← Κύπρος

Αστυνομία ν. Παναγιώτα Χρίστου, Αρ. Υποθέσεως: 10051/05, 07.11.2006

Αστυνομία ν. Παναγιώτα Χρίστου, Αρ. Υποθέσεως: 10051/05, 07.11.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 10051/05 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Παναγιώτα Χρίστου Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 07.11.2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για την Κατηγορουμένη: Αυτοπροσώπως Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες οι οποίες έχουν ως ακολούθως. Η πρώτη κατηγορία αφορά αμελή οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72. Η δεύτερη αφορά τη χρησιμοποίηση οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(4)(α), 38 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου Ν.96(Ι)/2000. Η τρίτη κατηγορία αφορά τη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των κανονισμών 17
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 Κ.Δ.Π.66/84. Η επόμενη κατηγορία αφορά χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ πιστοποιητικού καταλληλότητας κατά παράβαση των κανονισμών 65 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 Κ.Δ.Π.66/84 και τέλος, η πέμπτη κατηγορία αφορά παράλειψη συμμορφώσεως προς σήμα τροχαίας κατά παράβαση των κανονισμών 58
(1)(ια) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 Κ.Δ.Π.66/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη, στις 20.04.05, στη συμβολή των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Αρτέμιδος με την οδό Κοτζιά Τεπέ στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα ΗΖΜ 177 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, η Κατηγορουμένη οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο, άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Τέλος, η Κατηγορουμένη παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας, δηλαδή οδήγησε το εν λόγω όχημα ενώ ο φωτεινός σηματοδότης της κατεύθυνσης της ήταν κόκκινος. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας είναι ο αστυφύλακας 2828 Ορθόδοξος Πέτρου (ΜΚ1). Στον ΜΚ1 υποδείχθηκε κατάθεση την οποία αναγνώρισε ως δική του και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Κατόπιν τούτου η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως η εν λόγω κατάθεση κατατεθεί ως τεκμήριο και αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα (βλ. τεκμήριο 1). Ακόμη, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο πρόχειρο σχέδιο το οποίο ετοίμασε στην σκηνή (βλ. τεκμήριο 2) ως επίσης και τελικό σχέδιο (βλ. τεκμήριο 3). Ζητήθηκε από το μάρτυρα και επεξήγησε το τεκμήριο
  2. Επίσης, κατόπιν ερωτήσεως που τέθηκε στο μάρτυρα ο τελευταίος απάντησε ότι η ορατότητα του οδηγού με κατεύθυνση ως η πορεία της Κατηγορουμένης ήταν ικανοποιητική μέχρι τη γραμμή του αλτ της πορείας Β επί του σχεδίου. Ο ΜΚ1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι από εξετάσεις που προέβη στη σκηνή του δυστυχήματος διαπίστωσε ότι οι φωτεινοί σηματοδότες λειτουργούσαν κανονικά. Από περαιτέρω εξετάσεις στις οποίες προέβη, ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι η Κατηγορουμένη δεν είχε ασφαλιστήριο έγγραφο, ισχύουσα άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος της. Τέλος, ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορουμένη (βλ. τεκμήριο 4) και γραπτή κατηγορία που πρόσαψε σε αυτήν (βλ. τεκμήριο 5). Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από την Κατηγορουμένη. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο David Peter (ΜΚ2). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 20.04.05 ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα. Ενώ ευρισκόταν σε φώτα τροχαίας, όταν η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη μετέβη στο πράσινο προχώρησε με προσοχή. Καθώς προχωρούσε η κυκλοφορία στα δεξιά του έγινε ορατή και διαπίστωσε ότι η εξωτερική λωρίδα κυκλοφορίας στα δεξιά του σταμάτησε. Ενώ συνέχισε την πορεία του είδε από την εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας στα δεξιά του ένα όχημα να πηγαίνει κατά πάνω του. Αμέσως σταμάτησε, παρόλα ταύτα το εν λόγω αυτοκίνητο τον κτύπησε ξιστά στο μπροστινό μέρος. Τότε, βγήκε από το όχημα του και είδε ότι η οδηγός του άλλου οχήματος ήταν γυναίκα. Η τελευταία του απολογήθηκε και του είπε ότι θα πλήρωνε τις ζημίες του οχήματος του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι άφησε το όχημα του στην τελική θέση που πήρε μετά το δυστύχημα και ότι συμφώνησε και υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε αστυνομικός ο οποίος μετέβη στη σκηνή. Υπέδειξε στο σχέδιο την πορεία του οχήματος που κτύπησε το δικό του. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ2 ερωτήθηκε εάν ελάττωσε ταχύτητα όταν εξήλθε της παρόδου με κατεύθυνση κάθετα στην πορεία Α. Ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ήταν το όχημα της Κατηγορουμένης που κατευθύνθηκε στο δικό του. Τότε, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι αυτό δεν είναι αλήθεια γιατί το όχημα της Κατηγορουμένης ήταν στην πορεία αυτής. Ο ΜΚ2 αντέκρουσε την υποβολή αναφέροντας ότι εκείνος ήταν που είχε το πράσινο φως, προχώρησε αργά και με προσοχή, αντιλήφθηκε ότι τα οχήματα από τη δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση του πορεία σταμάτησαν και ότι το αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε πέρασε με κόκκινο. Τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Peter Higgings (MK3). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 20.04.05 οδηγούσε το όχημα του στη Λεωφόρο Αρτέμιδος με κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο. Καθώς προσέγγιζε στους φωτεινούς σηματοδότες, τούτοι άλλαξαν από πράσινο σε κόκκινο. Ο ίδιος σταμάτησε και είδε ότι, ίσως δύο με τρία οχήματα πιο μπροστά του ένα άσπρο όχημα συνέχισε την πορεία του, η οποία ήταν η ίδια με του ΜΚ3, προς το κέντρο της διασταύρωσης και εκεί συγκρούστηκε με ένα άλλο όχημα. Ήταν η θέση του ΜΚ3 πως όταν είδε το άσπρο όχημα να συνεχίζει την πορεία του οι φωτεινοί σηματοδότες ήταν ακόμη στο κόκκινο. Ο μάρτυρας υπέδειξε στο τεκμήριο 3 τόσο την κατεύθυνση του άσπρου οχήματος όσο και την κατεύθυνση του άλλου οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε το άσπρο. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα ο ίδιος κατήλθε του οχήματος του και συνομίλησε με τον οδηγό του άσπρου οχήματος ο οποίος ήταν γυναίκα. Ανέφερε στην οδηγό του εν λόγω οχήματος ότι πέρασε με κόκκινο και εκείνη του απάντησε ότι ήταν δικό της το λάθος, λυπάται, αλλά παρακάλεσε όπως μην κληθεί η αστυνομία καθότι δεν είχε ασφάλεια. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Εν συνεχεία η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Παρεμβάλλω εδώ ότι η Κατηγορουμένη δεν προέβη σε αίτημα δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155. Ας σημειωθεί ότι ερωτήθηκε από το Δικαστήριο εάν επιθυμούσε να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα και η απάντηση της καταδείκνυε πως δεν ήταν πρόθεση της να αμφισβητήσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε αυτό το στάδιο (η απάντηση της κατηγορουμένης ήταν "οχι"). Ενόψει τούτου, προχώρησα στη σχετική με το εν λόγω στάδιο εξέταση του μαρτυρικού υλικού, από την οποία διαπίστωσα ότι τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη είχαν αποδειχθεί και περαιτέρω ότι η μαρτυρία δεν ήταν αντινομική. Ενόψει τούτου, κάλεσα την Κατηγορουμένη σε απολογία και της επεξήγησα τα δικαιώματά της δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155. Η Κατηγορουμένη επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Μεταξύ άλλων, η Κατηγορουμένη στην ανώμοτη δήλωση της ανέφερε τα ακόλουθα: Απολογήθηκε για τη θέση στην οποία βρίσκεται, ανέφερε ότι κατά το εν λόγω διάστημα η οικογένεια της είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ήταν σε δυσμενή οικονομικά θέση και περαιτέρω ανέφερε ότι ανέμενε να της σταλεί η άδεια κυκλοφορίας και δεν γνώριζε ότι έπρεπε να το φροντίσει η ίδια. Περαιτέρω, για ότι αφορά το δυστύχημα η Κατηγορουμένη αρνήθηκε ενοχή και ανάφερε ότι πάντα είναι υπεύθυνη οδηγός και όχι ασύνετη. Όπως ανέφερε, όλα έγιναν σε σύντομο χρονικό διάστημα, είχε αντιληφθεί ότι ο ΄Αγγλος ερχόταν από την πάροδο προς τα πάνω της και ένιωσε εγκλωβισμένη, εφόσον στην άλλη πλευρά υπήρχε αυτοκίνητο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αποφύγει. Μετά την ανώμοτη δήλωση της Κατηγορουμένης, η τελευταία δήλωσε πως δεν είχε πρόθεση να παρουσιάσει οιουσδήποτε μάρτυρες και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Η μεν κα Πίπη υποστήριξε πως στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας αποδείχθηκε η κατηγορία εναντίον της Κατηγορουμένης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η δε Κατηγορουμένη δεν ανέφερε οτιδήποτε. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Περαιτέρω, για ότι αφορά τη δήλωση της Κατηγορουμένης έλαβα υπόψη μου τις αρχές που ισχύουν και εφαρμόζονται στην αξιολόγηση ανώμοτης δήλωσης, ότι δηλαδή ο χαρακτήρας αυτής είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). ΄Ο,τι επιτυγχάνει είναι την επεξήγηση τέτοιων αποδεδειγμένων γεγονότων. Πέραν των πιο πάνω σημειώνω εδώ ότι την κρίση μου για ότι αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων σχετικά με την πρώτη κατηγορία, κατεύθυνε η πραγματική μαρτυρία. Η εγγενής αξία της πραγματικής μαρτυρίας, ως αμετακίνητη βάση αξιολόγησης των μαρτύρων, έχει πολλάκις επεξηγηθεί (βλ. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 51, 56). Ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι πέραν των τελικών θέσεων των δύο οχημάτων, τις ζημίες που υπέστησαν, τα ίχνη τροχοπέδησης και το σημείο σύγκρουσης. Τα εν λόγω στοιχεία ενσωματώνονται στο μαρτυρικό υλικό ως εκ της υπάρξεως τους και μόνο. Αυτό το γεγονός, αμόλυντο και ασύνδετο από τις θέσεις των εμπλεκομένων μερών αναγάγει τα εν λόγω στοιχεία σε πραγματική μαρτυρία. Σημειώνω εδώ ότι όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, πλην του ΜΚ2, δεν αντεξετάστηκαν και η μαρτυρία τους δεν έτυχε αμφισβήτησης. ΄Αλλωστε, ακόμη και αυτή η περιορισμένη αντεξέταση της οποίας έτυχε ο ΜΚ2, αφορούσε μόνο την πρώτη κατηγορία και όχι το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, ως τούτο προσκομίστηκε και για τη στοιχειοθέτηση των υπολοίπων κατηγοριών. Βέβαια, η εν λόγω αναφορά ουδόλως πρέπει να θεωρηθεί ότι η μη αμφισβητούμενη από την υπεράσπιση μαρτυρία, αυτόματα εκλαμβάνεται ως αξιόπιστη. Τούτο, εφόσον ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες σημείο της μαρτυρίας ισοδυναμεί με αποδοχή της, έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής τις πολιτικές παρά τις ποινικές υποθέσεις (βλ. Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 267). ΄Εχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές κρίνω τη μαρτυρία των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής ως αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Οι εν λόγω μάρτυρες ήταν σταθεροί στις θέσεις τους, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις, απάντησαν την κάθε ερώτηση που τους τέθηκε με σαφήνεια, ακρίβεια και επεξηγηματικότητα και γενικά μου έκαναν καλή εντύπωση. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΚ1 σχετικά με τις κατηγορίες δύο εώς πέντε, αξίζει να σημειωθεί ότι τούτη ενισχύεται από την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης (βλ. Τεκμήριο 4). Από το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης προκύπτει ότι η Κατηγορουμένη προβαίνει σε δηλώσεις εναντίον του συμφέροντός της ήτοι, παραδοχές. Ως εκ της φύσεως αυτών των δηλώσεων και εφόσον επαληθεύονται από τον έλεγχο στον οποίο προέβη ο ΜΚ1, τις αποδέχομαι (βλ. Φίλιππος Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΔΔ 190, 192). Στρέφομαι τώρα στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας του ΜΚ1 που σχολιάζει την ορατότητα της Κατηγορουμένης. Αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του δεν την αποδέχομαι, εφόσον κρίνω ότι χαρακτηρίζεται από ασάφεια. Υπενθυμίζω ότι ο μάρτυρας ανέφερε πως η Κατηγορουμένη από το σημείο ΑΛΤ της πορείας της, μπορούσε ικανοποιητικά να δει μέχρι τη γραμμή του σημείου ΑΛΤ της πορείας του παραπονούμενου. Πρόδηλο είναι ότι η εξέταση αυτής της θέσης διενεργείται εάν και εφόσον το Δικαστήριο γνωρίζει ποια είναι η γραμμή του σημείου ΑΛΤ των δύο οδηγών. Παρεμβάλλω εδώ ότι στο τελικό σχέδιο σκηνής (βλ. Τεκμήριο 3), τόσο στην κατεύθυνση του ΜΚ2 όσο και στην κατεύθυνση της Κατηγορουμένης παρουσιάζονται τρεις γραμμές εκ των οποίων καμία δεν επεξηγήθηκε και δεν υποδείχθηκε ως το αναφερόμενο σημείο ΑΛΤ. Ενόψει της απουσίας των στοιχείων που έχω υποδείξει, κρίνω ότι η εν λόγω θέση του ΜΚ1 διαπνέεται από ασάφεια και ως εκ τούτου δεν την αποδέχομαι. Αναφορικά με τη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 τούτη την αποδέχομαι στο σύνολο της. Και οι δύο μάρτυρες μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση τόσο για τη λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων, όσο και για τη φυσικότητα στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας τους. Δεν διαφεύγει βέβαια της προσοχής μου ότι το σύνολο της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 είναι αντίθετο, τόσο με την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης (βλ. Τεκμήριο 4) όσο και με την ανώμοτη δήλωσή της. Σημειώνω εδώ ότι δεν αποδέχομαι τη θέση της Κατηγορουμένης ότι ήταν εγκλωβισμένη από δεξιά επειδή άλλο όχημα κινείτο σε εκείνη τη λωρίδα. Η εν λόγω θέση καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία, αμετακίνητο για ότι αφορά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού οδηγό. Όπως προκύπτει από την πραγματική μαρτυρία η τελική θέση του οχήματος της Κατηγορουμένης υποδεικνύει ότι μέρος του, καταλαμβάνει ένα μέρος από τη δεξιά της Κατηγορουμένης λωρίδα κυκλοφορίας. Τούτο, σε συνδυασμό με τα ίχνη τροχοπέδησης, αποδεικνύει ότι η Κατηγορουμένη προσπάθησε να αποφύγει το όχημα του ΜΚ2 κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά, συνεπώς, η θέση περί εγκλωβισμού στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας απορρίπτεται. Τέλος, σημειώνω εδώ ότι από την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης δεν αποδέχομαι ούτε τη θέση πως οδήγησε το όχημά της όταν ο φωτεινός σηματοδότης στη δική της κατεύθυνση έγινε πράσινος. Κρίνω ότι η εν λόγω θέση συγκρούεται με άλλη θέση της Κατηγορουμένης στην ίδια ανακριτική κατάθεση, ότι αμέσως μετά το δυστύχημα και μόλις κατήλθε του οχήματός της αντιλήφθηκε ότι ο κάθετος στην κατεύθυνσή της φωτεινός σηματοδότης ήταν πράσινος. Αξιολογώ θετικά αυτή τη δεύτερη θέση της ανακριτικής κατάθεσης (βλ. τεκμήριο 4), εφόσον διαπιστώνω ότι συναρτάται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Αυτή η θέση, ότι δηλαδή η Κατηγορουμένη οδήγησε το όχημα της ενόσω ο φωτεινός σηματοδότης της κατεύθυνσης της ήταν κόκκινος, συνάδει με τη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3. Είναι γεγονός πως κανένα άλλο στοιχείο πέραν της προφορικής μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη αυτού του στοιχείου. Δηλαδή, η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε επιστημονική μαρτυρία σε σχέση με τη χρονική διάρκεια των διαφόρων χρωματισμών στους φωτεινούς σηματοδότες. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι πέραν της μη παραδοχής της Κατηγορουμένης στην ανακριτική κατάθεση αυτής, στο Δικαστήριο ουδόλως αμφισβήτησε τη σχετική μαρτυρία. Δεν αναμένεται βέβαια από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία που δεν αμφισβητούνται (βλ. Νίκη Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 454, 458). Τέλος, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ ότι ακόμη και στην απουσία τέτοιας επιστημονικής μαρτυρίας, είμαι πρόθυμος να αποδεχθώ τη σχετική μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, ένεκα της εκπληκτικής παρουσίας αυτών. Περαιτέρω, τονίζω ότι αποδίδω ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΚ3, εφόσον κρίνω τούτον ως ανεξάρτητο μάρτυρα ο οποίος προ του δυστυχήματος είχε την ίδια με την Κατηγορουμένη κατεύθυνση, είχε ιδία γνώση για τη στάση του φωτεινού σηματοδότη, παρακολούθησε την πορεία της Κατηγορουμένης και η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε. Πρέπει να αναφέρω εδώ ότι από την αναμφισβήτητη και αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ3 προκύπτει και το αποδέχομαι ως γεγονός, ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση η Κατηγορουμένη παραδέχθηκε στο ΜΚ3 ότι πέρασε το φωτεινό σηματοδότη ενόσω αυτός ήταν κόκκινος. Ούτε η εν λόγω δήλωση, ως παραδοχή δηλαδή, δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορουμένη. ΄Εχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία καταλήγω ότι στις 20.4.05 η Κατηγορουμένη οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής ΗΖΜ 177 στη Λεωφόρο Αρτέμιδος χωρίς ασφαλιστήριο, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Περαιτέρω, στη συμβολή της εν λόγω λεωφόρου με την οδό Κοτζιά Τεπέ, η Κατηγορουμένη ακολουθείτο από το όχημα του ΜΚ3. Στην εν λόγω συμβολή, η οποία ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, παρότι ο φωτεινός σηματοδότης στην κατεύθυνση της Κατηγορουμένης μετατράπηκε σε κόκκινο, εντούτοις, η Κατηγορουμένη οδήγησε το όχημα της συνεχίζοντας την πορεία της προς αεροδρόμιο δια μέσου της ελεγχόμενης διασταύρωσης και χωρίς να ακινητοποιήσει τούτο ένεκα του κόκκινου φωτεινού σηματοδότη. Η εν λόγω ενέργεια της Κατηγορουμένης είχε ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση του οχήματος της με το όχημα του ΜΚ2 το οποίο κατευθυνόταν προς τη Λεωφόρο Αρτέμιδος. Αμέσως μετά τη σύγκρουση η Κατηγορουμένη παραδέχθηκε στο ΜΚ3 ότι πέρασε με κόκκινο. Φρονώ πως στη βάση των προειρημένων διαπιστώσεων η αμέλεια της Κατηγορουμένης είναι έκδηλη. Η ενέργεια να οδηγήσει το όχημα της ενόσω ο φωτεινός σηματοδότης της κατεύθυνσής της απαγόρευε κάτι τέτοιο, αποτελεί οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια. Υπό τις περιστάσεις, ως προσήκουσα κρίνω την αναγκαία και απόλυτη συμμόρφωση με τις ενδείξεις του φωτεινού σηματοδότη, εφόσον οι οδηγοί κάθε κατεύθυνσης συναρτούν την οδήγηση τους βάσει τούτων των ενδείξεων (βλ. Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307, 313). Αυτή καθ΄ εαυτή η αμέλεια της Κατηγορουμένης συνιστά τεκμηρίωση και της πέμπτης κατηγορίας. Περαιτέρω, η κατά τον εν λόγω χρόνο και τόπο οδήγηση του οχήματος από την Κατηγορουμένη δίχως ασφαλιστήριο, πιστοποιητικό καταλληλότητας και άδεια κυκλοφορίας, συνιστά απόδειξη και των κατηγοριών 2, 3 και 4 ως επί του κατηγορητηρίου. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογική αμφιβολίας και κρίνω την κατηγορουμένη ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.