Αστυνομία ν. Χρυσταλλένη Σιακαλλή, Αρ. Υποθέσεως: 8374/06, 30.11.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 8374/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Χρυσταλλένη Σιακαλλή Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 30.11.2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κα Σαββίδου Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και άρθρο 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72και Νόμος 80
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη, στις 30.03.06 στη Λεωφόρο Θεσσαλονίκης στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΗJ 477 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας 381 Λ. Κυριάκου (ΜΚ1). Ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και ότι στις 30.03.06 περί ώρα 13:20 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος στη Λεωφόρο Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με το ΜΚ1 κατά την άφιξη του στη σκηνή τα δύο ενεχόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί από τις τελικές τους θέσεις. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το σαλούν όχημα KHJ 477 που οδηγούσε η Κατηγορουμένη και η μοτοσικλέτα ΗΥΕ 697 που οδηγούσε ο Χριστόφ Ποιητής. Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο σκηνής (βλ. τεκμήριο 2) το οποίο υπέδειξε στην Κατηγορουμένη η οποία συμφώνησε και το υπέγραψε. Βάσει του πρόχειρου σχεδίου ετοίμασε και τελικό (βλ. τεκμήριο 3). Την ίδια ημέρα ο ΜΚ1 έλαβε από την Κατηγορουμένη ανακριτική κατάθεση την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο μαζί με τη γραπτή κατηγορία που πρόσαψε στην Κατηγορουμένη (βλ. τεκμήριο 4 και τεκμήριο 5 αντίστοιχα). Ο ΜΚ1 επεξήγησε στο Δικαστήριο το τελικό σχέδιο σκηνής που ετοίμασε, ενώ τέλος, ως τεκμήριο κατέθεσε και την προσωπική του κατάθεση (βλ. τεκμήριο 1). Επόμενος μάρτυρας Κατηγορούσας Αρχής ήταν ο Χριστόφ Ποιητής (ΜΚ2). Ο μάρτυρας υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (βλ. τεκμήριο 6). Ό,τι ανέφερε ο μάρτυρας είναι πως στις 30.03.06 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του ΗΥΕ 697 στη Λεωφόρο Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση τη Λεωφόρο Φανερωμένης. Είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά ως η κατεύθυνση του, στην πάροδο. Γνωστοποίησε την πρόθεση του να στρίψει θέτοντας σε λειτουργία το δείκτη της μοτοσικλέτας του και κινήθηκε δεξιότερα προς τη μέση του δρόμου. Όταν έφτασε απέναντι στην πάροδο βεβαιώθηκε ότι από την αντίθετη κατεύθυνση δεν έρχονταν οχήματα ενώ ακόμη κοίταξε τόσο δεξιά όσο και πίσω και πάλι βεβαιώθηκε ότι δεν έρχονταν οχήματα και τότε κινήθηκε δεξιότερα. Σύμφωνα με το μάρτυρα όταν άρχισε να στρίβει προς τα δεξιά ένιωσε κτύπημα και πρόσεξε ότι κάτι τον πέρασε. Τελευταίος μάρτυρας Κατηγορούσας Αρχής ήταν ο Κύπρος Κολιός (ΜΚ3). Σύμφωνα με αυτό το μάρτυρα στις 30.03.06 οδηγούσε το όχημα του στη Λεωφόρο Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Καθώς πλησίαζε στην πάροδο, η οποία ευρισκόταν στα αριστερά σύμφωνα με την κατεύθυνσή του, είδε στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας μια μοτοσικλέτα η οποία έδειχνε με το δείκτη της ότι θα έστριβε στην εν λόγω πάροδο. Ως ο μάρτυρας ανέφερε, την ίδια στιγμή πρόσεξε ένα όχημα πίσω από τη μοτοσικλέτα να προσπαθεί να την προσπεράσει από τα δεξιά την ίδια στιγμή που η μοτοσικλέτα έστριβε δεξιά. Τότε, πρόσεξε ότι το όχημα κτύπησε με το αριστερό μπροστινό φτερό του την εν λόγω μοτοσικλέτα και είδε το μοτοσικλετιστή να πέφτει στο έδαφος. Ο ίδιος σταμάτησε και έδωσε τα στοιχεία του στον οδηγό της μοτοσικλέτας και έφυγε αφότου βεβαιώθηκε ότι ήταν εντάξει. Ακολούθως, η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή και τότε η κα Σαββίδου, εκ μέρους της Κατηγορουμένης, δήλωσε ότι δεν είχε οποιοδήποτε αίτημα για το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η υπόθεση. Αργότερα, αφότου το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την κάλεσε σε απολογία και της επεξήγησε τα δικαιώματά της. Η κα Σαββίδου δήλωσε τότε ότι η πελάτιδα της θα προέβαινε σε ένορκο μαρτυρία. Η Κατηγορουμένη στην ένορκο μαρτυρία της υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της, ημερ. 30.03.06 (βλ. τεκμήριο 4). Μεταξύ άλλων η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι στις 30.03.06 οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής ΚΗJ 477 στη Λεωφόρο Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Φανερωμένης. Για λίγη ώρα ακολουθούσε ένα μοτοποδήλατο που πήγαινε με χαμηλή ταχύτητα. Όταν αντιλήφθηκε ότι η απέναντι κατεύθυνση του δρόμου ήταν καθαρή και εφόσον δεν είδε το μοτοποδηλάτη να δείχνει ότι προτίθεται να στρίψει δεξιά, αποφάσισε να τον προσπεράσει από τα δεξιά, αναπτύσσοντας ταχύτητα. Κατά το προσπέρασμα και όταν σχεδόν είχαν φτάσει στη διασταύρωση άκουσε κτύπημα στην αριστερή μπροστινή πλευρά του οχήματός της. Αμέσως στάθμευσε το όχημα της πιο κάτω και είδε ότι ο μοτοποδηλάτης που ακολουθούσε ήταν πάνω στο μοτοποδήλατο αλλά το μοτοποδήλατο ήταν γυρμένο στην άσφαλτο. Όταν έφθασε στο μέρος η αστυνομία, τους υπέδειξε το σημείο που έγινε η σύγκρουση. Στη συνέχεια οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβηκαν σε αγορεύσεις, εφόσον η κα Σαββίδου δήλωσε ότι δεν ήταν πρόθεση της υπεράσπισης να καλέσει μάρτυρες. Αφενός μεν η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίστηκε ότι απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αφετέρου δε η κα Σαββίδου υποστήριξε ότι ο ΜΚ2 επιχείρησε στροφή προς τα δεξιά χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλής η ενέργεια του και χωρίς να εκδηλώσει με οποιοδήποτε τρόπο την πρόθεσή του, ενώ η Κατηγορουμένη έδειξε τη δέουσα παρατηρητικότητα που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου, αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων, χρησιμοποίησα ως σταθερό παρονομαστή, όπου τούτο ήταν δυνατό, την πραγματική μαρτυρία. Ως αδιαμφισβήτητη σταθερά των πραγματικών γεγονότων, με καθοδήγησε στην αναζήτηση της αλήθειας αποφεύγοντας και ξεπερνώντας τις συμπληγάδες των αντικρουόμενων εκδοχών. Η εγγενής βέβαια αξία αυτού του είδους της μαρτυρίας, έχει πολλάκις επεξηγηθεί (βλ. Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51, 56). Είναι αναγκαίο, πιστεύω, να αναφέρω εδώ ότι ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τόσο το σημείο σύγκρουσης όσο και τις ζημίες τις οποίες υπέστησαν τα δύο μηχανοκίνητα οχήματα. Κρίνω ότι η εν λόγω μαρτυρία προκύπτει από την όψη των πραγμάτων που ο ΜΚ1 εξέτασε στη σκηνή. Σημειώνω εδώ ότι για τη διαπίστωση του σημείου σύγκρουσης, το οποίο ο ΜΚ1 τοποθέτησε στα 3.70 μέτρα από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου σύμφωνα με την κατεύθυνση της μοτοσικλέτας και της Κατηγορουμένης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε υπόψη του ίχνη γδαρσίματος που βρήκε στη σκηνή και προέρχονταν από τη μοτοσικλέτα. Τα εν λόγω ίχνη, τα οποία ομιλούν από μόνα τους και ενέχουν εγγενή δυναμική απόδειξης, ο ΜΚ1 τοποθέτησε στο τεκμήριο 3 με το γράμμα Β
- Οι ίδιες βέβαια αρχές ισχύουν και για τις ζημίες των δύο μηχανοκινήτων οχημάτων, δηλαδή ότι το όχημα της Κατηγορουμένης είχε ζημίες στο μπροστινό αριστερό φτερό και στο καθρεφτάκι της πόρτας του συνοδηγού, ενώ η μοτοσικλέτα ΗΥΕ 697 είχε τριψίματα στη δεξιά πλευρά. Τέλος, σημειώνω ότι ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω την εξωτερική μορφολογία της Λεωφόρου Θεσσαλονίκης. Προκύπτει ότι η εν λόγω λεωφόρος είναι δύο κατευθύνσεων, κάθε μια εκ των οποίων αποτελείται από μια λωρίδα κυκλοφορίας. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας δεν διαχωρίζονται με άσπρη συνεχιζόμενη ή διακεκομμένη γραμμή και έχουν συνολικό πλάτος 8.70 μέτρα. Για ότι αφορά το ΜΚ1 δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Τόσο η σταθερότητα και ο αυθορμητισμός του κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας του, όσο και η συμφυής θετικότητα του περιεχομένου της μαρτυρίας του, είναι στοιχεία τα οποία με οδήγησαν στην προαναφερόμενη κατάληξη. Αναφέρω εδώ ότι η μαρτυρία του ΜΚ1, πλην της εξέτασης ορατότητας στην οποία προέβη και η σειρά με την οποία συνέλεξε τη μαρτυρία και τελικά κατηγόρησε την Κατηγορουμένη, είναι μεταφορά της πραγματικής μαρτυρίας, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορουμένη και δεν αντικρούεται με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, η Κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε το ΜΚ1 ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε δυνατότητα ορατότητας προς τα πίσω, σε σχέση με την κατεύθυνση του, ανερχόμενη σε 50 μέτρα. Η Κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε ούτε πως ο ΜΚ1 δεν διενήργησε εξέταση κατά πόσο ο δεξιός δείκτης της μοτοσικλέτας λειτουργούσε. Σχετικά ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή ο εν λόγω δείκτης δεν ήταν αναμμένος. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό για το αληθές του περιεχομένου της μαρτυρίας του ΜΚ1, το οποίο και αποδέχομαι στην ολότητά του. Τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο ΜΚ3 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Κατ' αρχάς, σημειώνω την αστάθεια στη φυσική τους παρουσία κατά την μαρτυρία τους. Πότε κόμπιαζαν, πότε απαντούσαν διστακτικά και πότε δεν θυμόνταν τα πραγματικά γεγονότα. Το ίδιο αόριστη, γενικευμένη και αμφιβόλου θετικότητας είναι και η ποιότητα της μαρτυρίας τους. Πρώτα, ότι αφορά το ΜΚ
- Σημειώνω ότι κατά την κυρίως εξέτασή του αν και δεν θυμόταν πότε άρχισε να δείχνει ότι θα έστριβε δεξιά, ήταν βέβαιος ότι έπραξε τούτο αρκετή ώρα για να το δουν στο δρόμο. Η εν λόγω βέβαια απάντηση εδράζεται σε υποκειμενική βάση ενώ μάλιστα δημιουργεί αμφιβολίες και ως προς την εγκυρότητά της, εφόσον ο μάρτυρας παρουσιάζεται ως άτομο που δεν μεταφέρει πραγματικά γεγονότα αλλά υποκειμενικές θέσεις. Το ίδιο ισχύει και για την άλλη θέση του ΜΚ2 ότι δηλαδή προτού στρίψει δεξιά έλεγξε τόσο πίσω όσο και δεξιά. Ο μάρτυρας παρουσιάζει αυτή τη θέση του ως ενέργεια στην οποία προβαίνει πάντα, αφήνοντας δηλαδή να νοηθεί ότι η εν λόγω θέση δεν προβλήθηκε ως στοιχείο μνήμης πραγματικών γεγονότων αλλά ως υποκειμενική και πάλι θεώρηση της καθημερινής οδήγησης του μάρτυρα. Η θέση αυτή απορρίπτεται μάλιστα και για ένα επιπρόσθετο λόγο, επειδή ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ενεργώντας τοιουτοτρόπως, εντούτοις, δεν