Δημοκρατία ν. Σωτήρη Αθηνή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10154/06, 16 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2006:9 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10154/06 Δημοκρατία ν.
- Σωτήρη Αθηνή
- Μιχάλη Κακκανθύμη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Ζαχαριάδου. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Λ. Κληρίδης με κ. Γ. Ιωάννου Για τον Κατηγορούμενο αρ. 3: κ. Γ. Α. Γεωργίου. Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν τέσσερις ταυτόσημες κατηγορίες: Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι εισαγωγής ναρκωτικών (1η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου), εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 4.988,3 γραμμαρίων κοκαΐνης, μέσω του Αεροδρομίου Λάρνακας (2η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου), κατοχής του πιο πάνω φαρμάκου (3η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου) και κατοχής των αναφερομένων παράνομων ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία, οι συνήγοροι υπεράσπισης υπέβαλαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων επαρκώς ώστε να υποχρεούνται να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Αντιθέτως η δικηγόρος της Δημοκρατίας εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε εμπεριέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να καλύψει το βάρος που φέρει σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών ήταν εκτεταμένες. Θεωρούμε όμως σκόπιμο να παρεμβάλουμε προηγουμένως τις βασικές πτυχές της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτές σκιαγραφούνται μέσα από μία σειρά αποδεκτών γεγονότων καθώς επίσης και από τη μαρτυρία που έχει δοθεί: Η Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακος έλαβε πληροφορία ότι στις 16.6.06 και σε πτήση προερχόμενη από Ζυρίχη θα επέβαινε ένα πρόσωπο στις αποσκευές του οποίου πιθανόν να υπήρχαν ναρκωτικά. Σύμφωνα με την πληροφορία τόσο το πρόσωπο αυτό, όσο και κοπέλα που ίσως τον συνόδευε, προερχόντουσαν από την Βραζιλία. Οργανώθηκε σχέδιο ανεύρεσης των υπόπτων, αποτέλεσμα του οποίου ήταν ο εντοπισμός του πρώην κατηγορούμενου 1 και της ΜΚ
- Ήταν τα μόνα πρόσωπα με Βραζιλιάνικο διαβατήριο στην πιο πάνω πτήση. Τέθηκαν υπό παρακολούθηση στο χώρο του Αεροδρομίου Λάρνακας. Οι αστυνομικοί που τους παρακολουθούσαν αντελήφθησαν την ΜΚ1 να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία του κατηγορούμενου
- Οι δύο τελευταίοι βρισκόντουσαν επίσης στο χώρο των κτιρίων του Αεροδρομίου Λάρνακας. Οι αστυνομικοί αντελήφθησαν επίσης τον κατηγορούμενο 2 να έρχεται σε τηλεφωνική επαφή με άγνωστο πρόσωπο και κατέθεσαν συγκεκριμένες φράσεις που τον άκουσαν να λέγει. Όταν ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να κατευθυνθεί προς το χώρο στάθμευσης των ταξί, γεγονός που έλαβε χώρα μετά από συνομιλία που είχε με την ΜΚ1, τα αστυνομικά όργανα επενέβησαν και συνέλαβαν τόσο τους δύο Βραζιλιάνους, όσο και τους κατηγορούμενους 2 και
- Σε έλεγχο που έλαβε χώρα στο χώρο του Τελωνείου διαπιστώθηκε ότι μεταξύ της φόδρας και του πάτου της τσάντας του κατηγορούμενου 1 υπήρχε μαύρο πλαστικό περιτύλιγμα εντός του οποίου ανευρέθησαν τα επίδικα ναρκωτικά. Προσθέτουμε ότι σύμφωνα με την ενώπιον μας μαρτυρία, της ΜΚ1, αυτή γνώρισε τον κατηγορούμενο 2 προ μερικών μηνών σε φιλικό της σπίτι στη Βραζιλία. Της τον σύστησε πρόσωπο με το οποίο συνδεόταν ερωτικά. Το πρόσωπο αυτό της ανέθεσε, λίγες μέρες πριν την άφιξη της στην Κύπρο, να συνοδεύσει τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος θα μετέφερνε ναρκωτικά, με σκοπό να του υποδείξει τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος και θα τους ανέμενε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας κατά την άφιξη τους και στον οποίο θα παρέδιδαν τα ναρκωτικά. Όταν έφτασαν, πάντα σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ1, είδε τον κατηγορούμενο 2 στο χώρο του Αεροδρομίου και έλαβε χώρα μεταξύ τους συνομιλία. Αυτός την ρώτησε ποιο είναι το πρόσωπο που είχε την βαλίτσα και η ΜΚ1 του υπέδειξε τον κατηγορούμενο
- Στη συνέχεια της είπε να πει στον κατηγορούμενο 1 να πάρει ταξί και να πάει σε ξενοδοχείο. Ζήτησε επίσης από την ίδια να παραμείνει στο χώρο του Αεροδρομίου. Η ΜΚ1 είχε επίσης και τηλεφωνική επαφή με τον φίλο της στη Βραζιλία. Ο τελευταίος της ανέφερε να ακολουθήσει τις οδηγίες του κατηγορουμένου
- Ως αποτέλεσμα των οδηγιών του κατηγορουμένου 2 η ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο 1 να πάρει ταξί και να πάει σε ξενοδοχείο. Μετά την πιο πάνω παράθεση των άκρως απαραίτητων για το στάδιο αυτό της διαδικασίας γεγονότων επανερχόμαστε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Θα περιοριστούμε σε σύνοψη τους καταγράφοντας τα βασικά σημεία των θέσεων τους. Οι συνήγοροι του κατηγορούμενου 2 αναφερόμενοι στη νομική πτυχή του αδικήματος της συνωμοσίας και στα συστατικά του στοιχεία σε συνάρτηση με το χρόνο και τον τόπο που καταγράφεται στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, εισηγήθηκαν ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία περί ύπαρξης συμφωνίας, ούτως ώστε να στοιχειοθετείται, έστω και στο βαθμό που απαιτείται σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το αδίκημα αυτό. Σε σχέση με την κατηγορία της εισαγωγής εισηγήθηκαν ότι αφενός δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα η εισαγωγή των παράνομων ουσιών και αφετέρου ότι δεν υπάρχει μαρτυρία, πέραν της παρουσίας του 2ου κατηγορούμενου στο Αεροδρόμιο, που να αποδεικνύει σε οποιοδήποτε βαθμό συνέργεια του στη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και έτσι να εντάσσεται εντός των πλαισίων του άρθρου 20 του Κεφ.
- Σε σχέση με τις υπόλοιπες δύο κατηγορίες ήταν εισήγηση της πλευράς των συνηγόρων του 2ου κατηγορούμενου ότι δεν απεδείχθη η κατοχή των παράνομων ουσιών από τον πελάτη τους, καθότι δεν δόθηκε μαρτυρία περί φυσικής επαφής του με τα επίδικα ναρκωτικά, ούτε υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία μαρτυρίας που να καταδεικνύουν γνώση του περί της φύσης του παράνομου αντικειμένου. Τέλος οι συνήγοροι εντόπισαν αντιφάσεις στη μαρτυρία της βασικής μάρτυρας κατηγορίας, ΜΚ1, οι οποίες, κατά τη θέση τους, της στερούν πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ΄ αυτήν και να καταδικάσει. Ο κ. Γεωργίου, αγορεύοντας για τον 3ον κατηγορούμενο, εισηγήθηκε ότι η προσφερθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία είναι σε τέτοιο βαθμό λειψή και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη. Αναφερόμενος στις νομικές αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της συνωμοσίας τόνισε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο 3ος κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει με οποιοδήποτε για την εισαγωγή ναρκωτικών. Ούτε, πρόσθεσε, υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει πρόθεση συμμετοχής του σε παράνομη πράξη ή να δείχνει ότι γνώριζε την ύπαρξη οποιουδήποτε κοινού σχεδίου που να αφορά την εισαγωγή ναρκωτικών. Σε σχέση με τις κατηγορίες 2, 3 και 4 εισηγήθηκε ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο πελάτης του είχε έστω γνώση των παρανομιών που λάμβαναν χώρα. Πρόσθεσε ότι δεν καταδείχθηκε καμία πράξη ή παράλειψη του κατηγορούμενου 3 η οποία να εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 20 του Κεφ. 154, ούτως ώστε, κατ΄ ακολουθία, να τον καθιστά αυτουργό. Ως προς το ζήτημα της ερμηνείας του όρου "κατοχή", υιοθετώντας ο κ. Γεωργίου τα όσα ανέφεραν οι δικηγόροι του 2ου κατηγορούμενου, πρόσθεσε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία μαρτυρίας που να καταδεικνύουν έστω και εξ αποστάσεως εμπλοκή του πελάτη του και άσκηση οποιουδήποτε ελέγχου επί των ναρκωτικών, για να καθίσταται έτσι και δυνατή η κατάληξη από το Δικαστήριο ότι αυτός κατείχε τα ναρκωτικά υπό αυτές τις συνθήκες. Ήταν τελική εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι υπό το σύνολο των πιο πάνω συνθηκών, η κλήση του κατηγορούμενου 3 σε απολογία δεν θα ήταν δικαιολογημένη. Η κα Ζαχαριάδου, αγορεύοντας για τη Δημοκρατία, αναφέρθηκε στα παραδεκτά γεγονότα και έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. Αναλύοντας στη συνέχεια τη νομική προσέγγιση του σταδίου αυτού της διαδικασίας, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία περί ύπαρξης συνωμοσίας. Εισηγήθηκε όμως ότι η περιστατική μαρτυρία που υπάρχει είναι αρκετή για να καλύψει τα συστατικά στοιχεία της 1ης κατηγορίας και να δικαιολογείται έτσι η κλήση των κατηγορουμένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους σ΄ αυτήν. Ειδικότερα ήταν η θέση της ότι οι ενέργειες των κατηγορουμένων στο Αεροδρόμιο σε συνδυασμό με σχετικά μέρη της μαρτυρίας της ΜΚ1, καταδεικνύουν ότι υπήρξε συνωμοσία για να εισαχθούν ναρκωτικά στην Κύπρο. Θα αναφερθούμε σε κατοπινό στάδιο με περισσότερες λεπτομέρειες στη συγκεκριμένη μαρτυρία που επικαλέστηκε η συνήγορος. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η ύπαρξη του νοητικού στοιχείου της κατοχής στοιχειοθετείται μέσα από την περιστατική μαρτυρία που προσφέρθηκε. Η δε κατοχή των ναρκωτικών καταδεικνύεται από τον έλεγχο που ασκούσε πάνω σ΄ αυτά κατά τον ουσιώδη χρόνο της διακίνησης τους στο χώρο του Αεροδρομίου ο 2ος κατηγορούμενος. Κατέληξε τονίζοντας ότι η παρουσία του 3ου κατηγορούμενου στο χώρο του Αεροδρομίου, χωρίς άλλο, υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης, εντάσσει την περίπτωση του στα πλαίσια του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και τον καθιστά ως πρόσωπο που παρείχε συνδρομή σε έτερον κατά τη διάπραξη αδικήματος. Στοιχειοθετείται έτσι, κατέληξε η κα Ζαχαριάδου, ό,τι απαιτείται σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας σε σχέση με τις εναντίον του 3ου κατηγορούμενου κατηγορίες 2, 3 και
- Το νομικό πλαίσιο που καλύπτει το όλο ζήτημα τίθεται από το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι αρχές που διέπουν το φάσμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα λέγαμε ότι σταθμοί στη σχετική νομολογία υπήρξαν οι αποφάσεις R. v. Mustafa Kara Mehmet 16 C.L.R. 46, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 C.L.R. 9 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 C.L.R. 133. Θα παραθέσουμε απόσπασμα από τις σελίδες 144 και 145 της τελευταίας αυτής απόφασης, μέσα από το οποίο αποκρυσταλλώνονται και κωδικοποιούνται οι αρχές: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσον αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 ΑΑΔ, 82, λέχθηκε ότι: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας." Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ, 9, το σχετικό απόσπασμα είναι στη σελ. 16, αναφέρεται: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Παραθέτουμε επίσης την πρόσφατη απόφαση, τελευταία επί του θέματος, Π.Ε. 7655 / ημερ. 28.9.05, Γεώργιος Γεωργίου ν. Αστυνομίας, όπου στη σελ. 12 αναφέρονται τα εξής: "Τα όσα επισημαίνονται στο λόγο αυτό της έφεσης πρέπει να ιδωθούν μέσα στο πλαίσιο των αρχών που διέπουν το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και του έργου που έχει το Δικαστήριο να επιτελέσει. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας - (βλ. Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196) αλλά περιορίζεται σε γενική θεώρησή της, με σκοπό να διαπιστώσει εάν υπάρχουν στη μαρτυρία θεμελιακές αντιφάσεις ή είναι η μαρτυρία καταφανώς αναξιόπιστη, ώστε να μην μπορεί να στηριχθεί σ΄ αυτή. Ούτε είναι αναγκαίο να σχολιάσει επιχειρήματα της Υπεράσπισης - (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, 136)." Με καθοδήγηση τις πιο πάνω αρχές προσεγγίσαμε το ενώπιον μας υποβληθέν αίτημα ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας έχουν καθοριστεί στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134. Αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 142-143: "... Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcahy v. R.
(1868)L.R. 34 H.L. 328, O´ Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035, παράγρ. 28-4)." Ακολούθως δε, στη σελ. 144: "Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης." Στην Αγγλία το αδίκημα της συνωμοσίας ήταν αδίκημα που υπήρχε με βάση τις πρόνοιες του Κοινοδικαίου. Όμως οι σχετικές αρχές αντικαταστάθηκαν με το Criminal Law Act 1977. Μερικά είδη συνωμοσίας παρέμειναν όπως προνοούνταν από το Κοινοδίκαιο (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence και Practice
(1999), Παράγρ. 33-1). Θεωρoύμε ορθό όπως παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από το πιο πάνω σύγγραμμα τα οποία επεξηγούν περαιτέρω τη νομική πτυχή του αδικήματος της συνωμοσίας. Στην Παράγραφο 33-4 υπό τον τίτλο "The Ingredients of Conspiracy, (a) Agreement, General αναφέρονται τα ακόλουθα: Παράγραφος 33-4: "The essence of conspiracy is the agreement. When two or more agree to carry their criminal scheme into effect, the very plot is the criminal act itself: Mulcahy v. R.
(1868)L.R. 3 H.L. 306 at 317; R. v. Warburton
(1870)L.R. 1 C.C.R. 274; R. v. Tibbits and Windust
(1902)1 K.B. 77 at 89; R. v. Meyrick and Ribuffi, 21 Cr. App. R. 94, CCA. Nothing need be done in pursuit of the agreement: O´ Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1; repentance, lack of opportunity and failure are all immaterial: R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48. As the essence of conspiracy is agreement, withdrawal therefrom goes to mitigation only: R. v. Gortat and Pirog
(1973)Crim. L. R. 648, Crown Court (Cusack J.)." Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης (Mens Rea) σχετική είναι η Παράγραφος 33-12 στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω: Παράγραφος 33-12: "Mens Rea is an essential element in conspiracy only in that there must be an intention to be a party to an agreement to do an unlawful act. In R. v. Anderson
