο αποφασίσει να βασιστεί μόνο επί της ομολογίας της κατηγορουμένης 1, κρίνοντας ότι είναι ικανοποιητική μαρτυρία, δημιουργείται αμφιβολία ως προς τους αριθμούς καρτών που χρησιμοποίησε και τα δελτία πληρωμής που υπέγραψε και επομένως και πάλι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να κρίνει ότι αποδείχθηκε το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της κατάρτισης πλαστού εγγράφου λόγω αμφιβολιών. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή για τους λόγους που εξήγησα και ανέλυσα πιο πάνω δεν κατάφερε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 14, 20 και 26 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης
  4. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται των κατηγοριών 14, 20 και
  5. Για τους ίδιους λόγους που ανάλυσα και εξήγησα πιο πάνω και κυρίως λόγω μη προσκόμισης μαρτυρίας από τους δικαιούχους των καρτών με την οποία να αναφέρεται ότι δεν είναι αυτοί που υπέγραψαν τα δελτία πληρωμής που αναφέρονται στις πιο πάνω κατηγορίες ήτοι, κατηγορίες 14, 20 και 26 συμπαρασύρονται και οι κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και κλοπής υπό υπαλλήλου αφού οι μεν κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου προϋποθέτουν την απόδειξη της πλαστότητας του εγγράφου δηλαδή του δελτίου πληρωμής, οι δε κατηγορίες της κλοπής υπό υπαλλήλου, πλην της απόδειξης της σχέσης υπαλλήλου και εργοδότη, δεν έχει αποδειχθεί άλλο συστατικό στοιχείο. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών, 16, 18, 22, 24, 28 και 30 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης
  6. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 16, 18, 22, 24, 28 και
  7. Ούτε βέβαια, ενόψει της αποτυχίας απόδειξης των πιο πάνω κατηγοριών εναντίον της κατηγορουμένης 1, η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον της κατηγορουμένης 2 παρακίνησης απ' αυτήν της κατηγορουμένης 1 διάπραξη των πιο πάνω αναφερθέντων αδικημάτων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29 και
  8. Για το αδίκημα της πλαστογραφίας η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει και τις κατηγορίες 2 και
  9. Οι Μ.Κ.4 και 6 νόμιμοι κάτοχοι των καρτών 4288 και 0058 κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για κάρτες που εκδόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου στις Μ.Κ.4 και
  10. Η Μ.Κ.6 ανάφερε ότι στις 17.2.2003 δεν προέβη σε αγορά αγαθών από το κατάστημα M.S. για το ποσό των ΛΚ31,50σεντ. Όταν ο συνήγορος υπεράσπισης της υπέδειξε το δελτίο πληρωμής με αρ. 6613 τεκμήριο 11 και την ρώτησε για την υπογραφή που φαίνεται επ' αυτού, η Μ.Κ.6 απάντησε "εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι είναι δική μου η υπογραφή". Σε αμέσως επόμενη ερώτηση εάν μοιάζει με την υπογραφή της απάντησε "μάλιστα". Στην επανεξέταση ανάφερε ότι απ' ότι ενθυμείτο δεν μετέβη στο κατάστημα M.S. στις 17.2.2003 και επίσης συμφώνησε με την κατάθεση της. Το κύριο και βασικό όμως είναι ότι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να ήταν δική της η υπογραφή με την πιο πάνω απάντηση της όπως την κατέγραψα. Απεναντίας άφηνε να νοηθεί ότι ίσως ήταν η δική της υπογραφή. Άλλη μαρτυρία, όπως γραφολόγου δεν προσκομίστηκε. Η αιτιολογία που προβλήθηκε ότι με βάση την πείρα του ο Μ.Κ.5 εξεταστής της υπόθεσης έκρινε ότι δεν ήταν ικανοποιητική η υπογραφή στο τεκμήριο 11 για να εξάξει συμπέρασμα ο γραφολόγος σε περίπτωση που έπαιρνε δείγμα γραφής από την κατηγορουμένη 1 δεν είναι επαρκής. Όφειλε να το πράξει και να αποφασίσει ο γραφολόγος. Με την παράλειψη αυτή στερήθηκε το Δικαστήριο άποψης ειδικού επί του θέματος που πιθανό να ήταν βαρυσήμαντη. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 μου έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες, αφού δεν απέκλεισε με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν είναι δική της η υπογραφή επί του τεκμηρίου 11, ότι πράγματι δεν είναι δική της η υπογραφή. Ως εκ τούτου η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης
  11. Κατά συνέπεια η κατηγορουμένη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας
  12. Η κατάληξη της κατηγορίας 2 προδιαγράφει και την τύχη της κατηγορίας
  13. Αφού δεν κατέστη δυνατή η απόδειξη της πλαστότητας του δελτίου πληρωμής, τεκμήριο 11, δεν μπορεί να ευσταθήσει και η κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου αφού προαπαιτούμενο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού είναι η πλαστότητα του εγγράφου δηλαδή του τεκμηρίου 11 στην περίπτωση μας. Ίδια είναι και η τύχη της κατηγορίας 6 αφού το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου είχε ως υπόβαθρο την πλαστογραφία του τεκμηρίου
  14. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 4 και 6 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης
  15. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη 1 απαλλάσσεται και αθωώνεται των κατηγοριών 4 και
  16. Η Μ.Κ.4 ανάφερε ότι την 1.3.2003 δεν προέβη σε αγορά αγαθών από το κατάστημα M.S. από το οποίο ψώνισε μόνο μια φορά και για το ποσό των ΛΚ8,00 και δεν ήταν στην πιο πάνω ημερομηνία. Επίσης σε καμία περίπτωση προέβη σε αγορές μέσω internet. Η κατηγορία 8 αφορά αδίκημα πλαστογραφίας εγγράφου ήτοι, του δελτίου πληρωμής με αρ. 6709, τεκμήριο 13, για το ποσό των ΛΚ75,
  17. Εκείνο το οποίο πρώτα απ' όλα χρειάζεται να στοιχειοθετηθεί είναι ότι το τεκμήριο 13 δεν υπεγράφη από την δικαιούχο της κάρτας δηλαδή στη περίπτωση μας από την Μ.Κ.
  18. Η Μ.Κ.4 δεν ερωτήθηκε επί τούτου και παρέμεινε άγνωστο για το Δικαστήριο εάν πράγματι δεν υπέγραψε το τεκμήριο
  19. Η αναφορά της ότι δεν ψώνισε τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν είναι αρκετή. Αναμένετο προς διάλυση κάθε αμφιβολίας να τίθετο ενώπιον της το τεκμήριο 13 και να απαντούσε ξεκάθαρα ότι δεν είναι η υπογραφή της. Θα παρέμενε βέβαια προς εξέταση ποιου ήταν η υπογραφή επί του τεκμηρίου 13 και τότε το Δικαστήριο θα εξέταζε την προσαχθείσα μαρτυρία. Όμως υπό το φως των όσων έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω παραμένει ως ενδεχόμενο και πιθανότητα, η υπογραφή επί του τεκμηρίου 13, αφού δεν αναγνώρισε ότι δεν είναι η δική της η Μ.Κ.4, να πρόκειται για δική της υπογραφή δημιουργώντας έτσι αμφιβολίες για την γνησιότητα ή μη, για την πλαστότητα ή μη της υπογραφής επί του τεκμηρίου
  20. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατόρθωσε να αποδείξει το αδίκημα της πλαστογραφίας της κατηγορίας 8 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης
  21. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας
  22. Η αποτυχία απόδειξης της κατηγορίας 8 προοιωνίζει και το αποτέλεσμα για τις κατηγορίες 10 και 12 δηλαδή της κατηγορίας πλαστού εγγράφου και κλοπής υπό υπαλλήλου αντίστοιχα για τους ίδιους λόγους που κατέγραψα ανωτέρω. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 10 και 12 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης
  23. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται των κατηγοριών 10 και
  24. Για τους λόγους που εξήγησα, όταν εξέταζα το θέμα της παρακίνησης εκ μέρους της κατηγορουμένης 2 προς την κατηγορούμενη 1 για διάπραξη εγκλήματος των προηγούμενων αναφερθέντων κατηγοριών και έκρινα ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει και τις κατηγορίες παρακίνησης, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 3, 5, 7, 9, 11 και
  25. Επί πλέον όμως και για ένα ακόμη λόγο. Για τη χρήση των αριθμών των καρτών 4288 και 0058 των Μ.Κ.4 και 6 με εκδότρια την Τράπεζα Κύπρου, η κατηγορουμένη 2 ουδέποτε παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 αφού καμία μαρτυρία δεν υπάρχει περί τούτου όταν μάλιστα η ίδια η κατηγορούμενη 1 αναφέρει στην κατάθεση της ότι η ίδια αποφάσισε και έκανε χρήση αριθμών κυπριακών καρτών πελατών του καταστήματος M.S. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 3, 5, 7, 9, 11 και
  26. Παρέμεινε προς εξέταση η 1η κατηγορία της συνωμοσίας που αντιμετωπίζουν και οι δυο κατηγορούμενες. Χωρίς αμφιβολία στις καταθέσεις τους οι κατηγορούμενες 1 και 2 ομολογούν ότι η μεν κατηγορουμένη 2 ότι ζήτησε από τη μητέρα της κατηγορούμενη 1 να προβαίνει παράνομα στη χρήση πιστωτικών καρτών, με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω για να τη βοηθήσει οικονομικά και η δε κατηγορούμενη 1 συμφώνησε όπως ενεργήσει με αυτό τον παράνομο τρόπο διαπράττοντας αδίκημα. Μια κατάθεση μπορεί να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο μαρτυρίας γι' αυτόν που την έδωσε και όχι εναντίον συγκατηγορουμένου του (βλ. υπόθεση Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, 212 και Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38. Η αποδεικτική αξία μιας ομολογίας έχει αναφερθεί ανωτέρω με αναφορά σε νομολογία που καταγράφηκε. Σύμφωνα δε με την αναφερθείσα νομολογία εφ' όσον η ομολογία είναι εθελούσια μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη κατηγορουμένου. Φρόνιμο είναι, χωρίς να είναι απόλυτο, να αναζητείται όπου είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Στην υπόθεση Σάββας Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 7726 και 7728 ημερ. 21.10.2005 ο 2ος εφεσείων βρέθηκε ένοχος, κατόπιν της δικής του ομολογίας, από το Κακουργιοδικείο σε κατηγορία καπνίσματος φυτού κάνναβης που προέκυψε από γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στη διάρκεια διερεύνησης της υπόθεσης που αφορούσε καλλιέργεια και κατοχή φυτών κάνναβης και με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την καταδίκη του 2ου εφεσείοντα που βασίζετο στη δική του σαφή ομολογία και παραδοχή σε γραπτή κατάθεση η οποία ήταν θεληματική και αποτελούσε ικανοποιητικό έρεισμα, αναφέροντας στη τελευταία παράγραφο της σελίδας 11 της απόφασης τα ακόλουθα: "Ούτε σε σχέση με τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα Πέτρου, διακρίναμε οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να εξασθενήσει την εν λόγω κατάληξή ή την κατάληξη στη βάση της ομολογίας του ίδιου του 2ου εφεσείοντος ότι διέπραξε και το αδίκημα καπνίσματος κάνναβης." Όπως καταδεικνύεται δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία για την καταδίκη του 2ου εφεσείοντος για το κάπνισμα κάνναβης παρά μόνο η δική του ομολογία. Στη συγκεκριμένη υπό εξέταση υπόθεση με δίκη εντός δίκης το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η κατάθεση της κατηγορούμενης 1 ήταν θεληματική. Ενόψει της απόφασης εκείνης η κατηγορούμενη 2 δεν έθεσε θέμα μη θεληματικότητας της δικής της κατάθεσης. Στις θεληματικές τους καταθέσεις οι κατηγορούμενες 1 και 2 προβαίνουν σε σαφή παραδοχή για την μεταξύ τους συμφωνία για επιδίωξη παράνομου σκοπού όπως δηλαδή η κατηγορουμένη 1 χρησιμοποιήσει αριθμούς καρτών, που θα της έδιδε ο πρώην 3ος κατηγορούμενος, στο κατάστημα M.S. που ήταν υπεύθυνη, στην εκεί εγκατεστημένη μηχανή της JCC για απόκτηση χρημάτων με δόλιες ενέργειες τα οποία χρήματα ή μέρος αυτών θα έδιδε στην κατηγορουμένη 2 και τον πρώην κατηγορούμενο 3 για να τους βοηθήσει οικονομικά. Χωρίς κανένα ενδοιασμό κρίνω ότι αποτελεί ικανοποιητικό έρεισμα η ομολογία της κάθε μιας κατηγορουμένης εναντίον του ίδιου του εαυτού της και όχι η μια εναντίον της άλλης, στις οποίες καταδεικνύεται μια ολοκληρωμένη συμφωνία για επιδίωξη παράνομου σκοπού ήτοι για διάπραξη του αδικήματος του κακουργήματος της κλοπής ως αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την 1η κατηγορία για συνωμοσία εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενες 1 και 2 κρίνονται ένοχες στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.