← Κύπρος

Αστυνομία ν. Θεοχάρης Κωνσταντίνου, Αρ. Υποθέσεως: 10468/06, 23.11.2006

Αστυνομία ν. Θεοχάρης Κωνσταντίνου, Αρ. Υποθέσεως: 10468/06, 23.11.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 10468/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Θεοχάρης Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23.11.2006 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 58

(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 24/99 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80
(1)/2000 και 243
(1)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος στις 07.02.05 στο νέο δρόμο Λευκωσίας-Λάρνακας στην Κόσιη της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΧ212 και δεν έλαβε κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός του, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με τα χέρια. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο ένα μάρτυρα. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι ο αστυφύλακας 3807 Ι. Ιωάννου (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 κατέθεσε ενόρκως και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στις 07.02.05 ήταν σε περιπολία με το υπηρεσιακό όχημα στον τομέα 3, δηλαδή στη Λάρνακα. Ενόσω περιπολούσε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας αντιλήφθηκε ένα όχημα το οποίο προπορευόταν το περιπολικό της αστυνομίας, να μην έχει σταθερή πορεία. Προσέγγισε το εν λόγω όχημα από τη δεξιά λωρίδα, κινήθηκε δίπλα από αυτό με σταθερή ταχύτητα και άναψε τον αριστερό προβολέα του αστυνομικού οχήματος. Τότε αντιλήφθηκε τον οδηγό του εν λόγω οχήματος να κρατά κινητό τηλέφωνο με το δεξιό του χέρι στο δεξιό αυτί. Την ίδια στιγμή έθεσε σε λειτουργία το φάρο του περιπολικού και έκανε σήμα στον οδηγό του αναφερόμενου οχήματος να σταματήσει στη λωρίδα ασφαλείας. Όταν τα δύο οχήματα σταμάτησαν και ο ΜΚ1 προσέγγισε το εν λόγω όχημα, διαπίστωσε ότι ο αριθμός εγγραφής του υπό αναφορά οχήματος ήταν ΜΧ212 και ότι ο οδηγός τούτου ήταν ο Κατηγορούμενος. Επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στο νόμο για τη διάπραξη του αδικήματος της χρησιμοποίησης τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση και ο Κατηγορούμενος δεν απάντησε οτιδήποτε. Εξέδωσε σχετικό εξώδικο το οποίο δεν πληρώθηκε στον προκαθορισμένο από το νόμο χρόνο. Σημειώνω εδώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντεξέτασε τον ΜΚ1, δηλαδή δεν υπέβαλε καμία ερώτηση. Αμέσως μετά τη δήλωση του Κατηγορούμενου περί μη πρόθεσης αντεξέτασης, η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβη σε αίτημα δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155. Ας σημειωθεί ότι ερωτήθηκε από το Δικαστήριο εάν επιθυμούσε να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα και η απάντηση του καταδείκνυε πως δεν ήταν πρόθεση του να αμφισβητήσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε αυτό το στάδιο (η απάντηση του κατηγορούμενου ήταν "θέλω να με αντεξετάσει"). Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο προχώρησε αυτοβούλως στη σχετική με το εν λόγω στάδιο εξέταση του μαρτυρικού υλικού, από την οποία διαπίστωσε ότι τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος είχαν αποδειχθεί και περαιτέρω ότι η μαρτυρία δεν ήταν αντινομική. Εν συνεχεία κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και του επεξήγησε τα δικαιώματά του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ.
  1. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Στην ένορκη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος ανέφερε τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο η ώρα διάπραξης του αδικήματος δεν ήταν 21:50 αλλά 22:00 με 22:
  2. Ανέφερε ότι την εν λόγω ημέρα είχε σχολάσει από το αεροδρόμιο Λάρνακας όπου εργάζεται και μαζί με άλλους δύο συναδέλφους του κατευθυνόταν προς Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου εντελώς ξαφνικά και ενώ ήταν θεοσκότεινα, ο ΜΚ1 του έβαλε το προβολέα στο πρόσωπο επικίνδυνα, με σκοπό να τον σταματήσει. Αφότου σταμάτησε και αφότου ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι έκανε χρήση τηλεφώνου ενώ οδηγούσε ο ίδιος αρνήθηκε. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ1 του ανέφερε πως εάν του έλεγε την αλήθεια δεν θα τον κατάγγελλε. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε στο ΜΚ1 και επανέλαβε ό,τι ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. Τέλος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως είχε δύο μάρτυρες στο αυτοκίνητο, αρνήθηκε ότι χρησιμοποίησε τηλέφωνο κατά την οδήγηση και ανέφερε ότι η πράξη του ΜΚ1 αποδεικνύει άτομο που οπωσδήποτε ήθελε να καταγγείλει κάποιο. Μετά την ένορκη κατάθεση του Κατηγορουμένου ο τελευταίος δήλωσε πως δεν είχε πρόθεση να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Η μεν κα Πίπη υποστήριξε πως στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας αποδείχθηκε η κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο δε Κατηγορούμενος ανέφερε ότι εφόσον οι λεπτομέρειες του αδικήματος συμπεριλαμβάνουν τη λέξη δηλαδή, εννοείται πως ο ΜΚ1 δεν είναι σίγουρος κατά πόσο ο Κατηγορούμενος έκανε χρήση τηλεφώνου. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πρέπει να σημειώσω ότι ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η φυσική παρουσία του μάρτυρα στο Δικαστήριο ήταν σταθερή, το ύφος του ήταν θετικό, αλλά ακόμη περισσότερο η ουσία της μαρτυρίας του, δηλαδή η ποιότητα τούτης δεν περιέχει αντιφάσεις και παρέμεινε ακλόνητη καθόλη τη διαδικασία. Επαναλαμβάνω ότι η μαρτυρία του δεν διυλίστηκε μέσα από το φίλτρο της αντεξέτασης. Ειρήσθω εν παρόδω, αναφέρω ότι η σημασία της αντεξέτασης μάρτυρα είναι αναμφισβήτητη. Μέσω αυτής το Δικαστήριο απολαμβάνει το ευεργέτημα της αντιπαράθεσης των διιστάμενων εκδοχών των διαδίκων, η οποία αντιπαράθεση στο τέλος θα ξετυλίξει την άκρη του νήματος των γεγονότων, στη βάση των οποίων το Δικαστήριο θα οικοδομήσει τα ευρήματά του. Παρόλα ταύτα, κρίνω σκόπιμο να τονίσω πως δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο οφείλει να δεχθεί μαρτυρία, ανεξάρτητα από το πόσο αναξιόπιστη και αν φαίνεται, επειδή η άλλη πλευρά δεν πρόσαξε αντίθετη μαρτυρία πάνω στα σημεία που κάλυψε η εξεταζόμενη (βλ. Παναγιώτης Μουζέ ν. Λουρέντζου Λαμπρή
(1994)1 Α.Α.Δ. 216, 220) και ακόμη, πως ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες σημείο της μαρτυρίας ισοδυναμεί με αποδοχή της, έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής τις πολιτικές παρά τις ποινικές υποθέσεις (βλ. Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260, 267). Εν πάση περιπτώσει, έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και εφόσον η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνεται ως αξιόπιστη την αποδέχομαι στο σύνολό της, ανεξαρτήτως των προειρημένων αρχών περί μη αμφισβήτησης. Για ότι αφορά τον Κατηγορούμενο πρέπει, πιστεύω, να επισημάνω ότι πέραν της παράλειψης αντεξέτασης ο Κατηγορούμενος δεν υπέβαλε τη γραμμή της υπεράσπισης του στο μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής. Συνεπώς, οι αναφορές του Κατηγορουμένου σε στιχομυθία που είχε με τον ΜΚ1 και σε αυτή καθαυτήν την υπόδειξη του Κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ1 είναι άτομο που ούτως ή άλλως επιθυμούσε να καταγγείλει κάποιο οδηγό, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές του Κατηγορουμένου σχετικά με τον τρόπο που ο ΜΚ1 έθεσε σε λειτουργία το φάρο του εν λόγω περιπολικού. Βέβαια η μη αποδοχή τους γίνεται όχι στη βάση κανόνα αλλά στα εγγενή τους πλέον χαρακτηριστικά, δηλαδή εκείνα της ανακρίβειας και ασάφειας. Αυτά τα γνωρίσματα των υπό κρίση ισχυρισμών (ανακρίβεια και ασάφεια) καταλήγω πως εμφιλοχώρησαν στην υπόσταση τους, ένεκα της παράλειψης υποβολής των στο μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc. Πολ. Έφ. 8266 και 8530, ημερ. 10/10/2002 και Ευγένιος Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, 199). Ενόψει της μη αποδοχής αυτών των αναφορών του Κατηγορουμένου, η μαρτυρία του ξεγυμνώνεται και αποχωρίζεται ουσιαστικής υπεράσπισης. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου κρίνω ότι συμπίπτει με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, ότι δηλαδή στις 07.02.05 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας και το αποδέχομαι. Για ότι αφορά τη θέση του Κατηγορουμένου πως η κατεύθυνση του ήταν από Λάρνακα προς Λευκωσία, κρίνω πως τούτο δεν αντικρούεται με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος δεν ανέφερε συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά, μόνο την ονομασία του εν λόγω αυτοκινητοδρόμου, δηλαδή, Λευκωσίας-Λάρνακας. Σημειώνω εδώ ότι το σχόλιο του Κατηγορουμένου σε σχέση με τη συμπερίληψη της φράσης δηλαδή στις λεπτομέρειες του αδικήματος, το κρίνω ως ανυπόστατο. Είναι ευκρινές πως η εν λόγω φράση τίθεται ως σύνδεσμος του αδικήματος με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία διευκρινίζει. Ενόψει των πιο πάνω, δηλαδή της αξιόπιστης μαρτυρίας, διαπιστώνω ότι στις 07.02.05 στον νέο δρόμο Λευκωσίας-Λάρνακας με κατεύθυνση τη Λευκωσία ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΧ212 έκανε χρήση τηλεφώνου με τα χέρια, δηλαδή, χρησιμοποίησε το τηλέφωνο τοποθετώντας τούτο στο δεξιό του αυτί. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή επιτυχώς απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση ως ο Κανονισμός 58
(5)προβλέπει. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.