← Κύπρος

Αστυνομία ν. Γεώργιου Κυπριανού, Αρ.Υπ.: 2286/06, 17 Νοεμβρίου, 2006

Αστυνομία ν. Γεώργιου Κυπριανού, Αρ.Υπ.: 2286/06, 17 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε. Δ. Αρ.Υπ.: 2286/06 Αστυνομία v. Γεώργιου Κυπριανού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παυλίδης και κ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες σύμφωνα με το κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί στις 15/2/

  1. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της διγαμίας ενώ η δεύτερη κατηγορία το αδίκημα του ψευδούς όρκου. Και τα δύο αδικήματα κατά παράβαση σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 2/6/99 προέβη σε ψευδή ένορκο δήλωση ενώπιον του Γραμματειακού Λειτουργού Κώστα Καδή, προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε αν η δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία. Η ψευδής δήλωση ήταν ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι ήταν ελεύθερος παντός δεσμού γάμου ή αρραβώνα ενώ στην πραγματικότητα ήταν παντρεμένος με την Μυριάνθη Κυπριανού από την Λευκωσία. Σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία ο κατηγορούμενος στις 3/6/99 στην Αθηένου της Επαρχίας Λάρνακας, ενώ ήταν σύζυγος της Μυριάνθης Κυπριανού από τη Λευκωσία και ενώ ζούσε η σύζυγος του έκανε γάμο με την Michaela Apostu από την Ρουμανία. Τα πλείστα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση ήταν παραδεκτά τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και κατατέθηκαν εκ συμφώνου αριθμός τεκμηρίων. Κλήθηκαν δύο μάρτυρες κατηγορίας ο αστυφ. 785 Χρ. Δειλινος (ΜΚ1) και η ΄Αρτεμης Αντωνίου, Βοηθός Αρχιπρωτοκολλητής στο Ανώτατο Δικαστήριο (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 ρωτήθηκε σχετικά με το διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία των αδικημάτων 2/6/99 και 3/6/99 μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στις 15/2/
  2. Ανέφερε ότι στις 7/6/05 η υπόθεση διαβιβάστηκε στην Αστυνομία από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Στις 12/7/05 η υπόθεση παραπέμφθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αθηαίνου και από τις 12/7/05 άρχισε η εξέταση της. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για τα δύο αδικήματα που αντιμετωπίζει στις 22/7/05 και μετά που συμπληρώθηκε στάληκε στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα ο οποίος και έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της. Ανέφερε ότι η διερεύνηση της ξεκίνησε από το τεκμήριο 12 Α που είναι απόφαση του Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Γ. Α. Σεργίδη, ημερ. 15/2/05 στην Αίτηση 687/04 στην οποία απόφαση ο Πρόεδρος του Οικ. Δικαστηρίου αναφέρει τα ακόλουθα: «Από τη μαρτυρία του αιτητή προκύπτει ότι ο δεύτερος γάμος ήταν άκυρος, εφόσον τελέσθηκε ενώ δεν είχε λυθεί ο προηγούμενος γάμος. Ως εκ τούτου είμαι αναγκασμένος να δώσω οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου όπως αποστείλει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στον Γενικό Εισαγγελέα για διερεύνηση τυχόν αδικήματος διγαμίας.» Κατά την αντεξέταση του του υπεβλήθη ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο να αχθεί η παρούσα υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή. Η ΜΚ2 είπε ότι στις 15/2/05 ήταν προϊσταμένη Πρωτοκολλητής στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας και της δόθηκαν οδηγίες από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να αποστείλει στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας το τεκμήριο 12 Α για διερεύνηση διάπραξης τυχόν αδικημάτων από τον κατηγορούμενο το οποίο έπραξε με την επιστολή της 10/3/05, Τεκμήριο
  3. Κατέθεσε επίσης πιστό αντίγραφο της Αίτησης 687/04 ημερ. 8/12/04 η οποία κατεχωρήθη από τον συνήγορο του κατηγορουμένου και δια της οποίας ζητήθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση του γάμου του κατηγορούμενου με την Svetlana Jabinschi λόγω του ότι αυτός ήταν άκυρος για να μπορέσει να τελέσει έγκυρο γάμο με αυτή και ως τεκμήριο 14 Α αίτηση τροποποίησης του τεκμηρίου 14, ημερ. 19/1/05 η οποία υπεβλήθη και πάλι από τον κατηγορούμενο μέσω του συνηγόρου του με την οποία τροποποιεί το αιτητικό του τεκμηρίου 14 δια της διαγραφής της παραγράφου της Αιτούμενης Θεραπείας και την αντικατάσταση της με τις ακόλουθες παραγράφους: «α. Δήλωση και/ ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή να δηλώνεται ότι ο γάμος του Αιτητή με την Michaela Apostu και ο οποίος τελέσθηκε στις 3.6.99 είναι άκυρος καθότι είχε τελεσθεί ενόσω ο προηγούμενος Γάμος του με την Μυριάνθη Κυπριανού δεν είχε λυθεί. ...» Είναι επί τη βάση της τροποποίησης που επήλθε στη Αίτηση 687/04 που εκδόθηκε η απόφαση του Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας τεκμήριο 12 Α. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να δώσει ανώμοτη κατάθεση από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι δεν είχε καμιά πρόθεση να διαπράξει τα αποδιδόμενα σε αυτόν αδικήματα και ότι στις 22/8/98 είχε εκδοθεί εκκλησιαστικό διαζύγιο δια του οποίου ο γάμος του με την Μυριάνθη Κυπριανού είχε λυθεί και γνήσια πίστευε ότι δεν ήταν παντρεμένος. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Η μαρτυρία τους κυρίως της ΜΚ2 ουσιαστικά περιορίστηκε στην κατάθεση τεκμηρίων και στις ενέργειες που έκαμε η ίδια μετά που της δόθησαν οδηγίες από τον Πρόεδρο του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για προώθηση της απόφασης του στην Αίτηση 687/04 στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για διερεύνηση εξ' ου και η ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε καθόλου. Η μαρτυρία της κρίνεται ως αντικειμενική και όπως έχω ήδη αναφέρει έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Ως αντικειμενικός μάρτυρας και μάρτυρας της αλήθειας χαρακτηρίζεται και ο ΜΚ1 του οποίου την μαρτυρία αποδέχομαι στην ολότητα της. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα και τεκμήρια συνάγονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε με την Μυριάνθη Κυπριανού, πρώτη σύζυγος του στις 10/9/78 μαζί με την οποία απέκτησαν δύο θυγατέρες. Η Μυριάνθη Κυπριανού ανέφερε στην αστυνομία ότι εξ' όσων γνωρίζει ο πρώην σύζυγος της και κατηγορούμενος προτού πάρει διαζύγιο από την ίδια το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 22/5/00, τέλεσε γάμο στις 3/6/99 στο Δημαρχείο Αθηένου με την αλλοδαπή Michaela Apostu. Ο γάμος του κατηγορουμένου με την Μυριάνθη Κυπριανού τελέστηκε στις 10/9/78 ενώ στις 15/5/98 ο γάμος αυτός κυρήχθηκε λυτέος από το ούτο καλούμενο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο στη Λευκωσία στο πλαίσιο της αγωγής 397/97 (τεκμήριο 4). Στις 2/6/99 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όπου ενώπιον του Κώστα Καδή εξουσιοδοτημένου από το Ανώτατο Δικαστήριο προσώπου να υπάγει όρκους προέβηκε σε ένορκο δήλωση, τεκμήριο 1 Β, στην οποία δήλωσε ότι είναι διαζευγμένος και ελεύθερος παντώς δεσμού γάμου ή αρραβώνα για να συνάψει γάμο μετά της Michaela Apostu από τη Ρουμανία. Στις 3/6/99 ο κατηγορούμενος τέλεσε πολιτικό γάμο με την αλλοδαπή Michaela Apostu από τη Ρουμανία στο Δημαρχείο Αθηένου, τεκμήριο 6 αφού σύμφωνα με την κατάθεση της Γραμματειακού Υπαλλήλου του Δήμου Αθηένου Δέσπως Γεωργίου, τεκμήριο 5, παρουσίασε αντίγραφα των τεκμηρίων 2 και
  4. Ο κατηγορούμενος στις 29/9/00 στο Δημαρχείο Αγλαντζιάς τέλεσε γάμο με την Svetlana Jabinschi, τεκμήριο
  5. Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας με απόφαση του ημερομηνίας 22/5/00 στα πλαίσια της Αίτησης 49/99 κήρυξε λυμένο το γάμο του κατηγορούμενου με την Μυριάνθη Κυπριανού με νομικό λόγο τον ισχυρό κλονισμό ενώ στις 20/5/02 στα πλαίσια της Αίτησης 56/02 το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας κήρυξε λυμένο το γάμο του κατηγορούμενου με την Michaela Apostu με νομικό λόγο τον ισχυρό κλονισμό. Το διάταγμα που εκδόθηκε στις 20/5/02 έχει καταστεί τελεσίδικο και αμετάκλητο σύμφωνα με τη σημείωση που υπάρχει σε αυτό που έχει τεθεί από το Δικαστήριο. Οι συνήγοροι υπεράσπισης αγόρευσαν εκτεταμένα ενώπιον του Δικαστηρίου και παρέπεμψαν σε νομολογία. Ήταν η θέση τους ότι ο κατηγορούμενος έχει πλήρη υπεράσπιση αφού έχει λυθεί ο γάμος του από αρμόδιο εκκλησιαστικό δικαστήριο και παρέπεμψαν σχετικά στην επιφύλαξη του άρθρου 179 του Κεφ.
  6. Περαιτέρω σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί την υπεράσπιση του κατηγορουμένου τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπήρχε πρόθεση, ένοχη σκέψη (mens rea) του κατηγορουμένου που είναι απαραίτητη για την απόδειξη της υπόθεσης. ΄Ηταν η θέση τους ότι τέτοια ένοχη διάθεση ή πρόθεση δεν υπήρξε ποτέ αφού ο κατηγορούμενος πίστευε ότι είχε χωρίσει από την Μυριάνθη Κυπριανού νόμιμα. Το μεγαλύτερο βάρος της αγόρευσης των συνηγόρων υπεράσπισης αναλώθηκε στον τρίτο άξονα της υπεράσπισης τους ο οποίος δεν ήταν άλλος από αυτό της καθυστέρησης. ΄Ηταν η εισήγηση τους ότι λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει διαρρεύσει ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής η οποία υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δει το θέμα της καθυστέρησης όχι σε σχέση με την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος αλλά σε σχέση με τις ενέργειες που έχουν γίνει από την ημερομηνία που η υπόθεση καταγγέλθηκε στις αρμόδιες Αρχές. Εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση και ότι σε περίπτωση που υπάρχει καθυστέρηση τότε σίγουρα δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την απαλλαγή του κατηγορουμένου αλλά είναι ίσως παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής εάν και εφόσον κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. ΄Ηταν περαιτέρω η θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία υπεράσπιση στην κατηγορία που αντιμετωπίζει με βάση τα πραγματικά παραδεκτά γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης και δεν απαιτείται ένοχη σκέψη. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι αν απαιτείται ένοχη σκέψη η άγνοια του νόμου του κατηγορουμένου, δηλαδή το πιστεύω του ότι το εκκλησιαστικό διαζύγιο ήταν έγκυρο και δεν θεωρείτο παντρεμένος, δεν αποτελεί υπεράσπιση. Το άρθρο 179 του Ποινικού Κώδικα, σε ότι ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, προνοεί τα ακόλουθα: «Σύζυγος ο οποίος ενώ ζει ο άλλος σύζυγος, κάνει γάμο στη Δημοκρατία ή σε οποιανδήποτε άλλη χώρα, ο οποίος είναι άκυρος για το λόγο ότι έγινε ενώ ζούσε ο άλλος από τους συζύγους, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων: Νοείται ότι αποτελεί επαρκή υπεράσπιση σε κατηγορία που έχει προσαχθεί δυνάμει του άρθρου αυτού η απόδειξη - (α) ότι ο προηγούμενος γάμος κηρύχτηκε άκυρος από αρμόδιο Δικαστήριο ή αρμόδια εκκλησιαστική αρχή ή ....» Το άρθρο 117 του Ποινικού Κώδικα επίσης προνοεί τα ακόλουθα: «΄Οποιος ορκίζεται με ψευδή όρκο ή προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Καθίσταται σαφές ότι τα δύο αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι συναφή μεταξύ τους υπό την έννοια του ότι αν ο κατηγορούμενος βρεθεί ένοχος στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει τότε αναπόφευκτα θα καταδικαστεί και για την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ενώ αθώωση του στην πρώτη κατηγορία οδηγεί και αθώωση στην δεύτερη κατηγορία. ΄Οπως έχει ήδη αναφερθεί αποτελεί επαρκή υπεράσπιση στην κατηγορία για διγαμία η απόδειξη ότι ο προηγούμενος γάμος κηρύχθηκε άκυρος από αρμόδιο Δικαστήριο ή αρμόδια εκκλησιαστική αρχή. Με βάση τα παραδεκτά ενώπιον μου γεγονότα ο προηγούμενος γάμος του κατηγορουμένου είναι αυτός ο οποίος τέλεσε με την Μυριάνθη Κυπριανού και ο οποίος σύμφωνα με το τεκμήριο 3 τελέστηκε στις 10/9/
  7. Αρμόδια εκκλησιαστική αρχή για να λύνει έγκυρα τους γάμους δεν υπάρχει στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα. Παραπέμπω σχετικά στο άρθρο 111 του Συντάγματος ως έχει τροποποιηθεί από τον περί πρώτης τροποποίησης του Συντάγματος της Δημοκρατίας Νόμου, Ν. 95/89που είχε ως συνέπεια την δημιουργία Οικογενειακών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 95/89, το άρθρο 111 του Συντάγματος τροποποιήθηκε κατά τρόπο που σήμερα διαβάζει: «2.-Α. Παν ζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν, σχέσιν έχον προς το διαζύγιον, τον χωρισμόν από κοίτης και τραπέζης ή την συνοίκησιν των συζύγων ή τας οικογενειακάς σχέσεις διαγιγνώσκεται υπό οικογενειακών δικαστηρίων έκαστον των οποίων σύγκειται:». ΄Αρα συνεπώς η μόνη επαρκής υπεράσπιση που μπορεί να προβάλει ο κατηγορούμενος είναι να αποδείξει ότι ο πρώτος του γάμος δηλαδή ο γάμος του με την Μυριάνθη Κυπριανού κηρύχθηκε άκυρος από αρμόδιο Δικαστήριο. Και πάλι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο πρώτος γάμος του κατηγορουμένου έχει κηρυχθεί λυμένος στα πλαίσια της Αίτησης 49/99 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 22/5/
  8. Συγκεκριμένα στην εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου η οποία είναι μέρος του τεκμηρίου 12 Α το Οικογενειακό Δικαστήριο «κηρύσσει λυμένο το γάμο των διαδίκων .... με νομικό λόγο τον ισχυρό κλονισμό .... και το διαζύγιο δια του παρόντος εκδίδεται». Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει ακυρώσει τον πρώτο γάμο του κατηγορουμένου με την Μυριάνθη Κυπριανού αλλά τον έχει λύσει. Οι έννοιες άκυρος και λυμένος σε ότι αφορά τον γάμο έχουν εντελώς διαφορετική σημασία αφού από την ακύρωση γάμου σύμφωνα με το άρθρο 24 του περί Γάμου Νόμου 104

(1)/03 ο γάμος αυτός παύει να έχει οποιαδήποτε αποτελέσματα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ενώ με τη λύση ενός γάμου δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω η λύση του πρώτου γάμου του αιτητή ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ακύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 24 του περί Γάμου Νόμου όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, παύει να έχει αποτελέσματα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δηλαδή στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις 22/5/00. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου τέλεσε γάμο με την Michaela Apostu στις 3/6/99, τεκμήριο 6, δηλαδή προτού λυθεί, έστω ακυρωθεί, ο πρώτος του γάμος. Συνεπώς η πρώτη θέση του κατηγορουμένου ότι έχει επαρκή υπεράσπιση απορρίπτεται. ΄Ερχομαι τώρα να εξετάσω την δεύτερη εισήγηση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν είχε την απαραίτητη ένοχη πρόθεση (mens rea) για την διάπραξη του αδικήματος. Αυτό το έχει αναφέρει και ο ίδιος στην ανώμοτη του κατάθεση. Έρεισμα γι' αυτό το επιχείρημα είναι η πεποίθηση του κατηγορουμένου ότι επειδή ο γάμος του είχε αποκηρυχθεί από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, σχετικό είναι το τεκμήριο 4, στις 15/5/98 πίστευε γνήσια ότι είχε χωρίσει. Πρέπει να αναφέρω ότι παρόλες τις προσπάθειες μου δεν έχω εντοπίσει άλλη υπόθεση στην Κυπριακή Νομολογία για το θέμα της διγαμίας. Στην Αγγλική Νομολογία στην οποία έχω προστρέξει προκύπτει ότι η πεποίθηση και/ή το πιστεύω του κατηγορουμένου ότι ο πρώτος του γάμος είχε λυθεί πρέπει να υποστηρίζεται αντικειμενικά από κάποια γεγονότα και/ή κάποιες περιστάσεις. Δεν είναι αρκετό να αναφέρει ο κατηγορούμενος πίστευα ότι είχα χωρίσει ή ότι ο πρώτος μου γάμος δεν ήταν έγκυρος όπως απαιτείται στην Αγγλική Νομοθεσία. Παραπέμπω στην υπόθεση Andrew Dennis King
(1964)Criminal Appeal Reports, Vol. 48, pg. 17 όπου στις σελ. 23 και 24 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: "Honest belief is not enough; there must be an honest belief on reasonable grounds." Επίσης στην υπόθεση Thomas Allsopp Wheat and Maria Stocks
(1921)Criminal Appeal Reports, Vol. 15, pg. 134, στην σελ. 139 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: "Having regard to this distinction between the two exceptions, we are of opinion that a bona fide belief on reasonable grounds that the accused had been divorced, when in fact he has not been divorced, affords no defence in law to the charge of bigamy, although it may afford good reason for the infliction of a nominal punishment ...". Στην υπόθεση Harry Bayley
(1909)Criminal Appeal Reports, Vol. 1, pg. 86 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: "It cannot be suggested that because a man chooses to think that there is some technical informality in his marriage, he can, without further inquiry, marry again." Η μόνη μαρτυρία αναφορικά με την πρόθεση του κατηγορουμένου είναι η ανώμοτη δήλωση του και βεβαίως η αποδεικτική αξία και/ή βαρύτητα που έχει η εν λόγω δήλωση με βάση τη νομολογία είναι ξεκαθαρισμένη ότι πίστευε πως είχε έγκυρα χωρίσει και η ύπαρξη του τεκμηρίου 4 δηλαδή αποκήρυξη του γάμου του κατηγορουμένου με την Μυριάνθη Κυπριανού ημερ. 15/5/98. Με βάση το άρθρο 111 του Συντάγματος και την τροποποίηση που έχει επέλθει συνεπεία της οποίας έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν τα Οικογενειακά Δικαστήρια θεωρώ ότι η πεποίθηση αυτή του κατηγορουμένου ότι δηλαδή «το διαζύγιο» του από την Αρχιεπισκοπή ήταν έγκυρο, δεν πείθει αντικειμενικά. Περαιτέρω από την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία, παραπέμπω στο τεκμήριο 14 Α, προκύπτει ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ζήτησε δήλωση και/ή διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή να δηλώνεται ότι ο γάμος του με την Michaela Apostu ο οποίος τελέστηκε στις 3/6/99 είναι άκυρος καθ' ότι είχε τελεστεί ενόσω ο προηγούμενος γάμος του με την Μυριάνθη Κυπριανού δεν είχε λυθεί. Στο τεκμήριο 14 Α υπάρχει ένορκη δήλωση του κατηγορουμένου όπου αναφέρει ότι ο γάμος του με τη Μυριάνθη Κυπριανού λύθηκε στις 22/5/00 (παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης) ενώ στην παράγραφο 6 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρει «όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής ο γάμος μου με την Michaela Apostu είναι άκυρος καθ' ότι τελέστηκε προτού λυθεί ο πρώτος γάμος μου με την Μυριάνθη Κυπριανού». Είναι και με βάση αυτά τα γεγονότα που αξιολογείται η πεποίθηση και/ή το πιστεύω του κατηγορουμένου όπως έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο από το εδώλιο του κατηγορουμένου στην ανώμοτη κατάθεση του ότι πίστευε γνήσια ότι ο γάμος του με την Μυριάνθη Κυπριανού είχε νόμιμα ακυρωθεί. Βεβαίως η κατάληξη δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη αυτής της θέσης του κατηγορουμένου. Θα συμφωνήσω επίσης με την εισήγηση της κατηγορούσας αρχής ότι αυτή η θέση του κατηγορούμενου σε σχέση με «το εκκλησιαστικό διαζύγιο» απολήγει στην υπεράσπιση της άγνοιας νόμου η οποία δεν αποτελεί υπεράσπιση. Επομένως και αυτό το επιχείρημα του κατηγορουμένου απορρίπτεται. ΄Ερχομαι τώρα να εξετάσω το θέμα της καθυστέρησης. Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο και καθορίστηκαν κυρίως στις αποφάσεις Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Ευσταθίου v. Αστυνομίας (πιο πάνω) τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι η καθυστέρηση των ανακριτικών αρχών στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στο δικαστήριο είναι ένας παράγων οποίος συνεκτιμάται στον προσδιορισμό του εύλογου χρόνου για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου να διασφαλίσει το συνταγματικό αυτό δικαίωμα του κατηγορουμένου δηλαδή αυτό της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου όπως το άρθρο 30.2 του Συντάγματος κατοχυρώνει. (Βλ. Γαβριηλίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφ. 7649, ημερ. 22/9/03, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καψού, Ποιν. ΄Εφ. 7400, ημερ. 24/2/04). Σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. ΄Οπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Δημήτρης Μερχή v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις 67/05 και 80/05 ημερ. 24/3/05 ο χρόνος της καθυστέρησης διαχωρίζεται σε (α) τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης δηλαδή από την ημερομηνία που υπήρξε η καταγγελία/παράπονο η οποία είχε ως αποτέλεσμα την διερεύνηση της υπόθεσης και την καταχώρηση της και (β) στον χρόνο από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την συμπλήρωση της εκδίκασης. ΄Οπως έχω αντιληφθεί την θέση της υπεράσπισης το επιχείρημα για την καθυστέρηση δεν αφορά τον διαμειφθέντα από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ημερομηνία της εκδίκασης της χρόνο αλλά τη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης σε σχέση πάντα με τις ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων τα οποία τοποθετούνται στις 2 και 3 Ιουνίου
  2. Από τα ενώπιον μου παραδεκτά γεγονότα προκύπτουν τα ακόλουθα: Το έναυσμα για την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ήταν το πρακτικό/απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της Αίτησης 687/04 ημερ. 15/2/05, τεκμήριο 12 Α, στην τελευταία παράγραφο του οποίου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τη μαρτυρία του αιτητή προκύπτει ότι ο δεύτερος γάμος ήταν άκυρος, εφόσον τελέσθηκε ενώ δεν είχε λυθεί ο προηγούμενος γάμος. Ως εκ τούτου είμαι αναγκασμένος να δώσω οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου όπως αποστείλει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στον Γενικό Εισαγγελέα για διερεύνηση τυχόν αδικήματος διγαμίας.» Σύμφωνα με το τεκμήριο 13 και την προφορική μαρτυρία της ΜΚ2 η ίδια απέστειλε αντίγραφο της απόφασης για την διερεύνηση διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα στις 10/3/
  3. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1 στις 7/6/05 η υπόθεση διαβιβάστηκε στην αστυνομία από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα ενώ στις 12/7/05 η υπόθεση διαβιβάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αθηένου και από την ίδια ημερομηνία άρχισαν οι εξετάσεις και η διερεύνηση της υπόθεσης. Από τα ενώπιον μου τεκμήρια προκύπτει ότι από τις 12/7/05 μέχρι 22/7/05 η διερεύνηση της υπόθεσης διεκπεραιώθηκε αφού στις 22/7/05 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα δύο αδικήματα που αντιμετωπίζει. Η υπόθεση καταχωρήθηκε τελικά στις 15/2/
  4. Με βάση τα πιο πάνω δεν θεωρώ ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή του κατηγορουμένου από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος είναι παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και συνεπώς κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. ΄Οσον αφορά την δεύτερη κατηγορία ως λογική προέκταση των πιο πάνω, θέση την οποία έχουν αποδεχθεί και οι συνήγοροι υπεράσπισης κρίνω ότι όντως στο τεκμήριο 1 Β ο κατηγορούμενος προέβη σε ψευδή ένορκο δήλωση και ότι συνεπώς η κατηγορούσα αρχή έχει επίσης αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά της εν λόγω κατηγορίας και έτσι ο κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος και στην δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.