← Κύπρος

Αστυνομία ν. Χρίστου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 10162/05, 31  Μαΐου 2006

Αστυνομία ν. Χρίστου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 10162/05, 31 Μαΐου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10162/05 Αστυνομία ν Χρίστου Χαραλάμπους Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαΐου 2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία αρ. 1 της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 7

(1), 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
  1. Η κατηγορία αρ. 1 ανατρέχει σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της στις 8.2.05 στο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΚΤ839 επικινδύνως δια το κοινό, δηλαδή ανάπτυσσε ταχύτητα και προσπέρασε το όχημα ΗΜΕ062 από τα αριστερά και το κτύπησε στο αριστερό καθρεφτάκι το οποίο απέκοψε. Η κατηγορία αρ. 2 που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος αποσύρθηκε μετά το τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε και αθωώθηκε σ΄ αυτήν. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Τη Βαθούλλα Κωνσταντινίδου, ΜΚ1 και το Λοχία 2700 Τρ. Θεοχάρους, ΜΚ
  2. Η ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της στην αστυνομία, Τεκμήριο 1 στην οποία ανέφερε ότι στις 8.2.05 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ εγγραφής ΗΜΕ062, μάρκας «Μερσεντές» στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Γύρω στις 08.05-08.10 ενώ βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα σε σημείο ακριβώς που δεν θυμόταν και προσπερνούσε αλλά αυτοκίνητα με ταχύτητα 120 χ.α.ω. περίπου ένα σαλούν αυτοκίνητο πίσω της ήθελε να την προσπεράσει. Η ΜΚ1 του άναψε τα φώτα κινδύνου του αυτοκινήτου της και το άλλο αυτοκίνητο ελάττωσε ταχύτητα για να της δώσει την ευκαιρία να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα και να την προσπεράσει. Τότε η ΜΚ1 έβαλε τον αριστερό δείκτη του αυτοκινήτου της για να δείξει την πρόθεση της να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα ταυτόχρονα κοιτάζοντας από το αριστερό καθρεφτάκι της για να ελέγξει αν ο δρόμος ήταν καθαρός. Τότε είδε ότι ερχόταν από πίσω με μεγάλη ταχύτητα ένα τρέιλερ και αφού υπολόγισε «από την ταχύτητα που την πλησίασε και την απόσταση που τους χώριζε» δεν επιχείρησε να μπει στην αριστερή λωρίδα. Περίμενε τον οδηγό του τρέιλερ να χαμηλώσει ταχύτητα και να της επιτρέψει να μπει στην αριστερή λωρίδα. Αντί αυτού και παρόλο που είχε κάνει επανειλημμένα φανερή της πρόθεση της να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα δείχνοντας με το δείκτη της και ανάβοντας τα φώτα κινδύνου της ο οδηγός του τρέιλερ (ο κατηγορούμενος) την αγνόησε συνεχίζοντας την πορεία του προσπερνώντας την από αριστερά με μεγάλη ταχύτητα τη στιγμή που η ίδια κινείτο με 120 χ.α.ω. με αποτέλεσμα να κτυπήσει το αριστερό πλαϊνό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της, αποκόπτοντας το. Το τρέιλερ, που είχε αρ. εγγραφής ΗΚΤ839, συνέχισε την πορεία του προς Λεμεσό και η ΜΚ1 τον ακολούθησε αναπτύσσοντας ταχύτητα πέραν των 120 χ.α.ω., περίπου στα 140 χ.α.ω. αλλά δεν τον έφτασε. Κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι πίσω της υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα ενώ πίσω από το τρέιλερ δεν μπορούσε να δει. Σε ερώτηση αν είχε τεθεί σε κίνδυνο απάντησε ότι αν έχανε τη ψυχραιμία της δεν ξέρει τι θα γινόταν. Αντεξεταζόμενη, σε υποβολή ότι στο φορτηγό έχει εγκατασταθεί από την ημερομηνία κατασκευής του συσκευή περιορισμού ταχύτητας στα 89 χ.α.ω. (Τεκμήριο 5) απάντησε πως το φορτηγό την προσπέρασε και χάθηκε από μπροστά της ενώ η ίδια πήγαινε 120 χ.α.ω. Όλα συνέβηκαν τόσο γρήγορα που δεν θυμάται το ακριβές σημείο του αυτοκινητόδρομου. Η σκέψη της ήταν «να μην σκοτωθεί». Δεν γνώριζε αν μπροστά της υπήρχαν άλλα οχήματα, δεν μπορούσε να αναπτύξει περισσότερο από 120 χ.α.ω. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βγει από αριστερά. Δεν έχει σημασία αν υπήρχαν μπροστά της αυτοκίνητα αφού δεν ήθελε να αναπτύξει. Πήγαινε ήδη 120 χ.α.ω. Το αυτοκίνητο πίσω της ήταν πιεστικό, σχεδόν «κολλημένο» πάνω της. Αφού είδε τα φώτα κινδύνου της ελάττωσε, έκοψε πίσω. Η ΜΚ1 δεν ελάττωσε. Συνέχισε σταθερά στα 120 χ.α.ω. Δεν θυμόταν όταν έβαλε το δείκτη αν έκανε κίνηση προς αριστερά, ή αν βρισκόταν στο μέσο της λωρίδας της. Είδε το καθρεφτάκι της να φεύγει. ΄Ηταν πολύ κοντά στο κιγκλίδωμα. Το τρέιλερ ήταν αριστερά, στη δική του λωρίδα. Δεν ξέρει αν το τρέιλερ κινήθηκε και μπήκε στη δεξιά λωρίδα, η ίδια ήταν στη λωρίδα της. Αρνήθηκε υποβολή ότι το τρέιλερ ουδέποτε ήρθε σε επαφή με το αυτοκίνητο της. Την «άρπαξε» από το καθρεφτάκι, προσπερνώντας την. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο
  3. ΄Ελαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  4. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε τις κατηγορίες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η ΜΚ1 δεν κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 3 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στις 9.2.05 οδηγούσε το αρθρωτό όχημα με αρ. εγγραφής ΗΚΤ839 με κατεύθυνση το Τσιμεντοποιείο Βασιλικού για να φορτώσει τσιμέντο, στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου με ταχύτητα 80-85 χ.α.ω. περίπου. Παρά την περιοχή «Χαβάτζια» πρόσεξε ότι στη δεξιά λωρίδα του δρόμου υπήρχαν πιθανόν 2 ή 3 αυτοκίνητα. Το τελευταίο αυτοκίνητο ήταν ένα άσπρο βαν. Κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα. Όταν έφθασε δίπλα από το βαν ο κατηγορούμενος πρόσεξε ότι το αυτοκίνητο μπροστά από το βαν που ήταν τύπου «Μερσεντές» άναψε τα φώτα κινδύνου του. Τότε ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα για να δει την πρόθεση του τελευταίου. Σε λίγα δευτερόλεπτα έσβησαν τα φώτα του και ο κατηγορούμενος συνέχισε κανονικά την πορεία του περνώντας δίπλα από τα αυτοκίνητα στα δεξιά του, στην αριστερή λωρίδα. Δεν κτύπησε σε κανένα από αυτά. Η αστυνομία δεν εντόπισε στο αυτοκίνητο του κανένα κτύπημα ή ένδειξη. Σε καμία περίπτωση η ταχύτητα του δεν ξεπέρασε τα 90 χ.α.ω. Στο αυτοκίνητο του υπάρχει σε λειτουργία συσκευή περιορισμού ταχύτητας-κόφτης. Σχετική βεβαίωση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι βρισκόταν πάντα στην αριστερή λωρίδα και ότι σε καμία περίπτωση δεν εισήλθε στη δεξιά λωρίδα. Το αυτοκίνητο της ΜΚ1 το είδε όταν κόντεψε αφού βρισκόταν μπροστά από άλλο. Όταν έσβησε τα φώτα κινδύνου του το αυτοκίνητο της ΜΚ1 συνέχισε την πορεία του. Σε ερώτηση αν είχε προσπεράσει απάντησε ότι ακολούθησε την πορεία του. Δέχθηκε ότι πέρασε δίπλα από το όχημα της ΜΚ
  6. Το τελευταίο κινείτο με πιο χαμηλή ταχύτητα από τον κατηγορούμενο. Σε ερώτηση αν ανέπτυξε για να το προσπεράσει ανέφερε πως δεν μπορούσε να περάσει το όριο του κόφτη του Τεκμηρίου
  7. Αρνήθηκε υποβολή ότι περνώντας δίπλα από τη ΜΚ1 είχε αυξήσει την ταχύτητα του. Αρνήθηκε υποβολή ότι είχε προσπεράσει από αριστερά και ότι κινείτο με πολύ μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα να αποκόψει το καθρεφτάκι της ΜΚ
  8. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τις αντιδράσεις τους και τον τρόπο που κατέθεταν. Η ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία της ήταν διάχυτη από υπερβολή αλλά και ασαφής ως προς την οδική συμπεριφορά της ίδιας και του κατηγορουμένου. Παρέμεινε άγνωστο, αφού δεν προκύπτει από τη μαρτυρία της, πόση απόσταση χώριζε το αυτοκίνητο της από το τρέιλερ του κατηγορούμενου όταν έδειξε αριστερά με το δείκτη της ή αν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα πίσω από το τρέιλερ και με ποια ταχύτητα κινούνταν. Ειδικότερα ενόψει των πιο πάνω κενών στη μαρτυρία της η θέση της ότι περίμενε τον κατηγορούμενο να ελαττώσει ταχύτητα για να της επιτρέψει να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα για να διευκολύνει το προσπέρασμα του αυτοκινήτου που την ακολουθούσε στερείται πειστικότητας και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Ο δε ισχυρισμός της ότι επανειλημμένα είχε εκδηλώσει την πρόθεση της να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα παρουσιάζει ασυνέπεια με τη μαρτυρία της σε σχέση με τη μεγάλη ταχύτητα του κατηγορουμένου και το χρόνο κατά τον οποίο διήρκησε το συμβάν. Στερείται, περαιτέρω, πειστικότητας η θέση της ότι το τρέιλερ της «άρπαξε» το καθρεφτάκι αφού η ίδια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν το τρέιλερ εισήλθε στη λωρίδα της δημιουργώντας ερωτηματικά ως προς το κατά πόσο είδε το τρέιλερ να αρπάζει το καθρεφτάκι της. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ
  9. Η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν τυπική. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και την αποδέχομαι. Ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Κατέθεσε με βεβαιότητα και σαφήνεια όσα συνέβησαν. Ουδένα κλονιστικό στοιχείο προέκυψε από τη μαρτυρία του, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Σημειώνω συναφώς ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβήτησε τη θέση του κατηγορουμένου ότι δεν εισήλθε στη δεξιά λωρίδα και ότι δεν ανέπτυξε ταχύτητα. Ούτε και η ύπαρξη συσκευής περιορισμού που ταχύτητας αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Βεβαίως, σημειώνω εδώ ότι στη θέση του ότι δεν μπορούσε να περάσει το όριο του κόφτη που αναφέρεται στο Τεκμήριο 5 δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα. Ως προς τον τρόπο λειτουργίας του πιο πάνω μηχανισμού δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία. Δεν έχει δε τεθεί μαρτυρία ως προς τον τρόπο ελέγχου και διασφάλισης της ακρίβειας του. Το θέμα είναι τεχνικό και η έλλειψη των πιο πάνω στοιχείων καθιστά το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του κατηγορουμένου άνευ αποδεικτικής αξίας (βλ. μεταξύ άλλων, Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφεση 161/05 ημερ. 3.3.06). Πλην του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας του κατηγορουμένου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω ότι στις 8.2.05 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αρθρωτό μηχανοκίνητο όχημα του με αρ. εγγραφής ΗΚΤ 839 στην αριστερή λωρίδα του δρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού με ταχύτητα περίπου 80-85 χ.α.ω. Παρά την περιοχή «Χαβατζιά» πρόσεξε 2-3 αυτοκίνητα στη δεξιά λωρίδα τα οποία κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα. Φθάνοντας δίπλα από το τελευταίο αυτοκίνητο που ήταν τύπου βαν πρόσεξε ότι το αυτοκίνητο που βρισκόταν μπροστά από το βαν, τύπου «Μερσεντές» άναψε τα φώτα κινδύνου του. Ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα για να δει την πρόθεση του τελευταίου. Όταν έσβησαν τα φώτα, σε λίγα δευτερόλεπτα, ο κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του στην αριστερή λωρίδα προσπερνώντας τα αυτοκίνητα στα δεξιά του. Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος αναφέρω πως το άρθρο 7
(1)του Νόμου 86/72 δεν καθορίζει τι συνιστά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει ως θέμα πραγματικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, όπως η φύση, η κατάσταση και χρήση της οδού, ο όγκος της τροχαίας που υπάρχει στο δεδομένο χρόνο ή που λογικά θα αναμένετο να υπάρχει. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673). Στην αγγλική υπόθεση Trentham v. Rowlands
(1974)RTR 164 αποφασίστηκε ότι συνιστούσε ενδεχομένως επικίνδυνη οδήγηση και συνεπώς επικίνδυνη οδήγηση για ένα οδηγό να προσπερνά άλλο κινούμενος με ελιγμό στις εσωτερικές λωρίδες, ενώ σε απόσταση 300 - 400 υάρδων ο δρόμος ήταν καθαρός και με ταχύτητα 70 μ.α.ω. ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και τη νομολογία καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο τρόπος οδήγησης του κατηγορουμένου συνιστούσε μια επικίνδυνη κατάσταση ή μια κατάσταση που περιείχε σοβαρό κίνδυνο σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς. Κρίνω περαιτέρω ότι δεν έχει καταδειχθεί ούτε το απαιτούμενο σφάλμα εκ μέρους του κατηγορουμένου, ούτε ότι αυτός οδηγούσε με τρόπο που περιείχε καθαρό και σοβαρό κίνδυνο σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς ή έδειξε πλήρη αδιαφορία για αυτόν. Συνεπώς ο κατηγορούμενος δεν οδήγησε το αυτοκίνητο του απερίσκεπτα, αλόγιστα και επικίνδυνα. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι το προσπέρασμα του κατηγορουμένου δεν ήταν υπό τις περιστάσεις ασφαλές. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα συνέχισε να οδηγεί στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου με σταθερή ταχύτητα, εντός του ορίου. Κατ΄ ακολουθία και με βάση τα πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ο οποίος κατά συνέπεια απαλλάσσεται και αθωώνεται. (Υπ.) .......... Μ. Παπαϊώαννου, Ε.Δ. /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.