← Κύπρος

Η Δημοκρατία ν. Βάσου Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 3797/06, 28 Νοεμβρίου, 2006

Η Δημοκρατία ν. Βάσου Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 3797/06, 28 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2006:10 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3797/06 Η Δημοκρατία ν. Βάσου Μιχαήλ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κος Π. Χριστοδουλίδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κυριότερο χαρακτηριστικό των περισσοτέρων ανθρωπίνων κυττάρων είναι ότι περιέχουν πυρήνα. Μέσα στον πυρήνα αυτό εντοπίζεται το γραμμικό Δεοξυ-ριβονουκλεϊνικό Οξύ ή, όπως είναι πλέον καθολικά γνωστό, DNA (Deoxyribonucleic Acid). Στην ελληνική γλώσσα αποδίδεται με την ορολογία «γενετικό υλικό». Το πυρηνικό γενετικό υλικό οργανώνεται στα 46 χρωμοσώματα, τα οποία κληροδοτούνται από τους γονείς στα παιδιά. Γενετικό υλικό προερχόμενο από διάφορα κύτταρα του ιδίου ατόμου είναι πανομοιότυπο. Μεταξύ όμως άλλων ατόμων το πυρηνικό γενετικό υλικό διαφέρει. Οι διαφορές οφείλονται κυρίως σε πολυμορφισμούς, οι οποίοι είναι χαρακτηριστικοί για κάθε άτομο και κληρονομούνται, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες γενετικής, από τους γονείς στα παιδιά. Με τη χρήση συγκεκριμένων μεθόδων μοριακής γενετικής είναι πλέον δυνατόν να μελετηθεί το γενετικό προφίλ του DNA οποιουδήποτε ανθρώπου ή βιολογικού υλικού. Ο εντοπισμός γενετικού υλικού στον πυρήνα των ανθρωπίνων κυττάρων και η δυνατότητα, με την πάροδο του χρόνου, ανάλυσης και κατανόησης του στοιχείου αυτού, δεν έφερε επανάσταση μόνο στην ιατρική επιστήμη, αλλά είχε ως περαιτέρω αποτέλεσμα την άμεση επίδραση στην διερεύνηση σκηνών διάπραξης εγκλημάτων. Αποτελεί πλέον πολύτιμο όπλο στα χέρια των ανακριτικών αρχών. Συνακόλουθη ήταν και η επίδραση της επιστημονικής αυτής μεθόδου στη νομική επιστήμη. Το γενετικό υλικό χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια ως ο πιο σύγχρονος τρόπος αναγνώρισης ταυτότητας και εντάσσεται στα πλαίσια του κεφαλαίου της απόδειξης αναγνώρισης ατόμου μέσω προσωπικών χαρακτηριστικών του. Οι πιο πάνω, γενικές, αναφορές μας δεν αποτελούν θεωρητική προσέγγιση του τεράστιου και πολυδιάστατου για το μέλλον της ανθρωπότητας γενετικού αυτού ζητήματος. ΄Εχουν άμεση συνάρτηση με τα γεγονότα της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Ως εκ τούτου, σε κατοπινό στάδιο, θα επανέλθουμε αναλυτικότερα στη νομική αντίκριση του είδους αυτού της αναγνώρισης. Ο κατηγορούμενος, ένα νεαρό άτομο 23 περίπου ετών, αντιμετωπίζει μια από τις σοβαρότερες κατηγορίες που προβλέπονται από τον ποινικό κώδικα: Ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του πιο πάνω νομοθετήματος. Κατηγορείται συγκεκριμένα ότι στις 7.10.2004 στο χωριό Λιοπέτρι της επαρχίας Αμμοχώστου και αφού απείλησε με πιστόλι να χρησιμοποιήσει πραγματική βία, έκλεψε από το ταμείο της Λαϊκής τράπεζας του χωριού αυτού το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.

  1. ΄Ενα και μόνο είναι το ουσιαστικό στοιχείο σύνδεσης του κατηγορούμενου με τη διάπραξη του πιο πάνω εγκλήματος: η ανεύρεση, αμέσως μετά τη ληστεία, γενετικού υλικού του σε ένα από τα ταμεία της τράπεζας. Θα επανέλθουμε, μεταγενέστερα, στις λεπτομέρειες εντοπισμού του πιο πάνω γενετικού υλικού και στις θέσεις των δύο μερών επί του ζητήματος. Η παράθεση, προηγουμένως, των αποδεκτών γεγονότων θα συμβάλει στη σφαιρική κατανόηση των δεδομένων που καλύπτουν την ενώπιον μας υπόθεση. ΄Εχουν ως εξής: Η Λαϊκή Τράπεζα Λτδ διατηρεί υποκατάστημα στη λεωφόρο Γρίβα Διγενή 10 στο Λιοπέτρι. Σ΄ αυτό λειτουργούν δύο ταμεία. Η Γιαννούλα Γεωργίου εργάζεται σε ένα από αυτά, αυτό που βρίσκεται κοντά στον τοίχο και προς το δυτικό μέρος της τράπεζας. Την 7.10.04 και περί ώρα 10:00π.μ. διαπράχθηκε ληστεία στο υποκατάστημα. Ο δράστης φορούσε στο κεφάλι μαύρη μάλλινη κουκούλα η οποία κάλυπτε τόσο το κεφάλι όσο και το λαιμό. Το μόνο σημείο που παρέμενε ακάλυπτο ήταν η περιοχή των ματιών. Στο μέρος όμως αυτό έφερε γυαλιά, μεγάλα, τετράγωνα, με φακούς καθρέφτη χρώματος μπλε βαθύ. Πελάτης της τράπεζας διέκρινε κάτω από τους φακούς των γυαλιών ότι το δέρμα του δράστη ήταν λευκού χρώματος. Τα μάτια του δεν φαινόντουσαν καθόλου. ΄Ηταν ψηλός, γύρω στο 1:82 με 1:83 εκατοστά, και λεπτός. Φορούσε μαύρη φανέλα μακρομάνικη με άσπρη ρίγα στο μανίκι και μαύρα γάντια. Κρατούσε δε πιστόλι χρώματος μαύρου, αλλά κανείς δεν διέκρινε αν αυτό ήταν αληθινό ή ψεύτικό. Κατευθύνθηκε στο ταμείο όπου εργαζόταν η Γιαννούλα Γεωργίου. Αυτή μόλις τον είδε «έβαλε μια δυνατή τσιριλιά». Ο δράστης της έδωσε μια τσάντα αναφέροντας της «money quick» με αδιευκρίνιστη προφορά, η οποία δεν ήταν αγγλική. Η ταμίας έβαλε μέσα στη τσάντα τα χρήματα που βρισκόντουσαν στο ταμείο της. Ακολούθως ο δράστης πήγε προς το δεύτερο ταμείο και έβαλε τη τσάντα που κρατούσε δίπλα από αυτό. Η υπάλληλος που ήταν εκεί δεν έκανε καμία κίνηση και τότε ο δράστης άρχισε να «μουγκρίζει», να κτυπά το πιστόλι του στον πάγκο και να της δείχνει με αυτό το ταμείο της. Αυτή κατάλαβε ότι ήθελε τα χρήματα που ήταν μέσα και έτσι άνοιξε το ταμείο και έβαλε στη τσάντα αριθμό χαρτονομισμάτων. Αμέσως μετά ο δράστης κινήθηκε προς την έξοδο της τράπεζας. Το όλο επεισόδιο διήρκησε 2 με 3 λεπτά. Ο δράστης επιβιβάστηκε σε ένα αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής DAF 264, το οποίο ήταν σταθμευμένο ακριβώς στην είσοδο της τράπεζας. Μέσα σε αυτό δεν υπήρχαν άλλα πρόσωπα παρά μόνο ο δράστης, ο οποίος και κατευθύνθηκε προς το Ξυλοφάγου. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ανήκε σε κάποιο Λουκά Λουκά και κλάπηκε την προηγούμενη ημέρα της ληστείας από τη πίσω αυλή εστιατορίου ιδιοκτησίας θείου του κατηγορούμενου. Ο Λουκά ήταν υπάλληλος στο εστιατόριο αυτό. Το αυτοκίνητο ανεβρέθηκε την 12.10.2004 σε θαμνώδη περιοχή παρά την λεωφόρο Νίσσι στην Αγία Νάπα και σε απόσταση 300 περίπου μέτρων από το σημείο που κλάπηκε. Το υποκατάστημα καλύπτεται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης, το οποίο ήταν σε λειτουργία κατά το χρόνο της ληστείας. Κατέγραψε τις κινήσεις του δράστη τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά της τράπεζας. Από τη ληστεία κλάπηκε συνολικό ποσό £
  2. Στις 2.9.05 η αστυνομία έλαβε πληροφορία η οποία ενέπλεκε τον κατηγορούμενο με το συγκεκριμένο αδίκημα. Αυτός προσήλθε αυτόβουλα στην αστυνομία στις 10.4.06 και έδωσε γραπτή συγκατάθεση για λήψη δείγματος παρειακού επιχρίσματος προς το σκοπό διενέργειας επιστημονικών εξετάσεων DNA. Έδωσε επίσης κατάθεση, Τεκμήριο
  3. Στις 17.7.06 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος, αφού προηγουμένως, την 22.5.06, έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής τον ενέπλεξε στο αδίκημα. Είχε ταυτιστεί το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού τού παρειακού του επιχρίσματος με αυτό του γενετικού υλικού που είχε εντοπιστεί αμέσως μετά τη ληστεία στον πάγκο του ταμείου της Γιαννούλας Γεωργίου. Είναι, τέλος, αποδεκτό ότι ο κατηγορούμενος, κάτοικος Λιοπετρίου, διατηρεί λογαριασμό στο υποκατάστημα από όπου έλαβε χώρα η ληστεία, ο οποίος φέρει τον αριθμό 032-08-
  4. Η τελευταία πράξη του λογαριασμού αυτού στο συγκεκριμένο υποκατατάστημα έλαβε χώρα την 7.5.04 και αφορούσε ανάληψη ποσού Λ.Κ. 100 από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Θέτουμε επιγραμματικά τη θέση των δύο πλευρών. Αναλυτική αναφορά τους θα γίνει ταυτόχρονα με την εξέταση τους στα επόμενα στάδια της απόφασης. Αναγνωρίζοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ότι η υπόθεση της στηρίζεται σε περιστατική και μόνο μαρτυρία εισηγήθηκε ότι αυτή, στο σύνολο της, καταδεικνύει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Καθόρισε δε ως περιστατική μαρτυρία την ανεύρεση γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στο σημείο όπου εντοπίστηκε, την ομοιότητα του σωματότυπου του δράστη με αυτό του κατηγορούμενου, το μέρος απ΄ όπου κλάπηκε το όχημα που χρησιμοποιήθηκε για τη ληστεία, καθώς επίσης και τη πληροφορία με βάση την οποία η αστυνομία οδηγήθηκε στον κατηγορούμενο αρκετούς μήνες μετά τη ληστεία. Ο συνήγορος υπεράσπισης αναλύοντας με κάθε λεπτομέρεια τη μαρτυρία και θέτοντας την νομική διάσταση των εγερθέντων σημείων, εισηγήθηκε ότι υπό τις συνθήκες της υπόθεσης δεν θα πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε πραγματική ή ουσιαστική σημασία στην ανεύρεση του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου. Είναι η θέση του ότι η όλη μαρτυρία που πρόσφερε η κατηγορούσα αρχή είναι εξ αντικειμένου τόσο αδύνατη που δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι η μαρτυρία της πλευράς της υπεράσπισης, την οποία και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί, καταδεικνύει ότι ήταν αδύνατο να διέπραξε ο κατηγορούμενος την υπό αναφορά ληστεία. Ο μοριακός γενετιστής Δρ Μάριος Α. Καριόλου, διευθυντής του εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, ήταν το άτομο που ταύτισε το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου με αυτό που εντοπίστηκε στον πάγκο του ταμείου απ΄ όπου έλαβε χώρα η ληστεία. Οι αναφορές του, οι εξετάσεις του και τα συμπεράσματα του παρέμειναν αναντίλεκτα. ΄Οχι τυχαία. ΄Εχει εκπληρώσει κατά τρόπο απόλυτο το ρόλο του ως εμπειρογνώμονας. Εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε τη δική μας ανεξάρτητη κρίση κατ΄ εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Η επιστημονικότητα του λόγου του, η ακρίβεια με την οποία αιτιολογούσε το κάθε σημείο της απάντησης του, αλλά και η εκ μέρους του αντικειμενική παράθεση των όλων στοιχείων και δεδομένων που κατείχε, εντάσσουν την περίπτωση του στον κανόνα που θέλει τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα να θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. ΄Οπως έχουμε ήδη αναφέρει η υπεράσπιση όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την όλη μαρτυρία του Δρ. Καριόλου, αλλά, αντιθέτως, την υιοθέτησε και συμφώνησε πλήρως με αυτή, δεχόμενη ότι όντως το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου ταυτίζεται με αυτό που απομονώθηκε από τον πάγκο του ταμείου της Γιαννούλας Γεωργίου, κατά τις έρευνες της αστυνομίας που έλαβαν χώρα αμέσως μετά τη ληστεία. Με δεδομένη την ταύτιση αυτή και τη κορυφαία σημασία της για την έκβαση της υπόθεσης, αποτέλεσε κομβικό σημείο της όλης ακροαματικής διαδικασίας η προσπάθεια απάντησης, μέσω εκατέρωθεν μαρτυρίας, στα ερωτήματα: πότε και πώς τοποθετήθηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στον πάγκο όπου έλαβε χώρα η ληστεία. Η κατηγορούσα αρχή, μέσα από τη μαρτυρία του Δρ. Καριόλου και της ΜΚ4, καθαρίστριας του εν λόγω υποκαταστήματος, επιχείρησε να αποκλείσει οποιαδήποτε άλλη λογική πιθανότητα και να τεκμηριώσει ότι όντως ο κατηγορούμενος, όντας ο ληστής, άφησε ατράνταχτο στοιχείο της ταυτότητας του κατά το χρόνο της ληστείας. Η υπεράσπιση, στηριζόμενη επίσης στη μαρτυρία του Δρ. Καριόλου και της ΜΚ4 και επιπρόσθετα σ΄ αυτή του ΜΚ1, ανώτερου Υπαστυνόμου Αντρέα Σάββα του Κλάδου Δακτυλοσκοπίας, του ιδίου του κατηγορούμενου και της μητέρας του, ΜΥ1, επιχείρησε να θέσει τουλάχιστον λογικές αμφιβολίες. Αφενός ως προς τον τρόπο και χρόνο τοποθέτησης του γενετικού υλικού στον πάγκο του ταμείου και αφετέρου ως προς την περίοδο και τον αριθμό επισκέψεων του κατηγορούμενου, ως πελάτη, στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας Λιοπετρίου. Είναι σκόπιμο, σε πρώτο στάδιο, παραθέτοντας τη σχετική μαρτυρία και αξιολογώντας την, να καταλήξουμε σε εύρημα ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν το μέρος της ληστείας σε προηγούμενο χρόνο της διάπραξης του εγκλήματος και αν ναι τη συχνότητα των επισκέψεων αυτών και την τελευταία φορά που αυτό έγινε. Ξεκινούμε από ένα αποδεκτό γεγονός: ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης της τράπεζας αυτής. Διατηρούσε λογαριασμό εκεί και η τελευταία πράξη στο λογαριασμό αυτό έγινε από τον ίδιο την 7.5.
  5. Πέντε δηλαδή μήνες πριν τη ληστεία. Λογαριασμό στο συγκεκριμένο υποκατάστημα είχε και η μητέρα του, ΜΥ
  6. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον μας ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο πήγε την ημέρα της ληστείας, ως πελάτης πάντα, στο υπό αναφορά υποκατάστημα. Ούτε ήταν σε θέση να θυμηθεί επ΄ ακριβώς τη τελευταία φορά που το επισκέφθηκε. Θυμόταν όμως ότι κατά το έτος 2004 το επισκεπτόταν τακτικά. Ως λόγους επίσκεψης του καθόρισε τον έλεγχο του λογαριασμού του ή την ανάληψη χρημάτων ή τη μεταφορά από τον ίδιο της μητέρας του. Αναλύοντας τις θέσεις του ανέφερε ότι ήθελε να ελέγχει τους λογαριασμούς και ιδιαίτερα «ένα τρεχούμενο λογαριασμό finance για το αυτοκίνητο μου». Το λογαριασμό αυτό τον έλεγχε «περισσότερο, γιατί ήταν μεγάλο ποσό». Σε σχέση με τη μητέρα του ανέφερε ότι η ίδια δεν είχε μεταφορικό μέσο και έτσι την έπαιρνε αυτός στην τράπεζα όταν είχε ρεπό από την εργασία του. Επειδή εργαζόταν σε ξενοδοχείο ως βοηθός τεχνικού είχε την ευχέρεια να έχει κάθε εβδομάδα, σε καθημερινή ημέρα, άδεια από την εργασία αυτή και έτσι ήταν βολικό να εξυπηρετεί τη μητέρα του. Η μητέρα του κατηγορούμενου έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για να αναφερθεί ουσιαστικά στη θέση ότι ο κατηγορούμενος τη μετέφερε τακτικά στο συγκεκριμένο υποκατάστημα, καθότι η ίδια δεν είχε μεταφορικό μέσο. Το σπίτι της βρίσκεται σε απόσταση 10 με 15 λεπτά περίπου από το υποκατάστημα και της ήταν δύσκολο να πηγαίνει με τα πόδια. Διευκρίνισε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο στις 3 τελευταίες της επισκέψεις, 3, 16 και 28 Σεπτεμβρίου 2004, καθώς επίσης και τον Αύγουστο του ιδίου έτους, τη μετέφερε ο κατηγορούμενος στην τράπεζα. Θυμόταν όμως ότι όταν την έπαιρνε τις περισσότερες φορές κατέβαινε μαζί της. Παρακολουθήσαμε με κάθε προσοχή τη μητέρα του κατηγορούμενου ενώ κατέθετε. Δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να αναφέρουμε ότι η μητρική της αγάπη, απόλυτα κατανοητή, την οδήγησε στο να μην αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια της βεβαίως να βοηθήσει με αυτό τον τρόπο στην υπεράσπιση του γιου της. Οι αναφορές της περί τακτικών μεταφορών της από τον κατηγορούμενο στο υποκατάστημα δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι είναι ψεύδη. Αποτελούν, όπως και η σχετική μαρτυρία του κατηγορούμενου, εκ των υστέρων σκέψεις και επινοήσεις. Θα τεκμηριώσουμε την κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου με αναφορά στη διάσταση που υπάρχει μεταξύ των ταυτόσημων αυτών θέσεων της ΜΥ1 και των αναφερθέντων ενώπιον μας ενόρκως από τον κατηγορούμενο και της κατάθεσης του τελευταίου στην αστυνομία, η οποία βρίσκεται ενώπιον μας κατατεθειμένη ως Τεκμήριο
  7. Δόθηκε στις 10.4.
  8. Στην κατάθεση αυτή και ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε περί της ληστείας ανέφερε τα ακόλουθα: «Το κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Λιοπέτρι γνωρίζω που βρίσκεται αλλά εκεί δεν διατηρώ οποιοδήποτε λογαριασμό. Πριν να πάω στρατό θυμούμαι ότι εκεί είχα ένα δευτεράκι με λογαριασμό όψεως αλλά έχει χρόνια να τον χρησιμοποιήσω. Δεν θυμούμαι αν επήγα καμιά φορά τα τελευταία χρόνια στη Λαϊκή στο Λιοπέτρι για οποιοδήποτε σκοπό. Δεν θυμούμαι ποια ήταν η τελευταία φορά που πήγα αλλά σίγουρα έχει πάρα πολύ καιρό. ΄Ισως και δύο-τρία χρόνια. Πάντως θυμούμαι ότι μια ημέρα κατά το έτος 2003 ή 2004 πήγα στη Λαϊκή και κατάθεσα στο δευτεράκι μου περίπου £5.000 τις οποίες είσπραξα από ασφαλιστική εταιρεία μετά από δυστύχημα που είχα με το αυτοκίνητο μου.» Προκύπτει ξεκάθαρα από τα πιο πάνω το αφύσικο και ψευδές των θέσεων του κατηγορούμενου και της μητέρας του περί τακτικών του επισκέψεων στο χώρο του υποκαταστήματος. Ο κατηγορούμενος γνώριζε τα περί της ληστείας όταν έδινε την κατάθεση του στην αστυνομία. Γνώριζε επίσης τη σημασία των αναφορών του περί των επισκέψεων του στην τράπεζα. Με λεπτομέρεια ανέφερε στην κατάθεση αυτή τις σχέσεις του με το συγκεκριμένο υποκατάστημα. ΄Εθεσε πολύ συγκεκριμένα το λόγο που επισκέφθηκε, πολύ καιρό πριν, τη συγκεκριμένη τράπεζα. ΄Ηταν φανερή η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από αυτό το χώρο. Εάν όντως επισκεπτόταν μαζί με τη μητέρα του τόσο συχνά, όπως θέλησαν να θέσουν ενώπιον μας, τον συγκεκριμένο χώρο, φυσικό και λογικό θα ήταν να το ανέφερνε στην κατάθεση του από τις 10.4.
  9. Είναι αναμενόμενο όταν κάποιος συνοδεύει τόσο συχνά άλλο πρόσωπο σε άλλο χώρο ή όταν ο ίδιος πηγαίνει για να ελέγξει λογαριασμό που άμεσα τον ενδιέφερε, λόγω του ύψους του, στο χώρο αυτό, να το θυμάται πολύ καθαρά έστω και αν πέρασαν 16 μήνες από τότε. Είναι πολύ φυσικό να μην θυμάται κάποιος συγκεκριμένες ημερομηνίες. ΄Ατοπο και αφύσικο όμως είναι να μην θυμάται ότι πήγε καν και μάλιστα τόσες πολλές φορές, όπως το παρουσίασαν ο κατηγορούμενος και η μητέρα του στο Δικαστήριο μέσω της προφορικής τους μαρτυρίας. Με βάση τα πιο πάνω οι εξεταζόμενες θέσεις τους είναι διάτρητες και έκθετες σε απόρριψη. Προσθέτουμε όμως και τα εξής, τα οποία καταδεικνύουν τις εκ των υστέρων σκέψεις που καλύπτουν την εξεταζόμενη μαρτυρία: Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός της έκδηλα διαφοροποιημένης θέσης μεταξύ 10.4.06 και ακροαματικής διαδικασίας περί επαφής του κατηγορούμενου με το συγκεκριμένο υποκατάστημα. Η διαφοροποίηση προέκυψε ως αδήριτη ανάγκη συνεπεία της μεταβολής των δεδομένων που ακολούθησαν. Συγκεκριμένα, μετά την παροχή της κατάθεση του κατηγορούμενου, τεκμήριο 2, την 10.4.06, ημέρα κατά την οποία λήφθηκε και το παρειακό υλικό από τον ίδιο για σκοπούς DNA, ακολούθησαν οι σχετικές εξετάσεις από τον Δρ. Καριόλου και η ταύτιση του παρειακού αυτού υλικού με το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο πάγκο του ταμείου της τράπεζας. Η ταύτιση αυτή έγινε ενάμιση περίπου μήνα μετά την γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα την 22.5.
  10. Τα νέα δεδομένα επέβαλλαν πλέον προσαρμογή νέας βάσης υπεράσπισης. Το γενετικό υλικό που βρέθηκε στον πάγκο του ταμείου σφράγιζε και την παρουσία του κατηγορούμενου στο χώρο. Αυτό επέβαλλε, προς το σκοπό όπως δημιουργηθούν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο το γενετικό αυτό υλικό τέθηκε την ημέρα της ληστείας, να στοιχειοθετεί παρουσία του κατηγορούμενου στο χώρο της τράπεζας κατά χρόνο, όσο ήταν δυνατόν, πλησιέστερο της ημέρας της ληστείας. Τούτο, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια της απόφασης μας, κατά την ανάλυση του σχετικού μέρους της μαρτυρίας του Δρ. Καριόλου περί της εναποθέτησης και διατήρησης γενετικού υλικού, θα άφηνε ανοιχτό το περιθώριο αμφιβολίας ως προς το κατά πόσο το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου τοποθετήθηκε στον συγκεκριμένο χώρο το χρόνο της ληστείας ή είχε παραμείνει εκεί από προηγούμενη επίσκεψη του σε χρόνο πλησίον της ημέρας αυτής. ΄Εχοντας απορρίψει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί πρόσφατων και μάλιστα τακτικών επισκέψεων του κατηγορούμενου στη σκηνή του εγκλήματος, επανερχόμαστε στο παραδεκτό γεγονός ότι πράγματι αυτός, 5 μήνες πριν τη ληστεία, την 7.5.2004, είχε, ως πελάτης, μεταβεί στο συγκεκριμένο υποκατάστημα και προέβη σε πράξη ανάληψης ποσού £100 από το λογαριασμό που διατηρούσε. Παραμένει αδιευκρίνιστο, ελλείψει σχετικής μαρτυρίας, κατά πόσο η ανάληψη αυτή έλαβε χώρα από το ταμείο της Γιαννούλας Γεωργίου. Από το μέρος δηλαδή όπου εντοπίστηκε και το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου μετά τη ληστεία. Η αναντίλεκτη όμως μαρτυρία του Δρ. Καριόλου παρέχει έδαφος στήριξης θέσης, στη βάση που και η υπεράσπιση την έθεσε, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα εναποθέτησης γενετικού υλικού του κατηγορούμενου σε κάποιους από τους χώρους του υποκαταστήματος που επισκέφθηκε τον Μάιο του 2004 και ακολούθως έμμεση μεταφορά του σε άλλο αντικείμενο του συγκεκριμένου χώρου, στην εξεταζόμενη περίπτωση στον πάγκο του ταμείου. ΄Αλλο σημαντικό για υποβοήθηση της εξεταζόμενης θέσης της υπεράσπισης κομμάτι της αναντίλεκτης μαρτυρίας του Δρ. Καριόλου, είναι η αναφορά του ότι βιολογικό υλικό που έχει ήδη επιμολύνει μια επιφάνεια παραμένει αναλλοίωτο στο χρόνο εκτός εάν στο μεσοδιάστημα υπάρξουν κάποιες συνθήκες αφαίρεσης του. ΄Ηταν συνδυασμένη η θέση αυτή της υπεράσπισης με την παραδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1 ότι έγινε μόνο ένα swab για εντοπισμό γενετικού υλικού, το οποίο κάλυψε ολόκληρο τον πάγκο του ταμείου, συμπεριλαμβανομένης της κάθε γωνιάς του, καθώς επίσης και με τη μαρτυρία της ΜΚ4, της καθαρίστριας δηλαδή, σύμφωνα με την οποία δεν μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα ότι όταν καθάριζε «σίγουρα κάτι μπορεί να μείνει και πίσω». Με απλά λόγια το σύνολο των πιο πάνω στοιχείων μαρτυρίας έδωσε βάση στην υπεράσπιση να ισχυριστεί ότι είναι λογικό το σενάριο να τοποθετήθηκε ή τουλάχιστον να μεταφέρθηκε λόγω της παραδεκτής επίσκεψης του κατηγορούμενου στο χώρο του υποκαταστήματος το γενετικό του υλικό στο σημείο του πάγκου όπου εντοπίστηκε και να παρέμεινε εκεί αναλλοίωτο μέχρι που ανιχνεύθηκε την ημέρα της ληστείας. Προκύπτει ανάγκη εξέτασης των σχετικών αποσπασμάτων της μαρτυρίας προκειμένου να καταλήξει το Δικαστήριο εάν όντως υπήρχε λογική πιθανότητα να είχε παραμείνει το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου από την επίσκεψη του στις 7.5.04 μέχρι τις 7.10.04 όταν εντοπίστηκε. Για σκοπούς της εξέτασης αυτής θα εκλάβουμε ως δεδομένο την πιθανότητα ότι όντως είτε άμεσα είτε έμμεσα γενετικό υλικό του τοποθετήθηκε, στις 7.5.04, σε κάποιο σημείο του πάγκου του ταμείου της Γιαννούλας Γεωργίου. Mέρη της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων κατηγορίας εμπλέκονται στην διερεύνηση του παρόντος κεφαλαίου. Προτού τα καταγράψουμε είναι επιβεβλημένο να αναφέρουμε ότι τα συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Αντιθέτως συνιστούν κοινό σημείο αναφοράς και των δύο πλευρών. Είναι το κατάλληλο στάδιο να τονίσουμε, ως προέκταση της πιο πάνω αναφοράς μας σε σχέση με την αξιοπιστίας των μαρτύρων, ότι τελικά δεν αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία κανενός από τους μάρτυρες κατηγορίας. Αυτό όχι αδικαιολόγητα. ΄Ηταν μάρτυρες αληθείας, με απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης που τους επέβαλλε η παρουσία τους στο Δικαστήριο. Κατέθεσαν την αλήθεια και μόνο σε ό,τι αφορά τα βασικά για την υπόθεση γεγονότα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΜΚ3, Γιαννούλα Γεωργίου, ταμίας και ΜΚ4, Χριστοφόρα Κωνσταντή, καθαρίστρια, δεν δίστασαν, σε τελική ανάλυση, να αποδεχτούν τις θέσεις της υπεράσπισης ή να απέχουν από εμμονή τους σε συγκεκριμένες αναφορές, δεχόμενες, όπως ήταν και πολύ λογικό υπό τις συνθήκες, ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθούν κάποια γεγονότα ή λεπτομέρειες που τα κάλυπταν. Ούτως ή άλλως και η όλη γραμμή υπεράσπισης ήταν ευθυγραμμισμένη με τις βασικές θέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και δεν επηρεάστηκε από οποιαδήποτε αμφισβήτηση γεγονότων. Με βάση τα πιο πάνω η μαρτυρία τους στα θέματα που θα ακολουθήσουν γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και θα αποτελέσει την πραγματική βάση επί της οποίας θα στηριχθεί η όλη προσέγγιση του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 απάντησε με πολλή ευθύτητα ότι αμέσως μετά τη ληστεία μια και μόνο δειγματοληψία (swab) διενήργησε στο μαύρο πάγκο που βρίσκεται μπροστά από το ταμείο της Γιαννούλας Γεωργίου. Είναι το μέρος όπου έρχονται σε επαφή οι πελάτες της τράπεζας προκειμένου να εξυπηρετηθούν από την ταμία. Η δειγματοληψία αυτή κάλυψε ολόκληρο το χώρο μαύρου χρώματος του ταμείου, ο οποίος δεν ήταν μεγάλος σε έκταση. Ο ΜΚ2, Δρ. Καριόλου, εξέτασε το επίχρισμα που έλαβε ο ΜΚ1 και από αυτό απομόνωσε μικτό γενετικό υλικό το οποίο ταύτισε, στην έκταση που αφορούσε την κύρια συνεισφορά του, με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου. Εξήγησε ο Δρ. Καριόλου ότι από τη στιγμή που κάποιο αντικείμενο επιμολύνεται με βιολογικό υλικό κάποιου ατόμου και υπό την προϋπόθεση ότι με την πάροδο του χρόνου δεν υπεισέρχονται «κάποιες συνθήκες που να αφαιρέσουν βιολογικό υλικό», τότε αυτό παραμένει ως έχει. Ως προς τους τρόπους απάλειψης βιολογικού υλικού καθόρισε ο γενετιστής ότι το σκούπισμα είναι ένας τέτοιος τρόπος. Πρόσθεσε ότι θα ήταν απόλυτα βέβαιος ότι το καθάρισμα με σκούπισμα θα οδηγούσε στην τέλεια απάλειψη του βιολογικού υλικού, εάν το σκούπισμα αυτό κάλυπτε ολόκληρη την επιφάνεια και αν επίσης χρησιμοποιείτο και κάποιο είδος απορρυπαντικού υλικού, ούτως ώστε με αυτό τον τρόπο να καθάριζαν τυχόν υπολείμματα βιολογικού υλικού που μπορεί να υπήρχαν σε ένα αντικείμενο. Αναγκαίο είναι, πάντα κατά τον μάρτυρα αυτό, το ρούχο που χρησιμοποιείται για καθάρισμα μιας επιφάνειας να είναι καθαρό ή να έχει ξεπλυθεί προηγουμένως. Η ταμίας, Γιαννούλα Γεωργίου, ΜΚ3, κατέθεσε ότι στην παρουσία της η καθαρίστρια καθαρίζει το συγκεκριμένο πάγκο του ταμείου της, συνήθως κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Τελευταία όμως φορά που καθάρισε ήταν ημέρα Τετάρτη, 6.10.
  11. Πρόσθεσε ότι καθημερινά εξυπηρετεί 50 με 70 άτομα. Η Χριστοφόρα Κωνσταντή, ΜΚ4, καθαρίστρια, κατέθεσε ότι το συγκεκριμένο υποκατάστημα το καθαρίζει δύο φορές την εβδομάδα, συνήθως Δευτέρα και Πέμπτη. Αυτό συνέβαινε και καθόλον τον Οκτώβριο του
  12. Ο καθαρισμός περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τους πάγκους των ταμείων και γίνεται με τη χρήση καθαρού ρούχου και καθαρτικού «φαμόζο». Με ιδιαίτερη σχολαστικότητα καθαρίζει τις επιφάνειες των πάγκων των ταμείων «επειδή με τις επιφάνειες αυτές έρχονται σε επαφή οι πελάτες της τράπεζας». Εξηγώντας περαιτέρω τον τρόπο καθαρισμού διευκρίνισε ότι κάθε ημέρα χρησιμοποιεί καθαρά ρούχα τα οποία και πλένει μετά στο σπίτι της. Επικεντρώνοντας τη μαρτυρία της στο καθάρισμα της μαύρης επιφάνειας του πάγκου του ταμείου επανέλαβε ότι επειδή είναι ο τόπος που έρχονται σε επαφή οι πελάτες την καθαρίζει πιο σχολαστικά, βάζοντας φαμόζο σε όλη την επιφάνεια. Πρόσθεσε «νομίζω πιάνω και τις γωνιές καλά. Δεν μπορώ να πω, μπορεί κάποια φορά ας πούμε να κόψει κάτι». Ερωτήθηκε ως εξής κατά την αντεξέταση της: Ε. Ως καθαρίστρια όταν καθαρίζουμε ένα πάγκο όσο και να θέλουμε να τον κάνουμε καλά, δηλαδή όσο καλή θέληση να έχουμε και πρωτοβουλία να έχουμε, πάντα κάποιο σημείο μπορεί να κόψει πίσω. Α. Μπορεί αλλά επειδή είναι μικρός ο χώρος, ειδικά τον πάγκο που είναι μπροστά που τους ταμίες, είναι πολύ μικρός ο πάγκος, πειτώ του φαμόζο και τον κάνω ολόκληρο. Δεν ξέρω αν κόψει καμιά γωνιά πίσω, σίγουρα κάτι μπορεί να μείνει και πίσω. Δέχθηκε ότι στις γωνιές «πάντα κάποια ξιμαρισιά μένει μέσα ό,τι και αν κάνουμε». Ως προς την σειρά με την οποία καθαρίζει το χώρο καθόρισε ότι συνήθως ξεκινά από το γραφείο του διευθυντή, αν είναι ελεύθερο, διαφορετικά «αρχίζω πάντα από τους πάγκους». Με γνώμονα τα πιο πάνω αναντίλεκτα γεγονότα θα προχωρήσουμε στην εξέταση του εγερθέντος ζητήματος. Κατά πόσο δηλαδή ήταν λογικά πιθανόν γενετικό υλικό του κατηγορούμενου το οποίο μεταφέρθηκε είτε άμεσα είτε έμμεσα την 7.5.2004 επί του συγκεκριμένου πάγκου του ταμείου να παρέμεινε εκεί και να εντοπίστηκε αμέσως μετά τη ληστεία. Τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα εκμηδενίζουν αυτή την πιθανότητα. Στο χρονικό διάστημα των πέντε μηνών η περιορισμένης έκτασης επιφάνεια του πάγκου καθαρίστηκε περίπου σαρανταπέντε φορές. Πάντα με καθαρό ρούχο και με τη χρήση απορρυπαντικού υγρού. Ο καθαρισμός ήταν σχολαστικός, καθότι είναι το μέρος όπου έρχονται σε επαφή οι πελάτες της τράπεζας και κατά συνέπεια λερώνεται και πιο πολύ. Η αναφορά της ΜΚ4, καθαρίστριας, ότι «σίγουρα κάτι μπορεί να μείνει και πίσω» δεν είχε την έννοια που επιχείρησε η υπεράσπιση να της προσδώσει. Ότι δηλαδή ήταν πιθανόν πάντα να έμενε κάποιο συγκεκριμένο, το ίδιο, σημείο ακαθάριστο. Αντιθέτως το γεγονός ότι ο μαύρος πάγκος ήταν μικρής έκτασης και καθαριζόταν σχολαστικά ολόκληρος, σε συνδυασμό με τις δεκάδες φορές που καθαρίστηκε από τις 7.5.04 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα της ληστείας, εξαφανίζει κάθε περιθώριο συλλογισμού στη βάση που θέτει η υπεράσπιση. Δεν είναι όμως μόνο τα πιο πάνω που οδηγούν χωρίς ίχνος αμφιβολίας στο συμπέρασμα ότι ήταν λογικά αδύνατο να παρέμεινε για πέντε μήνες το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στον πάγκο του ταμείου της Γιαννούλας Γεωργίου. Προέκυψε ως αναντίλεκτο γεγονός από τη μαρτυρία της πιο πάνω ότι καθημερινά έρχονται σε επαφή με τον πάγκο της πενήντα με εβδομήντα άτομα, πελάτες της τράπεζας. Τουλάχιστον δηλαδή πέντε χιλιάδες άτομα συνολικά στο διάστημα των πέντε μηνών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να εξηγηθεί λογικά πώς παρέμενε ανέπαφο το βιολογικό υλικό του κατηγορούμενου για διάστημα τόσο μηνών και μάλιστα να εντοπίζεται τελικά ως κύρια συνεισφορά σε ένα μικτό γενετικό προφίλ. Η ύπαρξη κύριας συνεισφοράς σε ένα δείγμα μικτού γενετικού υλικού καταδεικνύει, πάντα σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Δρ. Καριόλου, την ύπαρξη μεγαλύτερης ποσότητας γενετικού υλικού από μια πηγή έναντι μιας άλλης πηγής που συνεισφέρει στο μίγμα με σημαντικά μικρότερη ποσότητα. Η αλληλουχία των πιο πάνω αναλύσεων του Δικαστηρίου οδηγεί στην κατάληξη ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου ήταν αδύνατο να τοποθετήθηκε σε χρόνο άλλο, προγενέστερο, της μέρας της ληστείας. Απομένει να απαντηθεί κάτω από ποιες συνθήκες τέθηκε τελικά η σφραγίδα του κατηγορούμενου στον πάγκο του ταμείου απ΄ όπου έλαβε χώρα η ληστεία. Μια και μόνο εξήγηση υπάρχει. Αυτή που δόθηκε από τον Δρ. Καριόλου και η οποία περιστρέφεται γύρω από τη δυνατότητα, που επιστημονικά είναι αποδεκτή, έμμεσης μεταφοράς γενετικού υλικού μέσω επιμολυσμένων με αυτό ρούχων. Προς απάντηση σχετικού ισχυρισμού της υπεράσπισης, προσθέτουμε ότι αυτό που δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο είναι το πώς μεταφέρεται βιολογικό υλικό από άτομο σε αντικείμενο και όχι η δυνατότητα τέτοιας έμμεσης μεταφοράς του. Εξήγησε ο γενετιστής ότι γενετικό υλικό μπορεί να εναποτεθεί σε ένα αντικείμενο είτε άμεσα είτε έμμεσα. Άμεσα από απευθείας εναποθέτηση του από την πηγή του γενετικού υλικού σε ένα αντικείμενο, όπως για παράδειγμα από μια πληγή πάνω σε ένα χαρτομάντιλο που έρχεται σε επαφή με αυτήν. ΄Εμμεσα δε από αντικείμενο που ήρθε σε επαφή με την πηγή του γενετικού υλικού και ακολούθως το αντικείμενο αυτό, ως «όχημα μεταφοράς», θέτει το γενετικό υλικό σε κάποιο άλλο αντικείμενο. Για να δώσουμε ένα δεύτερο παράδειγμα, το πιο πάνω επιμολυσμένο χαρτομάντιλο να αγγίξει κάποιο άλλο σώμα ή αντικείμενο, στο οποίο και να αφήσει ίχνη αίματος. Με βάση αυτή την επιστημονική προσέγγιση και αναφερόμενος ο Δρ. Καριόλου στα γεγονότα της υπόθεσης δέχτηκε ότι ο δράστης της ληστείας, όπως ήταν ντυμένος κατά το χρόνο του εγκλήματος, ήταν αδύνατο να εναποθέσει άμεσα βιολογικό του υλικό στον πάγκο της τράπεζας. Εξήγησε όμως ότι ήταν πολύ πιθανόν τα ρούχα του ή τα γάντια που φορούσε να ήταν, λόγω συχνής χρήσης, επιμολυσμένα με βιολογικό του υλικό και έτσι, έμμεσα, να εναποθέτησε το γενετικό του αυτό υλικό στο σημείο όπου και εντοπίστηκε αργότερα κατά τις έρευνες της αστυνομίας. Θα καταγράψουμε σε κατοπινό στάδιο τα τελικά μας ευρήματα και συνακόλουθα συμπεράσματα μας. Προέχει να εξετάσουμε προηγουμένως τις θέσεις της υπεράσπισης. H υπεράσπιση δήλωσε άγνοια για το πώς εναποτέθηκε βιολογικό υλικό του κατηγορούμενου στο συγκεκριμένο πάγκο. Θέση της ήταν ότι αυτός δεν έχει σχέση με τη ληστεία. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο εργαζόταν σε ξενοδοχείο στην περιοχή Πρωταρά. Αρχικά δεν θυμόταν εάν την ημέρα της ληστείας εργαζόταν. Πληροφορήθηκε όμως στη συνέχεια από το δικηγόρο του, ο οποίος είχε προηγουμένως μιλήσει με προϊστάμενο του στο ξενοδοχείο, ότι την συγκεκριμένη ημέρα ήταν στην εργασία του. Στο ξενοδοχείο πήγαινε στις 7:30 π.μ. και αναχωρούσε στις 4:00 μ.μ. ΄Ηταν βοηθός τεχνικού και διόρθωνε διάφορες βλάβες. Δεν μπορούσε να φύγει από την εργασία του όποτε ήθελε εκτός αν ζητούσε άδεια από τον προϊστάμενο του. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του κατά πόσο αυτή η άδεια σημειώνεται απάντησε «Όχι δεν σημειώνεται, εξαρτάται. Εγώ παίρνω την άδεια από τον προϊστάμενο μου». Αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με την κλοπή του αυτοκινήτου DAF 264 από την πίσω αυλή εστιατορίου που ανήκει σε θείο του. Πρόσθεσε μάλιστα ότι με το θείο του αυτόν δεν έχει εδώ και χρόνια σχέσεις καθότι προέκυψαν μεταξύ τους οικογενειακές διαφορές. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, προσθέτοντας ότι τα έξοδα για το ταξίδι του στην Ελβετία, αμέσως μετά τη ληστεία, με σκοπό να επισκεφθεί κοπέλα με την οποία συνδεόταν, ήταν περιορισμένα και τα κάλυψε από το μισθό της εργασίας του. Ως προς το χρόνο που χρειάζεται κάποιος για να μεταβεί από το ξενοδοχείο όπου εργαζόταν μέχρι το υποκατάστημα της τράπεζας που έλαβε χώρα η ληστεία τον καθόρισε σε 20 με 25 λεπτά, αναλόγως της διαδρομής που θα ακολουθήσει κάποιος. Πιο σύντομα μπορεί να γίνει αυτή η διαδρομή, είπε, «όταν τρέχεις στον αυτοκινητόδρομο». Το εστιατόριο από όπου κλάπηκε το αυτοκίνητο DAF 264 την προηγούμενη της ληστείας ημέρα βρίσκεται στην ίδια διαδρομή. Με αυτό το δεδομένο ο κατηγορούμενος καθόρισε ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να πάει κάποιος από το ξενοδοχείο του μέσω του εστιατορίου στο υποκατάστημα της τράπεζας και να επιστρέψει πίσω είναι περίπου 45 λεπτά. Ως προς τα χρονικά αυτά διαστήματα ο μάρτυρας ήταν απόλυτος, δεδομένου ότι καθημερινά έκανε αυτή τη διαδρομή και ήξερε την ώρα που χρειαζόταν για να φτάσει στην εργασία του. Επεξηγώντας κατά την αντεξέταση τη φύση της εργασίας του ανέφερε ότι το πρωί καθαρίζει μαζί με τον προϊστάμενο του την πισίνα και ακολούθως επιδιορθώνει τις βλάβες είτε μόνος του είτε μαζί με τον προϊστάμενο του. Επειδή παρουσιάζονται συνεχώς νέες βλάβες μαζί του κρατά ασύρματο για να επικοινωνεί σχετικά. ΄Ηταν η θέση του ότι μόνο κατόπιν άδειας του προϊσταμένου του και σε περίπτωση επείγουσας εργασίας έφευγε από το ξενοδοχείο. Η μαρτυρία του ΜΥ2 Χαράλαμπου Χαραλάμπους, τμηματάρχη τεχνικών συντήρησης του ξενοδοχείου όπου εργαζόταν ο κατηγορούμενος, προσφέρθηκε από την υπεράσπιση στην προσπάθεια της να θέσει ότι ο κατηγορούμενος την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα της ληστείας εργαζόταν και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να ήταν ο δράστης του εγκλήματος. Κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός ότι ο κατηγορούμενος προσλήφθηκε στην εργασία το 2002 και εργαζόταν με βάση εβδομαδιαίο πρόγραμμα το οποίο ετοίμαζε ο μάρτυρας. Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα 4 Οκτωβρίου με 10 Οκτωβρίου 2004 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20 στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με αυτό το πρόγραμμα καθώς επίσης και με το μηνιαίο πρόγραμμα του μηνός Οκτωβρίου του 2004, που επίσης κατατέθηκε ως τεκμήριο, ο μάρτυρας ήταν σε θέση να εντοπίσει ότι ο κατηγορούμενος την 7.10.2004, ημέρα της ληστείας δηλαδή, εργαζόταν. Μετά την 10ην Οκτωβρίου απουσίαζε με άδεια οκτώ ημερών και ακολούθως επέστρεψε και εργάστηκε ακόμη ένα περίπου χρόνο στο ξενοδοχείο αυτό. Εξήγησε ο μάρτυρας την όλη πορεία του καθημερινού προγράμματος εργασίας. Ο κάθε εργαζόμενος έχει μηνιαία κάρτα και κάθε ημέρα που εργάζεται «κτυπά την». Με βάση τον πίνακα εργασίας της 7ης Οκτωβρίου 2004 ο μάρτυρας εντόπισε ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στην εργασία του η ώρα 7:46 π.μ και αποχώρησε στις 4:06 μ.μ. Την συγκεκριμένη ημέρα εργαζόταν και ο ίδιος. Εξηγώντας τον τρόπο εργασίας ανέφερε ότι τις ημέρες που εργαζόταν ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο, όπως ήταν η ημέρα της ληστείας, το πρόγραμμα εργασίας ήταν πάντα το ίδιο. Ξεκινούσαν μαζί να ελέγχουν τα μηχανοστάσια και τις πισίνες, ακολούθως έπαιρναν το πρόγευμα, το οποίο διαρκούσε περίπου μισή ώρα και μετά πήγαιναν μαζί στην αποθήκη για να προγραμματιστούν για τις εργασίες που ακολουθούσαν. Υπολόγισε ότι γύρω στις 10:15 με 10:30 π.μ ολοκληρωνόταν αυτή η διαδικασία και μετά, αναλόγως των προβλημάτων που υπήρχαν, ο κατηγορούμενος, με εντολές του μάρτυρα, πήγαινε να επιδιορθώσει συγκεκριμένες βλάβες. Οι βλάβες αυτές συνήθως χρειαζόντουσαν 15 με 20 λεπτά για επιδιόρθωση. Αν ήταν πιο σοβαρής μορφής πήγαινε μαζί του. ΄Οταν βρισκόντουσαν σε απόσταση επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσω ασυρμάτων που είχαν εμβέλεια 300 περίπου μέτρα. ΄Ετσι βρισκόντουσαν συνέχεια σε επαφή. ΄Ηταν η θέση του μάρτυρα ότι δεν ήταν δυνατόν ο κατηγορούμενος να το σκάσει παράνομα από την εργασία του για διάστημα πέραν της μισής ώρας χωρίς να το αντιληφθεί. Εάν υπήρχε σοβαρός λόγος να απουσιάσει έπαιρνε άδεια απουσίας από τον ίδιο διάρκειας το πολύ μέχρι μια ώρα. Η άδεια όμως αυτή σημειωνόταν και ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να την καλύψει με παράταση του ωραρίου του την ίδια μέρα ή την επόμενη. Εφόσον αυτό λάμβανε χώρα στην σχετική κατάσταση του χρόνου εργασίας, που αποτυπώνεται στο τεκμήριο 22, θα έπρεπε να φαίνεται καταγεγραμμένη η καθυστέρηση στην ώρα αναχώρησης από την εργασία. Επειδή κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στο πιο πάνω τεκμήριο ο μάρτυρας ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι δεν δόθηκε άδεια απουσίας από την εργασία του στον κατηγορούμενο την 7.10.
  13. Ως προς την καταβολή του μισθού των υπαλλήλων ο μάρτυρας κατέθεσε ότι πληρωνόντουσαν το μηνιαίο μισθό τους την πέμπτη ή έκτη ημέρα του κάθε επόμενου μήνα. Αυτό έγινε και σχετικά με το μισθό του Σεπτεμβρίου του
  14. Πληρώθηκε αρχές Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου είπε ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε να έχει αυτός οικονομικά προβλήματα. Ούτε ζήτησε ποτέ δανεικά από τον ίδιο ή την εργασία του. Είπε συγκεκριμένα «ήταν ο μόνος βοηθός που δεν έπιασε έναντι μέχρι σήμερα». Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι δεν ήταν αρχικά σε θέση να επιβεβαιώσει ότι όντως ο κατηγορούμενος εργαζόταν την συγκεκριμένη ημέρα καθότι δεν θυμόταν από μνήμης. Είναι κάτι που διευκρίνισε μέσα από τα στοιχεία που υπήρχαν στο λογιστήριο του ξενοδοχείου. Επέμενε ότι δεν μπορούσε κάποιος να απουσιάσει χωρίς άδεια και αν λάμβανε τέτοια άδεια θα έπρεπε να εργαστεί ανάλογο χρόνο την ίδια ημέρα ή την αμέσως επόμενη. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείτο κανένας. Επανέλαβε επίσης ότι είχε συνεχή επαφή με τον κατηγορούμενο κατά το χρόνο εργασίας, είτε οπτική είτε μέσω ασυρμάτου. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να μην τον έβλεπε για μια περίπου ώρα, αλλά του μιλούσε στο διάστημα αυτό μέσω ασυρμάτου. Σε ερώτηση: Ε. Ποιο είναι το πιο μεγάλο διάστημα αν θυμάστε, έτσι που κάνατε να μην του μιλήσετε με τον ασύρματο και να μην τον δείτε, 5 λεπτά, 10 λεπτά; Απάντησε: Α. Μπορεί και μια ώρα, μπορεί και μισή ώρα, εξαρτάται. Ακολούθως δε σε ερώτηση: Ε. Υπήρχε περίπτωση να το σκάσει για μισή ώρα, δηλαδή μπορεί και να φύγει μισή ώρα, μπορεί κάποιος να το κάνει τούτο το πράγμα; Απάντησε: Α. Μπορεί αν δεν τον έπιανα ασύρματο, μπορεί να το κάνει σίγουρα. Επέμενε όμως ότι δεν θα μπορούσε να ήταν το διάστημα αυτό 45 λεπτά ή μια ώρα, γιατί, όπως εξήγησε «ήταν να έχω και έγνοια». Παρακολουθήσαμε με κάθε προσοχή τον κατηγορούμενο στην ενώπιον μας ένορκη παράθεση των θέσεων του. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Η όλη παρουσία του κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα, αντικριζόμενη κάτω από τον φακό ανίχνευσης της πειστικότητας της, ήταν θλιβερή. ΄Εχουμε ήδη καταγράψει σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας τις θέσεις μας ως προς το μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου που κάλυπτε την προσπάθεια του να θέσει παρουσία του στο χώρο του υποκαταστήματος σε ημερομηνίες κατά το δυνατό πλησιέστερες της ημέρας της ληστείας. Το δεύτερο ουσιαστικό στοιχείο που κάλυπτε η μαρτυρία του ήταν η στόχευση της σε κατάδειξη άλλοθι. Επικεντρώνεται στην αναφορά του ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η ληστεία ο ίδιος εργαζόταν στο ξενοδοχείο. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία, άλλωστε και τα στοιχεία που παρέθεσε ως τεκμήρια γύρω από το πρόγραμμα εργασίας ο μάρτυρας υπεράσπισης Χαραλάμπους τεκμηριώνουν τη θέση, ότι όντως ο κατηγορούμενος εργαζόταν την συγκεκριμένη ημέρα. Αυτό το οποίο είναι αξιοπερίεργο και αφύσικο και κατά συνέπεια επιδρά αρνητικά στην εικόνα του κατηγορούμενου ως μάρτυρα είναι η προσπάθεια του να προσδώσει αληθοφάνεια στη θέση του αυτή προσποιούμενος αρχικά ότι δεν θυμόταν από μόνος του το γεγονός ότι εργαζόταν και ότι χρειάστηκε η παρεμβολή του δικηγόρου του και οι έρευνες που έκανε μέσω προϊσταμένου του στην εργασία του προκειμένου να διαπιστώσει ότι όντως εργαζόταν την μέρα της ληστείας. Προσπάθησε δηλαδή να πείσει ότι δεν ενδιαφέρθηκε ουσιαστικά σε κανένα προηγούμενο στάδιο παρά μόνο κατά το χρόνο της ακρόασης να εξετάσει κατά πόσο εργαζόταν ή όχι την μέρα αυτή. Ήταν ένα κορυφαίο γεγονός ιδιαίτερης σημασίας υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι απόλυτα φυσικό όταν κάποιος κατά κανόνα εργάζεται να στρέψει την προσοχή του προς αυτή την κατεύθυνση και να προβάλει άμεσα αυτό τον ισχυρισμό προς υποστήριξη της σταθερής του θέσης ότι δεν είχε καμία σχέση με τη ληστεία. Εν τέλει, αυτό που χαρακτηρίζει τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο γύρω από τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι η ασάφεια που άφησε να πλανάται γύρω από αυτά. Να υπενθυμίσουμε ότι ενώ αρχική του θέση, στην κατάθεση του στην αστυνομία, Τεκμήριο 2, ήταν ότι για χρόνια δεν είχε επαφή με το συγκεκριμένο υποκατάστημα, στη συνέχεια, ενώπιον μας, έθετε ότι το επισκεπτόταν συχνά μεταφέροντας τη μητέρα του. Ακόμη και σ΄ αυτό το σημείο δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για τις κινήσεις του. Κατά πόσο δηλαδή εισερχόταν ο ίδιος στην τράπεζα και σε ποιους συγκεκριμένους χώρους της τράπεζας άγγιζε ή είχε επαφή. Παρά δε το γεγονός ότι υπεβλήθη από την υπεράσπιση στην ΜΚ3 ότι ο κατηγορούμενος σε τρεις συγκεκριμένες ημερομηνίες εντός του Σεπτεμβρίου του 2004 είχε μεταβεί στην τράπεζα, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί και να επιβεβαιώσει αυτό το γεγονός. Καταλήγουμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αναφέροντας ότι τα όσα κατέθεσε σχετικά με το χρόνο που διαρκεί η διαδρομή μεταξύ του χώρου εργασίας του και του υποκαταστήματος, καθώς επίσης και με τις σχέσεις του με το θείο του, ιδιοκτήτη του εστιατορίου από όπου κλάπηκε το αυτοκίνητο DAF 264, παρέμειναν αναντίλεκτα, δεδομένου ότι δεν αντεξετάστηκε ουσιαστικά επί των σημείων αυτών. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε γύρω από τα βασικά ζητήματα της υπόθεσης, ήτοι τους χρόνους επίσκεψης του ως πελάτης στο υποκατάστημα και την προσπάθεια του να θέσει άλλοθι, φέρουν το στίγμα του ψεύδους και των εκ των υστέρων σκέψεων. ΄Ηταν μια απέλπιδα προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από τα επιβαρυντικά για τον ίδιο γεγονότα. Με ιδιαίτερη επίσης προσοχή παρακολουθήσαμε βήμα προς βήμα τη μαρτυρία του ΜΥ2 Χαραλάμπους. Ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης σημασίας της, καθότι μέσα από αυτή στόχευε η υπεράσπιση να προβάλει ακλόνητο άλλοθι. Αυτό το οποίο ουσιαστικά επιχειρείτο να προωθηθεί με το μέρος αυτό της μαρτυρίας της υπεράσπισης ήταν ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο εργαζόταν την συγκεκριμένη ημέρα, αλλά και δεν είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει την εργασία του και να μεταβεί στο χώρο της ληστείας. ΄Εχουμε ήδη αναφέρει και γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, ότι όντως ο κατηγορούμενος την συγκεκριμένη ημέρα εργαζόταν. Το ερώτημα είναι εάν μέσα από τη μαρτυρία του μάρτυρα Χαραλάμπους δημιουργούνται τουλάχιστον αμφιβολίες ως προς την δυνατότητα του κατηγορούμενου εγκατάλειψης του χώρου εργασίας κατά το συγκεκριμένο χρόνο της ληστείας. Τονίζουμε εξ υπαρχής ότι ο μάρτυρας αυτός της υπεράσπισης δεν ήταν σε θέση, ακριβώς λόγω του χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ ληστείας και λήψης κατάθεσης από τον ίδιο, την 12.10.06, Τεκμήριο 24, να θυμηθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο χώρο του ξενοδοχείου καθόλην τη διάρκεια των ωρών εργασίας του. Είναι με βάση το Τεκμήριο 22, την κάρτα παρουσίας δηλαδή, που συμπέρανε ότι όντως ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο χώρο εργασίας διαρκώς και δεν του είχε δοθεί άδεια απουσίας για κάποια ώρα. Το συμπέρασμα του αυτό στηριζόταν σε δύο στοιχεία: πρώτο ότι πάντα για να απουσιάσει κάποιος από την εργασία του, έστω και για λίγο, πρέπει να πάρει άδεια από τον προϊστάμενο του και δεύτερο ότι σε περίπτωση που αυτό γίνει ο χρόνος απουσίας του δεν του «χαρίζεται» αλλά προστίθεται στο χρόνο που πρέπει να εργαστεί την ίδια ημέρα ή την επομένη. Εφόσον αυτό γίνει τότε στην κάρτα παρουσίας του φαίνεται, ανάλογα επαυξημένος, ο χρόνος αναχώρησης του στο τέλος της ημέρας από την εργασία του. Αν δηλαδή ένας υπάλληλος πάρει άδεια απουσίας για σαρανταπέντε λεπτά τότε στο τέλος της ημέρας που «κτυπά την κάρτα του» καταγράφεται σ΄ αυτήν αντί η ώρα 4:00 μ.μ., που θα έφευγε κανονικά από την εργασία του, η ώρα 4:45 μ.μ. Κατά τον μάρτυρα οι αναγραφές στο Τεκμήριο 22 δεν δείχνουν προέκταση του χρόνου και ως εκ τούτου αυτό τεκμηριώνει ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πάρει άδεια να απουσιάσει από την εργασία του. Συνεπώς, πάντα κατά τον μάρτυρα, ολόκληρη την ημέρα βρισκόταν στον χώρο εργασίας του. ΄Ολος όμως αυτός ο συλλογισμός και ο έμμεσος τρόπος με τον οποίο ο μάρτυρας κατέληξε στο τελικό του συμπέρασμα εκθεμελιώνεται από αντίθετη αναφορά του κατηγορούμενου. Ενώ δηλαδή ο μάρτυρας υπεράσπισης έθετε ως δεδομένο ότι πάντα ο οποιοσδήποτε χρόνος εργασίας σημειώνεται και τον εργάζεται στη συνέχεια ο υπάλληλος που απουσιάζει, ο κατηγορούμενος σε απευθείας ερώτηση επί του θέματος, κατά πόσο δηλαδή αυτή η άδεια σημειώνεται, απάντησε «όχι δεν σημειώνεται, εξαρτάται» Δεν είναι μόνο τα πιο πάνω που καθιστούν διάτρητη τη μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης Χαραλάμπους. Είναι και οι ίδιες οι αντιφάσεις και ασάφειες που ενυπάρχουν σ΄ αυτή. Τεκμηριώνουμε τη θέση μας: Ενώ στα αρχικά στάδια της εξέτασης του ο μάρτυρας ανέφερνε ότι οι πρωινές δουλειές που εκτελεί μαζί με τον κατηγορούμενο τελειώνουν η ώρα 9:00 π.μ. και ακολουθεί συνάντηση στο γραφείο του για να δοθούν εντολές για δουλειές που θα ακολουθήσουν, ακολούθως προέκτεινε το χρόνο μεταξύ 9:00 με 9:30 και πρόσθεσε ακόμη μισή ώρα για πρόγευμα που παίρνουν μαζί. Στην συνέχεια δε καθόρισε επιπρόσθετο χρόνο κοινής επαφής τους δεκαπέντε λεπτών στο γραφείο του και κατέληξε με τη θέση ότι καθημερινά αυτό γινόταν και ότι, κατά συνέπεια, ήταν πάντα μαζί μέχρι τις 10:15 π.μ. προτού ασχοληθούν ξεχωριστά με άλλες δουλειές. Το μέρος της μαρτυρίας του αυτό ήταν σημαντικότατο, καθότι τυχόν ανεπιφύλακτη αποδοχή του θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν δυνατόν να διενεργήσει τη ληστεία, που, όπως είναι αποδεκτό, έγινε περίπου η ώρα 10:00 π.μ. της 7.10.
  15. Η διάσταση όμως που υπάρχει στις θέσεις του μάρτυρα όπως αυτές δόθηκαν αρχικά και εξελίχθηκαν στη συνέχεια, δεν αφήνει περιθώρια αποδοχής τους στη βάση του αυστηρού χρονικού περιθωρίου το οποίο έθεσε στο Δικαστήριο. Τα όσα διαφοροποιημένα ανέφερε αφήνουν ανοιχτό το περιθώριο πρωινές εργασίες να τέλειωναν γύρω στις 9:00 ή λίγη ώρα αργότερα και όχι γύρω στις 10:15 που κατέληξε ο μάρτυρας. Περαιτέρω προσπάθεια του ήταν να πείσει ότι είχε συνεχή επαφή κατά το χρόνο εργασίας με τον κατηγορούμενο, είτε οπτικά είτε μέσω ασυρμάτου. Δέχτηκε όμως στη συνέχεια ότι ήταν δυνατόν να μεσολαβούσε και χρονικό διάστημα μισής ώρας χωρίς να έχουν καμία επαφή. Αρνήθηκε όμως ότι αυτό το διάστημα θα μπορούσε να ήταν σαράντα λεπτά ή μια ώρα. Στήριξε την άρνηση του στην αναφορά του ότι «ήταν να έχω και έγνοια». Δεν μπορούμε όμως να αντιληφθούμε ούτε και είναι φυσικό γιατί διάστημα δέκα λεπτών θα δημιουργούσε τέτοια «έγνοια» στον μάρτυρα. Η πάροδος σαράντα λεπτών αντί μισής ώρας δεν είναι διάστημα τέτοιο που να δικαιολογεί, υπό τις συνθήκες, την ανησυχία του. Ούτως ή άλλως η προσπάθεια του μάρτυρα να πείσει ότι ήταν συνεχώς σε επαφή με τον κατηγορούμενο κατά το χρόνο εργασίας του καταρρίπτεται από τις ίδιες τις αντιφάσεις που εντοπίζονται στα σχετικά μέρη της μαρτυρίας του. Ενώ κατά την εξέταση του αρνήθηκε κάθετα ότι υπήρχε περίπτωση ο κατηγορούμενος να το σκάσει παράνομα από τη δουλειά του για μισή ώρα χωρίς να το αντιληφθεί ο ίδιος, κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει. Περαιτέρω, μεταβάλλοντας προηγούμενες θέσεις, δέχτηκε, επίσης κατά την αντεξέταση, ότι μπορούσε να περάσει ακόμη και μια ώρα χωρίς να δει ή να μιλήσει στον ασύρματο με τον κατηγορούμενο. Ενώ η ερώτηση ήταν σαφής και σαφέστατη ήταν και η απάντηση του μάρτυρα, (τα θέσαμε αυτούσια σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας) στη συνέχεια ο μάρτυρας μετέβαλε και πάλι τη θέση του λέγοντας ότι μπορεί να μην είχε οπτική επαφή για μια ώρα αλλά θα μιλούσαν μέσω ασυρμάτου. Το σύνολο των πιο πάνω έχει τρώσει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του μάρτυρα υπεράσπισης Χαραλάμπους σε σχέση με τα ουσιαστικά ζητήματα για τα οποία προσφέρθηκε η μαρτυρία του. Είναι η κατάληξη μας ότι τα όσα προσπάθησε να θέσει ο μάρτυρας και τα οποία περιστρέφονται γύρω από επακριβή καθορισμό του χρόνου και του προγράμματος εργασιών και της δυνατότητας απουσίας του κατηγορούμενου από την εργασία δεν γίνονται αποδεκτά. ΄Εχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε για την υπεράσπιση καταγράφουμε τα βασικά μας ευρήματα, συνδυασμός των παραδεκτών γεγονότων και της όλης αξιολόγησης της μαρτυρίας: Την 7.10.04 και περί ώρα 10:00 π.μ. διαπράχθηκε ληστεία στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ επί της λεωφόρου Γρίβα Διγενή 10 στο Λιοπέτρι. Ο δράστης φορούσε στο κεφάλι μαύρη μάλλινη κουκούλα και μεγάλα τετράγωνα γυαλιά. ΄Ηταν ψηλός, γύρω στο 1.82 με 1.83 εκατοστά και λεπτός. Κρατούσε πιστόλι με την απειλή του οποίου ανάγκασε τις ταμίες της τράπεζας να βάλουν σε τσάντα, που επίσης κρατούσε, το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.
  16. Το όλο επεισόδιο διήρκησε 2-3 λεπτά. Ακολούθως εγκατέλειψε τη σκηνή και επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAF
  17. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ανήκε σε άλλο πρόσωπο και κλάπηκε την προηγούμενη ημέρα της ληστείας από την πίσω αυλή εστιατορίου ιδιοκτησίας θείου του κατηγορούμενου. Ανεβρέθηκε την 12.10.04 σε θαμνώδη περιοχή, σε απόσταση 300 περίπου μέτρα από το σημείο που κλάπηκε. Σε πάγκο του ταμείου όπου εργαζόταν η ΜΚ3, μια από τις ταμίες της τράπεζας όπου έλαβε χώρα η ληστεία, εντοπίστηκε κατά τις έρευνες που έγιναν από την αστυνομία αμέσως μετά τη ληστεία γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Το γενετικό αυτό υλικό εναποτέθηκε κατά έμμεσο τρόπο κατά το χρόνο της ληστείας από το δράστη. Συγκεκριμένα από επιμολυσμένα με το πιο πάνω γενετικό υλικό ρούχα ή γάντια που φορούσε κατά το χρόνο της ληστείας. Είναι η ταύτιση αυτή που οδήγησε στην σύλληψη του κατηγορούμενου στις 17.7.
  18. Ο κατηγορούμενος είναι κάτοικος Λιοπετρίου και γνώριζε το εν λόγω υποκατάστημα. Διατηρούσε λογαριασμό σ΄ αυτό και για τελευταία φορά το επισκέφθηκε την 7.5.2004, μέρα κατά την οποία απέσυρε Λ.Κ.100 από το λογαριασμό του. Εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ξενοδοχείο της περιοχής Πρωταρά. Το ξενοδοχείο αυτό απείχε 20-25 λεπτά περίπου από το χώρο της ληστείας. Το μέρος όπου ανεβρέθη το όχημα DAF 264 μετά τη ληστεία βρίσκεται πλησίον της πιο πάνω διαδρομής, δεδομένου ότι απέχει 300 περίπου μέτρα από το εστιατόριο του θείου του κατηγορουμένου, το οποίο βρίσκεται επί της πιο πάνω διαδρομής. Τέλος, ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να φεύγει από την εργασία του για χρονικά διαστήματα μέχρι και μιας ώρας, είτε κατόπιν αδείας, είτε χωρίς να γίνεται αντιληπτός από τους προϊστάμενους του. Η απόφαση Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας,

(1999)2 ΑΑΔ, 444, αποτελεί σημείο αναφοράς σχετικά με τη φύση της περιστατικής μαρτυρίας και σημασίας της. Αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελίδες 450-451: «Ποίο το βάρος της περιστατικής μαρτυρίας και πότε, συνεκτικά αποτιμούμενη, μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του κατηγορουμένου, αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Περιστατική είναι η μαρτυρία, η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και τον εγκληματία. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορουμένου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις - (βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73· Mιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 172· Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 211· Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258). Το πρώτο, που διευκρινίζεται, είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Κλασσικό παράδειγμα είναι η παρουσία, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλον που δεν είναι, αφ΄ εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. ΄Εχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου.» Προσθέτουμε επίσης σε σχέση με την περιστατική μαρτυρία ότι τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας, πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι άμεση και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η κύρια μαρτυρία, και μόνη ουσιαστικά, εναντίον του κατηγορούμενου είναι η ύπαρξη γενετικού υλικού. Είναι περιστατική μαρτυρία και εντάσσεται, νομικά, στο κεφάλαιο της αναγνώρισης προσώπου (Archbold 2006, σελ. 1465, παρ. 14-58, Blackstone´s Criminal Practice 2004, σελ. 1999, παρ. F1.10). Είναι επιτρεπτή και σε κατάλληλη περίπτωση μπορεί και είναι δυνατόν από μόνη της να είναι αρκετή για να θεμελιώσει καταδίκη (Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ, 195, 231, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ, 571, 589 και Τσαπατσάρης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ, 600, 603). Δεν μας διαφεύγει, και ανασκόπηση του συνόλου της νομολογίας που είχε ως στοιχείο μαρτυρίας την ύπαρξη γενετικού υλικού ή - κατ΄ αναλογία - δακτυλικά αποτυπώματα επιμαρτυρεί, ότι στις μέχρι σήμερα υποθέσεις το είδος αυτό της περιστατικής μαρτυρίας δεν ήταν από μόνο του καθοριστικό γεγονός της ενοχής κατηγορούμενου. Χρησιμοποιήθηκε ως ενισχυτική μαρτυρία ή και συνεκτιμήθηκε με άλλα περιστατικά του εγκλήματος και έτσι, σωρευτικά, οδήγησε σε συμπέρασμα ενοχής. (Αριστοφάνης Παντελή Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ, 258, Κυριάκος Ψωμάς ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ, 312, Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας, [ανωτέρω] Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ.2) [ανωτέρω], Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 143 και Χριστάκης Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση 7661, ημερ. 7.7.06) Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπενθυμίζουμε και καταγράφουμε ότι το καθοριστικό στοιχείο σύνδεσης του κατηγορούμενου με τη ληστεία είναι ο εντοπισμός γενετικού του υλικού στον πάγκο του ταμείου. Επιμέρους στοιχείο είναι το παραδεκτό γεγονός ότι γενικά χαρακτηριστικά του σωματότυπου του, συγκεκριμένα ύψος και λεπτή σωματική διάπλαση, συνάδουν με αυτά του δράστη. Είναι το κατάλληλο στάδιο να αναφέρουμε ότι η προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής να θέσει περαιτέρω στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας απέτυχε. Είτε διότι η Κατηγορία δεν πρόσφερε ίχνος μαρτυρίας, είτε διότι η συγκεκριμένη μαρτυρία που δόθηκε, στην περίπτωση ουσιαστικά του χρώματος των μαλλιών του δράστη, από τη ΜΚ3, ήταν τόσο αντιφατική και νεφελώδης που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. ΄Αλλωστε, σε τελική ανάλυση, και η ίδια η μάρτυρας αυτή δέχθηκε ότι ήταν σε τέτοια κατάσταση σύγχυσης κατά το χρόνο της ληστείας που δεν ήταν βέβαιη για την ακρίβεια των θέσεων της. Το καθοριστικό πλέον ερώτημα είναι κατά πόσο η μαρτυρία του γενετικού υλικού, υπό τις συνθήκες που αυτό εναποτέθηκε, μπορεί με ασφάλεια που να ικανοποιεί τα κριτήρια της περιστατικής μαρτυρίας, να θεμελιώσει, από μόνη της, καταδίκη. Να προκύπτει δηλαδή ως μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο θα πρέπει να καταλήξει το Δικαστήριο η ενοχή του κατηγορούμενου αποκλειόμενης άλλης λογικής εξήγησης. ΄Ηταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εναποτέθηκε στον συγκεκριμένο πάγκο έμμεσα, κατά το χρόνο της ληστείας, από επιμολυσμένα με αυτό ρούχα ή γάντια του δράστη. Η μόνη, και αναντίλεκτη, εξήγηση που υπάρχει ως προς τον τρόπο επιμόλυνσης ρούχων ή γαντιών δόθηκε από τον Δρ. Καριόλου. Κατέθεσε, κατά την αντεξέταση του, ότι η συχνή χρησιμοποίηση ρούχων ή γαντιών οδηγεί στην μεγάλη πιθανότητα επιμόλυνσης τους με βιολογικό υλικό του προσώπου που τα χρησιμοποιεί. Στην απουσία οποιασδήποτε άλλης εξήγησης ως προς το πώς ήταν δυνατόν να επιμολύνθηκαν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τα ρούχα ή γάντια του ληστή με γενετικό υλικό του κατηγορούμενου, σε ένα και μόνο λογικό συμπέρασμα μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο: ληστής και κατηγορούμενος ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο. Επιδερμικά έθεσε η υπεράσπιση, μέσω της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, ότι αυτός είναι κοινωνικό πρόσωπο και ότι ερχόταν σε επαφή με πολλούς ανθρώπους. Αφήνοντας, έτσι, προφανώς, να πλανάται ότι υπήρχε η πιθανότητα γενετικό του υλικό να μεταφέρθηκε σε άλλα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και στο ληστή, ο οποίος και στη συνέχεια το εναποθέτησε στη σκηνή του εγκλήματος. Είναι ένα υποθετικό σενάριο το οποίο δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη μαρτυρία του γενετιστή, ούτε στη δοθείσα μαρτυρία, ούτε και συνδέθηκε με τα γεγονότα που περιβάλλουν την όλη υπόθεση. Τα ίδια καλύπτουν τις αναφορές και την πιθανολόγηση της υπεράσπισης περί πιθανότητας μεταφοράς του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου από το κάτω μέρος ταμπελών που υπήρχαν δίπλα από τον μαύρο πάγκο, όταν τις μετακινούσε η καθαρίστρια προκειμένου να καθαρίσει. Το υπόβαθρο των δεδομένων στο οποίο εδράζεται αυτό το σενάριο δεν βρίσκει βάθρο στήριξης στη δοθείσα μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανέφερε περί των κινήσεων του στην τράπεζα, όταν πήγαινε ως πελάτης, και, πολύ περισσότερο, περί οποιασδήποτε επαφής του με τις ταμπέλες αυτές και μάλιστα στο κάτω μέρος τους. Παρεμβάλλουμε ακόμη ότι χωρίς προοπτικές επιτυχίας είναι και η προσπάθεια της υπεράσπισης να θέσει ερωτηματικά μέσα από το αναμφισβήτητο γεγονός του μη εντοπισμού γενετικού υλικού του κατηγορούμενου σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της τράπεζας ή του αυτοκινήτου που χρησιμοποιήθηκε για τη ληστεία. Το γεγονός ότι ο δράστης άγγιξε και σε άλλα μέρη δεν εξυπακούει, χωρίς άλλο, ότι θα άφηνε περαιτέρω στοιχεία της ταυτότητας του στα σημεία αυτά. Η θέση του Δρ. Καριόλου ως προς την αδυναμία που υπάρχει επιστημονικά να εξηγηθεί κατά τρόπο απόλυτο πώς μεταφέρεται έμμεσα το γενετικό υλικό και η αναφορά του σε κάποιους παράγοντες που έχουν άμεση σχέση - όπως, για παράδειγμα, η επιφάνεια του αντικειμένου που αγγίζεται, η συχνότητα των επαφών και η ποσότητα του βιολογικού υλικού που υπάρχει στο «όχημα μεταφοράς» - αφήνουν μετέωρη τη θέση που επιχείρησε να προβάλει η υπεράσπιση. ΄Αλλωστε ουδεμία σχετική ερώτηση με αναφορά στα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης υπεβλήθη στο γενετιστή. ΄Ο,τι παραμένει να έχει σημασία, υπό το φως των γεγονότων της υπό εξέτασης υπόθεσης, είναι ο εντοπισμός γενετικού υλικού του κατηγορουμένου στο συγκεκριμένο σημείο. Το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου καταδεικνύει, υπό τις συνθήκες που τέθηκε και έχουμε σε έκταση αναλύσει, όχι μόνο τη σύνδεση του κατηγορούμενου με το μέρος της ληστείας, αλλά, ουσιαστικά, την αποκάλυψη της ίδιας της ταυτότητας του δράστη της εγκληματικής αυτής ενέργειας. Είναι η κατάλληλη περίπτωση όπου το γενετικό υλικό από μόνο του στοιχειοθετεί και θεμελιώνει καταδίκη. Ως αποτέλεσμα βρίσκουμε ένοχο τον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο έγκλημα της ληστείας που καλύπτει το κατηγορητήριο. (Υπ.) .................................... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................. Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.