(1986)A.C. 27, HL, Lord Bridge said: "But, beyond the mere fact of agreement, the necessary mens rea of the crime is, in my opinion, established if, and only if, it is shown that the accused, when he entered into the agreement, intended to play some part in the agreed course of conduct in furtherance of the criminal purpose which the agreed course of conduct was intended to achieve. Nothing less will suffice; nothing more is required" (at p. 39E). The point was emphasised in Yip Chiu-Cheung v. R. 99 Cr. App. R. 406, PC, where an undercover officer who entered into an agreement to export drugs was held to have had the necessary mens rea for conspiracy. Lord Griffiths said: "The crime of conspiracy requires an agreement between two or more persons to commit an unlawful act with intention of carrying it out. It is the intention to carry out the crime that constitutes the necessary mens rea for the offence. As Lord Bridge pointed out, an undercover agent who has no intention of committing the crime lacks the necessary mens rea to be a conspirator". (at p. 410) Although Yip Chiw. Chewung was a common law conspiracy there appears to be no difference on this point between statutory conspiracy in England and common law conspiracy in Hong Kong. The passages cited above should not be regarded as authority for the proposition that all conspirators must intend to play an active part in the agreed course of conduct. The organiser of a crime who recruits others to carry it out is equally guilty of conspiracy whether or not the organiser intends to play some active part in it thereafter: see R. V. Siracusa, 90 Cr. App. R. 340 at 349, per O´ Connor L.J. post. § 33-15." Σχετικά με τα άτομα που συμμετέχουν στο αδίκημα της συνωμοσίας, στην Παράγραφο 33-23 αναφέρονται: Παράγραφος 33-23: "Conspiracy requires the agreement of two or more persons. However it is not necessary to prove that the defendants met to concoct or originate the scheme. A conspiracy may exist between persons who have neither seen nor corresponded with each other: R. v. Parnell
(1881)14 Cox 508; R. v. Meyrich and Ribuffi, 21 Cr. App. R. 94, CCA; R. V. Hammersley, 42 Cr. App. R. 207 at 217, CCA. If a conspiracy is already formed, and a person joins it afterwards, he is equally guilty with the original conspirators: R. v. Murphy
(1837)8 C. & P. 297 at 311; see too DPP v. Doot
(1973)A.C. 807, HL, and the ovsercations of Paull J. in R. v. Griffiths
(1966)1 Q.B. 589, 49 Cr. App. R. 279, CCA. Some conspirators may drop out and others join in during the course of the conspiracy but it may nevertheless remain a single conspiracy: R. v. Simmonds
(1969)1 Q.B. 685 at 696, 51 Cr. App. R. 316 at 332; R. v. Hammersley, ante." Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του ποινικού αδικήματος της 1ης κατηγορίας φέρονται οι κατηγορούμενοι να συνωμότησαν μεταξύ τους και με άλλα πρόσωπα στη Λεμεσό και στη Λάρνακα, μεταξύ 15 και 16.6.06, στη διάπραξη του κακουργήματος της εισαγωγής ναρκωτικών. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για οποιαδήποτε ενέργεια των κατηγορουμένων για τις 15.6.
- Είναι επίσης γεγονός ότι καμία μαρτυρία υπάρχει περί επαφής των κατηγορουμένων, ούτε καν υποψία συνεννόησης τους, με άλλα πρόσωπα κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες και προτού εισαχθούν τα ναρκωτικά στην Κύπρο. Επιγραμματικά αναφέρουμε ότι η οποιαδήποτε τυχόν επαφή τους με άλλα πρόσωπα μετά την εισαγωγή των ναρκωτικών είναι άνευ σημασίας για σκοπούς της παρούσας κατηγορίας. Καθότι, ως θέμα λογικής προσέγγισης, η οποιαδήποτε συμφωνία περί εισαγωγής θα έπρεπε να είχε λάβει χώρα προτού εισαχθούν τα ναρκωτικά. Κατά συνέπεια το μόνο ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο υπήρξε συνωμοσία μεταξύ των δύο κατηγορουμένων κατά τον ουσιώδη χρόνο της 16.6.06, οπότε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή τους φέρει να βρίσκονται σε επαφή. Είναι, εκ των πραγμάτων, αλληλένδετη η τύχη των δύο κατηγορουμένων ως προς την κατάληξη περί ύπαρξης ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τους σε σχέση με την 1η κατηγορία. Υπό την έννοια ότι εντοπισμός ικανοποιητικής μαρτυρίας εναντίον του ενός θα επιδρά καταλυτικά και εναντίον του άλλου. Έθεσε η κα Ζαχαριάδου ως στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, σε σχέση με την εμπλοκή του 3ου κατηγορουμένου, την παρουσία του στο χώρο του Αεροδρομίου μαζί με τον 2ον κατηγορούμενο - για τον οποίο σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία προορίζονταν τα ναρκωτικά - τη μικρή μεταξύ τους απόσταση καθ΄ όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής τους και ιδίως όταν ο κατηγορούμενος 2 συνομιλούσε με την ΜΚ1, καθώς επίσης και τη φράση που ανέφερε ο 2ος κατηγορούμενος προς αυτόν όταν αντιλήφθηκε την ανακοπή της ΜΚ1 από την Αστυνομία "τέλειωνε φεύκουμε τζιαι επιάν τους". Πρόσθεσε επίσης η κα Ζαχαριάδου ως στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας αναφορά του κατηγορούμενου 3 στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 18, ότι η μεταξύ του και του 2ου κατηγορούμενου απόσταση όταν ο τελευταίος συνομιλούσε με την ΜΚ1 ήταν 2 με 3 μέτρα, καθώς επίσης και δήλωση του κατά τη σύλληψη του ότι μετέβηκε στο Αεροδρόμιο μαζί με τον κατηγορούμενο 2 κατόπιν οδηγιών του για να παραλάβουν συγγενικό του πρόσωπο. Ήταν εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα στοιχεία αυτά είναι ψευδή και πληρούν τις προϋποθέσεις για να προσμετρήσουν ως περιστατική μαρτυρία εναντίον του 3ου κατηγορούμενου. Εξετάσαμε με τη δέουσα προσοχή τις πιο πάνω θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής έχοντας πάντα κατά νουν τις αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αφενός, αλλά και της νομικής τεκμηρίωσης του εγκλήματος της συνομωσίας, όπως το αναλύσαμε ανωτέρω, αφετέρου. Επιζητείται ουσιαστικά η εκ πρώτης όψεως απόδειξη της 1ης κατηγορίας με αναφορά σε έμμεση - περιστατική μαρτυρία. Ό,τι υπάρχει ενώπιον μας είναι η σαφής θέση όλων των μαρτύρων κατηγορίας σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος 3 ουδέποτε συνομίλησε με την ΜΚ
- Η μαρτυρία αποτυπώνει συνομιλία της με τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία του κατηγορούμενου
- Ο τελευταίος σε καμία συζήτηση μετείχε. Το περιεχόμενο της συνομιλίας της ΜΚ1 με τον κατηγορούμενο 2 βρίσκεται επίσης ενώπιον μας. Δεν γίνεται καμία αναφορά ή νύξη για εισαγωγή ή διακίνηση ναρκωτικών. Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 3 στο χώρο του Αεροδρομίου και τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του και του κατηγορούμενου 2, όπως προβάλλουν μέσα από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν τεκμηριώνουν, ούτε κατ΄ ελάχιστο, περιστατική μαρτυρία ικανή να οδηγήσει έστω και σε υπόνοιες περί ύπαρξης στοιχείων μεταξύ τους συνομωσίας για εισαγωγή ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος 3 φέρεται από τη μαρτυρία να παραμένει αμέτοχος και παθητικά να παρακολουθεί τα όσα λάμβαναν χώρα στο χώρο του Αεροδρομίου. Μάλιστα, σε μία περίπτωση, παρουσιάζεται από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής να ξαφνιάζεται από τις αναφορές του κατηγορούμενου
- Είναι τη στιγμή που διερωτήθηκε "Ποιο;" όταν ο κατηγορούμενος 2, αντιλαμβανόμενος ότι κάποιοι πλησίαζαν την ΜΚ1, του είπε "φεύγουμε γρήγορα". Είναι νομολογιακά τεκμηριωμένο ότι ψέματα που λέχθησαν από κατηγορούμενο είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία εις βάρος του κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Δεν θα επεκταθούμε στη νομική ανάλυση του συγκεκριμένου ζητήματος. Δεν συμφωνούμε με τη θέση της δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η αναφορά του κατηγορούμενου 3 ότι μετέβηκε με τον κατηγορούμενο 2 στο Αεροδρόμιο για να παραλάβουν συγγενικό του τελευταίου πρόσωπο, καλύπτεται από τις προϋποθέσεις που νομολογιακά έχουν τεθεί ούτως ώστε να κατατάσσεται στις περιπτώσεις ψέματος που συνιστά περιστατική μαρτυρία. Δεν υπάρχει απόδειξη του με ανεξάρτητη μαρτυρία. Η σύγκριση που η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να κάνει με τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του ιδίου του κατηγορούμενου 3, Τεκμήριο 18, δεν τεκμηριώνει απόδειξη ψέματος. Ως προς το δεύτερο ψέμα που εισηγήθηκε η δικηγόρος της Κατηγορούσα Αρχής, τη διάσταση δηλαδή που, όντως, υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και της αναφοράς του κατηγορουμένου 3 στο Τεκμήριο 18 ως προς το ζήτημα της απόστασης που τον χώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο από τον 2ον κατηγορούμενο, παρατηρούμε τα εξής: Είναι γεγονός ότι οι μάρτυρες κατηγορίας, στο σύνολο τους, αναφερόμενοι στην απόσταση αυτή κατά το χρόνο προσέγγισης της ΜΚ1 την προσδιόρισαν σε μισό περίπου μέτρο. Ο κατηγορούμενος 3 στην κατάθεση του, Τεκμήριο 18, αναφέρεται σε 2-3 μέτρα. Να σημειώσουμε σ΄ αυτό το στάδιο ότι η κατάθεση αυτή κατατέθηκε, εκ συμφώνου, όχι για την αλήθεια του περιεχομένου αλλά ότι λήφθηκε νομότυπα. Εν πάση περιπτώσει διαφαίνεται να υπάρχει διάσταση μεταξύ της αναφοράς του κατηγορούμενου 3 και της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Για να διαπιστωθεί όμως κατά πόσο η συγκεκριμένη αναφορά του κατηγορούμενου 3 συνιστά ψέμα, έστω και εκ πρώτης όψεως, ικανό να θεμελιώσει περιστατική εις βάρος του μαρτυρία, θα πρέπει να εξεταστεί κάτω από το σύνολο των γεγονότων. Έτσι που να καταδειχθεί κατά πόσο αυτό είναι ηθελημένο, κατά πόσο αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα και κατά πόσο έχει ως κίνητρο την επίγνωση της ενοχής και το φόβο της αλήθειας. Όπως έχουμε τονίσει σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας, η όποια συνομιλία έλαβε χώρα μεταξύ του κατηγορούμενου 2 και της ΜΚ1, δεν είχε ως περιεχόμενο αναφορές τέτοιες που να προσδίδουν σε πρόσωπο το οποίο παρακολουθούσε τη συνομιλία αυτή ύποπτα στοιχεία συμμετοχής σε οποιαδήποτε συμφωνία. Ως εκ τούτου αστήρικτο και άτοπο θα ήταν να αξιολογηθεί η αναφορά του κατηγορούμενου 3 περί ύπαρξης κάποιας απόστασης μεταξύ του και του κατηγορούμενου 2, κατά τρόπο που να υποδηλώνει εκ πρώτης όψεως συμπεριφορά ενοχής του, εκλαμβανόμενη ως προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από γεγονότα που λάμβαναν χώρα. Έστω όμως και αν γινόταν αποδεκτό ότι σκόπιμα έδωσε μεγαλύτερη απόσταση, αυτό δεν θα μπορούσε υπό το φως των ενώπιον μας γεγονότων να εκληφθεί, ακόμη και εκ πρώτης όψεως, ως ενέργεια που συνιστούσε επίγνωση της ενοχής περί ύπαρξης μεταξύ του και του κατηγορούμενου 2 συμφωνίας για διάπραξη του συγκεκριμένου κακουργήματος της εισαγωγής ναρκωτικών. Με βάση τα πιο πάνω η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Κατηγορία δεν στοιχειοθετεί, εκ πρώτης όψεως, το αδίκημα της συνομωσίας. Είναι κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 σε σχέση με την 1η κατηγορία. Σύμφωνα με την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής η εκ πρώτης όψεως εμπλοκή του κατηγορούμενου 3 στις κατηγορίες 2, 3 και 4 στοιχειοθετείται με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.
- Ήταν η θέση της ότι η παρουσία και μόνο του κατηγορούμενου αυτού στο χώρο του Αεροδρομίου είναι αρκετή μαρτυρία για να τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του για το σύνολο των πιο πάνω κατηγοριών. Καθότι, πάντα σύμφωνα με την δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, η παρουσία του αυτή συνδιαζόμενη με την όλη συμπεριφορά του κατά τον ουσιώδη χρόνο, καταδεικνύει, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, ότι παρείχε συνδρομή σε άλλο κατά τη διάπραξη των αδικημάτων. Έχουμε ήδη αναφέρει στο προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας ότι δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε ύποπτο ή μεμπτό, για τους σκοπούς της υπόθεσης, στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου
- Η δε απαλλαγή του από την 1η κατηγορία, υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης και της εγκληματικής συμπεριφοράς που του αποδίδει η Κατηγορούσα Αρχή, επιδρά, αφ΄ εαυτής, καταλυτικά και ως προς τις υπόλοιπες κατηγορίες. Αυτό καθότι η κατάληξη του Δικαστηρίου περί έλλειψης μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί, έστω και εκ πρώτης όψεως υπόθεση συνομωσίας εναντίον του κατηγορούμενου 3, σε συνάρτηση με την ανυπαρξία οποιασδήποτε άλλης εις βάρος του μαρτυρίας περί εμπλοκής του στο όλο φάσμα των γεγονότων της ενώπιον μας υπόθεσης, είναι στοιχεία αρκετά για να οδηγήσουν στην απόρριψη και των υπόλοιπων εναντίον του κατηγοριών από αυτό το στάδιο. Περαιτέρω όμως η επίκληση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 προϋποθέτει προσκόμιση μαρτυρίας περί ενεργειών ή παραλείψεων ικανών να θεμελιώσουν συμμετοχή στη διάπραξη ποινικού αδικήματος και να καταδειχθεί έτσι αυτουργία συγκεκριμένου προσώπου. Με βάση τα γεγονότα της ενώπιον μας υπόθεσης τα ναρκωτικά προορίζονταν για τον 2ον κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος 3 έπραξε ή παρέλειψε να πράξει οτιδήποτε με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη των υπό αναφορά ποινικών αδικημάτων εκ μέρους του 2ου κατηγορούμενου. Η παρουσία του και μόνο στο χώρο του Αεροδρομίου δεν είναι στοιχείο αρκετό για να δημιουργήσει, έστω και εκ πρώτης όψεως, ζήτημα συνδρομής του στην όλη εγκληματική συμπεριφορά. Κατά συνέπεια δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 επαρκώς ώστε αυτός να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση και με τις υπό εξέταση κατηγορίες 2, 3 και
- Οι συνήγοροι του κατηγορούμενου 2 επίσης εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και σε σχέση με αυτόν τον κατηγορούμενο για τις κατηγορίες 2, 3 και
- Δεν συμφωνούμε μ΄ αυτήν την προσέγγιση. Το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας συμπεριλαμβανομένης της μαρτυρίας περί της όλης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου 2 και των οδηγιών του προς την ΜΚ1 κατά το χρόνο άφιξης των ναρκωτικών στην Κύπρο, είναι αρκετά υπό το φως των αρχών που διέπουν το παρόν στάδιο της διαδικασίας, για να μας οδηγήσουν στην κατάληξη ότι η Κατηγορία απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του επαρκώς ώστε να υποχρεούται αυτός να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με τις κατηγορίες 2, 3 και
- Προσθέτουμε περαιτέρω ότι αστήρικτες είναι οι αναφορές των συνηγόρων του κατηγορουμένου 2 περί ύπαρξης αντινομικής και στερούμενης πειστικότητας μαρτυρίας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ΄ αυτήν και να καταδικάσει. Καταληκτικά η εισήγηση της υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο 3 ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του για όλες τις κατηγορίες γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από το σύνολο των κατηγοριών. Η ταυτόσημη εισήγηση της υπεράσπισης για τον 2ον κατηγορούμενο πετυχαίνει σε σχέση μόνο με την 1η κατηγορία από την οποία αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. Καλείται δε να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με τις κατηγορίες 2, 3 και
- (Υπ.) .................................. Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.).................................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο