Δημοκρατία ν. Μιχάλη Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης: 850/06, 24 Μαΐου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2006:8 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 850/06 Δημοκρατία ν. Μιχάλη Φιλίππου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 24 Μαΐου,
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629 προσδιορίζει. Ήτοι δείχνει πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς τι θα κατέθεταν. Ο ΜΚ4, Ιατροδικαστής, κατέθεσε, και αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι ούτε η παραπονούμενη αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος έφεραν κατά την εξέταση τους, το απόγευμα της 26.2.06, οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Οι θέσεις αυτές έδωσαν έναυσμα στην υπεράσπιση να εισηγηθεί ότι πλήττουν την αξιοπιστία της παραπονούμενης και τεκμηριώνουν τα ψεύδη της περί άσκησης βίας εναντίον της κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ενισχύουν δε, πάντα κατά την υπεράσπιση, τη θέση του κατηγορούμενου ότι όλα έγιναν με τη συναίνεση της παραπονούμενης. Η προσέγγιση αυτή της υπεράσπισης εμπλέκεται άρρηκτα και με την εισήγηση της ότι οι όλες αντιδράσεις της παραπονούμενης κατά το χρόνο του ισχυριζόμενου βιασμού της, όπως τις περιέγραψε, ήταν αφύσικες. Υπό την έννοια ότι αναμενόμενο θα ήταν αμυνόμενη και στην προσπάθεια της να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από του να υλοποιήσει τους άνομους σκοπούς του, να τον κτυπήσει και να του προκαλέσει κάποια τραύματα, έστω και εκδορές. Θα εξετάσουμε ενιαία τη θέση της υπεράσπισης, θέτοντας και αναλύοντας αρχικά τα σχετικά μέρη της μαρτυρίας της ΜΚ1 και του ΜΚ4 και ακολούθως αντικρίζοντας τις αντιδράσεις της παραπονούμενης υπό το φως των συνθηκών, όπως αυτές λάμβαναν χώρα. Η παραπονούμενη κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος άσκησε βία εναντίον της. Την εξειδίκευσε σε κτύπημα στην κοιλιά και τράβηγμα των μαλλιών με ταυτόχρονη επαφή του τριχωτού της κεφαλής της στο μπακάζ του αυτοκινήτου. Κατέθεσε περαιτέρω ότι η ίδια σε καμία περίπτωση δεν κτύπησε τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ4 εξήγησε ότι ο εντοπισμός κακώσεων από κτυπήματα εξαρτάται από την ένταση τους και τον τρόπο πρόκλησης τους. Είναι το κατάλληλο στάδιο να αναφέρουμε ότι τα όσα ο Ιατροδικαστής κατέθεσε τεκμηριώθηκαν επιστημονικά. Ο μάρτυρας επεξήγησε ενώπιον μας τις θέσεις του και αιτιολόγησε τα ευρήματα του. Παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτο το σύνολο της μαρτυρίας του και γίνεται αποδεκτό. Ο μη εντοπισμός τραύματος στην κοιλιά της παραπονούμενης παρά τη θέση της ότι δέχθηκε κτύπημα, δικαιολογείται από το ΜΚ4 με αναφορά στην ιδιομορφία του συγκεκριμένου σημείου του σώματος. Επεξήγησε ότι η έλλειψη κοκάλων στο μέρος αυτό και η ελαστικότητα του, έχουν ως αποτέλεσμα την μη πρόκληση σε πολλές περιπτώσεις εξωτερικών κακώσεων. Όσον αφορά την έλλειψη τραυμάτων στο κεφάλι η παραπονούμενη διευκρίνισε ενώπιον μας - και οι σχετικές αναφορές της συνάδουν πλήρως με τα όσα από το αρχικό στάδιο παρέθεσε στη γραπτή κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο 20 - ότι ο κατηγορούμενος κρατώντας την από τα μαλλιά της έσπρωχνε το κεφάλι προς το μπακάζ του αυτοκινήτου. Η ίδια, στην προσπάθεια της να αποφύγει τραυματισμό, προστάτευε το πρόσωπο της βάζοντας μπροστά τα χέρια. Έτσι σε επαφή με το αυτοκίνητο ερχόταν το τριχωτό μέρος της κεφαλής της. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες η απουσία τραυμάτων δικαιολογείται και συνάδει με τα όσα ο ΜΚ4 κατέθεσε περί των παραμέτρων που συνηγορούν στην πρόκληση κακώσεων. Η έλλειψη κακώσεων στο σώμα του κατηγορούμενου, αλλά και το φυσιολογικό ή μη των αντιδράσεων της παραπονούμενης κατά το χρόνο του ισχυριζόμενου βιασμού της, θα πρέπει να αντικριστούν υπό το πρίσμα των όσων λάμβαναν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η παραπονούμενη μέσα από τη μαρτυρία της παρέθεσε με συγκλονιστική παραστατικότητα χρονολογικά και βήμα προς βήμα τις αντιδράσεις του κατηγορούμενου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναίνεσε τελικά να έχει σαρκική επαφή μαζί του. Προσπάθησε με διάφορα τεχνάσματα να ξεφύγει. Η ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου, οι απειλές του και η βία που ασκούσε εναντίον της είχαν ως αποτέλεσμα να συνειδητοποιήσει - απόλυτα δικαιολογημένα υπό το φως του συνόλου των συνθηκών - ότι η μόνη διέξοδος διαφυγής της ήταν να υποκύψει στις ορέξεις του. Υπό το κράτος φόβου μήπως ερεθίσει περισσότερο τον κατηγορούμενο ήταν απόλυτα φυσιολογική η αποφυγή εκ μέρους της να τον κτυπήσει. Με βάση τα πιο πάνω τίποτε το αφύσικο δεν καλύπτει τις όλες αντιδράσεις της ΜΚ1, ούτε και μας ξενίζει η έλλειψη οποιωνδήποτε κακώσεων στο σώμα του κατηγορούμενου. Επιχείρησε η υπεράσπιση να εντοπίσει αντιφάσεις μεταξύ της προφορικής κατάθεσης της παραπονούμενης στο Δικαστήριο και των όσων παρέθεσε στη γραπτή κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο
- Εγχείρημα καταδικασμένο σε αποτυχία. Οι βασικές θέσεις της ΜΚ1 παρέμειναν αναλλοίωτες από την αρχή μέχρι το τέλος. ΄Ηταν αναπόφευκτο μέσα από την εκτεταμένη μαρτυρία της στο Δικαστήριο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το περιεχόμενο των βασικών ισχυρισμών της, όπως αυτοί προβάλλουν μέσα από το Τεκμήριο
- Επεξήγησε με περισσότερη σαφήνεια και σε μεγαλύτερη έκταση τα σημαντικά για την υπόθεση γεγονότα. Ως εκ τούτου δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε αντίφαση, αλλά μόνο λεπτομερέστερη και αναλυτικότερη παράθεση των θέσεων της. H μη αναφορά στο Τεκμήριο 20 του ονόματος "Μάρκος", που όπως είπε κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο η παραπονούμενη, ήταν το όνομα με το οποίο της συστήθηκε ο κατηγορούμενος, είναι στοιχείο χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Δεν διαφοροποιεί την ουσία των σημαντικών γεγονότων, έτσι που να υπήρχε σκοπιμότητα προσφυγής σε ψεύδος. Η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι είναι ο κατηγορούμενος που μετέφερε την παραπονούμενη, ούτε ότι ήρθαν κατά το συγκεκριμένο χρόνο σε σαρκική επαφή. Ως εκ τούτου ζητούμενο δεν ήταν η ταυτότητα του προσώπου που μετέφερε την παραπονούμενη, ούτως ώστε να αποτελούσε και σημαντικό στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας της η παράλειψη της να αναφέρει το όνομα "Μάρκος" στο Τεκμήριο
- Προσθέτουμε ακόμη ότι καμία ερώτηση δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της επί του σημείου αυτού. Εισηγήθηκε ακόμη η υπεράσπιση ότι η αξιοπιστία της παραπονούμενης τρώθηκε από την αναφορά των Αστυνομικών μαρτύρων ότι όταν την είδαν για πρώτη φορά στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου τα ρούχα της δεν ήταν σκονισμένα και ότι στο μέρος του ισχυριζόμενου βιασμού δεν εντοπίστηκαν "πατημασιές". Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς τεκμηριώνεται με τα πιο πάνω η θέση της υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας της ΜΚ
- Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα ρούχα της σκονίστηκαν κατά το όλο επεισόδιο. Αντίθετα, και σύμφωνα με όλη τη μαρτυρία, η σαρκική επαφή έλαβε χώρα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Όσον αφορά την ύπαρξη ή μη πατημασιών στη σκηνή οι εξεταστές αστυνομικοί δεν κατέθεσαν ότι δεν υπήρχαν, αλλά ότι δεν εξέτασαν σχετικά. Προσέγγιση απόλυτα φυσιολογική. Δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι πρωταγωνιστές και παρόντες στη σκηνή ήταν ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη. Κατά συνέπεια σε τίποτε δεν θα εξυπηρετούσε έρευνα για εντοπισμό τέτοιων ιχνών και ανίσχυρη είναι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης με βάση την ανεύρεση ή μη τέτοιων πατημασιών. Πυρήνα των προσπαθειών της υπεράσπισης που στόχευαν να πλήξουν την αξιοπιστία της ΜΚ1 αποτέλεσαν οι υποβολές ότι αυτή ήταν γυναίκα ελευθέρων ηθών, ότι "πάει με άνδρες" και ότι τούτο γινόταν εν αγνοία του ατόμου με το οποίο διατηρούσε σχέσεις. Στις θέσεις αυτές εδράζει ουσιαστικά η υπεράσπιση την προσέγγιση της ότι όλα έγιναν με τη συναίνεση της παραπονούμενης. Οι χωρίς στήριξη με μαρτυρία αυτές εισηγήσεις της υπεράσπισης είναι, για σειρά από λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως πιο κάτω, έκθετες σε απόρριψη. Κατά πρώτον οι ίδιες οι υποβολές που τέθηκαν κατά διαστήματα στην πορεία τη αντεξέτασης της παραπονούμενης αλληλοαναιρούνται. Δεν συνάδει υποβολή ότι η παραπονούμενη τσακώθηκε με το φίλο της γιατί αυτή είχε σχέση με άλλους άνδρες, με υποβολή που ακολούθησε σύμφωνα με την οποία φοβόταν να πει το όνομα του φίλου της μήπως τον εντοπίσει η Αστυνομία και τον πληροφορήσει ότι η ίδια "πάει με άνδρες". Εάν δηλαδή γνώριζε ήδη τέτοιο γεγονός ο φίλος της, προς τι τότε ο φόβος πλέον της παραπονούμενης; Περαιτέρω αντίφαση εντοπίζεται σε τελική υποβολή ότι η παραπονούμενη κατήγγειλε βιασμό της για να δικαιολογηθεί στο φίλο της, καθότι, πάντα κατά την υποβολή, αυτός την είδε να μπαίνει στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Εάν όντως την είδε τότε πώς συνάδει αυτό με προηγούμενη θέση που υπεβλήθη, ότι δηλαδή η παραπονούμενη δεν είπε το όνομα του φίλου της στην Αστυνομία καθότι φοβόταν μήπως τον πληροφορήσει για τις επαφές της με άλλους άνδρες; Περαιτέρω τα όσα τέθηκαν στην παραπονούμενη για την ηθική της ανατρέπονται από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου. Είπε με σαφήνεια ότι δεν αντιλήφθηκε να είναι "πουτάνα" η παραπονούμενη. Κατέθεσε μάλιστα ότι όταν την άγγιξε αρχικά στο πόδι η ίδια του είπε ότι δεν είναι "κούρβα" (πουτάνα). Αλλά και άλλο μέρος της κατάθεσης του κατηγορούμενου ανατρέπει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης που περιστρέφονται γύρω από την ηθική πλευρά της παραπονούμενης. Ήταν ξεκάθαρη η θέση του κατηγορούμενου ότι μέχρι και σχεδόν τη στιγμή που θα ερχόντουσαν σε σαρκική επαφή δεν είχε καταφέρει να συνεννοηθεί με την παραπονούμενη εάν αυτή ήθελε ή όχι να κάνουν έρωτα. Αν όντως η παραπονούμενη ήταν πόρνη τότε, χωρίς καμία αμφιβολία, πολύ πιο εύκολα και πολύ πιο γρήγορα θα αντιλαμβανόταν και ο κατηγορούμενος τις προθέσεις της. Φυσικό θα ήταν με απλές ενέργειες και λέξεις η παραπονούμενη να τον έκανε εύκολα κοινωνό των επιθυμιών της. Σε τελική ανάλυση το σημαντικότερο στοιχείο που θα έδιδε υπόσταση στη θέση της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη είναι γυναίκα του δρόμου ελλείπει. Όχι μόνο δηλαδή δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι αυτή πήρε λεφτά από τον κατηγορούμενο για τις υπηρεσίες που η υπεράσπιση αφήνει να νοηθεί ότι πρόσφερε, αλλά αντίθετα ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι η παραπονούμενη σε κάποιο στάδιο του πρότεινε να του δώσει λεφτά. Η όλη παρουσία της παραπονούμενης στο Δικαστήριο μας έκανε εξαιρετικά θετική εντύπωση. Τίποτα δεν κλόνισε τη μαρτυρία της. Έχουμε κατά νουν τη φύση του αδικήματος του βιασμού, το οποίο εμπίπτει σε αυτά που καλύπτονται από το στοιχείο της σεξουαλικής υφής και την ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής αλλά πρακτικής. Είναι βεβαίως γνωστό ότι η αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι απόλυτη. Το Δικαστήριο, νοουμένου ότι αποδέχεται τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, μπορεί να ενεργήσει στηριζόμενο μόνο σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι προειδοποιεί τον εαυτό του για τους κινδύνους να βασιστεί αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία χωρίς ενίσχυση. Έχουμε ήδη καταλήξει ως προς την εξαιρετικά θετική εντύπωση που έκανε η παραπονούμενη στο Δικαστήριο καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Αναλύσαμε επίσης και αξιολογήσαμε τα όσα ενώπιον μας έθεσε σφαιρικά και σε συσχέτιση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σταθμίσαμε κάθε λεπτομέρεια και κάθε απάντηση της και χωρίς να κατατεμαχίσουμε τη μαρτυρία της εστιάσαμε την προσοχή μας στα σημεία εκείνα που απετέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης. Διαπιστώσαμε, ως αποτέλεσμα εξονυχιστικής ανάλυσης της μαρτυρίας της, ότι αυτή αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο και την αποδεχόμαστε χωρίς κανένα ενδοιασμό ως αξιόπιστη. Έχοντας αναλογισθεί σε υπέρτατο βαθμό τους κινδύνους της αποδοχής της μαρτυρίας αυτής χωρίς ενίσχυση και κατόπιν συνεχών και έντονων αυτοπροειδοποιήσεων μας, καταλήξαμε ότι η ποιότητα, η δύναμη και η πειστικότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι τέτοια που μπορούμε, και έτσι αισθανόμαστε με βεβαιότητα, να βασιστούμε με απόλυτη ασφάλεια σ΄ αυτήν χωρίς αναζήτηση ενίσχυσης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μας καταγράφουμε, παρενθετικά πλέον, ότι ενισχυτική μαρτυρία σε σχέση με το σεξουαλικό αδίκημα υπάρχει. Είναι το παράπονο που έγινε από την παραπονούμενη στον Αστυνομικό, ΜΚ2, τις πρωινές ώρες τις 26.2.
- Η άμεση αυτή καταγγελία κατατάσσεται στις παραμέτρους που συνιστούν πρώτο παράπονο, όπως αυτό ορίζεται από το άρθρο 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Ο Αστυνομικός ήταν υπό τις συνθήκες των γεγονότων το πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό ότι θα παραπονείτο η ΜΚ1 αναφορικά με το αδίκημα. Δεν αναμένεται να υπέβαλλε παράπονο στο άγνωστο της πρόσωπο που συνάντησε προηγουμένως και το οποίο την μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Υπό τις δοσμένες περιστάσεις της υπόθεσης η υποβολή του παραπόνου έγινε ευθύς αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Περαιτέρω η είσοδος της παραπονούμενης στον Αστυνομικό Σταθμό και η άμεση προσπάθεια της να περιγράψει τι έγινε κατατάσσουν τις όλες ενέργειες της στα πλαίσια του αυθόρμητου, προϋπόθεση η οποία επίσης τίθεται από το άρθρο
- Ο ΜΚ2 - μάρτυρας καθ΄ όλα αντικειμενικός, αξιόπιστος και που η μαρτυρία του εν πάση περιπτώσει δεν αντικρούστηκε - έδωσε λεπτομέρειες του περιεχομένου του παραπόνου. Μετέφερε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο η παραπονούμενη, βρισκόμενη σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, του εξήγησε τι της συνέβη. Οι όλες κινήσεις και νοήματα της, όπως μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο, ορθά οδήγησαν τον ΜΚ2 να αντιληφθεί ότι η παραπονούμενη του κατέγγελλε ότι βιάστηκε από τον οδηγό του αυτοκινήτου τα στοιχεία του οποίου, ταυτόχρονα, και στην παρουσία του ΜΚ2, κατέγραψε η ίδια. Καταλήγοντας προσθέτουμε ότι πέραν του άμεσου παραπόνου η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2 επιβεβαιώνει την παραπονούμενη ως προς την άσχημη ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν το συγκεκριμένο χρόνο. Ο κατηγορούμενος έδωσε ενόρκως τη θέση του. Τον παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή καθοδηγούμενοι - στην προσπάθεια μας να ανιχνεύσουμε την αλήθεια - από την καλά εμπεδωμένη προσέγγιση ότι η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Παράγοντας δε εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας. Το νοηματικό εύρος του όρου "εντύπωση" συνίσταται μεταξύ άλλων από την εμφάνιση, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις - φυσικές ή αφύσικες - τον τρόπο που απαντά, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα του μάρτυρα ενόσω καταθέτει (C & A. Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 (Β) AAΔ, 1273, 1281). Ό,τι χαρακτήριζε την εμφάνιση του κατηγορούμενου σε όλη την πορεία της ενώπιον μας μαρτυρίας του ήταν η συνεχής προσπάθεια του να συγκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης λέγοντας αναλήθειες. Προσπάθεια που αποκαλύπτεται και στοιχειοθετείται από τις κατά συρροή αντιφάσεις, παλινδρομήσεις, αφύσικες προσεγγίσεις και τοποθετήσεις. Μας έχει κάνει άθλια εντύπωση ως μάρτυρας και αξιοθρήνητη ήταν η όλη εμφάνιση του ενώ κατέθετε. Η πειστικότητα του κυμαινόταν, για τους λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως πιο κάτω, σε μηδενικά επίπεδα. Η μαρτυρία του ήταν αναξιόπιστη, απ΄ άκρη σ΄ άκρη, σε ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Τεκμηριώνουμε: Έχουμε ήδη θέσει σε προηγούμενο στάδιο τις αντιφατικές υποβολές της υπεράσπισης όταν αντεξέταζε την παραπονούμενη. Πέραν της μεταξύ των ιδίων των υποβολών αντιφατικότητας, υπάρχει, όπως εντοπίσαμε στο πιο πάνω μέρος της απόφασης μας, και κάθετη αντίθεση των υποβολών με τα όσα σχετικά παρέθεσε ο κατηγορούμενος κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του. Προσθέτουμε επίσης την αντιφατικότητα που υπάρχει μεταξύ της θέσης που υποβλήθηκε στην παραπονούμενη κατά την αντετέξαση της, ότι δηλαδή πράγματι ο κατηγορούμενος της ζήτησε στοματικό έρωτα αλλά όταν αυτή αρνήθηκε δεν επέμενε και της ίδιας της μαρτυρίας του κατηγορούμενου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε της ζήτησε στοματικό έρωτα. Η βασική θέση του κατηγορούμενου περί συγκατάθεσης της παραπονούμενης καταρρέει μέσα από την παραδοχή του τόσο στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 15, όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης του, ότι η παραπονούμενη αναφέροντας του πως δεν είναι "πουτάνα" του ζητούσε να σταματήσει να την αγγίζει Ισχυριζόταν ο κατηγορούμενος ότι η παραπονούμενη "τα ήθελε". Το γεγονός αυτό, όπως είπε, το αντιλήφθηκε από την πρώτη στιγμή, όταν άρχισε να της αγγίζει το πόδι. Η δική του ερμηνεία στις παρακλήσεις της παραπονούμενης "στοπ - στοπ, όχι" ήταν ότι δεν το εννοούσε και ότι "έκανε τη δύσκολη". Το αφύσικο όμως και αντιφατικό της θέσης του εύκολα εντοπίζεται μέσα από τα όσα ο ίδιος στη συνέχεια παρέθεσε στο Δικαστήριο. Ξεκάθαρα ανέφερε ότι μέχρι και τα τελευταία στάδια προτού έρθει σε σαρκική επαφή με την παραπονούμενη δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της κατά πόσο ήθελε να κάνουν έρωτα. Όταν της το ζητούσε, αυτή, όπως ο ίδιος είπε: "δεν καταλάβαινε, έμεινε τζιαι θώρεν με ....... δεν βρίσκαμε άκρη". Διαζευγμένη από τη λογική είναι και η εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει την παραπονούμενη στη σκηνή μετά το τέλος της σαρκικής τους επαφής. Την, ακατανόητη, θέση του καταγράψαμε αυτούσια σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας. Εάν όντως ήταν αλήθεια ότι απόλαυσαν και οι δύο την επαφή τους και "ένιωθαν ωραία", δεν εξηγείται η ενέργεια του να την πετάξει έξω από το αυτοκίνητο εγκαταλείποντας την μεταμεσονύχτιες ώρες στην ερημιά. Ψέματα έλεγε ακόμη και για το σημείο απ΄ όπου ισχυριζόταν ότι παρέλαβε την παραπονούμενη. Το εξεταζόμενο ζήτημα είναι ουσιαστικό, καθότι συνδέεται άμεσα με την κατηγορία της απαγωγής και τη σχετική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σύμφωνα με την οποία ενώ ο κατηγορούμενος άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα για να αποβιβάσει την παραπονούμενη ανέπτυξε και πάλι και κάνοντας επαναστροφή απομακρύνθηκε από το Παραλίμνι. Καταδεικνύεται η αναλήθεια των σχετικών αναφορών του κατηγορουμένου από τα ακόλουθα: Η παραπονούμενη κατέθεσε και δεν αντεξετάστηκε ότι βγαίνοντας από το διαμέρισμα της έστριψε αριστερά για να πάει προς το κέντρο του Παραλιμνίου. Το διαμέρισμα της βρίσκεται, σύμφωνα με όλη την αναντίλεκτη μαρτυρία, επί της αριστερής πλευράς της λεωφόρου Πρωταρά με πορεία από Πρωταρά προς Παραλίμνι και ακολουθεί της παρόδου που οδηγεί στα χωράφια όπου και την μετέφερε ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι όταν πρωτοσυναντήθηκαν κατάλαβε πως η παραπονούμενη ήθελε να πάει Παραλίμνι. Κατά συνέπεια θα ήταν αφύσικο να την παρέλαβε από το σημείο που αναφέρει και το οποίο βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση από την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει η παραπονούμενη για να πάει στον προορισμό της, ήτοι στο Παραλίμνι. Δεν θα ήταν λογικό η παραπονούμενη, η οποία διαμένει για μήνες στην περιοχή και γνωρίζει, γεγονός που παρέμεινε χωρίς αντίκρουση, τους δρόμους, να θέλει να κατευθυνθεί προς το Παραλίμνι αλλά να περπατά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Συνοψίζοντας καταγράφουμε ότι η όλη εκδοχή του κατηγορούμενου στερείται λογικής. Είναι αφύσικο να εισέρχεται μία γυναίκα στο αυτοκίνητο του, να αντιλαμβάνεται ο ίδιος - όπως παραδέχθηκε - ότι κάπου ήθελε να μεταβεί, να την αγγίζει με το χέρι του στα πόδια της, να του ζητά αυτή να σταματήσει να το κάνει, να μην μπορούν στη συνέχεια να συνεννοηθούν, να την μεταφέρει σε απόμακρη και απομονωμένη περιοχή, να μην αντιλαμβάνεται η γυναίκα μέχρι σ΄ αυτό το σημείο ότι αυτός ήθελε να κάνουν έρωτα και αμέσως μετά ο κατηγορούμενος να ανοίγει την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου του και η γυναίκα καταλαβαίνοντας πλέον τις επιθυμίες του να βγάζει το παντελόνι της και να ξαπλώνει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου συναινώντας στη μεταξύ τους σαρκική επαφή. Το σύνολο των πιο πάνω νεφελωδών τοποθετήσεων του κατηγορούμενου δεν είναι παρά εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευάσματα. Η μαρτυρία του ως αναξιόπιστη απορρίπτεται. Τονίζουμε δε ότι στην κατάληξη μας αυτή ουδόλως επέδρασαν οι αντιφάσεις του κατηγορούμενου σε σχέση με προηγούμενες καταδίκες του για μέθη. Ήταν μία περιθωριακή αναφορά, χωρίς καμία ιδιαίτερη σημασία ως προς το ζήτημα της αξιοπιστίας του. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων και με βάση τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που έχουμε αποδεχθεί και κρίνει ως αξιόπιστη, και ιδίως αυτήν της ΜΚ1, ανάλογα είναι και τα ευρήματα μας. Τα καταγράφουμε: Η παραπονούμενη, 40 ετών, διαζευγμένη και μητέρα μίας θυγατέρας 20 ετών, είναι Λετονή υπήκοος. Αφίχθηκε στην Κύπρο την 6.8.05 προκειμένου να εργαστεί και διαμένει στο συγκρότημα διαμερισμάτων La Rome, το οποίο βρίσκεται στη λεωφόρο Πρωταρά στο Παραλίμνι. Λίγο μετά την άφιξη της και μέχρι, τουλάχιστον, το χρόνο ακρόασης της υπόθεσης διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με αλλοδαπό. Το βράδυ της 25.2.06 πήγε με την κόρη της σε μπυραρία της περιοχής Παραλιμνίου. Έφυγαν γύρω στα μεσάνυχτα περπατητές επιστρέφοντας στο διαμέρισμα τους. Όταν έφθασαν η παραπονούμενη είπε της κόρης της να κοιμηθεί και η ίδια έφυγε προκειμένου να επισκεφθεί το πρόσωπο με το οποίο συνδεόταν. Είχαν τσακωθεί προηγουμένως και ήθελε να αποκαταστήσει τις σχέσεις τους ζητώντας του συγνώμη. Ξεκίνησε περπατώντας με κατεύθυνση το κέντρο Παραλιμνίου όπου και διαμένει το πρόσωπο αυτό. Θα χρειαζόταν 20 με 30 περίπου λεπτά για να φθάσει. Ενώ προχώρησε λίγο σταμάτησε δίπλα της ο κατηγορούμενος, τον οποίο δεν είχε ξαναδεί, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο υπ΄ αρ. εγγραφής UH
- Του είπε ότι ήθελε να πάει στο Παραλίμνι και αυτός προθυμοποιήθηκε να την μεταφέρει. Μπήκε στο αυτοκίνητο του και με τα λίγα Αγγλικά που γνωρίζει, καθώς επίσης και με νοήματα, του εξηγούσε τον ακριβή προορισμό της. Πλησιάζοντας στο σημείο αποβίβασης της ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα και η παραπονούμενη άνοιξε την πόρτα για να κατεβεί. Τη στιγμή αυτή ο κατηγορούμενος ανέπτυξε και πάλιν ταχύτητα και η συμπεριφορά του άλλαξε. Ενώ προηγουμένως ήταν φυσιολογική άρχισε να θυμώνει και να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα. Η παραπονούμενη έκλαιε και τον παρακαλούσε να σταματήσει για να κατεβεί. Αντί αυτού ο κατηγορούμενος αλλάζοντας πορεία οδήγησε το αυτοκίνητο του προς την αντίθετη κατεύθυνση και εισήλθε σε πάροδο της λεωφόρου Πρωταρά, η οποία - πάροδος - βρίσκεται κοντά στην υπεραγορά Ορφανίδη. Η παραπονούμενη εξακολουθούσε να κλαίει και να έχει την πόρτα του αυτοκινήτου ανοικτή ελπίζοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο ότι κάποιος άλλος οδηγός θα αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε και θα προσέτρεχε σε βοήθεια της. Όταν το αυτοκίνητο εισήλθε στην πάροδο η παραπονούμενη έκλεισε την πόρτα και άρχισε με ήρεμο τόνο να μιλά στον κατηγορούμενο, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει. Του έλεγε ότι είναι "φυσιολογική γυναίκα" και του ζητούσε να την αφήσει να φύγει. Αυτός της απάντησε "θέλω σεξ". Φθάνοντας σε ερημική περιοχή ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του και κατέβασε το παντελόνι του. Η παραπονούμενη επιχείρησε να βρει ευκαιρία διαφυγής, αρχικά λέγοντας του ψέματα ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα, αργότερα ότι θα έκανε εμετό και ακολούθως προτρέποντας τον να την μεταφέρει στο σπίτι της και να κάνουν εκεί έρωτα. Όταν αυτός αντιλήφθηκε τις προθέσεις της, θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να της φωνάζει "I kill you". Η παραπονούμενη γονατιστή τον παρακάλεσε να την αφήσει να φύγει. Άρχισε να συμπεριφέρεται και αυτή "υστερικά" και ο κατηγορούμενος της έκλεισε το στόμα με το χέρι του για να μην φωνάζει. Την κτύπησε επίσης στην κοιλιά και κρατώντας την από τα μαλλιά έσπρωχνε το κεφάλι της στο μπακάζ του αυτοκινήτου. Η παραπονούμενη προσπαθούσε να προστατευθεί βάζοντας τα χέρια της μπροστά από το πρόσωπο της. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες και αντιλαμβανόμενη ότι δεν είχε κανένα περιθώριο διαφυγής είπε στον κατηγορούμενο "Ok, you want sex, ok". Τότε ο κατηγορούμενος άνοιξε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου του και αφού η παραπονούμενη ξάπλωσε ανάσκελα της κατέβασε το παντελόνι, έβγαλε και αυτός τα ρούχα του και της ζήτησε να του κάνει στοματικό έρωτα. Αυτή το απέφυγε αναφέροντας του ότι θα έκανε εμετό. Στη συνέχεια έβαλε το πέος του στα γεννητικά της όργανα και για μία περίπου ώρα και κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες είχαν σαρκική επαφή. Η παραπονούμενη καθ΄ όλο το διάστημα έκλαιε, πονούσε και είχε τα χέρια της σφιγμένα σε γροθιές κοντά στο στόμα της. Ο κατηγορούμενος αδυνατούσε να εκσπερματώσει και βγάζοντας το πέος του από τον κόλπο της παραπονούμενης της ζήτησε να τον χαϊδέψει. Αυτή όμως βρισκόμενη σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και κλαίοντας συνεχώς αρνήθηκε. Έτσι αυτός τέλειωσε μόνος του εκσπερματώνοντας στην κοιλιά και στο στήθος της. Ακολούθως, έχοντας πλέον ηρεμήσει, της είπε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού και ξεκίνησε το αυτοκίνητο. Αμέσως μετά όμως σταμάτησε και πάλιν και της ζήτησε την τσάντα της. Αυτή αρνήθηκε να του την δώσει γιατί είχε προσωπικά της έγραφα και δεν ήθελε να τα απωλέσει. Τότε ο κατηγορούμενος της είπε να του δώσει τα λεφτά που υπήρχαν στην τσάντα και τα οποία ήταν Λ.Κ.
- Η παραπονούμενη λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης της και στην προσπάθεια της να αποφύγει την απώλεια ολόκληρης της τσάντας του τα έδωσε. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και την έσπρωξε έξω αφήνοντας την στο σημείο αυτό και εγκαταλείποντας ο ίδιος την σκηνή. Η παραπονούμενη φοβούμενη μήπως επιστρέψει ξανά μετακινήθηκε προς το κεντρικό δρόμο, τη λεωφόρο Πρωταρά, συνεχίζοντας να κλαίει δυνατά. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε και του ζήτησε να την μεταφέρει στην Αστυνομία. Την πήρε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, όπου κλαίοντας περιέγραψε με νοήματα και με τα λίγα αγγλικά που γνωρίζει τον βιασμό της από τον κατηγορούμενο στον επί καθήκοντι Αστυνομικό, ΜΚ
- Πάνω σε μία κόλλα χαρτί έγραψε τον αριθμό αυτοκινήτου UH
- Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας μέσα από τη μαρτυρία που προσέφερε και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο τα συστατικά στοιχεία του συνόλου των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η απαγωγή δυνάμει των άρθρων 148 και 247 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου) έχει συντελεστεί από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος με σκοπό τη συνουσία με την παραπονούμενη, χωρίς τη θέληση της - ήτοι αναπτύσσοντας ταχύτητα, περιορίζοντας την στο αυτοκίνητο του και αγνοώντας τις παρακλήσεις της να την αφήσει να φύγει - την εξανάγκασε να μην κατεβεί στον προορισμό της αλλά να παραμείνει μαζί του στο αυτοκίνητο και την μετέφερε σε άλλο μέρος. Η παράνομη συνουσία που ακολούθησε και η συναίνεση της παραπονούμενης για συνουσία, κάτω από τις συνθήκες που αυτή δόθηκε - ήτοι υπό το κράτος βίας και του φόβου σωματικής βλάβης - εντάσσει την περίπτωση στα πλαίσια του βιασμού (2η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου), όπως το κακούργημα αυτό οριοθετείται από το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα. Η απόκτηση κατοχής από τον κατηγορούμενο του ποσού των Λ.Κ.150 υπό τις συνθήκες που αυτή έλαβε χώρα - ήτοι ο εκφοβισμός κάτω από τον οποίο τελούσε η παραπονούμενη και κατ΄ ακολουθία η έλλειψη συναίνεσης εκ μέρους της - και η, επακολουθήσασα, μόνιμη αποστέρηση της από την περιουσία της αυτή, συνιστά κλοπή (3η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου), εμπίπτουσα στα πλαίσια του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα. Είναι με βάση τα πιο πάνω κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Τον βρίσκουμε ένοχο και στις τρεις αυτές κατηγορίες. (Υπ.) ................................... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο