Αστυνομία ν. Μιχαήλ Αντρέου Ψύλλα, Αρ. Υποθέσεως: 1346/05, 26.10.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 1346/05 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Μιχαήλ Αντρέου Ψύλλα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26.10.2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(4)(α), 38 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96
(1)/2000 και Κ.Δ.Π. 187/2000. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την οδήγηση μοτοσικλέτας/μοτοποδηλάτου, χωρίς κράνος εγκεκριμένου τύπου από τον Έφορο, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 59
(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στις 24.09.04 στη οδό Ανκάρα στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΧ933 σε οδό, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη δεύτερη κατηγορία, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο δίκυκλο χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο ένα μάρτυρα. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι ο αστυφύλακας 1913 Α. Χρίστου (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 κατέθεσε ενόρκως και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι υπηρετεί στον Ειδικό Ουλαμό Μοτοσικλετιστών του Τμήματος Β του Αρχηγείου Αστυνομίας. Στις 24.09.04 και περί ώρα 22:40 ενώ ήταν υπηρεσία στην οδό Ανκάρα ανέκοψε δια έλεγχο το μοτοποδήλατο ΕAX 933, εφόσον αντιλήφθηκε τον οδηγό του να μην φέρει προστατευτικό κράνος. Από τον έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι οδηγός του μοτοποδηλάτου ήταν ο Μιχάλης Αντρέου Ψύλλας, ενώ επίσης διαπίστωσε ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο δεν καλύπτετο από ασφάλεια έναντι τρίτου. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στο νόμο σε σχέση με τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων και εκείνος του απάντησε "τί να πω". Περαιτέρω, όταν πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί, ο τελευταίος του απάντησε "εντάξει έχεις δίκαιο". Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ1 ερωτήθηκε από τον Κατηγορούμενο εάν κατά τη διάρκεια του ελέγχου ο Κατηγορούμενος ήταν ευγενικός μαζί τους. Ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε εάν θυμάται τον Κατηγορούμενο να τους δίδει ως εξήγηση για τη διάπραξη του αδικήματος ότι η θυγατέρα του, 14 ετών, ήταν σε συγκεκριμένο χώρο και ο ίδιος έπρεπε επειγόντως να την εντοπίσει. Ο μάρτυρας δεν ήταν εις θέση να απαντήσει εφόσον δεν θυμόταν. Ακολούθως, ερωτήθηκε εάν θυμάται να παρέπεμψε τον Κατηγορούμενο στον Ανώτερο του που βρισκόταν στον ίδιο χώρο και ο ΜΚ1 απάντησε ότι στο μέρος υπήρχε Λοχίας με τον οποίο ο Κατηγορούμενος έκανε μια συζήτηση, την οποία ο ίδιος δεν άκουσε. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν επανεξετάστηκε. Ακολούθως, η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Κατηγορούμενος δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα. Εν συνεχεία, αφότου εξέτασα το μαρτυρικό υλικό δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, διαπίστωσα ότι τα συστατικά στοιχεία των δύο κατηγοριών αποδείχθηκαν και ότι η μαρτυρία δεν ήταν αντινομική και ως εκ τούτου, κάλεσα τον Κατηγορούμενο σε απολογία και προέβηκα σε επεξήγηση των δικαιωμάτων του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε και τελικά έδωσε ένορκο κατάθεση. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία κάποιο γνωστό του πρόσωπο του τηλεφώνησε και τον πληροφόρησε ότι η δεκατετράχρονη κόρη του βρισκόταν σε συγκεκριμένο χώρο με άλλο ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Εφόσον ο ίδιος πίστευε ότι η θυγατέρα του ήταν σε κάποιο σπίτι και διάβαζε θεώρησε την ενέργεια της αυτή ως εσφαλμένη και ότι μπορούσε να παρασυρθεί και έτσι ως πατέρας που ενδιαφέρεται για το παιδί του ξεκίνησε για να τη βρει. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, πήρε τα κλειδιά του οχήματος του αλλά αμέσως διαπίστωσε ότι κάποιος ασυνείδητος είχε σταθμεύσει το όχημα του μπροστά από την είσοδο του γκαράζ του, καθιστώντας το έτσι αδύνατο να φύγει. Μη έχοντας άλλη επιλογή, πήρε το μοτοποδήλατο που είχε ακινητοποιημένο, δηλαδή δεν το κυκλοφορούσε και έτρεξε στο μέρος όπου του είχαν πει ότι βρισκόταν η θυγατέρα του. Στο δρόμο, είπε ο Κατηγορούμενος, τον σταμάτησαν οι τροχονόμοι και τον κατήγγειλαν. Κατά την αντεξέταση ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι στις 24.09.04 οδήγησε το μοτοποδήλατο ΕΑΧ933 δίχως να υπάρχει σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο και ότι ο ίδιος δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Εν συνεχεία, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι έκλεισε την υπεράσπισή του. Ακολούθησε η αγόρευση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Η κα Πίπη υποστήριξε ότι στη βάση της μαρτυρίας τόσο του ΜΚ1 όσο και του Κατηγορουμένου οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν αποδειχθεί. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν ήταν πρόθεση του να αρνηθεί τη διάπραξη των αδικημάτων ως αυτά εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Παρόλα ταύτα, ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει εδράζονται σε αντισυνταγματικές διατάξεις. Επί του προκειμένου ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι έχουν εισαχθεί στη Δημοκρατία και κυκλοφορούν, κατόπιν άδειας της Αρμόδιας Αρχής, σκούτερ τα οποία κινούνται με μπαταρία και ότι οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι τέτοιου σκούτερ αντιμετωπίζονται ευνοϊκότερα από τους ιδιοκτήτες και κατόχους μοτοποδηλάτου σε τέσσερα σημεία. Απαρίθμησε αυτά ως την άδεια οδηγού, άδεια κυκλοφορίας, ασφάλεια μοτοποδηλάτου και προστατευτικό κράνος. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι η υποχρέωση μόνο των οδηγών μοτοποδηλάτου και όχι των οδηγών σκούτερ για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απαρίθμησε, παραβιάζει το άρθρο 6 του Συντάγματος και θέτει τους οδηγούς μοτοποδηλάτου σε δυσμενή διάκριση. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πρέπει να σημειώσω ότι ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και δεν περιέπεσε σε οιεσδήποτε αντιφάσεις. Ακόμη, είναι αξιοσημείωτο ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε σε σημαντικές πτυχές της μαρτυρίας του. Ως τέτοιες κρίνω την αναφορά του μάρτυρα στη διαπίστωση του πως ο Κατηγορούμενος δεν έφερε προστατευτικό κράνος και ότι το μοτοποδήλατο δεν καλυπτόταν από ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω τη μαρτυρία του ΜΚ1 αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Κατηγορούμενος. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε τις κατηγορίες που αντιμετώπισε. Τουναντίον, ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά παραδέχθηκε τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, έδωσε όμως τη δική του εξήγηση στο λόγο που τον ώθησε να διαπράξει τα υπό αναφορά αδικήματα. Επίσης, η μαρτυρία του δεν έρχεται σε διάσταση με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω δέχομαι τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Στη βάση της πιο πάνω αξιόπιστης μαρτυρίας διαπιστώνω ότι στις 24.09.04 ο Κατηγορούμενος οδήγησε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμούς εγγραφής ΕΑΧ 933 στην οδό Ανκάρα στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου και χωρίς ο ίδιος να φέρει προστατευτικό κράνος. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι ο λόγος οδήγησης του μοτοποδηλάτου είναι αυτός που ο Κατηγορούμενος ανέφερε και αφορά το περιστατικό με τη θυγατέρα του. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τον εγειρόμενο από τον Κατηγορούμενο ισχυρισμό, ότι δηλαδή τα σχετικά άρθρα που συνιστούν το αδίκημα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι αντισυνταγματικά, εφόσον αντιβαίνουν το άρθρο 6 του Συντάγματος το οποίο αποκλείει τη δυσμενή διάκριση εις βάρος οιουδήποτε προσώπου. Οι αρχές εξέτασης συνταγματικότητας νόμου έχουν τεθεί στην υπόθεση The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και συνοψίζονται ως ακολούθως:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα» (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62). Από τις πιο πάνω αρχές είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να μην ασχοληθεί με θέματα τα οποία, έστω και αν εγείρονται, η εξέτασή τους δεν είναι απαραίτητη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση ως τέτοια θέματα κρίνω τις αναφορές του Κατηγορουμένου σχετικά με την άδεια οδήγησης και την άδεια κυκλοφορίας. Ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει τέτοιες κατηγορίες και συνεπώς τα εν λόγω άρθρα δεν χρήζουν εξέτασης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η συνταγματικότητα των προειρημένων άρθρων δεν είναι σχετική με την παρούσα υπόθεση. Εδώ κρίνω ότι είναι το κατάλληλο σημείο να αναφέρω ότι αντιπαρέρχομαι την ασάφεια και ελαφρότητα με την οποία ηγέρθηκε ο ισχυρισμός της αντισυνταγματικότητας, από τον Κατηγορούμενο. Κρίνω ότι η τοιουτοτρόπως προσέγγιση αρμόζει στην περίσταση και τούτο χωρίς να παραγνωρίζω τη νομολογημένη αρχή ότι ζητήματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να διατυπώνονται με λεπτομέρεια. Περαιτέρω, σημειώνω εδώ ότι η θέση του Κατηγορουμένου εξετάζεται υπό το πρίσμα των αποφάσεων που αφορούν το Άρθρο 28 του Συντάγματος και την αρχή της ισότητας. Έρεισμα γι' αυτό παρέχει η απόφαση Nishan Araking and others v. The Republic of Cyprus
(1971)3 CLR 475 όπου αναφέρεται ότι το σχετικό με την παρούσα υπόθεση μέρος του Άρθρου 6 (δηλαδή, δυσμενής διάκριση προσώπου), εμπεριέχεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος. Η εν λόγω αναφορά δεν ανατράπηκε κατ' έφεση (βλ. υπόθεση 700/01, Γρ. Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 15.03.02). Εν πρώτοις, εξετάζω ότι αφορά το άρθρο 3
(1)(α),
(4)(α) του Νόμου 96(Ι)/2000. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι: "3.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του νόμου αυτού, απαγορεύεται όπως οποιοδήποτε πρόσωπο (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού ...
(4)Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται (α) Σε περίπτωση προ της καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης." Ο Κατηγορούμενος έκανε αναφορά σε ηλεκτροκίνητο σκούτερ. Βέβαια ο Κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο το οποίο, αφενός να αποδεικνύει την ομοιότητα του εν λόγω αντικειμένου που ανέφερε με τον ορισμό του μηχανοκινήτου οχήματος και αφετέρου ότι αυτό το αντικείμενο τυγχάνει διαφορετικής μεταχείρισης (βλ. Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 60, 70 και Shistris v. Cyprus Tourism Organization
(1982)3 CLR 72). Είναι κατανοητό ότι η γενική, ασαφής και αόριστη αναφορά του Κατηγορουμένου στον τύπο του εν λόγω αντικειμένου, δεν συνιστά δικαστική γνώση (βλ. Βρυώνη ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 46, 50). Η ανυπαρξία τέτοιων στοιχείων καθιστά τον έλεγχο της συνταγματικότητας του άρθρου αδύνατο, εφόσον η μεθοδολογία εξέτασης επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης των αντικειμένων του δικαίου ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια (βλ. Σεργίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119). Πέραν των πιο πάνω, απλή ανάγνωση του εν λόγω άρθρου αποκαλύπτει, πιστεύω, ότι ο νομοθέτης δεν δημιούργησε περισσότερες της μιας κατηγορίας. Η μοναδική κατηγορία που προκύπτει είναι εκείνη του μηχανοκινήτου οχήματος. Ο ορισμός της έκφρασης μηχανοκίνητο όχημα εντοπίζεται τόσο στην ερμηνεία του Νόμου 96(Ι)/2000 όσο και στην ερμηνεία του Νόμου 86/72 όπου και υιοθετείται από τον υπό εξέταση νόμο (βλ. άρθρο 2
(2)Ν.96(Ι)/2000). Σημειώνω εδώ πως ο ορισμός της έκφρασης μηχανοκίνητο όχημα, στον οποίο, ως προκύπτει συμπεριλαμβάνεται και το μοτοποδήλατο όπως και η μοτοσικλέτα, δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Είναι πρόδηλο ότι η αναφερόμενη από το άρθρο 3 υποχρέωση ασφάλισης για ευθύνη έναντι τρίτου, έχει καθολική εφαρμογή μεταξύ των ιδιοκτητών /κατόχων μηχανοκινήτων οχημάτων. Το αντικείμενο το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του σχετικού άρθρου είναι όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα. Συνεπώς, καταλήγω ότι εφόσον δεν δημιουργείται άλλη κατηγορία αντικειμένου, ουδεμία δυσμενής διάκριση προκύπτει. Στη βάση των πιο πάνω και έχοντας υπόψη τα λεχθέντα στην απόφαση Μάρω Γιασεμίδου ν. Δημοτικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 491 κρίνω ότι το εν λόγω άρθρο δεν αντιβαίνει της σχετικής διάταξης του Άρθρου 6 του Συντάγματος που απαγορεύει τη δυσμενή διάκριση. Εν συνεχεία προχωρώ στον Κανονισμό 59
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984. Ο εν λόγω Κανονισμός αναφέρει ότι: "59
(2)Ο οδηγός μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου, καθώς και το πρόσωπο που μεταφέρεται πάνω στη μοτοσικλέτα ή μοτοποδήλατο, όταν ταξιδεύουν σε οποιοδήποτε δρόμο, πρέπει να φέρουν στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι τους προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον Έφορο, σύμφωνα με γνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση να φέρουν κράνος ο οδηγός και το μεταφερόμενο πρόσωπο μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου όταν τα οχήματα αυτά είναι εξοπλισμένα κατά το χρόνο της εγγραφής τους (
- i)με κουβούκλιο ασφαλείας που είναι δοκιμασμένο υπό συνθήκες σύγκρουσης ώστε να παρέχει ασφάλεια στον οδηγό και το μεταφερόμενο πρόσωπο, και (
- ii)με ειδικό σύστημα πρόσδευσης, και (iii) με ειδικό σύστημα ασφαλείας το οποίο δεν επιτρέπει τη κίνηση της μοτοσικλέτας ή του μοτοποδηλάτου εκτός εάν ο οδηγός και το μεταφερόμενο πρόσωπο είναι προσδεδεμένοι, και (
- iv)με ειδικό κάθισμα το οποίο προστατεύει τον οδηγό και το μεταφερόμενο πρόσωπο σε περίπτωση πλάγιας πτώσης της μοτοσικλέτας ή του μοτοποδηλάτου." Και σε αυτή την περίπτωση διαπιστώνω ανυπαρξία αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία να αποδεικνύουν την ομοιότητα του σκούτερ, ως ο Κατηγορούμενος ανέφερε, με το μοτοποδήλατο ή τη μοτοσικλέτα (βλ. απόφαση Αβραάμ, πιο πάνω). Η εν λόγω ανυπαρξία τέτοιων στοιχείων αφαιρεί από το Δικαστήριο το δικαίωμα εξέτασης των όσων ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται περί ομοιότητας των δύο αντικειμένων (σκούτερ-μοτοποδήλατο), ως επίσης και της αντιμετώπισης που αυτά τυγχάνουν από το νόμο (βλ. απόφαση Σεργίδης πιο πάνω). Παρά την ως ανωτέρω ασάφεια, έχω εξετάσει τον εν λόγω κανονισμό και είμαι της γνώμης ότι δεν δημιουργείται κατηγορία άλλη από τις αναφερόμενες (μοτοποδήλατο-μοτοσικλέτα). Υπενθυμίζω και πάλι ότι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε τον ορισμό με τον οποίο ο νομοθέτης προσδιορίζει τα αντικείμενα μοτοποδήλατο και μοτοσικλέτα. Εμφανής είναι και εδώ η γενική εφαρμογή του κανονισμού και ότι δεν δημιουργείται άλλη κατηγορία, για την οποία θα μπορούσε να λεχθεί πως ενώ δεν διακρίνεται από τις προαναφερόμενες χαίρει διαφορετικής αντιμετώπισης. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού, ότι δηλαδή ο κανονισμός 59
(2)αντίκειται των διατάξεων του Άρθρου 6 του Συντάγματος. Προτού ολοκληρώσω την εξέταση της συνταγματικότητας τόσο του άρθρου 3
(1)(α)
(4)(α) του Νόμου 96(Ι)/2000 όσο και του κανονισμού 59
(2)των Κ.Δ.Π.66/84 κρίνω ότι θα ήταν παράλειψη να μην γίνει αναφορά σε άλλη μια πτυχή που προκύπτει από το σχετικό ισχυρισμό του Κατηγορουμένου. Ακόμη και αν υποθέσει κανείς ότι το εν λόγω αντικείμενο (σκούτερ) ανήκει στην κατηγορία μοτοποδηλάτου/μοτοσικλέτας και συνεπώς μηχανοκινήτου οχήματος και ότι, ορθά ο Κατηγορούμενος αναφέρει πως κατά την άσκηση διοίκησης από μέρους της Αρμόδιας Αρχής δεν απαιτείται όπως το εν λόγω αντικείμενο πληρεί τις υποχρεώσεις που ρυθμίζουν την κατοχή και χρήση των λοιπών μηχανοκινήτων οχημάτων (ασφαλιστήριο έναντι τρίτου και χρήση προστατευτικού κράνους), και πάλιν, τούτο δεν θα οδηγούσε σε εύρημα αντισυνταγματικότητας των σχετικών άρθρων και κανονισμών που εξετάστηκαν. Ο λόγος εδράζεται στα λεχθέντα της απόφασης Ανθή Δημήτρη Δημητριάδη κ.α. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, 110 όπου αναφέρθηκε πως: "Εν πάση περιπτώσει, και αν υποτεθεί ότι οι αρχές παράνομα εξουσιοδότησαν την ανέγερση της κατοικίας, η θεραπεία έγκειται στην καταστολή της παρανομίας και όχι στην επέκταση της χάριν της ισότητας. Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι η παρανομία δε συνθέτει μέτρο για ίση μεταχείριση." Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι τα σχετικά άρθρα και κανονισμοί των οποίων τη συνταγματικότητα αμφισβήτησε ο Κατηγορούμενος, δεν κρίνονται στη βάση αυθαίρετης κατοχής και χρήσης οιουδήποτε αντικειμένου από οιονδήποτε πρόσωπο, αλλά δυνάμει των προαναφερομένων αρχών του δικαίου. Βέβαια πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το εν λόγω σχόλιο εδράζεται σε υποθέσεις και εικασίες αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα εφόσον τίποτα δεν έχει παρουσιαστεί από μέρους του Κατηγορουμένου, το οποίο να αποδεικνύει το εύλογο της ομοιότητας του σκούτερ με το μοτοποδήλατο και ότι η κατοχή και χρήση του πρώτου διακρίνεται από εκείνη του τελευταίου. Έχοντας απορρίψει τη μοναδική υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, δηλαδή τον ισχυρισμό του περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών άρθρων και κανονισμών, ό,τι απομένει είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ως απόρροια των προαναφερομένων ευρημάτων. Πρέπει βέβαια να σημειώσω εδώ ότι η διαπίστωση πως ο Κατηγορούμενος οδήγησε το εν λόγω μοτοποδήλατο ένεκα έκτακτου οικογενειακού λόγου, όσο σημαντικός και ουσιαστικός και αν είναι αυτός ο λόγος, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη οιασδήποτε των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Καταλήγω λοιπόν ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο και στις δύο κατηγορίες. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο