Αστυνομία ν. Μιχαήλ Αντρέου Ψύλλα, Αρ. Υποθέσεως: 2484/06, 26.10.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 2484/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Μιχαήλ Αντρέου Ψύλλα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26.10.2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μοτοσικλέτας/μοτοποδηλάτου, χωρίς κράνος εγκεκριμένου τύπου από τον Έφορο, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 59
(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στις 12.09.05 στην οδό Αυξεντίου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμούς εγγραφής ΕΑΧ933 χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο ένα μάρτυρα. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι ο αστυφύλακας 401 Ν. Νικολάου (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 κατέθεσε ενόρκως και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι υπηρετεί στην Τροχαία Λάρνακας. Στις 12.09.05 και ενώ ήταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη Λεωφόρο Γρ. Αυξέντιου στη Λάρνακα, ανέκοψε για έλεγχο το μοτοποδήλατο όχημα ΕAX 933 το οποίο οδηγούσε ο Μιχάλης Ψύλλας επειδή δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Αφού τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο Κατηγορούμενος δεν απάντησε. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η ώρα της ανακοπής ήταν 12:
- Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το εξώδικο που επέδωσε στον Κατηγορούμενο δεν πληρώθηκε στον προκαθορισμένο από το νόμο χρόνο. Στην αντεξέταση ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να περιγράψει το μοτοποδήλατο του Κατηγορουμένου, κατά πόσο δηλαδή τούτο είναι μικρού ή μεγάλου κυβισμού. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι ως θυμάται το εν λόγω μοτοποδήλατο ήταν μικρού κυβισμού. Τέλος, ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έφερε κράνος, προκάλεσε ζημιά σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι η μη χρήση κράνους δεν προκαλεί βλάβη σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και ότι είναι μόνο για την ασφάλεια του ιδίου του οδηγού. Ο ΜΚ1 δεν επανεξετάστηκε. Ακολούθως η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Κατηγορούμενος δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα. Εν συνεχεία, αφότου εξέτασα το μαρτυρικό υλικό δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, διαπίστωσα ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας και ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν ήταν αντινομική και ως εκ τούτου, κάλεσα τον Κατηγορούμενο σε απολογία και προέβηκα σε επεξήγηση των δικαιωμάτων του. Μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155 επεξήγηση δικαιωμάτων, ο Κατηγορούμενος προέβη σε ένορκο κατάθεση. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι όντως ο ΜΚ1 τον ανέκοψε ενώ οδηγούσε το μοτοποδήλατο του χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι δεν πρόκειται ποτέ να φορέσει κράνος και τούτο όχι γιατί περιφρονεί τους νόμους, αλλά γιατί δεν μπορεί. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, η εν λόγω αδυναμία του οφείλεται στο γεγονός πως όταν φέρει κράνος, νιώθει τα μάτια του να θολώνουν και να τα διαπερνά μαύρος καπνός ως κάποιος να τον έχει κτυπήσει. Μάλιστα, ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι ενόσω εξέτιε τη στρατιωτική του θητεία έλαβε σχετική απαλλαγή από ιατρό του στρατού. Πέραν των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος έκανε αναφορά στις γνωστές, ως ο ίδιος τις αποκάλεσε, θέσεις του, ότι δηλαδή το μοτοποδήλατο είναι στην ίδια θέση με ένα σκούτερ ή ένα ποδήλατο τα οποία ο νόμος δεν υποχρεώνει τον οδηγό αυτών να φέρει κράνος και ότι αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο για να λάβει απαλλαγή από την υποχρέωση χρησιμοποίησης κράνους ως έλαβε και για την υποχρέωση χρησιμοποίησης ζώνης ασφαλείας. Κατά την αντεξέταση ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 12.09.05 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΕΑΧ 933 χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε από το Δικαστήριο εάν είχε άλλη μαρτυρία να παρουσιάσει και δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση του. Στη συνέχεια η διαδικασία προχώρησε με τις αγορεύσεις, πρώτα της Κατηγορούσας Αρχής και έπειτα του Κατηγορουμένου. Η κα Πίπη ισχυρίστηκε ότι τόσο στη βάση της μαρτυρίας του ΜΚ1 όσο και του Κατηγορουμένου η κατηγορία έχει αποδειχθεί. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η διάπραξη του αδικήματος από μέρους του, έγκειται στο γεγονός πως δεν δύναται να χρησιμοποιήσει κράνος. Ήταν η θέση του ότι κανείς δεν μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα της οδήγησης μοτοποδηλάτου ένεκα αυτής της αδυναμίας του. Τέλος, ανέφερε ότι έχει ήδη αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο και αιτείται εξαίρεση από τη χρήση κράνους, ως εξαίρεση έχει πάρει και από τη χρήση ζώνης ασφαλείας. Εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας φανερώνει ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχεται τη διάπραξη του αδικήματος. Η θέση του Κατηγορουμένου, ως υπεράσπιση δηλαδή, εδράζεται στο κατ' ισχυρισμό δικαίωμά του να χρησιμοποιεί μοτοποδήλατο χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, εφόσον αδυνατεί να πράξει τούτο. Παρόλα ταύτα, κρίνω ότι η ενώπιον μου μαρτυρία δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση ευρημάτων του Δικαστηρίου, χωρίς πρώτα να αξιολογηθεί. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είμαι της γνώμης ότι τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο Κατηγορούμενος είπαν την αλήθεια. Και οι δύο ήταν σαφής, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και καθόλη τη διάρκεια της κατάθεσης τους μου έκαναν καλή εντύπωση. Ακόμη, σημειώνω ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Στη βάση της πιο πάνω αξιόπιστης και αποδεκτής μαρτυρίας, διαπιστώνω ότι ο Κατηγορούμενος στις 12.09.05, στη Λεωφόρο Γρ. Αυξεντίου, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμούς εγγραφής ΕΑΧ 933 χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, ανεκόπη από τον ΜΚ1. Ακόμη, εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί και η θέση του Κατηγορουμένου ότι δεν δύναται να χρησιμοποιήσει προστατευτικό κράνος, ένεκα σωματικής δυσχέρειας στην οποία περιπίπτει όταν πράττει τούτο. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η αδυναμία του Κατηγορουμένου να φορέσει προστατευτικό κράνος αποτελεί υπεράσπιση. Ο κανονισμός 59
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 προβλέπει ότι: "59
(2)Ο οδηγός μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου, καθώς και το πρόσωπο που μεταφέρεται πάνω στη μοτοσικλέτα ή μοτοποδήλατο, όταν ταξιδεύουν σε οποιοδήποτε δρόμο, πρέπει να φέρουν στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι τους προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον Έφορο, σύμφωνα με γνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση να φέρουν κράνος ο οδηγός και το μεταφερόμενο πρόσωπο μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου όταν τα οχήματα αυτά είναι εξοπλισμένα κατά το χρόνο της εγγραφής τους (
- i)με κουβούκλιο ασφαλείας που είναι δοκιμασμένο υπό συνθήκες σύγκρουσης ώστε να παρέχει ασφάλεια στον οδηγό και το μεταφερόμενο πρόσωπο, και (
- ii)με ειδικό σύστημα πρόσδευσης, και (iii) με ειδικό σύστημα ασφαλείας το οποίο δεν επιτρέπει τη κίνηση της μοτοσικλέτας ή του μοτοποδηλάτου εκτός εάν ο οδηγός και το μεταφερόμενο πρόσωπο είναι προσδεδεμένοι, και (
- iv)με ειδικό κάθισμα το οποίο προστατεύει τον οδηγό και το μεταφερόμενο πρόσωπο σε περίπτωση πλάγιας πτώσης της μοτοσικλέτας ή του μοτοποδηλάτου." Εξέταση του προειρημένου κανονισμού αποκαλύπτει ότι η αδυναμία του Κατηγορουμένου, ως ο ίδιος την περιέγραψε στο Δικαστήριο και ως τούτη έγινε αποδεκτή και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Συνεπώς, η εν λόγω αδυναμία του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση η οποία να τον απαλλάσσει ποινικής ευθύνης. Ακόμη, το αίτημα του Κατηγορούμενου προς το Δικαστήριο για απαλλαγή του από τη χρήση κράνους, στην έκταση που αυτό απευθύνεται στο εν λόγω Δικαστήριο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Σχετική είναι η απόφαση Ηλία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137 όπου αποφασίστηκε πως η ποινική δικαιοδοσία διαχωρίζεται από την αναθεωρητική δικαιοδοσία. Τούτο μάλιστα στην έκταση που αφορά το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο χαίρει αποκλειστικής δικαιοδοσίας αναθεωρητικού ελέγχου. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι προτού αποφανθώ περί της τυχόν ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, ακόμη ένα θέμα χρήζει εξέτασης. Στην αγόρευση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι κανείς δεν μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα της οδήγησης μοτοποδηλάτου, επειδή δεν μπορεί να φέρει προστατευτικό κράνος. Είμαι της γνώμης ότι η εν λόγω θέση του Κατηγορούμενου απαντάται και απορρίπτεται από το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Δημητράκης Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 299, 303 έως 304: "Το θέμα που μας απασχολεί δεν επιβάλλει ούτε δικαιολογεί τη διεξοδική θεώρηση των διατάξεων του άρθρου 11.1. Περιοριζόμαστε στο να επισημάνουμε ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου έχουν ως αφετηρία την ανθρώπινη φύση, και άξονα την εξασφάλιση της αυτοτέλειας*** του ατόμου στο σύνθετο κοινωνικό χώρο. Τα δικαιώματα αυτά χαρακτηρίζονται επίσης και ως τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου επειδή περικλείουν τα δικαιώματα που είναι συμφυή στη φύση του ανθρώπου. Η ανθρώπινη ύπαρξη προστατεύεται από εξωτερικές επεμβάσεις και περιορισμούς που τείνουν να καθηλώσουν τον άνθρωπο. Το δικαίωμα της οδήγησης δεν αποτελεί απόρροια της ανθρώπινης φύσης αλλά επίκτητο δικαίωμα που παρέχεται από τη νομοθεσία για την ευχερέστερη μετακίνηση του ατόμου. Στην υπόθεση Louroutziatis v. The Republic**** υπεδείχθη ότι η άσκηση του δικαιώματος της οδήγησης συναρτάται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία για την άσκησή του. Η επιβολή υποχρέωσης για τη χρήση ζώνης ασφαλείας έχει διπλό σκοπό - την προστασία του οδηγού και εκείνη άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο στο βαθμό και έκταση που η χρήση της παρέχει μεγαλύτερη ευχέρεια στον οδηγό για την προστασία της ασφάλειάς τους. Αποτελεί μέτρο προστασίας της προσωπικής ασφάλειας για το οποίο η πολιτεία έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση βάσει του άρθρου 11 να μεριμνά. Αφήνεται ελεύθερη η εκλογή του οδηγού ως προς τη μετάβασή του σε οποιοδήποτε μέρος της επιλογής του. Ταυτόχρονα, η ελευθερία δράσης του δεν τίθεται υπό τον έλεγχο οποιουδήποτε τρίτου προσώπου ή αρχής. Η υποχρέωση για τη χρήση ζώνης ασφαλείας δε διαφέρει από άλλους περιορισμούς, όπως το όριο ταχύτητας, που επιβάλλονται από τον κώδικα οδικής ασφαλείας". Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι η θέση του Κατηγορουμένου περί δικαιώματος οδήγησης είναι εσφαλμένη. Η εν λόγω θέση ως εδραζόμενη σε ανύπαρκτο δικαίωμα απορρίπτεται. Αξίζει βέβαια να λεχθεί εδώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν συνέδεσε την ύπαρξη αυτού που ο ίδιος θεωρεί ως δικαίωμα με οποιοδήποτε άρθρο του Συντάγματος και ως εκ τούτου δεν προχωρώ σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση. Τέλος, ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε ότι ο ίδιος απεκάλεσε ως τις γνωστές του θέσεις, δίχως όμως να προχωρήσει σε παράθεση αυτών. Η εν λόγω ενέργεια του Κατηγορουμένου, δηλαδή η μη παράθεση αυτών των θέσεων κρίνει και την τύχη της εν λόγω αναφοράς. Η αυτοτέλεια της κάθε δικαστικής διαδικασίας τονίστηκε στην απόφαση Αστυνομία ν. Ησαϊα
(1997)2 Α.Α.Δ. 177, 181. Το Δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψη του θέσεις οι οποίες αναφύονται εντός των πλαισίων άλλης διαδικασίας. Άλλωστε, κάτι τέτοιο δυνατό να απέληγε σε αρνητικό για τον εκάστοτε διάδικο αποτέλεσμα. Εφόσον οι εγειρόμενες από τον Κατηγορούμενο θέσεις έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο, καταλήγω ότι δυνάμει των προαναφερομένων ευρημάτων του Δικαστηρίου τίποτα δεν παρεμβάλλει ως εμπόδιο στη διαπίστωση της ενοχής του Κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου, είμαι ικανοποιημένος ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του εν λόγω αδικήματος και συνεπώς ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο