← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μιχάλη Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης: 850/06, 24 Μαΐου, 2006

Δημοκρατία ν. Μιχάλη Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης: 850/06, 24 Μαΐου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2006:8 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 850/06 Δημοκρατία ν. Μιχάλη Φιλίππου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 24 Μαΐου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ηλ. Στεφάνου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γρ. Ιωάννου. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παραπονούμενη, ΜΚ1, 40 ετών, διαζευγμένη και μητέρα μίας θυγατέρας 20 χρονών, είναι Λετονή υπήκοος. Αφίχθηκε στην Κύπρο στις 6.8.05 προκειμένου να εργαστεί, καθότι στη χώρα της αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τις πρωινές ώρες τις 26.2.06 και ενώ περπατούσε στη λεωφόρο Πρωταρά στο Παραλίμνι, όπου και διαμένει, συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον κατηγορούμενο. Αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο του υπ΄ αρ. εγγραφής UH
  2. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ενώ η ΜΚ1 πήγαινε σε σπίτι φίλου της τη συγκεκριμένη ώρα, ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του και προθυμοποιήθηκε να την μεταφέρει. Αντί αυτού την πήρε παρά τη θέληση της σε ερημική περιοχή όπου και την βίασε. Μετά δε την παράνομη αυτή πράξη του, πάντα σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, της απέσπασε εκφοβίζοντας την, το ποσό των £
  3. Ανάλογες είναι και οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Κατηγορίες απαγωγής, βιασμού και κλοπής. Η υπεράσπιση αρνείται το σύνολο των κατηγοριών. Θέση της είναι ότι η παραπονούμενη, αφού εισήλθε με τη θέληση της στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, συγκατένευσε στη συνέχεια να έχει σαρκική επαφή μ΄ αυτόν. Ούτε και έλαβε χώρα, πάντα κατά την υπεράσπιση, κλοπή του πιο πάνω ποσού. Θα παραθέσουμε στη συνέχεια με λεπτομέρεια τη μαρτυρία της ΜΚ1, πάνω στην οποία εδράζεται βασικά η προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει τις εναντίον του κατηγορούμενου κατηγορίες. Κατέθεσε ότι το βράδυ της 25.2.06 πήγε με την κόρη της σε μπυραρία στο Παραλίμνι. Έφυγαν γύρω στις 1:00 π.μ. της 26.2.
  4. Περπατώντας 20 με 30 λεπτά πήγαν στο διαμέρισμα τους, το οποίο βρίσκεται στο συγκρότημα διαμερισμάτων La Rome, επί της λεωφόρου Πρωταρά. Όταν έφθασαν εκεί είπε της κόρης της να κοιμηθεί και η ίδια έφυγε με σκοπό να μεταβεί σε διαμέρισμα προσώπου με το οποίο συνδέεται, προκειμένου να του ζητήσει συγνώμη για παρεξήγηση που έλαβε χώρα μεταξύ τους σε προηγούμενο στάδιο. Βγαίνοντας από το διαμέρισμα της έστριψε προς τα αριστερά με κατεύθυνση το κέντρο του Παραλιμνίου. Θα χρειαζόταν 20 με 30 περίπου λεπτά περπατητή για να φθάσει στο σπίτι του φίλου της. Ενώ προχώρησε λίγο σταμάτησε δίπλα της ένα αυτοκίνητο, τον οδηγό του οποίου δεν γνώριζε ούτε είχε ξαναδεί. Προθυμοποιήθηκε να την μεταφέρει. Η παραπονούμενη δέχθηκε καθότι έτσι θα πήγαινε γρηγορότερα στο φίλο της. Οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος της συστήθηκε ως "Μάρκος". Κατά τη διαδρομή μιλούσαν μεταξύ τους "πολύ φυσιολογικά". Η παραπονούμενη μιλά "λίγα Αγγλικά". Όταν προσέγγισαν το σημείο που ήθελε να κατεβεί ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα και η παραπονούμενη άνοιξε την πόρτα. Τότε ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα. Η παραπονούμενη άρχισε να κλαίει και να τον παρακαλεί να σταματήσει. Αυτός συνέχισε να αναπτύσσει ταχύτητα ενώ η πόρτα του αυτοκινήτου εξακολουθούσε να ήταν ανοικτή. Ο κατηγορούμενος φαινόταν θυμωμένος, συμπεριφερόταν αλλοπρόσαλλα και φώναζε στα Ελληνικά. Η παραπονούμενη τρομοκρατήθηκε, αισθανόμενη ότι μπήκε σε αυτοκίνητο "κάποιου μη νορμάλ ανθρώπου". Σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο εκτός της λεωφόρου Πρωταρά και εισήλθε σε πάροδο κατευθυνόμενος στη συνέχεια σε χωράφι όπου υπήρχαν θερμοκήπια και μικρά δέντρα. Όταν έφυγαν από τον κύριο δρόμο η παραπονούμενη έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου και άρχισε να λέει στον κατηγορούμενο, σε ήρεμο τόνο, ότι είναι μία φυσιολογική γυναίκα, ζητώντας του να την αφήσει να φύγει. Πίστευε ότι μ΄ αυτόν τον τρόπο θα τον κατεναύσει. Αυτός της απάντησε "θέλω σεξ". Μόλις ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του σε χωράφι σε ερημική περιοχή κατέβασε το παντελόνι του. Η παραπονούμενη κλαίοντας του έλεγε ότι ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί μόνο, ότι έχει διάφορα προβλήματα και ότι "αν θέλει σεξ μπορεί να πάει σε καμπαρέ". Ο κατηγορούμενος της απάντησε ότι βλέπει πως είναι φυσιολογική γυναίκα, αλλά ο ίδιος δεν θέλει να κάνει "σεξ με πουτάνες αλλά με μία κανονική γυναίκα.". Τότε η παραπονούμενη του είπε ψέματα ότι θέλει να πάει σε αποχωρητήριο, ελπίζοντας ότι έτσι θα βρει ευκαιρία διαφυγής. Ο κατηγορούμενος βγήκε από το αυτοκίνητο, κατευθύνθηκε προς την πόρτα της και την κράτησε από τον αγκώνα με σκοπό να πάει μαζί της. Όταν κατάλαβε ότι αυτή του έλεγε ψέματα άρχισε να φωνάζει "I kill you" και θύμωσε ακόμη περισσότερο. Η παραπονούμενη του είπε ότι αισθανόταν πολύ άσχημα και συμπεριφερόταν πλέον και αυτή "σαν υστερική". Ο κατηγορούμενος θύμωσε πολύ περισσότερο. Η παραπονούμενη γονάτισε και τον παρακάλεσε να την αφήσει να φύγει. Του είπε ότι θέλει να κάνει εμετό και αυτός της είπε "εντάξει", εξακολουθώντας να την κρατά από το χέρι. Κατάλαβε στη συνέχεια ότι του έλεγε και πάλιν ψέματα. Θύμωσε και την κτύπησε στην κοιλιά κρατώντας το στόμα της, γιατί φώναζε "υστερικά". Ακολούθως την άρπαξε από τα μαλλιά με το ένα χέρι και άρχισε να της κτυπά το κεφάλι στο πίσω μέρος (μπακάζ) του οχήματος του, φωνάζοντας "I kill you". H παραπονούμενη προσπαθούσε να προστατέψει το πρόσωπο της βάζοντας τα χέρια μπροστά. Μ΄ αυτόν τον τρόπο ερχόταν σε επαφή με το μπακάζ το τριχωτό της κεφαλής της. Στο στάδιο αυτό μπόρεσε και είδε τους αριθμούς του αυτοκινήτου. Κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει και κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες του είπε "Οk. You want sex, ok". Τότε ο κατηγορούμενος άνοιξε την πίσω πόρτα του οχήματος του και αφού η παραπονούμενη ξάπλωσε ανάσκελα της κατέβασε το παντελόνι. Προσπάθησε να της βγάλει και τις μπότες αλλά αυτή αρνήθηκε και σταμάτησε. Στη συνέχεια έβγαλε και αυτός τα ρούχα του και κάθισε πάνω της ζητώντας της να του κάνει στοματικό έρωτα. Αυτή αρνήθηκε λέγοντας του ότι θα έκανε εμετό. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έβαλε το πέος του μέσα στα γεννητικά όργανα της παραπονούμενης. Ενώ ήταν μέσα της θύμωσε και της είπε ότι ήπιε πολύ ποτό και ότι δεν θα σταματούσε μέχρι να ολοκληρώσει. Συνέχισε για αρκετή ώρα να βρίσκεται μέσα της χωρίς να εκσπερματώνει. Η παραπονούμενη αισθανόταν πολύ άσχημα, συνέχεια έκλαιε και πονούσε. Τα χέρια της τα είχε σφιγμένα σε γροθιές κοντά στο στόμα της. Προσπαθούσε να συγκρατήσει στο μυαλό της τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τους ξεχάσει γιατί, όπως είπε, "με βίασε". Ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να εκσπερματώσει και έτσι έβγαλε το πέος του από τον κόλπο της παραπονούμενης και της ζήτησε να τον τελειώσει με τα χέρια της. Της μιλούσε στα Αγγλικά χρησιμοποιώντας "και κάποιες άλλες λέξεις." Αυτή όμως έκλαιε συνεχώς και ήταν σε "υστερική κατάσταση". Του είπε ότι δεν μπορεί να το κάνει και έτσι αυτός τέλειωσε μόνος του. Εκσπερμάτωσε στην κοιλιά και στο στήθος της. Στη συνέχεια βγήκε από το αυτοκίνητο και της πέταξε ένα σκούρο ρούχο για να σκουπιστεί. Είχε ηρεμήσει πλέον. Της είπε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού και της πρόσφερε τσιγάρο, αναφέροντας της "όλα είναι εντάξει". Ξεκίνησε το αυτοκίνητο και έκανε στροφή. Η παραπονούμενη είχε την εντύπωση ότι θα έφευγαν. Αμέσως όμως μετά σταμάτησε και πάλιν το αυτοκίνητο και της ζήτησε την τσάντα της. Αυτή αρνήθηκε καθότι είχε προσωπικά της έγγραφα και δεν ήθελε να τα απωλέσει. Είχε επίσης £150 σε μετρητά, τα οποία προόριζε για πληρωμή του ενοικίου του διαμερίσματος της. Ο κατηγορούμενος της είπε "δως μου τα λεφτά". Η παραπονούμενη αισθανόμενη άσχημα και στην προσπάθεια της να αποφύγει την απώλεια ολόκληρης της τσάντας του τα έδωσε. Αμέσως ο κατηγορούμενος ήρθε στην πλευρά της, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και την έσπρωξε έξω. Ακολούθως ξεκίνησε και έφυγε αφήνοντας την στο μέρος αυτό. Η παραπονούμενη έκατσε στο έδαφος χωρίς να μπορεί να συνέλθει από την "υστερία". Άρχισε όμως να σκέφτεται ότι ίσως ο κατηγορούμενος επιστρέψει "αφού δεν είναι νορμάλ". Σηκώστηκε και πήγε στον κεντρικό δρόμο με την ελπίδα ότι εκεί θα υπήρχαν και άλλα πρόσωπα. Έκλαιε πολύ δυνατά. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε και ο οδηγός την ρώτησε τι τρέχει. Του ζήτησε να την μεταφέρει στην Αστυνομία. Έτσι και έκανε. Εισερχόμενη στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου αισθάνθηκε "κάποια ασφάλεια". Δεν μπορούσε να θυμηθεί καν πως εξιστόρησε στους αστυνομικούς τα όσα έλαβαν χώρα. Ζήτησε όμως ένα κομμάτι χαρτί και έγραψε αμέσως τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Έκλαιε συνεχώς. Οι αστυνομικοί της έδωσαν ένα χάπι για να ηρεμήσει. Η παραπονούμενη κατά τη μακρά αντεξέταση της επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα παρέθεσε στο Δικαστήριο στην κυρίως εξέταση της. Μέρος της αντεξέτασης κινήθηκε γύρω από τις σχέσεις της με το πρόσωπο το οποίο, κατ΄ ισχυρισμό της, θα επισκεπτόταν τις πρωινές ώρες της 26.2.
  5. Ανέφερε ότι διατηρούν μεταξύ τους σχέσεις εδώ και καιρό. Πρόσθεσε ότι απέφυγε να αναφέρει το όνομα του στην Αστυνομία καθότι δεν ήθελε να πληροφορηθεί ο φίλος της για το όλο συμβάν, φοβούμενη ότι αυτό θα επηρέαζε το δεσμό τους. Αρνήθηκε υποβολή ότι αιτία τσακωμού με το φίλο της ήταν το ότι η ίδια έχει σχέσεις με πολλούς άνδρες. Αρνήθηκε επίσης θέση της υπεράσπισης ότι ο λόγος που δεν ανέφερε το όνομα του ήταν η έγνοια της μήπως τον εντοπίσει η Αστυνομία και τον πληροφορήσει ότι η ίδια "πάει με άνδρες" Ως προς τα γεγονότα που καλύπτουν τις κατηγορίες η παραπονούμενη, επιμένοντας στις θέσεις της, αρνήθηκε ότι η ίδια έκανε ωτοστόπ, επαναλαμβάνοντας ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε από μόνος του και προθυμοποιήθηκε να την μεταφέρει στο κέντρο του Παραλιμνίου. Η μεταξύ τους συνεννόηση λάμβανε χώρα με τα λίγα Αγγλικά που γνώριζαν και οι δύο, με νοήματα και με "κάποιες άλλες λέξεις". Ο ίδιος ο κατηγορούμενος της ανέφερε "Ι speak English no good". Αντεξετάστηκε σε έκταση γύρω από τις δικές της αντιδράσεις όταν κατ΄ ισχυρισμό της ο κατηγορούμενος την βίαζε. Ήταν σταθερή της θέση ότι της ήταν αδύνατο να αντιδράσει κτυπώντας ή δέρνοντας τον κατηγορούμενο, καθότι φοβόταν μήπως τον "εξαγριώσει" περισσότερο. Όπως είπε: "είχα αντιληφθεί ότι αν δεν έπαιρνε αυτό που ήθελε, δεν θα μπορούσα να ξεφύγω με κανένα τρόπο". Πρόσθεσε στη συνέχεια: " Αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό άνθρωπο και ότι δεν θα σταματούσε αν δεν έπαιρνε αυτό που ήθελε." Κατέληξε δε ως προς αυτό το ζήτημα λέγοντας: "Μία μέθοδος που προσπάθησα να χρησιμοποιήσω μαζί του για να ξεφύγω, του ανέφερα εντάξει θέλεις σεξ, να πάμε στο σπίτι μου όπου έχω και ντους να κάνουμε ντους και μετά να πιούμε τον καφέ μας και να κάνουμε σεξ, ένας τρόπος για να μπορούσα να αποφύγω, γιατί εκεί ήταν και η κόρη μου, υπήρχαν άνθρωποι, μπορούσα να αποφύγω αυτό το πράγμα. Αυτό το έκανα προσπαθώντας να τον πάρω κάπου όπου υπήρχαν άνθρωποι ούτως ώστε να προστατευτώ. Όταν όμως αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για κάποιο μη φυσιολογικό άνθρωπο, κατάλαβα ότι δεν είχα καμία μέθοδο προστασίας." Επεξηγώντας τον τρόπο που ο κατηγορούμενος την κτύπησε στο μπακάζ του αυτοκινήτου του διευκρίνισε ότι δεν ήταν "ακριβώς κτυπήματα", αλλά της κρατούσε το κεφάλι της ακουμπισμένο στο μέρος αυτό του αυτοκινήτου. Στα τελικά στάδια της αντεξέτασης η παραπονούμενη αρνήθηκε υποβολές της υπεράσπισης ότι με τη θέληση της πήγε με τον κατηγορούμενο και με τη θέληση της έκανε έρωτα, καθώς επίσης και υποβολή ότι κατήγγειλε βιασμό για να δικαιολογηθεί στο φίλο της, ο οποίος, κατά την υπεράσπιση, την είδε που έμπαινε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Τέλος αρνήθηκε υποβολή ότι το ποσό των £150 της το έδωσε ο φίλος της για να πληρώσει το ενοίκιο και αντί αυτού το ξόδεψε και έτσι ψευδώς κατήγγειλε κλοπή του για να δικαιολογηθεί. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ακόμα τέσσερις μάρτυρες. Οι Αστ. 1771, (ΜΚ2), 1860 (ΜΚ3), 1192 (ΜΚ5) και ο Ιατροδικαστής Σοφοκλέους (ΜΚ4). Καταγράφουμε, συνοπτικά, τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών και σε κατάλληλο στάδιο της απόφασης θα επανέλθουμε παρεμβάλλοντας τα ουσιαστικά για την υπόθεση μέρη τους και αξιολογώντας τα μέσα στο όλο πλέγμα των κατηγοριών και της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Την 26.2.06 και ώρα 05:40 ο ΜΚ2 ήταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου όταν η παραπονούμενη εισήλθε και κατήγγειλε το βιασμό της. Μιλούσε σπαστά Αγγλικά και έκανε διάφορα νοήματα. Έκλαιε, ήταν φοβισμένη και είχε απλανές ύφος. Την ίδια μέρα τον οδήγησε και του υπέδειξε τη σκηνή του ισχυριζόμενου βιασμού της. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η παραπονούμενη πιο πολύ με νοήματα προσπαθούσε να εξηγήσει τι έγινε παρά με λόγια. Επανέλαβε ότι παρουσίαζε μία άσχημη εικόνα, δηλαδή έκλαιε και έτρεμε. Την ρώτησε αν θυμάμαι τον αριθμό του αυτοκινήτου και αυτή του ανέφερνε κάποια "νούμερα στη γλώσσα της". Ο Αστυνομικός με δική του πρωτοβουλία πήρε πέννα για να τα σημειώσει και αυτή πήρε την πέννα από τα χέρια του και έγραψε η ίδια τους αριθμούς. Δεν διαπίστωσε να ήταν μεθυσμένη. Της προσφέρθηκε λεμονάδα αλλά όχι χάπι. Ο ΜΚ3 φωτογράφησε τις διάφορες σκηνές και επεξήγησε τις διάφορες θέσεις επί των φωτογραφιών. Ο ΜΚ5, εξεταστής της υπόθεσης, έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  6. Επισκέφθηκε επίσης μαζί με τον κατηγορούμενο τις διάφορες σκηνές. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι το πιο κοντινό σπίτι από το σημείο που έλαβε χώρα το επεισόδιο είναι σε απόσταση 300-400 περίπου μέτρων. Ο ΜΚ4, ιατροδικαστής, εξέτασε, το απόγευμα τις 26.2.06, τόσο τον κατηγορούμενο όσο και την παραπονούμενη. Δεν εντόπισε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις σε κανένα απ΄ αυτούς. Επεξήγησε ότι ο εντοπισμός κακώσεων εξαρτάται από το χρόνο που έλαβαν χώρα τα κτυπήματα και από την ένταση που αυτά είχαν. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα. Ήταν και η μοναδική μαρτυρία που προσφέρθηκε για την υπεράσπιση του. Κατέθεσε ότι το βράδυ της 25.2.06 βρισκόταν σε μπυραρία. Φεύγοντας απ΄ εκεί πέρασε από περίπτερο απ΄ όπου αγόρασε τρεις με τέσσερις μπύρες και ακολούθως πήγε στην παραλία για να ηρεμήσει. Ήταν κάτι που συνήθιζε να κάνει. Γύρω στις 1:00 με 2:00 π.μ. της 26.2.06 και οδηγώντας το αυτοκίνητο του επί της λεωφόρου Πρωταρά αντιλήφθηκε μία κοπέλα, την παραπονούμενη, να κάνει ωτοστόπ και σταμάτησε. Η παραπονούμενη "ήρτεν βουρητή στο αυτοκίνητο μου και μου λέγει Παραλίμνι". Μπήκε στο αυτοκίνητο. Καθοδόν προς το Παραλίμνι ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του "στη ζάμπα της". Αυτή δεν αντιστάθηκε και ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να συνεννοηθεί μαζί της "μισά Ελληνικά, μισά Εγγλέζικα μισά την γλώσσα της". Επειδή δεν έφερε αντίσταση στο άγγιγμα του θεώρησε ότι "τα ήθελε", έτσι βγήκε από τον κύριο δρόμο και προχώρησε στα χωράφια. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και στη συνέχεια κατέβηκε και η παραπονούμενη. Προσπαθούσε να συνεννοηθεί μαζί της και την αγκάλιασε για να "βοηθήσει την κατάσταση". Η παραπονούμενη "δεν αντιστεκόταν σε τίποτε". Έκατσε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και έβγαλε το παντελόνι της. Αυτός της κατέβασε το εσώρουχο και ακολούθως έκαναν έρωτα. Η μόνη στιγμή που αντιστάθηκε η παραπονούμενη ήταν όταν ο κατηγορούμενος προσπάθησε να βάλει το δάκτυλο του στον πρωκτό της. Του πήρε το χέρι και αυτός σταμάτησε. Ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε βία εναντίον της ούτε την κτύπησε, ούτε αντιλήφθηκε σε κανένα σημείο να μην θέλει να κάνουν έρωτα. Το μόνο που αντιλήφθηκε είναι ότι μόλις εισήλθε στο αυτοκίνητο και όταν την άγγιζε στο πόδι και χωρίς να φέρνει καμία αντίσταση, του είπε ότι δεν είναι "κούρβα", δηλαδή, όπως κατάλαβε ο κατηγορούμενος, "πουτάνα". Αρνήθηκε επίσης ότι της πήρες οποιαδήποτε χρήματα. Επεξηγώντας γιατί μετά τη σαρκική επαφή τους την εγκατέλειψε στα χωράφια, είπε τα εξής: "Διότι από τη στιγμή που μπήκε στο αυτοκίνητο και είχα το χέρι πάνω στη ζάμπα της χωρίς να μου φέρει αντίσταση, χωρίς τίποτε και γυρίζει και μου λέγει δεν είμαι πουτάνα, όπως το είπα προηγουμένως, δεν ξέρω αν έχει κάποια σημασία ο τρόπος που το λέγω τώρα, πήγαμε κάναμε έρωτα χωρίς πρόβλημα, μετά που είχε να φύγουμε την άφησα εκεί, έτσι μου ήρθε εκείνη την ώρα όπως το είπα. Αυτό σκέφτηκα εκείνη την ώρα. Που τη στιγμή που μου λέγει δεν είμαι πουτάνα ενώ έχω το χέρι πάνω και δεν μου φέρνει καμία αντίσταση, έτσι μου ήρθε εκείνη την ώρα και έφυγα και την άφησα. Δεν το θεώρησα κάτι το, εντάξει σίγουρα ήταν λάθος." Αντεξεταζόμενος είπε ότι στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 15, ανέφερε τα γεγονότα όπως έλαβαν χώρα. Επέμενε ότι η παραπονούμενη έκανε ωτοστόπ και διευκρίνισε ότι άρχισε να την αγγίζει στο πόδι λίγο μετά την είσοδο της στο αυτοκίνητο του. Ο ίδιος της μιλούσε πιο πολύ στα Ελληνικά, προσπαθώντας να συνεννοηθεί μαζί της. Αντιλήφθηκε ότι ήθελε να την μεταφέρει στο Παραλίμνι. Επέμενε ότι η παραπονούμενη δεν έφερε καμία αντίσταση όταν άρχισε να την αγγίζει στο πόδι, ούτε στη συνέχεια όταν το άγγιγμα του επεκτάθηκε "πάρακατω, στο αδύνατο σημείο". Συμφώνησε όμως με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι η παραπονούμενη του ανέφερε "δεν είμαι πουτάνα", καθώς επίσης και τις λέξεις "στοπ - στοπ, όχι". Ήταν όμως η θέση του ότι δεν προέβαλε αντίσταση, ο δε τρόπος που μιλούσε έδειχνε ότι δεν το εννοούσε. Επανέλαβε ότι συνέχιζε να την αγγίζει μέχρι το σημείο που έφυγε από τον κύριο δρόμο στρίβοντας σε πάροδο αριστερά σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε και σε απόσταση 300 περίπου μέτρων από το μέρος που παρέλαβε την παραπονούμενη. Πρόσθεσε ότι ακόμη και μετά την είσοδο του στην πάροδο προσπαθούσε να συνεννοηθεί μαζί της, λέγοντας της "να κάνουμε έρωτα", αλλά αυτή "δεν καταλάβαινε, έμεινε τζιαι θώρεν με". Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες προχώρησε αρκετά εισερχόμενος σε παρακείμενα χωράφια, θέλοντας να σιγουρευτεί ότι η παραπονούμενη ήθελε να κάνουν έρωτα και ότι δεν θα του έφερνε αντίσταση. Προχωρώντας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μόλις σταμάτησε το αυτοκίνητο του η παραπονούμενη τον ρώτησε αν ήθελε να του δώσει λεφτά. Δεν αντιλήφθηκε γιατί το είπε αυτό, αλλά ο ίδιος της απάντησε "θέλω πουττί". Χωρίς να είναι σίγουρος αν η παραπονούμενη κατάλαβε τι της είπε, θεώρησε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα, καθότι "μια γυναίκα όταν δεν θέλει να κάνει έρωτα θα έφερνε αντίσταση, από την πρώτη στιγμή που έβαλα το χέρι μου στη ζάμπα της και μέχρι το σημείο τζιαμέ δεν μου έφερε έτσι αντίσταση". Επέμενε ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του η παραπονούμενη ήρθε κοντά του και την αγκάλιασε. Στη συνέχεια προσπάθησε να μιλήσουν "για να κάνουμε έρωτα, δεν βρίσκαμεν άκρη". Τότε αυτός άνοιξε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου. Η παραπονούμενη κατάλαβε, κατέβασε το παντελόνι της "και τα ρούχα της που πάνω" και ξάπλωσε στο πίσω κάθισμα. Ο ίδιος δεν της ζήτησε να κάνουν στοματικό έρωτα. Έκαναν όμως φυσιολογικά έρωτα για μία περίπου ώρα. Στη συνέχεια βγήκε από μέσα της και αφού τον χάιδεψε εκσπερμάτωσε στο στήθος και την κοιλιά της. Επέμενε ότι όλα έγιναν με τη συναίνεση της και ένιωθαν και οι δύο "ωραία". Η μόνη αντίσταση που προέβαλε η παραπονούμενη ήταν όταν αυτός προσπάθησε να βάλει το δάκτυλο του στον πρωκτό της. Κατέληξε αντεξεταζόμενος λέγοντας ότι στη συνέχεια της πρόσφερε τσιγάρο και αφού κάπνισαν μαζί ξεκίνησαν να φύγουν. Μόλις προχώρησαν λίγο σταμάτησε και της είπε να κατεβεί από το αυτοκίνητο. Αυτή όχι μόνο κατέβηκε αλλά και τον καληνύχτισε. Αγορεύοντας για την υπεράσπιση ο κ. Ιωάννου επανέλαβε ότι η σαρκική επαφή έγινε με τη θέληση της παραπονούμενης, χωρίς οποιαδήποτε βία. Αναφέρθηκε σε έκταση στη μαρτυρία της παραπονούμενης και συγκρίνοντας την με την υπόλοιπη μαρτυρία εισηγήθηκε ότι αυτή καλύπτεται από αντιφάσεις. Στα σχετικά σημεία που εντόπισε ο συνήγορος υπεράσπισης ως αντιφάσεις, θα επανέλθουμε σε κατοπινό στάδιο. Πρόσθεσε ότι είναι θέση της υπεράσπισης πως τη συγκεκριμένη νύχτα ούτε ο κατηγορούμενος, ούτε η παραπονούμενη μπόρεσαν να συνεννοηθούν κατά πόσο ήθελαν να έρθουν σε συνουσία. Απλά, είπε, "όλα έγιναν εκείνο το βράδυ ενστικτωδώς και συναινέσει αμφοτέρων". Κατέληξε ο κ. Ιωάννου καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία της παραπονούμενης και να μην στηριχθεί σ΄ αυτήν. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η θέση του κ. Στεφάνου ως προς το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα της ΜΚ
  7. Κάλεσε το Δικαστήριο να τους κρίνει ως αξιόπιστους, προσθέτοντας ότι χωρίς δόση υπερβολής και με απόλυτη ειλικρίνεια κατέθεσαν τα πραγματικά και μόνο γεγονότα. Έθεσε περαιτέρω ότι η παραπονούμενη παρά την εκτενή αντεξέταση της περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα με σταθερότητα και αμεσότητα. Αναφερόμενος στις αντιφάσεις που εντόπισε η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι είναι περιθωριακής και μόνο μορφής και ανίκανες να πλήξουν την αξιοπιστία της ΜΚ
  8. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι η καταγγελία της παραπονούμενης στον ΜΚ2 περί του βιασμού της συνιστά υπό τις συνθήκες άμεσο παράπονο και αποτελεί ενισχυτική μαρτυρία των όσων κατέθεσε. Ολοκληρώνοντας την αγόρευση του ο κ. Στεφάνου κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει ως εξωπραγματική και αναξιόπιστη τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέταση της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Υπό το φως των αρχών αυτών προχωρούμε στην αξιολόγηση. Με πλήρη επίγνωση αφενός της σπουδαιότητας του περιεχομένου των λεχθέντων από την παραπονούμενη, αλλά και αφετέρου της ίδιας της φύσης του αδικήματος του βιασμού, την παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε βήμα της παράθεσης της μαρτυρίας της ενώπιον μας. Κατά την πορεία εξιστόρησης των θέσεων της στην κυρίως εξέταση της, αλλά, και ιδίως, στην όλη μακρά διάρκεια της αντεξέτασης της, διαπιστώσαμε ότι με σταθερότητα και παραστατικότητα έδινε λεπτομερείς απαντήσεις, περιγράφοντας ενώπιον μας το όλο φάσμα των όσων, κατά τη θέση της, διαδραματίστηκαν τα ξημερώματα της 26.2.
  9. Επιχείρησε η υπεράσπιση να πλήξει την αξιοπιστία της παραπονούμενης επικαλούμενη διάσταση της μαρτυρίας της με σημεία της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων κατηγορίας. Η προσπάθεια της υπεράσπισης δεν περιορίστηκε στα πιο πάνω. Επεκτάθηκε και στη θέση ότι οι αντιδράσεις της παραπονούμενης κατά το χρόνο του ισχυριζόμενου βιασμού της, όπως η ίδια τις έθεσε, είναι αφύσικες και επιμαρτυρούν την αναξιοπιστία της. Προχωρούμε στην αναλυτική παράθεση και εξέταση των πιο πάνω θέσεων της υπεράσπισης: Ο ΜΚ2 εξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η παραπονούμενη του κατήγγειλε βιασμό της τις πρωινές ώρες τις 26.2.
  10. Με νοήματα και λίγες αγγλικές λέξεις προσπάθησε να του περιγράψει τα γεγονότα. Η λέξη "ωτοστόπ" ήταν ανάμεσα στις λίγες που του ανέφερε. Η λέξη αυτή οδήγησε την υπεράσπιση να εισηγηθεί αντίφαση στη θέση της παραπονούμενης ότι είναι από μόνος του ο κατηγορούμενος που σταμάτησε να την μεταφέρει. Η πιο πάνω αναφορά του ΜΚ2 εξεταζόμενη σφαιρικά και υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης είναι ανίκανη να δώσει στήριγμα στην εισήγηση της υπεράσπισης για αντιφάσεις στη μαρτυρία της παραπονούμενης ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία της. Ο ΜΚ2 εξήγησε την άθλια κατάσταση της ΜΚ1 όταν αυτή εισήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Έκλαιε, έτρεμε και προσπαθούσε, πιο πολύ με νοήματα, να εξηγήσει τι έγινε. Τα αγγλικά της δεν την βοηθούσαν, ούτε καν στοιχειωδώς, να συνεννοηθεί. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες η προέκταση που θέλησε να προσδώσει η υπεράσπιση σε μία μεμονωμένη λέξη δεν βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Ακόμη δύο αναφορές του ΜΚ2 παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση ως στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν αντιφάσεις με τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη. Είπε η τελευταία ότι στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου της έδωσαν ένα χάπι για να ηρεμήσει και ότι ζήτησε χαρτί για να γράψει τον αριθμό του αυτοκινήτου, φοβούμενη μήπως τον ξεχάσει. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ότι προκειμένου να ηρεμήσουν την παραπονούμενη της έδωσαν λεμονάδα. Όσο δε αφορά την καταγραφή του αριθμού είπε ότι άρχισε να τον σημειώνει ο ίδιος, αλλά η παραπονούμενη πήρε την πένα από το χέρι του και τον έγραψε αυτή. Εξετάζοντας εις βάθος τα πιο πάνω και αναλύοντας τα κάτω από το φακό της ίδιας της μορφής τους, καταγράφουμε ότι είναι περιθωριακής υφής και άνευ ουσιαστικής για την υπόθεση σημασίας. Παρά τη γενική αυτή προσέγγιση μας σημειώνουμε ότι, ούτως ή άλλως, οι αναφορές, αντικριζόμενες και από τις δύο εκδοχές, απολήγουν στο ίδιο ουσιαστικό αποτέλεσμα: Φανερώνουν την άσχημη ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης, την ανάγκη που υπήρχε για να ηρεμήσει και την αγωνιώδη προσπάθεια της να καταγράψει τον αριθμό του αυτοκινήτου. Σημειώνουμε, καταληκτικά, ότι μικροαντιφάσεις και μόνο υπήρξαν ως προς τα όσα ενώπιον μας κατέθεσαν στο σύνολο τους οι μάρτυρες κατηγορίας. ΄Ηταν αναπόφευκτες μέσα στην έκταση των πολλών λεπτομερειών που κάλυψαν. Αφορούσαν όμως οι αντιφάσεις αυτές περιθωριακά ζητήματα, επουσιώδη από τη φύση τους και σε συνάρτηση με τα σημαντικά γεγονότα της υπόθεσης. Δεν αποδυνάμωσαν σε καμία περίπτωση την κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας. Αντίθετα η ίδια η υφή τους ενδυναμώνει τις αναφορές των μαρτύρων κάτω από την έννοια που και η απόφαση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας

(2004)2 ΑΑΔ 612, 629 προσδιορίζει. Ήτοι δείχνει πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς τι θα κατέθεταν. Ο ΜΚ4, Ιατροδικαστής, κατέθεσε, και αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι ούτε η παραπονούμενη αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος έφεραν κατά την εξέταση τους, το απόγευμα της 26.2.06, οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Οι θέσεις αυτές έδωσαν έναυσμα στην υπεράσπιση να εισηγηθεί ότι πλήττουν την αξιοπιστία της παραπονούμενης και τεκμηριώνουν τα ψεύδη της περί άσκησης βίας εναντίον της κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ενισχύουν δε, πάντα κατά την υπεράσπιση, τη θέση του κατηγορούμενου ότι όλα έγιναν με τη συναίνεση της παραπονούμενης. Η προσέγγιση αυτή της υπεράσπισης εμπλέκεται άρρηκτα και με την εισήγηση της ότι οι όλες αντιδράσεις της παραπονούμενης κατά το χρόνο του ισχυριζόμενου βιασμού της, όπως τις περιέγραψε, ήταν αφύσικες. Υπό την έννοια ότι αναμενόμενο θα ήταν αμυνόμενη και στην προσπάθεια της να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από του να υλοποιήσει τους άνομους σκοπούς του, να τον κτυπήσει και να του προκαλέσει κάποια τραύματα, έστω και εκδορές. Θα εξετάσουμε ενιαία τη θέση της υπεράσπισης, θέτοντας και αναλύοντας αρχικά τα σχετικά μέρη της μαρτυρίας της ΜΚ1 και του ΜΚ4 και ακολούθως αντικρίζοντας τις αντιδράσεις της παραπονούμενης υπό το φως των συνθηκών, όπως αυτές λάμβαναν χώρα. Η παραπονούμενη κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος άσκησε βία εναντίον της. Την εξειδίκευσε σε κτύπημα στην κοιλιά και τράβηγμα των μαλλιών με ταυτόχρονη επαφή του τριχωτού της κεφαλής της στο μπακάζ του αυτοκινήτου. Κατέθεσε περαιτέρω ότι η ίδια σε καμία περίπτωση δεν κτύπησε τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ4 εξήγησε ότι ο εντοπισμός κακώσεων από κτυπήματα εξαρτάται από την ένταση τους και τον τρόπο πρόκλησης τους. Είναι το κατάλληλο στάδιο να αναφέρουμε ότι τα όσα ο Ιατροδικαστής κατέθεσε τεκμηριώθηκαν επιστημονικά. Ο μάρτυρας επεξήγησε ενώπιον μας τις θέσεις του και αιτιολόγησε τα ευρήματα του. Παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτο το σύνολο της μαρτυρίας του και γίνεται αποδεκτό. Ο μη εντοπισμός τραύματος στην κοιλιά της παραπονούμενης παρά τη θέση της ότι δέχθηκε κτύπημα, δικαιολογείται από το ΜΚ4 με αναφορά στην ιδιομορφία του συγκεκριμένου σημείου του σώματος. Επεξήγησε ότι η έλλειψη κοκάλων στο μέρος αυτό και η ελαστικότητα του, έχουν ως αποτέλεσμα την μη πρόκληση σε πολλές περιπτώσεις εξωτερικών κακώσεων. Όσον αφορά την έλλειψη τραυμάτων στο κεφάλι η παραπονούμενη διευκρίνισε ενώπιον μας - και οι σχετικές αναφορές της συνάδουν πλήρως με τα όσα από το αρχικό στάδιο παρέθεσε στη γραπτή κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο 20 - ότι ο κατηγορούμενος κρατώντας την από τα μαλλιά της έσπρωχνε το κεφάλι προς το μπακάζ του αυτοκινήτου. Η ίδια, στην προσπάθεια της να αποφύγει τραυματισμό, προστάτευε το πρόσωπο της βάζοντας μπροστά τα χέρια. Έτσι σε επαφή με το αυτοκίνητο ερχόταν το τριχωτό μέρος της κεφαλής της. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες η απουσία τραυμάτων δικαιολογείται και συνάδει με τα όσα ο ΜΚ4 κατέθεσε περί των παραμέτρων που συνηγορούν στην πρόκληση κακώσεων. Η έλλειψη κακώσεων στο σώμα του κατηγορούμενου, αλλά και το φυσιολογικό ή μη των αντιδράσεων της παραπονούμενης κατά το χρόνο του ισχυριζόμενου βιασμού της, θα πρέπει να αντικριστούν υπό το πρίσμα των όσων λάμβαναν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η παραπονούμενη μέσα από τη μαρτυρία της παρέθεσε με συγκλονιστική παραστατικότητα χρονολογικά και βήμα προς βήμα τις αντιδράσεις του κατηγορούμενου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναίνεσε τελικά να έχει σαρκική επαφή μαζί του. Προσπάθησε με διάφορα τεχνάσματα να ξεφύγει. Η ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου, οι απειλές του και η βία που ασκούσε εναντίον της είχαν ως αποτέλεσμα να συνειδητοποιήσει - απόλυτα δικαιολογημένα υπό το φως του συνόλου των συνθηκών - ότι η μόνη διέξοδος διαφυγής της ήταν να υποκύψει στις ορέξεις του. Υπό το κράτος φόβου μήπως ερεθίσει περισσότερο τον κατηγορούμενο ήταν απόλυτα φυσιολογική η αποφυγή εκ μέρους της να τον κτυπήσει. Με βάση τα πιο πάνω τίποτε το αφύσικο δεν καλύπτει τις όλες αντιδράσεις της ΜΚ1, ούτε και μας ξενίζει η έλλειψη οποιωνδήποτε κακώσεων στο σώμα του κατηγορούμενου. Επιχείρησε η υπεράσπιση να εντοπίσει αντιφάσεις μεταξύ της προφορικής κατάθεσης της παραπονούμενης στο Δικαστήριο και των όσων παρέθεσε στη γραπτή κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο
  1. Εγχείρημα καταδικασμένο σε αποτυχία. Οι βασικές θέσεις της ΜΚ1 παρέμειναν αναλλοίωτες από την αρχή μέχρι το τέλος. ΄Ηταν αναπόφευκτο μέσα από την εκτεταμένη μαρτυρία της στο Δικαστήριο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το περιεχόμενο των βασικών ισχυρισμών της, όπως αυτοί προβάλλουν μέσα από το Τεκμήριο
  2. Επεξήγησε με περισσότερη σαφήνεια και σε μεγαλύτερη έκταση τα σημαντικά για την υπόθεση γεγονότα. Ως εκ τούτου δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε αντίφαση, αλλά μόνο λεπτομερέστερη και αναλυτικότερη παράθεση των θέσεων της. H μη αναφορά στο Τεκμήριο 20 του ονόματος "Μάρκος", που όπως είπε κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο η παραπονούμενη, ήταν το όνομα με το οποίο της συστήθηκε ο κατηγορούμενος, είναι στοιχείο χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Δεν διαφοροποιεί την ουσία των σημαντικών γεγονότων, έτσι που να υπήρχε σκοπιμότητα προσφυγής σε ψεύδος. Η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι είναι ο κατηγορούμενος που μετέφερε την παραπονούμενη, ούτε ότι ήρθαν κατά το συγκεκριμένο χρόνο σε σαρκική επαφή. Ως εκ τούτου ζητούμενο δεν ήταν η ταυτότητα του προσώπου που μετέφερε την παραπονούμενη, ούτως ώστε να αποτελούσε και σημαντικό στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας της η παράλειψη της να αναφέρει το όνομα "Μάρκος" στο Τεκμήριο
  3. Προσθέτουμε ακόμη ότι καμία ερώτηση δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της επί του σημείου αυτού. Εισηγήθηκε ακόμη η υπεράσπιση ότι η αξιοπιστία της παραπονούμενης τρώθηκε από την αναφορά των Αστυνομικών μαρτύρων ότι όταν την είδαν για πρώτη φορά στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου τα ρούχα της δεν ήταν σκονισμένα και ότι στο μέρος του ισχυριζόμενου βιασμού δεν εντοπίστηκαν "πατημασιές". Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς τεκμηριώνεται με τα πιο πάνω η θέση της υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας της ΜΚ
  4. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα ρούχα της σκονίστηκαν κατά το όλο επεισόδιο. Αντίθετα, και σύμφωνα με όλη τη μαρτυρία, η σαρκική επαφή έλαβε χώρα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Όσον αφορά την ύπαρξη ή μη πατημασιών στη σκηνή οι εξεταστές αστυνομικοί δεν κατέθεσαν ότι δεν υπήρχαν, αλλά ότι δεν εξέτασαν σχετικά. Προσέγγιση απόλυτα φυσιολογική. Δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι πρωταγωνιστές και παρόντες στη σκηνή ήταν ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη. Κατά συνέπεια σε τίποτε δεν θα εξυπηρετούσε έρευνα για εντοπισμό τέτοιων ιχνών και ανίσχυρη είναι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης με βάση την ανεύρεση ή μη τέτοιων πατημασιών. Πυρήνα των προσπαθειών της υπεράσπισης που στόχευαν να πλήξουν την αξιοπιστία της ΜΚ1 αποτέλεσαν οι υποβολές ότι αυτή ήταν γυναίκα ελευθέρων ηθών, ότι "πάει με άνδρες" και ότι τούτο γινόταν εν αγνοία του ατόμου με το οποίο διατηρούσε σχέσεις. Στις θέσεις αυτές εδράζει ουσιαστικά η υπεράσπιση την προσέγγιση της ότι όλα έγιναν με τη συναίνεση της παραπονούμενης. Οι χωρίς στήριξη με μαρτυρία αυτές εισηγήσεις της υπεράσπισης είναι, για σειρά από λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως πιο κάτω, έκθετες σε απόρριψη. Κατά πρώτον οι ίδιες οι υποβολές που τέθηκαν κατά διαστήματα στην πορεία τη αντεξέτασης της παραπονούμενης αλληλοαναιρούνται. Δεν συνάδει υποβολή ότι η παραπονούμενη τσακώθηκε με το φίλο της γιατί αυτή είχε σχέση με άλλους άνδρες, με υποβολή που ακολούθησε σύμφωνα με την οποία φοβόταν να πει το όνομα του φίλου της μήπως τον εντοπίσει η Αστυνομία και τον πληροφορήσει ότι η ίδια "πάει με άνδρες". Εάν δηλαδή γνώριζε ήδη τέτοιο γεγονός ο φίλος της, προς τι τότε ο φόβος πλέον της παραπονούμενης; Περαιτέρω αντίφαση εντοπίζεται σε τελική υποβολή ότι η παραπονούμενη κατήγγειλε βιασμό της για να δικαιολογηθεί στο φίλο της, καθότι, πάντα κατά την υποβολή, αυτός την είδε να μπαίνει στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Εάν όντως την είδε τότε πώς συνάδει αυτό με προηγούμενη θέση που υπεβλήθη, ότι δηλαδή η παραπονούμενη δεν είπε το όνομα του φίλου της στην Αστυνομία καθότι φοβόταν μήπως τον πληροφορήσει για τις επαφές της με άλλους άνδρες; Περαιτέρω τα όσα τέθηκαν στην παραπονούμενη για την ηθική της ανατρέπονται από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου. Είπε με σαφήνεια ότι δεν αντιλήφθηκε να είναι "πουτάνα" η παραπονούμενη. Κατέθεσε μάλιστα ότι όταν την άγγιξε αρχικά στο πόδι η ίδια του είπε ότι δεν είναι "κούρβα" (πουτάνα). Αλλά και άλλο μέρος της κατάθεσης του κατηγορούμενου ανατρέπει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης που περιστρέφονται γύρω από την ηθική πλευρά της παραπονούμενης. Ήταν ξεκάθαρη η θέση του κατηγορούμενου ότι μέχρι και σχεδόν τη στιγμή που θα ερχόντουσαν σε σαρκική επαφή δεν είχε καταφέρει να συνεννοηθεί με την παραπονούμενη εάν αυτή ήθελε ή όχι να κάνουν έρωτα. Αν όντως η παραπονούμενη ήταν πόρνη τότε, χωρίς καμία αμφιβολία, πολύ πιο εύκολα και πολύ πιο γρήγορα θα αντιλαμβανόταν και ο κατηγορούμενος τις προθέσεις της. Φυσικό θα ήταν με απλές ενέργειες και λέξεις η παραπονούμενη να τον έκανε εύκολα κοινωνό των επιθυμιών της. Σε τελική ανάλυση το σημαντικότερο στοιχείο που θα έδιδε υπόσταση στη θέση της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη είναι γυναίκα του δρόμου ελλείπει. Όχι μόνο δηλαδή δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι αυτή πήρε λεφτά από τον κατηγορούμενο για τις υπηρεσίες που η υπεράσπιση αφήνει να νοηθεί ότι πρόσφερε, αλλά αντίθετα ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι η παραπονούμενη σε κάποιο στάδιο του πρότεινε να του δώσει λεφτά. Η όλη παρουσία της παραπονούμενης στο Δικαστήριο μας έκανε εξαιρετικά θετική εντύπωση. Τίποτα δεν κλόνισε τη μαρτυρία της. Έχουμε κατά νουν τη φύση του αδικήματος του βιασμού, το οποίο εμπίπτει σε αυτά που καλύπτονται από το στοιχείο της σεξουαλικής υφής και την ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής αλλά πρακτικής. Είναι βεβαίως γνωστό ότι η αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι απόλυτη. Το Δικαστήριο, νοουμένου ότι αποδέχεται τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, μπορεί να ενεργήσει στηριζόμενο μόνο σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι προειδοποιεί τον εαυτό του για τους κινδύνους να βασιστεί αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία χωρίς ενίσχυση. Έχουμε ήδη καταλήξει ως προς την εξαιρετικά θετική εντύπωση που έκανε η παραπονούμενη στο Δικαστήριο καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Αναλύσαμε επίσης και αξιολογήσαμε τα όσα ενώπιον μας έθεσε σφαιρικά και σε συσχέτιση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σταθμίσαμε κάθε λεπτομέρεια και κάθε απάντηση της και χωρίς να κατατεμαχίσουμε τη μαρτυρία της εστιάσαμε την προσοχή μας στα σημεία εκείνα που απετέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης. Διαπιστώσαμε, ως αποτέλεσμα εξονυχιστικής ανάλυσης της μαρτυρίας της, ότι αυτή αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο και την αποδεχόμαστε χωρίς κανένα ενδοιασμό ως αξιόπιστη. Έχοντας αναλογισθεί σε υπέρτατο βαθμό τους κινδύνους της αποδοχής της μαρτυρίας αυτής χωρίς ενίσχυση και κατόπιν συνεχών και έντονων αυτοπροειδοποιήσεων μας, καταλήξαμε ότι η ποιότητα, η δύναμη και η πειστικότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι τέτοια που μπορούμε, και έτσι αισθανόμαστε με βεβαιότητα, να βασιστούμε με απόλυτη ασφάλεια σ΄ αυτήν χωρίς αναζήτηση ενίσχυσης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μας καταγράφουμε, παρενθετικά πλέον, ότι ενισχυτική μαρτυρία σε σχέση με το σεξουαλικό αδίκημα υπάρχει. Είναι το παράπονο που έγινε από την παραπονούμενη στον Αστυνομικό, ΜΚ2, τις πρωινές ώρες τις 26.2.
  5. Η άμεση αυτή καταγγελία κατατάσσεται στις παραμέτρους που συνιστούν πρώτο παράπονο, όπως αυτό ορίζεται από το άρθρο 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  6. Ο Αστυνομικός ήταν υπό τις συνθήκες των γεγονότων το πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό ότι θα παραπονείτο η ΜΚ1 αναφορικά με το αδίκημα. Δεν αναμένεται να υπέβαλλε παράπονο στο άγνωστο της πρόσωπο που συνάντησε προηγουμένως και το οποίο την μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Υπό τις δοσμένες περιστάσεις της υπόθεσης η υποβολή του παραπόνου έγινε ευθύς αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Περαιτέρω η είσοδος της παραπονούμενης στον Αστυνομικό Σταθμό και η άμεση προσπάθεια της να περιγράψει τι έγινε κατατάσσουν τις όλες ενέργειες της στα πλαίσια του αυθόρμητου, προϋπόθεση η οποία επίσης τίθεται από το άρθρο
  7. Ο ΜΚ2 - μάρτυρας καθ΄ όλα αντικειμενικός, αξιόπιστος και που η μαρτυρία του εν πάση περιπτώσει δεν αντικρούστηκε - έδωσε λεπτομέρειες του περιεχομένου του παραπόνου. Μετέφερε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο η παραπονούμενη, βρισκόμενη σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, του εξήγησε τι της συνέβη. Οι όλες κινήσεις και νοήματα της, όπως μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο, ορθά οδήγησαν τον ΜΚ2 να αντιληφθεί ότι η παραπονούμενη του κατέγγελλε ότι βιάστηκε από τον οδηγό του αυτοκινήτου τα στοιχεία του οποίου, ταυτόχρονα, και στην παρουσία του ΜΚ2, κατέγραψε η ίδια. Καταλήγοντας προσθέτουμε ότι πέραν του άμεσου παραπόνου η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2 επιβεβαιώνει την παραπονούμενη ως προς την άσχημη ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν το συγκεκριμένο χρόνο. Ο κατηγορούμενος έδωσε ενόρκως τη θέση του. Τον παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή καθοδηγούμενοι - στην προσπάθεια μας να ανιχνεύσουμε την αλήθεια - από την καλά εμπεδωμένη προσέγγιση ότι η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Παράγοντας δε εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας. Το νοηματικό εύρος του όρου "εντύπωση" συνίσταται μεταξύ άλλων από την εμφάνιση, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις - φυσικές ή αφύσικες - τον τρόπο που απαντά, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα του μάρτυρα ενόσω καταθέτει (C & A. Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 (Β) AAΔ, 1273, 1281). Ό,τι χαρακτήριζε την εμφάνιση του κατηγορούμενου σε όλη την πορεία της ενώπιον μας μαρτυρίας του ήταν η συνεχής προσπάθεια του να συγκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης λέγοντας αναλήθειες. Προσπάθεια που αποκαλύπτεται και στοιχειοθετείται από τις κατά συρροή αντιφάσεις, παλινδρομήσεις, αφύσικες προσεγγίσεις και τοποθετήσεις. Μας έχει κάνει άθλια εντύπωση ως μάρτυρας και αξιοθρήνητη ήταν η όλη εμφάνιση του ενώ κατέθετε. Η πειστικότητα του κυμαινόταν, για τους λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως πιο κάτω, σε μηδενικά επίπεδα. Η μαρτυρία του ήταν αναξιόπιστη, απ΄ άκρη σ΄ άκρη, σε ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Τεκμηριώνουμε: Έχουμε ήδη θέσει σε προηγούμενο στάδιο τις αντιφατικές υποβολές της υπεράσπισης όταν αντεξέταζε την παραπονούμενη. Πέραν της μεταξύ των ιδίων των υποβολών αντιφατικότητας, υπάρχει, όπως εντοπίσαμε στο πιο πάνω μέρος της απόφασης μας, και κάθετη αντίθεση των υποβολών με τα όσα σχετικά παρέθεσε ο κατηγορούμενος κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του. Προσθέτουμε επίσης την αντιφατικότητα που υπάρχει μεταξύ της θέσης που υποβλήθηκε στην παραπονούμενη κατά την αντετέξαση της, ότι δηλαδή πράγματι ο κατηγορούμενος της ζήτησε στοματικό έρωτα αλλά όταν αυτή αρνήθηκε δεν επέμενε και της ίδιας της μαρτυρίας του κατηγορούμενου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε της ζήτησε στοματικό έρωτα. Η βασική θέση του κατηγορούμενου περί συγκατάθεσης της παραπονούμενης καταρρέει μέσα από την παραδοχή του τόσο στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 15, όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης του, ότι η παραπονούμενη αναφέροντας του πως δεν είναι "πουτάνα" του ζητούσε να σταματήσει να την αγγίζει Ισχυριζόταν ο κατηγορούμενος ότι η παραπονούμενη "τα ήθελε". Το γεγονός αυτό, όπως είπε, το αντιλήφθηκε από την πρώτη στιγμή, όταν άρχισε να της αγγίζει το πόδι. Η δική του ερμηνεία στις παρακλήσεις της παραπονούμενης "στοπ - στοπ, όχι" ήταν ότι δεν το εννοούσε και ότι "έκανε τη δύσκολη". Το αφύσικο όμως και αντιφατικό της θέσης του εύκολα εντοπίζεται μέσα από τα όσα ο ίδιος στη συνέχεια παρέθεσε στο Δικαστήριο. Ξεκάθαρα ανέφερε ότι μέχρι και τα τελευταία στάδια προτού έρθει σε σαρκική επαφή με την παραπονούμενη δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της κατά πόσο ήθελε να κάνουν έρωτα. Όταν της το ζητούσε, αυτή, όπως ο ίδιος είπε: "δεν καταλάβαινε, έμεινε τζιαι θώρεν με ....... δεν βρίσκαμε άκρη". Διαζευγμένη από τη λογική είναι και η εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει την παραπονούμενη στη σκηνή μετά το τέλος της σαρκικής τους επαφής. Την, ακατανόητη, θέση του καταγράψαμε αυτούσια σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας. Εάν όντως ήταν αλήθεια ότι απόλαυσαν και οι δύο την επαφή τους και "ένιωθαν ωραία", δεν εξηγείται η ενέργεια του να την πετάξει έξω από το αυτοκίνητο εγκαταλείποντας την μεταμεσονύχτιες ώρες στην ερημιά. Ψέματα έλεγε ακόμη και για το σημείο απ΄ όπου ισχυριζόταν ότι παρέλαβε την παραπονούμενη. Το εξεταζόμενο ζήτημα είναι ουσιαστικό, καθότι συνδέεται άμεσα με την κατηγορία της απαγωγής και τη σχετική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σύμφωνα με την οποία ενώ ο κατηγορούμενος άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα για να αποβιβάσει την παραπονούμενη ανέπτυξε και πάλι και κάνοντας επαναστροφή απομακρύνθηκε από το Παραλίμνι. Καταδεικνύεται η αναλήθεια των σχετικών αναφορών του κατηγορουμένου από τα ακόλουθα: Η παραπονούμενη κατέθεσε και δεν αντεξετάστηκε ότι βγαίνοντας από το διαμέρισμα της έστριψε αριστερά για να πάει προς το κέντρο του Παραλιμνίου. Το διαμέρισμα της βρίσκεται, σύμφωνα με όλη την αναντίλεκτη μαρτυρία, επί της αριστερής πλευράς της λεωφόρου Πρωταρά με πορεία από Πρωταρά προς Παραλίμνι και ακολουθεί της παρόδου που οδηγεί στα χωράφια όπου και την μετέφερε ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι όταν πρωτοσυναντήθηκαν κατάλαβε πως η παραπονούμενη ήθελε να πάει Παραλίμνι. Κατά συνέπεια θα ήταν αφύσικο να την παρέλαβε από το σημείο που αναφέρει και το οποίο βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση από την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει η παραπονούμενη για να πάει στον προορισμό της, ήτοι στο Παραλίμνι. Δεν θα ήταν λογικό η παραπονούμενη, η οποία διαμένει για μήνες στην περιοχή και γνωρίζει, γεγονός που παρέμεινε χωρίς αντίκρουση, τους δρόμους, να θέλει να κατευθυνθεί προς το Παραλίμνι αλλά να περπατά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Συνοψίζοντας καταγράφουμε ότι η όλη εκδοχή του κατηγορούμενου στερείται λογικής. Είναι αφύσικο να εισέρχεται μία γυναίκα στο αυτοκίνητο του, να αντιλαμβάνεται ο ίδιος - όπως παραδέχθηκε - ότι κάπου ήθελε να μεταβεί, να την αγγίζει με το χέρι του στα πόδια της, να του ζητά αυτή να σταματήσει να το κάνει, να μην μπορούν στη συνέχεια να συνεννοηθούν, να την μεταφέρει σε απόμακρη και απομονωμένη περιοχή, να μην αντιλαμβάνεται η γυναίκα μέχρι σ΄ αυτό το σημείο ότι αυτός ήθελε να κάνουν έρωτα και αμέσως μετά ο κατηγορούμενος να ανοίγει την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου του και η γυναίκα καταλαβαίνοντας πλέον τις επιθυμίες του να βγάζει το παντελόνι της και να ξαπλώνει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου συναινώντας στη μεταξύ τους σαρκική επαφή. Το σύνολο των πιο πάνω νεφελωδών τοποθετήσεων του κατηγορούμενου δεν είναι παρά εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευάσματα. Η μαρτυρία του ως αναξιόπιστη απορρίπτεται. Τονίζουμε δε ότι στην κατάληξη μας αυτή ουδόλως επέδρασαν οι αντιφάσεις του κατηγορούμενου σε σχέση με προηγούμενες καταδίκες του για μέθη. Ήταν μία περιθωριακή αναφορά, χωρίς καμία ιδιαίτερη σημασία ως προς το ζήτημα της αξιοπιστίας του. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων και με βάση τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που έχουμε αποδεχθεί και κρίνει ως αξιόπιστη, και ιδίως αυτήν της ΜΚ1, ανάλογα είναι και τα ευρήματα μας. Τα καταγράφουμε: Η παραπονούμενη, 40 ετών, διαζευγμένη και μητέρα μίας θυγατέρας 20 ετών, είναι Λετονή υπήκοος. Αφίχθηκε στην Κύπρο την 6.8.05 προκειμένου να εργαστεί και διαμένει στο συγκρότημα διαμερισμάτων La Rome, το οποίο βρίσκεται στη λεωφόρο Πρωταρά στο Παραλίμνι. Λίγο μετά την άφιξη της και μέχρι, τουλάχιστον, το χρόνο ακρόασης της υπόθεσης διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με αλλοδαπό. Το βράδυ της 25.2.06 πήγε με την κόρη της σε μπυραρία της περιοχής Παραλιμνίου. Έφυγαν γύρω στα μεσάνυχτα περπατητές επιστρέφοντας στο διαμέρισμα τους. Όταν έφθασαν η παραπονούμενη είπε της κόρης της να κοιμηθεί και η ίδια έφυγε προκειμένου να επισκεφθεί το πρόσωπο με το οποίο συνδεόταν. Είχαν τσακωθεί προηγουμένως και ήθελε να αποκαταστήσει τις σχέσεις τους ζητώντας του συγνώμη. Ξεκίνησε περπατώντας με κατεύθυνση το κέντρο Παραλιμνίου όπου και διαμένει το πρόσωπο αυτό. Θα χρειαζόταν 20 με 30 περίπου λεπτά για να φθάσει. Ενώ προχώρησε λίγο σταμάτησε δίπλα της ο κατηγορούμενος, τον οποίο δεν είχε ξαναδεί, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο υπ΄ αρ. εγγραφής UH
  1. Του είπε ότι ήθελε να πάει στο Παραλίμνι και αυτός προθυμοποιήθηκε να την μεταφέρει. Μπήκε στο αυτοκίνητο του και με τα λίγα Αγγλικά που γνωρίζει, καθώς επίσης και με νοήματα, του εξηγούσε τον ακριβή προορισμό της. Πλησιάζοντας στο σημείο αποβίβασης της ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα και η παραπονούμενη άνοιξε την πόρτα για να κατεβεί. Τη στιγμή αυτή ο κατηγορούμενος ανέπτυξε και πάλιν ταχύτητα και η συμπεριφορά του άλλαξε. Ενώ προηγουμένως ήταν φυσιολογική άρχισε να θυμώνει και να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα. Η παραπονούμενη έκλαιε και τον παρακαλούσε να σταματήσει για να κατεβεί. Αντί αυτού ο κατηγορούμενος αλλάζοντας πορεία οδήγησε το αυτοκίνητο του προς την αντίθετη κατεύθυνση και εισήλθε σε πάροδο της λεωφόρου Πρωταρά, η οποία - πάροδος - βρίσκεται κοντά στην υπεραγορά Ορφανίδη. Η παραπονούμενη εξακολουθούσε να κλαίει και να έχει την πόρτα του αυτοκινήτου ανοικτή ελπίζοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο ότι κάποιος άλλος οδηγός θα αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε και θα προσέτρεχε σε βοήθεια της. Όταν το αυτοκίνητο εισήλθε στην πάροδο η παραπονούμενη έκλεισε την πόρτα και άρχισε με ήρεμο τόνο να μιλά στον κατηγορούμενο, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει. Του έλεγε ότι είναι "φυσιολογική γυναίκα" και του ζητούσε να την αφήσει να φύγει. Αυτός της απάντησε "θέλω σεξ". Φθάνοντας σε ερημική περιοχή ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του και κατέβασε το παντελόνι του. Η παραπονούμενη επιχείρησε να βρει ευκαιρία διαφυγής, αρχικά λέγοντας του ψέματα ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα, αργότερα ότι θα έκανε εμετό και ακολούθως προτρέποντας τον να την μεταφέρει στο σπίτι της και να κάνουν εκεί έρωτα. Όταν αυτός αντιλήφθηκε τις προθέσεις της, θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να της φωνάζει "I kill you". Η παραπονούμενη γονατιστή τον παρακάλεσε να την αφήσει να φύγει. Άρχισε να συμπεριφέρεται και αυτή "υστερικά" και ο κατηγορούμενος της έκλεισε το στόμα με το χέρι του για να μην φωνάζει. Την κτύπησε επίσης στην κοιλιά και κρατώντας την από τα μαλλιά έσπρωχνε το κεφάλι της στο μπακάζ του αυτοκινήτου. Η παραπονούμενη προσπαθούσε να προστατευθεί βάζοντας τα χέρια της μπροστά από το πρόσωπο της. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες και αντιλαμβανόμενη ότι δεν είχε κανένα περιθώριο διαφυγής είπε στον κατηγορούμενο "Ok, you want sex, ok". Τότε ο κατηγορούμενος άνοιξε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου του και αφού η παραπονούμενη ξάπλωσε ανάσκελα της κατέβασε το παντελόνι, έβγαλε και αυτός τα ρούχα του και της ζήτησε να του κάνει στοματικό έρωτα. Αυτή το απέφυγε αναφέροντας του ότι θα έκανε εμετό. Στη συνέχεια έβαλε το πέος του στα γεννητικά της όργανα και για μία περίπου ώρα και κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες είχαν σαρκική επαφή. Η παραπονούμενη καθ΄ όλο το διάστημα έκλαιε, πονούσε και είχε τα χέρια της σφιγμένα σε γροθιές κοντά στο στόμα της. Ο κατηγορούμενος αδυνατούσε να εκσπερματώσει και βγάζοντας το πέος του από τον κόλπο της παραπονούμενης της ζήτησε να τον χαϊδέψει. Αυτή όμως βρισκόμενη σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και κλαίοντας συνεχώς αρνήθηκε. Έτσι αυτός τέλειωσε μόνος του εκσπερματώνοντας στην κοιλιά και στο στήθος της. Ακολούθως, έχοντας πλέον ηρεμήσει, της είπε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού και ξεκίνησε το αυτοκίνητο. Αμέσως μετά όμως σταμάτησε και πάλιν και της ζήτησε την τσάντα της. Αυτή αρνήθηκε να του την δώσει γιατί είχε προσωπικά της έγραφα και δεν ήθελε να τα απωλέσει. Τότε ο κατηγορούμενος της είπε να του δώσει τα λεφτά που υπήρχαν στην τσάντα και τα οποία ήταν Λ.Κ.
  2. Η παραπονούμενη λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης της και στην προσπάθεια της να αποφύγει την απώλεια ολόκληρης της τσάντας του τα έδωσε. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και την έσπρωξε έξω αφήνοντας την στο σημείο αυτό και εγκαταλείποντας ο ίδιος την σκηνή. Η παραπονούμενη φοβούμενη μήπως επιστρέψει ξανά μετακινήθηκε προς το κεντρικό δρόμο, τη λεωφόρο Πρωταρά, συνεχίζοντας να κλαίει δυνατά. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε και του ζήτησε να την μεταφέρει στην Αστυνομία. Την πήρε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, όπου κλαίοντας περιέγραψε με νοήματα και με τα λίγα αγγλικά που γνωρίζει τον βιασμό της από τον κατηγορούμενο στον επί καθήκοντι Αστυνομικό, ΜΚ
  3. Πάνω σε μία κόλλα χαρτί έγραψε τον αριθμό αυτοκινήτου UH
  4. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας μέσα από τη μαρτυρία που προσέφερε και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο τα συστατικά στοιχεία του συνόλου των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η απαγωγή δυνάμει των άρθρων 148 και 247 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου) έχει συντελεστεί από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος με σκοπό τη συνουσία με την παραπονούμενη, χωρίς τη θέληση της - ήτοι αναπτύσσοντας ταχύτητα, περιορίζοντας την στο αυτοκίνητο του και αγνοώντας τις παρακλήσεις της να την αφήσει να φύγει - την εξανάγκασε να μην κατεβεί στον προορισμό της αλλά να παραμείνει μαζί του στο αυτοκίνητο και την μετέφερε σε άλλο μέρος. Η παράνομη συνουσία που ακολούθησε και η συναίνεση της παραπονούμενης για συνουσία, κάτω από τις συνθήκες που αυτή δόθηκε - ήτοι υπό το κράτος βίας και του φόβου σωματικής βλάβης - εντάσσει την περίπτωση στα πλαίσια του βιασμού (2η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου), όπως το κακούργημα αυτό οριοθετείται από το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα. Η απόκτηση κατοχής από τον κατηγορούμενο του ποσού των Λ.Κ.150 υπό τις συνθήκες που αυτή έλαβε χώρα - ήτοι ο εκφοβισμός κάτω από τον οποίο τελούσε η παραπονούμενη και κατ΄ ακολουθία η έλλειψη συναίνεσης εκ μέρους της - και η, επακολουθήσασα, μόνιμη αποστέρηση της από την περιουσία της αυτή, συνιστά κλοπή (3η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου), εμπίπτουσα στα πλαίσια του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα. Είναι με βάση τα πιο πάνω κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Τον βρίσκουμε ένοχο και στις τρεις αυτές κατηγορίες. (Υπ.) ................................... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.