← Κύπρος

Ανδρέας Αντωνίου ν. Βασίλης ΧατζηΖαχαρίας, Αρ.Υπ.: 2871/06, 7 Δεκεμβρίου, 2006

Ανδρέας Αντωνίου ν. Βασίλης ΧατζηΖαχαρίας, Αρ.Υπ.: 2871/06, 7 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε. Δ. Αρ.Υπ.: 2871/06 Ανδρέας Αντωνίου v. Βασίλης ΧατζηΖαχαρίας Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ''Χριστοφής Για τον Κατηγορούμενο: κα Γ. Ζαχαρίου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά δύο κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγής η μή εξόφληση της οποίας προκλήθηκε δια πράξεως του κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 19/12/05 άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε με τις πράξεις του την μή εξόφληση των εξής δύο επιταγών:
(1)Επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 49983746 για το ποσό των ΛΚ1250 με ημερομηνία πληρωμής την 19/12/05, τεκμήριο 3 Α (πρώτη κατηγορία) και,
(2)Επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 49983747 για το ποσό των ΛΚ750 με ημερομηνία πληρωμής την 19/12/05, τεκμήριο 4 Α (δεύτερη κατηγορία). Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον παραπονούμενο Ανδρέα Αντωνίου ενώ κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός το οποίο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η πληρωμή των επίδικων επιταγών σταμάτησε με ειδοποίηση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 19/12/05 η οποία και κατατέθηκε ως τεκμήριο
  1. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο και τον πατέρα του είχαν ιδρύσει μια εταιρεία η οποία έφερνε εμπορεύματα από το εξωτερικό. Αρχικά οι μέτοχοι της εταιρείας ήταν τέσσερεις, σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν ο ίδιος και ο κατηγορούμενος, και είχαν το 25% του μετοχικού κεφαλαίου έκαστος αλλά σε κατοπινό στάδιο ο κατηγορούμενος κατείχε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Οι σχέσεις μεταξύ του ιδίου και του κατηγορουμένου δεν ήταν καλές και ο ίδιος είχε την εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να τον εκδιώξει. Αποχώρησε από τις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρείας και σε κάποιο στάδιο ζήτησε από τον κατηγορούμενο και τον πατέρα του να του δώσουν ΛΚ10000 για να αποχωρήσει, πρόταση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από την άλλη πλευρά και για περίοδο περίπου έξι μηνών την εταιρεία διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος ενώ ο ίδιος υπέγραφε απλώς τις επιταγές της εταιρείας. Ο κατηγορούμενος προχώρησε σε νέα σύσταση εταιρείας και ουσιαστικά εργαζόταν με την πελατεία της κοινής εταιρείας για δικό του πλέον όφελος. Ο λογιστής της εταιρείας τους επικοινώνησε μαζί του, τον ρώτησε τι ζητά για να αποχωρήσει από την εταιρεία και συμφώνησαν στο ποσό των ΛΚ
  2. Οι ΛΚ1250 αντιπροσώπευαν την ονομαστική αξία των μετοχών του ενώ οι ΛΚ750 ήταν τα δικαιώματα του για να αποχωρήσει από την εταιρεία. Ο ίδιος συνέταξε ένα έγγραφο στο οποίο αναφέρονταν τα πιο πάνω αλλά ο κατηγορούμενος το αντέγραψε και μείωσε το ποσό σε ΛΚ1250 που αφορούν την αξία των μετοχών του. Το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τον ίδιο και τον κατηγορούμενο και κατατέθηκε ως τεκμήριο
  3. Του παραδόθηκαν από τον λογιστή δύο επιταγές τα τεκμήρια 3 Α και 4 Α ενώ η επιταγή για τις ΛΚ750, τεκμήριο 4 Α είχε φωτοτυπηθεί και στο χαρτί πάνω στο οποίο φωτοτυπήθηκε έγραψε τα ακόλουθα: «΄Ελαβον το πιο πάνω ποσό προς πλήρη εξόφληση των διευθυντών από την εταιρεία και μετόχους της Crossway Shipping and Insurance Brokers Ltd» την οποία και υπέγραψε. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως τεκμήριο
  4. Είπε ότι κατέθεσε τα τεκμήρια 3 Α και 4 Α στον λογαριασμό του αλλά επιστράφησαν αφού προηγουμένως έχει τοποθετηθεί από την τράπεζα η σφραγίδα «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής - Stop Payment». Κατέθεσε επίσης τα σχετικά έγγραφα για τις δύο επιταγές δηλαδή τις καταθέσεις και τις χρεωστικές σημειώσεις ότι οι επιταγές επιστρέφονται απλήρωτες. Ανέφερε επίσης ότι δεν του έχει πληρωθεί κανένα ποσό από τον κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε τι έπρεπε να πράξει ο ίδιος με την παράδοση σε αυτόν των δύο επιταγών σε σχέση με τις μετοχές. Η απάντηση του ήταν «παραιτούμουν από τα δικαιώματα μου από όλη την εταιρεία, οι μετοχές θα πήγαιναν στους άλλους δύο μετόχους». ΄Οταν ρωτήθηκε κατά πόσο η συμφωνία ήταν να του πληρώσει ο κατηγορούμενος συνολικά ΛΚ2000 και ο ίδιος να δώσει τις μετοχές και στους δύο εναπομείναντες μετόχους της εταιρείας άλλαξε την εκδοχή του και είπε ότι εκείνο που συμφώνησε ήταν να πάρει ΛΚ2000 ονομαστική αξία για τις μετοχές του και για να παραιτηθεί από όλα τα δικαιώματα του στην εταιρεία. Ακολούθως δέχτηκε την υποβολή ότι για να μεταβιβαστούν οι μετοχές από το όνομα του έπρεπε να γίνει κάτι άλλο και απάντησε ότι υπέγραψε επιστολή στον δικηγόρο του μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ότι αποδέχεται να μεταβιβαστούν οι μετοχές του στο όνομα του κατηγορουμένου. Δεν δέχθηκε την υποβολή ότι μέσα στον φάκελο που του παρέδωσε ο λογιστής της εταιρείας εκτός από τα τεκμήρια 3 Α και 4 Α υπήρχαν έγγραφα μεταβίβασης τα οποία αρνήθηκε να υπογράψει και τα έστειλε πίσω απαντώντας ότι τα όσα συμφώνησε συμπεριλαμβάνονται στο τεκμήριο 1 και δεν υπάρχει όρος ότι θα πρέπει να υπογράψει οτιδήποτε άλλο. Ρωτήθηκε και απάντησε ότι σήμερα οι μετοχές βρίσκονται εγγεγραμμένες στο δικό του όνομα και η εξήγηση που έδωσε ήταν ότι αθέτησε ο κατηγορούμενος την συμφωνία τους. Δεν δέχθηκε τέλος την υποβολή ότι είναι ο ίδιος που αθέτησε την συμφωνία μεταξύ του και του κατηγορουμένου. Κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να υπογράψει το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών. Η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της μετά και την κατάθεση των παραδεκτών γεγονότων ως ανωτέρω και του τεκμηρίου 5 που είναι τηλεομοιότυπο που έχει σταλεί από τους Βασίλη Χ''Ζαχαρία και Κυριακούλλα Τριφυλλή στην Τράπεζα Κύπρου δια του οποίου ζητούν να σταματήσει η πληρωμή των τεκμηρίων 3 Α και 4 Α επειδή ο κ. Ανδρέας Αντωνίου παρέβηκε την μεταξύ τους συμφωνία αφού αρνήθηκε να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα. Το τεκμήριο 5 έχει ημερομηνία 19/12/
  5. Μετά το τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε καμία από τις κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου καθ' ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο των αδικημάτων απαραίτητο για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία και συγκεκριμένα η έκδοση των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο. ΄Ηταν η εισήγηση της κας Ζαχαρίου ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονουμένου τις δύο επιταγές τεκμήρια 3 Α και 4 Α του τις παρέδωσε υπογραμμένες ο λογιστής της εταιρείας μέσα σε φάκελο. Σε καμία περίπτωση δεν ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει τις εν λόγω επιταγές. ΄Ηταν περαιτέρω εισήγηση της ότι εφόσον ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες που φαίνονται στο κατηγορητήριο η κατηγορούσα αρχή έχει στους ώμους της το βάρος απόδειξης του κάθε συστατικού του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Ανέφερε επίσης η κα Ζαχαρίου ότι από την όλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εκδότης των επιταγών αφού στα τεκμήρια 3 Α και 4 Α φαίνεται ότι ο λογαριασμός τον οποίον αφορούν οι επίδικες επιταγές ήταν κοινός (joint) στα ονόματα Triphilli Kyriakoulla &/OR Xadjizacharias Vasilis. Το τεκμήριο 5 επίσης έχει αποσταλεί από τους Βασίλη Χ''Ζαχαρία και Κυριακούλλα Τριφιλλή και αναφέρεται «στις επιταγές μας (our cheques) και επίσης η εντολή για μή πληρωμή δίδεται και από τους δύο (we ask you) ενώ το εν λόγω τεκμήριο υπογράφεται και από τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα. ΄Ηταν η θέση του κ. Χ''Χριστοφή ότι ο παραπονούμενος δεν αντεξετάστηκε για το θέμα της έκδοσης των επιταγών, ούτε και αμφισβητήθηκε η υπογραφή του κατηγορουμένου και κάλεσε το Δικαστήριο να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία εφόσον σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονούμενου η συμφωνία έγινε μεταξύ του και του κατηγορουμένου και ότι οι επιταγές παραδόθηκαν στον παραπονούμενο από τον λογιστή του κατηγορουμένου μετά από συνεννόηση μεταξύ τους. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police 1981 2 CLR
  6. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου 1990 2 ΑΑΔ 133, στην οποία ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανάφερε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος. β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη τον Κατηγορούμενο. Στην ίδια απόφαση ο κ. Πικής τόνισε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνης της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962 δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα». Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos 1980, 1 JSC σελ. 145, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τα οποία η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό στο παρών στάδιο της διαδικασίας είναι (α) η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο (β) η διάπραξη πράξεως που έχει σαν αποτέλεσμα την μή εξόφληση της επιταγής. Εκείνο που θα εξεταστεί στην συνέχεια είναι κατά πόσο με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν στο στάδιο αυτό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. «΄Εκδοση» σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχο. Το θέμα της έκδοσης απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου, Ποινική ΄Εφεση 6771, ημερ. 26/1/00 στην οποία ο Δικαστής Νικήτας είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η Εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο Κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποιος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παρ. 35 - 03 σελ. 936...». Επίσης πιο πρόσφατα στην Ποινική ΄Εφεση 7158, Βούρας v. Ανδρέας, Λούκας Ματθαίος (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α., ημερ. 20/3/2003 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα αυτό: «Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της ΜΚ2 ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. ΄Ελειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.» Στην παρούσα υπόθεση ο παραπονούμενος ανέφερε ότι του στάληκαν σε φάκελο από τον λογιστή της εταιρείας δύο επιταγές τα τεκμήρια 3 Α και 4 Α τα οποία ήταν υπογραμμένα. Δεν ρωτήθηκε για το ποιος υπέγραψε τα τεκμήρια αυτά ούτε και κατά πόσο αναγνωρίζει την υπογραφή που βρίσκεται σε αυτά. Ούτε και προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την έκδοση της επιταγής. Στο τεκμήριο 5 το οποίο έχει κατατεθεί εκ συμφώνου οι υπογραφείς του τραπεζικού λογαριασμού Kyriakoulla Triphilli &/OR Hadjizacharias Vasilis ζητούν από την τράπεζα να σταματήσουν την πληρωμή των επιταγών τους χωρίς να αναφέρουν ποιος από τους δύο έχει εκδώσει τις σχετικές επιταγές. Εφόσον σύμφωνα και με τη νομολογία η άρνηση του κατηγορουμένου σε ότι αφορά τις κατηγορίες θέτει υποχρέωση στον κατήγορο να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στην προκειμένη περίπτωση ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή, στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να μην καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία εφόσον ελλείπει το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η εισήγηση του κ. Χ''Χριστοφή ότι η μή αντεξέταση του παραπονουμένου για το θέμα της έκδοσης της επιταγής, το γεγονός ότι ο παραπονούμενος είναι με τον κατηγορούμενο που είχε κάμει τη συμφωνία που ισχυρίζεται είναι αρκετά για το στάδιο αυτό, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ενόψει των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής τα έξοδα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.