← Κύπρος

Αστυνομία ν. Καίτη Σεργίδου, Αρ. Υποθέσεως: 6816/06, 31.10.2006

Αστυνομία ν. Καίτη Σεργίδου, Αρ. Υποθέσεως: 6816/06, 31.10.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 6816/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Καίτη Σεργίδου Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 31.10.2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κα Αιμ. Αριστείδου Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και άρθρο 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη, στις 30.12.05 στον κύριο δρόμο Καλού Χωριού - Μοσφιλωτή και Αγίας Άννας της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗPH 364 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Ευάγγελος Χαραλάμπους (ΜΚ1) και εν συνεχεία ακολούθησε ο αστυφύλακας 2696 Π. Ελευθερίου (ΜΚ2). Περαιτέρω, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας κατατέθηκαν στο Δικαστήριο 6 τεκμήρια. Τούτα είναι τα ακόλουθα: Τεκμήριο 1 : Κατάθεση Ευάγγελου Χαραλάμπους Τεκμήριο 2 : Πρόχειρο σχέδιο σκηνής δυστυχήματος. Τεκμήριο 3 : Τελικό σχέδιο σκηνής δυστυχήματος. Τεκμήριο 4 : Κατάθεση Αστ. 2696 Π. Ελευθερίου. Τεκμήριο 5 : Ανακριτική κατάθεση Κατηγορουμένης. Τεκμήριο 6 : Γραπτή κατηγορία Κατηγορουμένης. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ΜΚ1, του υποδείχθηκε η ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 23.01.
  2. Εφόσον ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της εν λόγω καταθέσεως, τούτη έγινε τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 1) για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα. Ακολούθως, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, δηλαδή του δικού του και της Κατηγορουμένης, επεσυνέβη στη λωρίδα της δικής του κατεύθυνσης. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι η ζημία στο δικό του όχημα ήταν στο μπροστινό μέρος και του άλλου οχήματος στο αριστερό φτερό. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κρατούσε την αριστερή λωρίδα προς Λάρνακα. Προσδιόρισε την ορατότητα που είχε στα 10 έως 30 μέτρα, έκρινε όμως την ορατότητα των 40 μέτρων ως απίθανη ένεκα της ανηφορικής κλήσης του δρόμου. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι το δυστύχημα επεσυνέβη στο ανήφορο. Ακόμη, ο ΜΚ1 ερωτήθηκε κατά πόσο έβλεπε τη διπλανή λωρίδα κυκλοφορίας και απάντησε θετικά και ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, το μόνο αυτοκίνητο που υπήρχε ήταν εκείνο της κοπέλας, δηλαδή της Κατηγορουμένης. Σε ερώτηση εάν είδε την Κατηγορουμένη απάντησε ότι την είδε στα 10 μέτρα και συμφώνησε ότι την είδε απέναντι από την στροφή. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, τη στιγμή που είδε την Κατηγορουμένη η τελευταία πήγαινε ευθεία, μόλις είδε τη στροφή έστριψε και κατευθύνθηκε προς το όχημα του ΜΚ
  3. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε πως όταν είδε την Κατηγορουμένη η μεταξύ τους απόσταση ήταν 40 μέτρα αλλά δεν έκανε οτιδήποτε γιατί το όχημα της Κατηγορουμένης βρισκόταν στην αντίθετη του μάρτυρα πορεία. Στα 10 μέτρα είδε το όχημα της Κατηγορουμένης καθαρά, αλλά δεν έδωσε σημείο ότι θα έστριβε. Ερωτήθηκε ο μάρτυρας πότε αντιλήφθηκε ότι θα έστριβε η Κατηγορουμένη και έδωσε την απάντηση "την ώρα που ήρθε σχεδόν απέναντι". Τέλος, του ζητήθηκε και επεξήγησε τις ζημίες των δύο οχημάτων και ανέφερε ότι το όχημα της Κατηγορούμενης ήταν κτυπήμενο στο αριστερό μέρος του συνοδηγού συμπεριλαμβανομένου και του προφυλακτήρα. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν επανεξετάστηκε. Στη συνέχεια ακολούθησε η ένορκη κατάθεση του αστυφύλακα Π. Ελευθερίου (ΜΚ2). Και σε αυτή την περίπτωση υποδείχθηκε στο μάρτυρα γραπτή κατάθεση την οποία, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε και κατατέθηκε ως τεκμήριο για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα (βλ. τεκμήριο 2). Ακόμη, ο ΜΚ2 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια τα αναφερόμενα στην κατάθεση του, πρόχειρο σχέδιο (βλ. τεκμήριο 3), τελικό σχέδιο (βλ. τεκμήριο 4), ανακριτική κατάθεση Κατηγορουμένης (βλ. τεκμήριο 5) και γραπτή κατηγορία που πρόσαψε στην Κατηγορουμένη (βλ. τεκμήριο 6). Επίσης, ζητήθηκε από τον ΜΚ2 και επεξήγησε το τελικό σχέδιο της σκηνής. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας η οποία είναι η αντίθετη της Κατηγορουμένης κατεύθυνση. Επεξήγησε ότι στο σχέδιο, το σημείο Χ ανταποκρίνεται στο σημείο σύγκρουσης. Στο σημείο σύγκρουσης κατέληξε από την παρουσία στο δρόμο γυαλιών και υγρών (νερό ή λάδια). Σύμφωνα με τον ΜΚ2 ο δρόμος του δυστυχήματος είναι δύο κατευθύνσεων. Ο εν λόγω δρόμος διέρχεται μέσω του χωριού Αγία Άννα. Από Αγία Άννα προς Καλό Χωριό ο δρόμος ανηφορίζει. Τέλος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι αφότου ετοίμασε το σχέδιο της σκηνής μετέβη στο μέρος του δυστυχήματος όπου διενήργησε εξέταση ορατότητας και διαπίστωσε ότι τούτη, για ότι αφορά την Κατηγορουμένη, ήταν γύρω στα 150 μέτρα. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ2 ανέφερε πως αυτά τα καθήκοντα, δηλαδή διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων τα ασκεί τα τελευταία 8 χρόνια. Ερωτήθηκε κατά πόσο στην περιοχή του δυστυχήματος συνέβησαν αρκετά δυστυχήματα και ο μάρτυρας απάντησε θετικά. Ακολούθως, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι το τεκμήριο 4 δεν είναι επί κλίμακας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έτυχε εκπαίδευσης για διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων αλλά, πάντα, όπως και στη δοσμένη περίπτωση, τον βοηθούν άλλοι συνάδελφοί του. Ερωτηθείς για το σημείο Χ συμφώνησε ότι τούτο ευρίσκεται μπροστά και ανάμεσα στα δύο εμπλεκόμενα οχήματα. Ερωτήθηκε κατά πόσο προέβη σε εξετάσεις ορατότητας και είπε ότι έπραξε τούτο με το αυτοκίνητο του και έλαβε μέτρηση μόνο για την κατεύθυνση από Καλό Χωριό προς Αγία Άννα, δηλαδή για την κατεύθυνση που ακολούθησε το όχημα της Κατηγορουμένης. Ερωτηθείς για την ορατότητα της αντίθετης κατεύθυνσης είπε ότι είναι ανήφορο και συμφώνησε πως δεν προέβη σε τέτοια μέτρηση. Εν συνεχεία, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν έλαβε κατάθεση από τους οδηγούς των δύο οχημάτων υπέδειξε σε αυτούς το τεκμήριο 3 και εκείνοι συμφώνησαν και το υπέγραψαν. Του ζητήθηκε να περιγράψει τη θέση των οχημάτων στο τεκμήριο 3 και ανέφερε ότι και τα δύο ήταν στην πλευρά του οχήματος του ΜΚ
  4. Ο μάρτυρας ανέφερε πως στη σκηνή του δυστυχήματος δεν αναβρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Ερωτήθηκε για την ταχύτητα των δύο οχημάτων και ανέφερε ότι δεν προέβη στις αναγκαίες εξετάσεις για διαπίστωση αυτής. Τέλος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι οι ζημίες των δύο οχημάτων ήταν στο μπροστινό μέρος αυτών. Ακολούθως, η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή και τότε η κα Αριστείδου, εκ μέρους της Κατηγορουμένης, δήλωσε ότι δεν είχε οποιοδήποτε αίτημα για το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η υπόθεση. Αργότερα, αφότου το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης και της επεξήγησε τα δικαιώματά της, η κα Αριστείδου και πάλιν, δήλωσε ότι η πελάτιδα της δεν θα προέβαινε ούτε σε ένορκη κατάθεση όπως ούτε και σε ανώμοτη δήλωση. Στη συνέχεια οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβηκαν σε αγορεύσεις. Αφενός μεν η κα Πίπη ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αφετέρου δε η κα Αριστείδου υποστήριξε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ασαφής. Η κα Αριστείδου έδρασε αυτό τον ισχυρισμό της τόσο σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 όσο και σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΚ
  5. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πέραν των πιο πάνω σημειώνω εδώ ότι την κρίση μου για ότι αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η πραγματική μαρτυρία. Άλλωστε, η εγγενής αξία της πραγματικής μαρτυρίας, ως αμετακίνητη βάση αξιολόγησης των μαρτύρων, έχει πολλάκις επεξηγηθεί (βλ. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 51, 56). Είναι ανάγκη πιστεύω, να αναφέρω εδώ ότι ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τόσο το σημείο σύγκρουσης όσο και τις ζημίες τις οποίες υπέστησαν τα δύο οχήματα. Κρίνω ότι τα δύο προαναφερόμενα στοιχεία ως προκύπτοντα από την όψη των πραγμάτων που ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε στη σκηνή, δύνανται να εκληφθούν ως πραγματική μαρτυρία. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για το πλάτος της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας όπως και για τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ως αξιόπιστους και τη μαρτυρία τους την αποδέχομαι στο σύνολο της. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις, ήταν σταθεροί στις θέσεις τους, είχαν ειλικρινές ύφος, δεν κόμπιαζαν και μου έκαναν καλή εντύπωση. Πρέπει να διευκρινίσω εδώ ότι δεν αποδέχομαι τη θέση της κας Αριστείδου περί ασάφειας του ΜΚ1 αναφορικά με την απόσταση που είχε από την Κατηγορουμένη όταν αντιλήφθηκε το όχημα της. Είναι αλήθεια ότι ο ΜΚ1 στο τεκμήριο 1 αναφέρει πως αντιλήφθηκε την Κατηγορουμένη στα 10 μέτρα. Βέβαια στο τεκμήριο 1 ο μάρτυρας συνδέει αυτή την παρατήρησή του με την είσοδο της Κατηγορουμένης στη στροφή. Όταν στο Δικαστήριο ο μάρτυρας έκανε αναφορά σε 20 έως 30 μέτρα και τελικά απεδέχθη ότι το όχημα του από το όχημα της Κατηγορουμένης χώριζε απόσταση 40 μέτρων, ο μάρτυρας ευκρινώς συνέδεσε αυτή την απόσταση όχι με την είσοδο της Κατηγορουμένης στη στροφή, αλλά με την απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα όταν ο ΜΚ1 για πρώτη φορά είδε το όχημα της Κατηγορουμένης στην αντίθετη από τη δική του κατεύθυνση. Συνεπώς, ουδεμία κρίνω αντίφαση προκύπτει, εφόσον ο μάρτυρας δεν διαφοροποίησε τη θέση του ως προς τα 10 μέτρα απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα όταν η Κατηγορουμένη εισήλθε στην επίδικη στροφή. Περαιτέρω, σημειώνω εδώ και την άλλη αναφορά της κας Αριστείδου ότι ο ΜΚ1 δεν έκανε καμιά προσπάθεια να ελαττώσει ταχύτητα. Τούτο δεν είναι βέβαια το ζητούμενο της παρούσας διαδικασίας. Η τυχόν αμέλεια του ΜΚ1, δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη που δυνατόν να έχει η Κατηγορουμένη. Επί τούτου χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα της απόφασης Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, όπου στη σελ. 144 αναφέρει ότι: "Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction": Εν πάση όμως περιπτώσει, κρίνω πως η είσοδος της Κατηγορουμένης στη στροφή, σε απόσταση μόλις 10 μέτρων μακριά από τον ΜΚ1 και χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη προειδοποίηση, δεν αφήναν περιθώριο αντίδρασης στον τελευταίο. Άλλωστε, η όποια άλλη οπτική επαφή ο ΜΚ1 είχε με την Κατηγορουμένη, δεν προοιώνιζε την εν συνεχεία απροσδόκητη ενέργεια της τελευταίας. Είναι νομολογημένο ότι τέτοιες ενέργειες δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι ούτε ο ΜΚ1 όπως ούτε και ο ΜΚ2 έτυχαν αμφισβήτησης αναφορικά με την παρουσία του σημείου σύγκρουσης στην κατεύθυνση του ΜΚ
  1. Η μοναδική αμφισβήτηση της οποίας έτυχαν οι εν λόγω μάρτυρες, ήταν σε σχέση με τις ζημίες των δύο ενεχόμενων οχημάτων και τούτη, κατ' ουδένα λόγο δεν κλόνισε την αξιοπιστία τους. Προτού ολοκληρώσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2, αναφορά πρέπει να κάνω και στην ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης (βλ. τεκμήριο 5). Από το εν λόγω τεκμήριο σημειώνω την αναφορά της Κατηγορουμένης ότι βεβαιώθηκε πως ο δρόμος από την αντίθετη κατεύθυνση ήταν καθαρός, ενώ μόλις ξεκίνησε είδε σε απόσταση ενός μέτρου ένα διπλοκάμπινο. Κρίνω βέβαια ότι η αναφορά της Κατηγορουμένης στο τεκμήριο 5 σε διαπίστωση της ότι ο δρόμος στην αντίθετη κατεύθυνση ήταν καθαρός, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ενισχυτικό στοιχείο αυτής της θέσης του Δικαστηρίου, η πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα η παρουσία του οχήματος του ΜΚ
  2. Τόσο η παρουσία του οχήματος του ΜΚ1 όσο και η ορατότητα που είχε η Κατηγορουμένη πριν τη στροφή, αναιρούν την ισχυριζόμενη από την Κατηγορουμένη διαπίστωση του τεκμηρίου 5 περί καθαρού δρόμου. Αναφορικά με τη δυνατότητα αξιολόγησης της κατάθεσης της Κατηγορουμένης σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109,
  1. Δυνάμει της πιο πάνω αξιόπιστης και αποδεκτής μαρτυρίας καταλήγω ότι η Κατηγορουμένη στις 30.12.05 οδηγούσε το όχημα της με αριθμούς εγγραφής HPH 364 στο δρόμο Καλού Χωριού - Μοσφιλωτής και Αγίας Άννας, προς την Αγία Άννα. Παρά το στρίψιμο της Αγίας Άννας και ενώ η ορατότητα της Κατηγορουμένης με κατεύθυνση την Αγία Άννα ήταν καλή, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και απέφραξε την πορεία του οχήματος WS 557 που οδηγούσε ο ΜΚ
  2. Η σύγκρουση έλαβε χώραν στη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ1 και το σημείο σύγκρουσης απέχει 2,20μ. από την αριστερή άκρια της λωρίδας, ως η κατεύθυνση του ΜΚ
  3. Κατά την αμέσως προηγούμενη στιγμή της εισόδου της Κατηγορουμένης στη στροφή το όχημα της απείχε από το όχημα του ΜΚ1 περί τα 10 μέτρα. Η δυνατότητα όρασης του ΜΚ1 από την Κατηγορουμένη ήταν καλή. Το νομικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζονται οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι καλά γνωστό. Ο ορισμός και το κριτήριο διαπίστωσης της προσήκουσας επιμέλειας με ευκρίνεια αποδίδεται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Α. Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, 73: "Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)". Περαιτέρω, εφόσον κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά απόφραξη πορείας οχήματος, αξίζει να σημειωθεί η αναφορά στην απόφαση Επιφανείου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 332 στη σελ. 334: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Το ότι ο εφεσείων εντίμως έλεγε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, δεν σημαίνει και πως πράγματι έτσι ήταν. Και το έχουμε ως αναπόδραστο πώς ο δρόμος δεν ήταν καθαρός. Η μοτοσικλέτα, ερχόμενη από την αντίθετη κατεύθυνση, με πορεία στην αριστερή πλευρά όπως δείχνουν τα μήκους 16 μέτρων ίχνη τροχοπέδησης που άφησε, αλλά στη συνέχεια και τα άλλα γδαρσίματα στην άσφαλτο, όλα κατά μήκος της αριστερής πλευράς του δρόμου, συγκρούστηκε με το αριστερό εμπρόσθιο τροχό του αυτοκινήτου. Και αυτά κατά πλήρη εναρμόνιση προς την μαρτυρία του μοτοσικλετιστή αλλά και του τρίτου μάρτυρα. Όπως εξήγησαν, ο μοτοσικλετιστής προσπέρασε τα προπορευόμενα αυτοκίνητα και επανήλθε στην κανονική του πλευρά. Για να ακολουθήσει, όπως προσθέτει ο μοτοσικλετιστής, η κίνηση του εφεσείοντα προς τα δεξιά. Η μοτοσικλέτα ήταν απέναντι του, πλήρως ορατή από αρκετά μεγάλη απόσταση και ορθά ο πρωτόδικος Δικαστής θεώρησε τη δήλωση του εφεσείοντα ότι ο δρόμος ήταν καθαρός ως θεμελιώνουσα την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής πώς δεν έλεγξε δεόντως την τροχαία κίνηση και πως δεν αντελήφθη την ύπαρξή της." Τέλος, στην απόφαση Nicolaides v. Economides
(1963)1 CLR 78, 81 λέχθηκε ότι "Failure to see what is plainly visible is negligence". Στη βάση όλων των πιο πάνω ευρημάτων και νομικών αρχών, διαπιστώνω ότι η παράλειψη της Κατηγορουμένης να αντιληφθεί τον ΜΚ1 ενώ είχε τη δυνατότητα να πράξει τούτο συνιστά αμέλεια. Η περί του αντιθέτου διαπίστωση της στο τεκμήριο 5, αποδεικνύει ελλιπή έλεγχο των διερχομένων οχημάτων από την εξ αντιθέτου αυτής κατεύθυνση. Αυτή η έλλειψη προσοχής από μέρους της Κατηγορουμένης την ώθησε στη διείσδυση του οχήματος της στη στροφή αποκόπτοντας έτσι την ελεύθερη πορεία του ΜΚ1. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον της Κατηγορουμένης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και έτσι κρίνω την Κατηγορουμένη ένοχη για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.