← Κύπρος

Αστυνομία ν. Φλωρεντία Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υποθέσεως: 4161/06, 02.11.06

Αστυνομία ν. Φλωρεντία Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υποθέσεως: 4161/06, 02.11.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 4161/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. Φλωρεντία Μιχαήλ
  2. Ανθούλα Κυριάκου Κατηγορούμενες Ημερομηνία: 02.11.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τις Κατηγορούμενες: κος Κυπριανού Κατηγορούμενες: Παρούσες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι δύο Κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν από δύο παρόμοιες στη βάση τους κατηγορίες, ενώ η δεύτερη Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει και μία τρίτη ξεχωριστή κατηγορία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η πρώτη Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης και το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας. Η δεύτερη Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει τα ίδια αδικήματα όχι όμως γι΄ αυτή καθέ αυτή τη πράξη, αλλά γιά το λόγο ότι επέτρεψε την τοιουτοτρόπως χρήση του μηχανοκινήτου οχήματος. Περαιτέρω, η δεύτερη Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει και την κατηγορία της παρέμβασης στη λειτουργία του συστήματος του μηχανισμού μηχανοκινήτου οχήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών η πρώτη Κατηγορουμένη στις 20.12.05 στην οδό Αγίας Μαρίνας στον Ψευδά, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HTP 550 χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης και χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Για ότι αφορά τη δεύτερη Κατηγορουμένη κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως η πρώτη Κατηγορουμένη επέτρεψε στην τελευταία να οδηγήσει το εν λόγω μηχανοκίνητο όχημα χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης και χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Τέλος, η δεύτερη Κατηγορουμένη κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως ανωτέρω, ενώ ήταν συνεπιβάτης στο εν λόγω μηχανοκίνητο όχημα το οποίο βρισκόταν εν κινήσει, χρησιμοποίησε το χειρόφρενο του εν λόγω οχήματος. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν η Νεκταρία Δημητρίου (ΜΚ1) και εν συνεχεία ακολούθησε ο αστυφύλακας 4836 Χρ. Μακρής (ΜΚ2). Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης της ΜΚ1, της υποδείχθηκε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 20.12.
  3. Εφόσον η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της εν λόγω καταθέσεως, τούτη έγινε τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 1) για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής της. Περαιτέρω, ζητήθηκε από τη ΜΚ1 να υποδείξει στο Δικαστήριο το πρόσωπο που είδε να οδηγά το όχημα που αναφέρει στη κατάθεση της. Η μάρτυρας υπέδειξε την πρώτη Κατηγορουμένη. Ακολούθως, της ζητήθηκε και υπέδειξε τη δεύτερη Κατηγορουμένη ως τη μητέρα της πρώτης, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν συνοδηγός στο εν λόγω όχημα και ενήργησε με τον τρόπο που η μάρτυρας αναφέρει στο τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέταση η ΜΚ1 ανέφερε ότι από το εν λόγω περιστατικό ένιωσε να κινδυνεύει η ζωή της και φοβήθηκε. Ενόσω ήταν στο δρόμο, ανέφερε, άκουσε μια φωνή να της φωνάζει ότι θα την σκοτώσει, αντελήφθηκε ότι ήταν η δεύτερη Κατηγορουμένη και όταν κοίταξε προς τα πίσω είδε ένα όχημα που οδηγείτο από την πρώτη Κατηγορουμένη να την προσεγγίζει. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι εάν η ίδια δεν έκανε ένα βήμα προς τα αριστερά, σε σχέση με την κατεύθυνση της, το όχημα θα την κτυπούσε. Επανέλαβε ότι και στην κυρίως εξέταση της, ότι δηλαδή όταν κοίταξε προς τα πίσω αντιλήφθηκε τη δεύτερη Κατηγορουμένη να παίρνει το τιμόνι στα χέρια της και να δίδει κλήση στο αυτοκίνητο προς το μέρος της μάρτυρος. Ακόμη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ανάλογο περιστατικό είχε συμβεί και στο παρελθόν, δύο ή τρεις φορές, με μοναδικό όμως πρωταγωνιστή τη δεύτερη Κατηγορουμένη. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τον ακριβή αριθμό των προηγούμενων περιπτώσεων. Ήταν η θέση της ΜΚ1 ότι στις προηγούμενες περιπτώσεις δεν κινδύνεψε τόσο. Ερωτήθηκε γιατί δεν κατήγγειλε εκείνα τα περιστατικά και απάντησε ότι το ανέφερε στους γονείς της αλλά, επειδή η δεύτερη Κατηγορουμένη τότε αντιμετώπιζε δίκη για άλλες υποθέσεις που αφορούσαν τους γονείς της ΜΚ1 δεν ήθελε να εμπλακεί με την αστυνομία ως μαθήτρια που ήταν και επειδή ήλπιζε ότι η δεύτερη Κατηγορουμένη θα σταματούσε. Ήταν εις γνώση της μάρτυρος ότι η Κατηγορουμένη 2 λειτούργησε με παρόμοιο τρόπο και εναντίον άλλων προσώπων φιλικών της οικογένειας της. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει πως μεταξύ των γονέων της και της δεύτερης Κατηγορουμένης υφίστανται και άλλες καταγγελίες στην αστυνομία. Σε μία εξ' αυτών ο αδελφός της αθωώθηκε. Ήταν η θέση της ότι δεν υπέβαλε το παράπονο της κατόπιν εισήγησης της μητέρας της ενώ τέλος, η μάρτυρας αρνήθηκε ότι το όλο περιστατικό είναι ψευδές και φανταστικό. Επίσης, αρνήθηκε ότι πριν την δικαστική διαδικασία είχε οποιαδήποτε επαφή με δικηγόρο παρότι γνώριζε πως η οικογένεια της εκπροσωπείτο από κάποιο δικηγόρο. Η ΜΚ1 δεν επανεξετάστηκε. Στη συνέχεια ακολούθησε η ένορκη κατάθεση του αστυφύλακα 4836 Χρ. Μακρή (ΜΚ2). Και σε αυτή την περίπτωση υποδείχθηκε στο μάρτυρα γραπτή κατάθεση και αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε και κατατέθηκε ως τεκμήριο για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα (βλ. τεκμήριο 2). Ακολούθως, ο ΜΚ2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι από την εξέταση στην οποία προέβη, διαπίστωσε πως η Κατηγορουμένη 1 δεν έχει άδεια οδηγήσεως ούτε και ασφαλιστήριο για ευθύνη έναντι τρίτου. Ακόμη, διαπίστωσε ότι η ιδιοκτήτρια του οχήματος HTP 550 είναι η Κατηγορουμένη
  5. Τέλος, ζητήθηκε από το μάρτυρα και κατέθεσε στο Δικαστήριο ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορουμένη 1 (βλ. τεκμήριο 3), γραπτή κατηγορία που πρόσαψε στην Κατηγορουμένη 1 (βλ. τεκμήριο 4), ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορουμένη 2 (βλ. τεκμήριο 5) και γραπτή κατηγορία που πρόσαψε στην Κατηγορουμένη 2 (βλ. τεκμήριο 6). Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ2 ανέφερε ότι εκείνος ήταν ο υπεύθυνος για τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενες. Ερωτηθείς ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν διερεύνησε οτιδήποτε άλλο, αρκέστηκε στο παράπονο της ΜΚ
  6. Τέλος, ερωτηθείς γιατί δεν διερεύνησε και δεν έλαβε την τυχόν θέση των υπολοίπων παιδιών που ευρίσκονταν στο λεωφορείο από το οποίο κατήλθε η πρώτη Κατηγορουμένη, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της. Ο μάρτυρας απάντησε ότι το γεγονός αυτό, της μη διερεύνησης δηλαδή, ίσως να ήταν παράλειψη. Ο ΜΚ2 δεν επανεξετάστηκε. Ακολούθως, η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή και τότε ο κος Κυπριανού εκ μέρους των Κατηγορουμένων, δήλωσε ότι δεν είχε οποιοδήποτε αίτημα για το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η υπόθεση. Αργότερα, αφότου το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των δύο Κατηγορουμένων, τους επεξήγησε τα δικαιώματά τους και εκείνες δήλωσαν ότι θα προέβαιναν σε ένορκη κατάθεση. Πρώτα, η πρώτη Κατηγορουμένη ανέφερε στο Δικαστήριο πως κατά το χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ήταν μαθήτρια στην τρίτη λυκείου. Το σπίτι της είναι στο Ψευδά και από το σχολείο στο σπίτι μετέβαινε με το λεωφορείο. Από τη στάση όπου την άφηνε το λεωφορείο στο χωριό της μέχρι την οικία της, μετέβαινε με τα πόδια. Μέχρι σήμερα δεν έχει άδεια οδήγησης. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι στις 20.12.05 σχόλασε από το σχολείο η ώρα 1:35 και κατά η ώρα 14:40 ήταν στο σπίτι. Ερωτήθηκε εάν από τη στάση του λεωφορείου στο χωριό της την παρέλαβε η μητέρα της με το αυτοκίνητο και απάντησε αρνητικά, έδωσε μάλιστα την εξήγηση ότι εκείνη την ημέρα δεν έβρεχε και γι΄ αυτό η μητέρα της δεν πήγε να την παραλάβει. Της υποβλήθηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, 20.12.05, οδήγησε το όχημα που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και η Κατηγορουμένη αρνήθηκε. Η Κατηγορουμένη 1 δεν επανεξετάστηκε. Ακολούθησε η ένορκη μαρτυρία της δεύτερης Κατηγορουμένης η οποία ανέφερε ότι είναι οικοκυρά και ότι στις 20.12.05 ημέρα που θυμάται πολύ καλά γιατί ασθενούσε ένεκα αμυγδαλίτιδας δεν παρέλαβε τη θυγατέρα της από τη στάση του λεωφορείου καθότι δεν έβρεχε και έτσι η τελευταία μετέβη στο σπίτι πεζή. Ερωτήθηκε γιατί πιστεύει ότι έγινε η εν λόγω καταγγελία και έδωσε ως επεξήγηση ότι την επομένη ημέρα ο αδελφός της ΜΚ1 αντιμετώπιζε δίκη κατόπιν καταγγελίας της οικογένειας της Κατηγορουμένης
  7. Η Κατηγορουμένη 2 αρνήθηκε ότι επέτρεψε στη θυγατέρα της να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα εφόσον είναι ανήλικη. Κατά την αντεξέταση η Κατηγορουμένη ανέφερε και πάλι ότι την εν λόγω ημερομηνία ήταν κλινήρης ένεκα προβλήματος υγείας και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι την εν λόγω ημερομηνία επέτρεψε στη θυγατέρα της να οδηγήσει το όχημα που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Η εν λόγω Κατηγορουμένη δεν επανεξετάστηκε. Η υπεράσπιση μετά την ένορκο κατάθεση των δύο Κατηγορουμένων παρουσίασε και ένα μάρτυρα. Τούτος είναι κ. Κλείτος Πηγιώτης (ΜΥ1). Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι εργάζεται στη Μετερεωλογική Υπηρεσία και ότι από στοιχεία που έχει στην κατοχή του στις 20.12.05 στον Ψευδά η μέτρηση της βροχόπτωσης ήταν μηδενική, δηλαδή δεν σημειώθηκε καθόλου βροχόπτωση. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Στη συνέχεια η υπεράσπιση δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεση της και οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβηκαν σε αγορεύσεις. Αφενός μεν η κα Ορθοδόξου, εκ μέρους του κου Κυπριανού, ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένεκα εγγενών αδυναμιών που άπτονται της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Η συνήγορος προχώρησε και υπέδειξε στο Δικαστήριο τα σχετικά κατά την άποψη της αποσπάσματα αυτής της μαρτυρίας. Αφετέρου, η κα Πίπη υποστήριξε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ισχυρή και δύναται να τεκμηριώσει την απόδειξη των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενες. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κρίνω τις απαντήσεις της καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της ως προμελετημένες και κατασκευασμένες. Από τη φυσική παρουσία της ΜΚ1 απουσίαζε ο αυθορμητισμός και η αληθοφάνεια. Ακόμη, πλείστες τόσες απαντήσεις της μάρτυρος συνιστούν επανάληψη των όσων προανέφερε και έμμεσο τρόπο υπεκφυγής κρίσιμων ερωτήσεων του κου Κυπριανού. Περαιτέρω, είμαι της γνώμης ότι κάποιες από τις απαντήσεις της μάρτυρος αλληλοσυγκρούονται και αναιρούνται, ενώ ακόμη το σύνολο της μαρτυρίας της παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι το εν λόγω περιστατικό δεν ήταν το μοναδικό, και άλλα, σύμφωνα με τη ΜΚ1, περιστατικά έλαβαν χώραν άλλες δύο έως τρεις φορές και ακόμα κάποιες εναντίον φιλικών της οικογένειας της προσώπων. Η μάρτυρας, ανέφερε ότι τις προηγούμενες φορές δεν κατήγγειλε τα εν λόγω συμβάντα γιατί ήταν μαθήτρια. Έκπληξη προκαλεί ότι η μάρτυρας τόσο κατά το χρόνο διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων όσο και κατά το χρόνο της μαρτυρίας της εξακολουθούσε να είναι μαθήτρια. Προκύπτει λοιπόν ως ανυπόστατος ο ισχυρισμός της ΜΚ1 ότι δεν κατήγγειλε τα προηγούμενα περιστατικά επειδή δεν ήθελε να μπλέξει ως μαθήτρια. Η διαπίστωση αντίφασης και η απόρριψη της εν λόγω επεξήγησης και δικαιολογίας, ως άμεσα συναρτόμενη με την προγενέστερη διάπραξη παρόμοιων περιστατικών, έχει ως αποτέλεσμα την επάλληλη απόρριψη της θέσης ότι τέτοιο περιστατικό, ως το υπό κρίση, συνέβη και στο παρελθόν και σε πρόσωπα άλλα από τη μάρτυρα. Περαιτέρω, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός εξεταστεί υποθέτοντας ότι είναι αλήθεια πως η δεύτερη Κατηγορουμένη στο παρελθόν προέβη σε παρόμοιες ενέργειες, τούτο δεν συνάδει με την άλλη επεξήγηση της μάρτυρος ότι ήλπιζε πως θα σταματούσε. Προκύπτει δηλαδή ως ασυμβίβαστη με την κοινή λογική η θέση της ΜΚ1 ότι ήλπιζε πως άτομο που προέβη σε άνομες πράξεις εναντίον της ίδιας και άλλων προσώπων φιλικών της οικογένειας της πέραν των τριών περιπτώσεων, ξαφνικά θα σταματούσε. Οι εν λόγω αντιφάσεις κρίνονται ως ουσιώδεις και άμεσα συνδεδεμένες με τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Εφόσον η ΜΚ1 δεν γίνεται πιστευτή σε μια τόσο σημαντική πτυχή της μαρτυρίας της, κρίνω το σύνολο αυτής ως αναξιόπιστο και ανάξιο θετικής αξιολόγησης (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, 635). Διευκρινίζω εδώ ότι από τη μαρτυρία της ΜΚ1 αποδέχομαι μόνο ότι η οικογένεια της μάρτυρος έχει συνεχείς φιλονικίες με την οικογένεια των δύο Κατηγορουμένων, οι οποίες τους οδηγούν ενώπιον των Δικαστηρίων. Τούτο υποστηρίζεται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο, είχε σταθερό ύφος και ήταν πρόθυμος να απαντήσει τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ενώ ακόμη δεν δίστασε να συμφωνήσει ότι η διερεύνηση είναι ελλιπής. Περαιτέρω, για ότι αφορά τις διαπιστώσεις του μάρτυρα ότι η πρώτη Κατηγορουμένη δεν κατέχει άδεια οδηγήσεως και ασφαλιστήριο ευθύνης έναντι τρίτου και ότι η δεύτερη Κατηγορουμένη είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος HTP 550, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη Κατηγορουμένη μου έκαναν καλή εντύπωση. Φρονώ ότι δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσουν και ότι η μαρτυρία τους ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Οι Κατηγορούμενες δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις ενώ ακόμη η μαρτυρία κάθε μιας εξ' αυτών ήταν φυσιολογική χωρίς αναβρασμούς και υπεκφυγές. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των Κατηγορουμένων ένα και δύο στο σύνολο της. Για ότι αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ1 αναφέρω ότι τούτη δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Περαιτέρω, κατόπιν εξέτασης της εν λόγω μαρτυρίας διαπιστώνω ότι δεν προκύπτει οιοσδήποτε λόγος γιατί το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί την εν λόγω μαρτυρία. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της. Από την πιο πάνω αξιολόγηση της υπάρχουσας μαρτυρίας προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει θετικά τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι δύο Κατηγορούμενες. Από όλα τα πιο πάνω ότι προκύπτει ως διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι μεταξύ της οικογένειας της ΜΚ1 και της οικογένειας των δύο Κατηγορουμένων υπάρχουν προστριβές οι οποίες προσλαμβάνουν το μέγεθος βεντέτας. Επίσης, διαπιστώνω ότι στις 20.12.05 η πρώτη Κατηγορουμένη μετέβη στην οικία της από τη στάση του σχολικού λεωφορείου στο χωριό της πεζή. Την ίδια ημέρα η δεύτερη Κατηγορουμένη, μητέρα της πρώτης, ήταν κλινήρης ένεκα ασθένειας που αντιμετώπιζε. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν πέτυχε την απόδειξη των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενες. Υπενθυμίζω βεβαίως τη βασική αρχή του ποινικού δικαίου ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή και δεν επιτρέπονται οι υποθέσεις ως προς την ύπαρξη των γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ των ανωτέρω οι κατηγορίες απορρίπτονται και οι Κατηγορούμενες αθωώνονται και απαλλάσσονται αυτών. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.