είδε την Κατηγορουμένη. Είναι βέβαια πραγματικό γεγονός ότι η Κατηγορουμένη ήταν εκεί, αποδεικτικό άλλωστε τούτου είναι η ίδια η σύγκρουση. Αυτή μάλιστα η θέση του ΜΚ2 (ότι κοίταξε προς τα πίσω και ότι η Κατηγορουμένη δεν τον ακολουθούσε) συγκρούεται και με τη μαρτυρία τόσο του ΜΚ3 όσο και της Κατηγορουμένης. Τέλος, ο ΜΚ2 ενώ στην κυρίως εξέτασή του (βλ. τεκμήριο 6) δεν θυμόταν εάν έκανε ορθή γωνία στρίβοντας, κατά την αντεξέταση ήταν βέβαιος ότι δεν προσπάθησε να στρίψει διαγώνια. Έχω ήδη υποδείξει τις εγγενείς ασάφειες της μαρτυρίας του ΜΚ
- Ένεκα τούτων και για τους λόγους που εξήγησα, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ΜΚ2 ότι έδειξε με το σηματοδείκτη της μοτοσικλέτας του ότι θα έστριβε δεξιά, όπως ούτε ότι έλεγξε την τροχαία κίνηση προς τα πίσω και ότι η Κατηγορουμένη δεν ήταν εκεί, όπως ούτε ότι η ταχύτητα της Κατηγορουμένης ήταν μεγάλη, εφόσον αυτό το τελευταίο συνδέθηκε από το μάρτυρα με το ότι δεν αντιλήφθηκε την Κατηγορουμένη όταν γύρισε προς τα πίσω. Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση των γεγονότων από το ΜΚ
- Παρότι στην κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας παρουσιάστηκε θετικός ότι είδε τον μοτοσικλετιστή να δείχνει ότι θα έστριβε δεξιά, κατά την αντεξέταση παρουσιάστηκε αβέβαιος και συνδέοντας αυτή τη θέση με την όλη κίνηση και αναιρώντας βασικά τη θετική γνώση ως απόρροια μνήμης. Την εν λόγω θέση δεν μπορώ να την αποδεχθώ από τη μαρτυρία του ΜΚ
- Στρέφομαι τώρα στην Κατηγορουμένη. Θετική ομολογώ ήταν η εντύπωση που η Κατηγορουμένη άφησε στο Δικαστήριο. Σημειώνω εδώ ότι η Κατηγορουμένη δεν αμφισβητήθηκε ότι ακολουθούσε το μοτοσικλετιστή. Ό,τι αποτέλεσε σημείο αμφισβήτησης της Κατηγορουμένης ήταν, πέραν του ότι ο ΜΚ2 γνωστοποίησε την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά, ότι κινήθηκε δεξιότερα και ότι κοίταξε προς τα πίσω. Ως προς την τυχόν γνωστοποίηση της πρόθεσης του ΜΚ2 να στρίψει δεξιά, έχω ήδη επεξηγήσει γιατί δεν την αποδέχομαι. Το ίδιο βέβαια ισχύει και κατά πόσο ο ΜΚ2 έλεγξε για τυχόν τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε. Ό,τι απομένει για εξέταση είναι η θέση πως ο ΜΚ2 κινήθηκε δεξιότερα. Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι φαινομενικά οι θέσεις των ΜΚ2 και ΜΚ3 συμπίπτουν ότι ο ΜΚ2 κινήθηκε δεξιότερα. Παρόλα ταύτα, ο ΜΚ2 αναφέρει ότι κινήθηκε προς το μέσο του δρόμου και μετά κοίταξε προς τα πίσω, ενώ ο ΜΚ3 ανέφερε στην αντεξέτασή του ότι ο ΜΚ2 πήγαινε συνεχώς δεξιότερα. Προκύπτει δηλαδή ότι κατ' ουσίαν, αναφορικά με το χρόνο και τρόπο της κίνησης, οι δύο θέσεις συγκρούονται. Κρίνω όμως ότι η θέση του ΜΚ2 δεν αναιρεί τη θέση της Κατηγορουμένης ότι ο μοτοσικλετιστής οδηγούσε δεξιότερα των σταθμευμένων οχημάτων ως η πορεία τους. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι ούτε η Κατηγορουμένη όπως ούτε και ο ΜΚ2 ερωτήθηκαν αναφορικά με το χρόνο της δεξιότερης κίνησης του ΜΚ
- Είναι κατανοητό ότι η δεξιά κίνηση του ΜΚ2 όταν η μοτοσικλέτα και το όχημα ήρθαν σε επαφή, δεν αμφισβητείται. Ό,τι αμφισβητείται είναι η τυχόν προγενέστερη του δυστυχήματος κίνηση ως υποδηλώνουσα στροφή. Τέτοια διαπίστωση, δεν δύναται να εξαχθεί δίχως καθορισμένο χρονικό στάδιο και κάτι τέτοιο δεν έχει διευκρινιστεί. Ενόψει της πιο πάνω αξιόπιστης μαρτυρίας, καταλήγω ότι στις 30.03.06 στη Λεωφόρο Θεσσαλονίκης, η Κατηγορουμένη οδηγούσε το όχημά της ΚHJ 477 με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Φανερωμένης. Η Κατηγορουμένη ακολουθούσε τη μοτοσικλέτα ΗΥΕ
- Τόσο η Κατηγορουμένη όσο και η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ2 κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα. Πριν τη συμβολή της λεωφόρου Θεσσαλονίκης με την οδό Αγαμέμνωνος η Κατηγορουμένη επιχείρησε να προσπεράσει το ΜΚ
- Ο μοτοσικλετιστής επιχειρώντας δεξιά στροφή κινήθηκε δεξιότερα σύμφωνα με την πορεία τους και τα δύο μηχανοκίνητα οχήματα συγκρούστηκαν σε απόσταση 3.70μ. από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου, ως η πορεία τους. Το σημείο σύγκρουσης ευρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας των δύο οδηγών (ΜΚ2 και Κατηγορουμένης), το πλάτος της οποίας είναι 4,35 μέτρα. Προτού η Κατηγορουμένη επιχειρήσει να προσπεράσει το μοτοσικλετιστή, ο ΜΚ2 δεν έδειξε ότι θα έστριβε δεξιά και δεν έλεγξε την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε. Ο ΜΚ2 προτού η Κατηγορουμένη επιχειρήσει να τον προσπεράσει κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, δεξιότερα των αριστερά σταθμευμένων οχημάτων σύμφωνα με την πορεία του. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω αρκεί πιστεύω η αναφορά στην απόφαση Ζαχαρία ν. Καραολή, Πολ. Έφ. 11219 ημερ. 23.01.04 όπου λέχθηκε ότι: "Η αμέλεια του εφεσείοντα, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, στοιχειοθετείται από το γεγονός ότι επιχείρησε κλίση προς τα δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην παρακείμενη πάροδο χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλής η ενέργεια του και χωρίς να εκδηλώσει με οποιοδήποτε τρόπο την πρόθεση ή/και να βεβαιωθεί κατά πόσο η πρόθεση του αυτή έγινε αντιληπτή από τους οδηγούς οχημάτων που ακολουθούσαν. Ο εφεσείων είχε υποχρέωση να ελέγχει συνεχώς το δρόμο αφότου θα άρχιζε τη διαδικασία της στροφής δεξιά, πράγμα που δεν έπραξε όπως ο ίδιος ομολόγησε και αυτό, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι τον ακολουθούσε από κάποια απόσταση αυτοκίνητο το οποίο είδε νωρίτερα. ................ Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, το δικαστήριο ορθά αποφάσισε πως το καθήκον επιμέλειας της εφεσίβλητης δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επεκταθεί έναντι δυνητικού κινδύνου που θα μπορούσε να προκύψει από την αμέλεια άλλων οδηγών πριν την ύπαρξη ορατών σημείων εκδήλωσης ενός τέτοιου κινδύνου. Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών. Βλ. Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 642, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.,
(1996)1(Α) ΑΑΔ 253 και Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1(Α) ΑΑΔ 164. Η εφεσίβλητη κάτω από τις δοσμένες συνθήκες εύλογα θα μπορούσε να αναμένει ότι ο εφεσείων θα εκπλήρωνε, όπως είχε υποχρέωση, το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του ιδίου και των άλλων οδηγών. Ωστόσο, η συμπεριφορά του εφεσείοντα ήταν υπό τις περιστάσεις εντελώς απρόβλεπτη." Στη βάση των ανωτέρω διαπιστώσεων κρίνω ότι η Κατηγορουμένη δεν απέτυχε να εκπληρώσει το καθήκον του μέσου συνετού οδηγού, εφόσον άσκησε δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή. Η Κατηγορουμένη δεν μπορούσε να υποθέσει ότι ο ΜΚ2 θα επιχειρούσε απότομη δεξιά στροφή εφόσον δεν γνωστοποίησε τις προθέσεις του. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία εναντίον της Κατηγορουμένης, η οποία αθωώνεται και απαλλάσσεται. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο