Αστυνομία ν. Χρίστος Περιστιάνης, Αρ. Υποθέσεως: 6746/06, 20.12.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 6746/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Χρίστος Περιστιάνης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20.12.2006 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κος Α. Δημητρίου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στις 16.02.05 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής EHA 400, χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ο Αστ. 173 Α. Ττοφή (ΜΚ1) και τελευταίος κατέθεσε ο Σταύρος Λυσιώτη (ΜΚ2). Ακόμη αξίζει να σημειωθεί πως κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τεκμήρια: Τεκμήριο 1: Κατάθεση Αστ. 173 Α. Ττοφή. Τεκμήριο 2: Τελικό σχέδιο σκηνής δυστυχήματος. Τεκμήριο 3: Φωτοαντίγραφο ανακριτικής κατάθεσης Κατηγορούμενου η οποία λήφθηκε από τον Αστ. 173 Α. Ττοφή. Τεκμήριο 4: Γραπτή κατηγορία που πρόσαψε εναντίον του Κατηγορουμένου ο Αστ. 173 Α. Ττοφή. Τεκμήριο 5: Δέσμη 34 φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος. Τεκμήριο 6: Κατάθεση Σταύρου Λυσιώτη (ΜΚ2). Περιληπτικά η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έχει ως ακολούθως: Στις 16.02.05 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα ΕΗΑ 400 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου, με κατεύθυνση τη Λάρνακα. Μετά τους φωτεινούς σηματοδότες στη διασταύρωση των Λειβαδιών, περίπου στο ύψος των διυλιστηρίων, αντιλήφθηκε μπροστά του το όχημα ΕΗΡ
- Το τελευταίο αυτό όχημα οδηγούσε ο ΜΚ2 και είχε κατεύθυνση τη Λάρνακα. Ενόσω τα δύο οχήματα κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση, με το όχημα του ΜΚ2 να προπορεύεται, ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του στη δεξιά λωρίδα, δηλαδή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με σκοπό να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα. Κατά τη διενέργεια του προσπεράσματος και καθώς τα δύο οχήματα βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο, το όχημα του ΜΚ2 βγήκε εκτός πορείας και κινήθηκε προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία των δύο οχημάτων και αφότου εξήλθε της Λεωφόρου Αμμοχώστου κτύπησε σε διάφορα σταθμευμένα οχήματα και τελικά ακινητοποιήθηκε. Αφότου, η κα Θεμιστοκλέους έκλεισε την υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή τότε ο κ. Δημητρίου, εκ μέρους του Κατηγορουμένου, υπέβαλε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου έδρασε το αίτημά του, τόσο στη μη απόδειξη της αμέλειας του Κατηγορουμένου, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όσο και στην αντινομικότητα της μαρτυρίας. Στην αντίπερα όχθη η κα Θεμιστοκλέους υποστήριξε ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική και ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Κρίνω πως το νομικό πλαίσιο του αιτήματος είναι αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις προϋποθέσεις, η παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή του Κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Υψίστης σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το Δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an annser). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων, το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο Δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Στη βάση των προειρημένων αρχών εξέτασα το υπό κρίση αίτημα του Κατηγορουμένου. Φρονώ ότι εδώ είναι το κατάλληλο σημείο για να παρατεθεί αυτούσιο το λεκτικό του άρθρου, το οποίο ποινικοποιεί την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε ο Κατηγορούμενος. Το άρθρο 8 του Ν.86/72 αναφέρει τα εξής: "Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης". Απλή ανάγνωση του άρθρου αυτού αποκαλύπτει ότι εκτός της αμέλειας, δηλαδή της μη καταβολής προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι τόσο η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος όσο και η οδήγηση επί οδού. Πρέπει να προσθέσω εδώ ότι σημαντικό ρολό στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος, διαδραματίζει και η κατάθεση του εκάστοτε Κατηγορουμένου (βλ. Μενέλαος Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41, 45). Βέβαια, τούτο έχοντας πάντα υπόψη τα λεχθέντα στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννης Χ"Κωνσταντίνου
(1989)2 Α.Α.Δ. 99, 103 ότι δηλαδή η προσκόμιση τέτοιας κατάθεσης στο Δικαστήριο από μέρους της αστυνομίας, δεν συνιστά την αναπόφευκτη υιοθέτηση του περιεχομένου της, εφόσον αυτή η παρουσίαση γίνεται καθηκόντος και όχι κατ' επιλογή. Τόσο στη βάση της κατάθεσης του Κατηγορουμένου όσο και της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 κρίνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μαρτυρία, η οποία για αυτό το στάδιο της διαδικασίας ικανοποιεί την απόδειξη των συστατικών στοιχείων τόσο της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, όσο και ότι τούτη, δηλαδή η οδήγηση, έλαβε χώραν σε οδό. Άλλωστε, η απόδειξη τους δεν αμφισβητήθηκε από τον κ. Δημητρίου. Ως εκ τούτου, ό,τι παραμένει για εξέταση είναι το συστατικό στοιχείο της αμέλειας, δηλαδή η μη καταβολή προσήκουσας επιμέλειας. Ο ορισμός και το κριτήριο διαπίστωσης της προσήκουσας επιμέλειας με ευκρίνεια αποδίδεται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Α. Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, 73: "Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)". Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, χωρίς αυτή να αξιολογείται, έχει ως ακολούθως: Ο ΜΚ1 μεταφέροντας στο Δικαστήριο τις παρατηρήσεις του, ως τούτες τις συνέλεξε από τη σκηνή του δυστυχήματος, ανέφερε ότι δεν ήταν εις θέση να τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν εντόπισε οιονδήποτε στοιχείο το οποίο του έδιδε πραγματικό δικαίωμα τοποθέτησης του εν λόγω σημείου, είτε στην αριστερή είτε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Επί του προκειμένου ό,τι απομένει είναι η θέση του ΜΚ
- Παρεμβάλλω εδώ ότι ο Κατηγορούμενος, στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε, (τεκμήριο 3), δεν αποδέχεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ
- Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι "την ώρα που προσπερνούσα από τα δεξιά του Pajero αυτοκινήτου και κρατούσα τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ήμουν στο πλευρό του Pajero άκουσα μόνο ένα κτύπο στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου μου." Ας σημειωθεί εδώ ότι η ανεύρεση σημείου σύγκρουσης δεν καθορίζει κάτ' ανάγκη και την τύχη της κάθε υπόθεσης που αφορά αμέλεια. Άλλωστε, η τυχόν ευθύνη των οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων μπορεί να συναχθεί και από άλλους συναφείς παράγοντες. Σημειώνω ακόμη ότι και οδήγηση εντός της νόμιμης πορείας του οδηγού κατά το προσπέρασμα, δύναται να κριθεί ως αμέλεια, εφόσον η απόσταση από το άλλο όχημα είναι τέτοια που κρίνεται ως επικίνδυνη (βλ. Δημητρίου ν. Χαραλάμπους
(1998)1 ΑΑΔ 2004, 2008 και Αχιλλέως ν. Αλέξη
(1998)1 ΑΑΔ 952, 956). Στη δοσμένη περίπτωση τόσο το σημείο σύγκρουσης όσο και η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων κατά το προσπέρασμα, προκύπτουν μόνο από τη μαρτυρία του ΜΚ
- Ενόψει της θέσης της υπεράσπισης, τόσο για μη απόδειξη του συστατικού στοιχείου της αμέλειας, όσο και για αντινομικότητα της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, ανέτρεξα στο πρακτικό του Δικαστηρίου και εντόπισα την επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΚ
- Τούτη έχει ως ακολούθως: "A. Όπως οδηγούσα στην αριστερή λωρίδα και άνετα αφού αντιλήφθηκα άλλους μέσα στο χώρο που οδηγούσα έπιασα λίγο πιο αριστερά και την ώρα της σύγκρουσης ήμουν όσο πιο αριστερά μπορούσα αλλά μέσα στη λωρίδα μου. Δηλαδή, δεν έπεσα παγκέτο. Ήμουν στον άσφαλτο. Ε. Ήσουν στη γραμμή παγκέτου και δρόμου; Δηλαδή ο αριστερός σου τροχός ήταν στη γραμμή του παγκέτου και του δρόμου; Α. Το πιο αριστερό σημείο ήταν λίγο πριν το παγκέτο. Ε. Δηλαδή, πόσο; Δικαστήριο: Ο μάρτυρας υποδεικνύει περίπου 15 εκ." Αναφορικά με τη θέση που είχε το όχημα του Κατηγορουμένου αμέσως πριν τη σύγκρουση ο ΜΚ2 ερωτήθηκε και απάντησε τα ακόλουθα: "Ε. Δεν μου απάντησες στην ερώτηση. Μπήκε εκεί στη δεξιά λωρίδα ο κατηγορούμενος για να σε προσπεράσει; Α. Από τα δεξιά μου, πίσω μου και δεξιά μου. Ε. Δεξιά λωρίδα λέμε. Α. Είναι το blind spot." Επαναλαμβάνω ότι η πιο πάνω μαρτυρία δεν πρόκειται να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο. Ό,τι όμως προκύπτει από αυτή τη μαρτυρία είναι, κατ' αρχάς η άγνοια του ΜΚ2 αναφορικά με τη θέση του οχήματος του Κατηγορουμένου αμέσως προ του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας αιτιολογεί μάλιστα αυτή την άγνοιά του επειδή εκείνο είναι το τυφλό σημείο και δεν του παρείχετο οπτικό πεδίο εξέτασης και διαπίστωσης αυτού του γεγονότος, δηλαδή της θέσης του οχήματος του Κατηγορουμένου προ της σύγκρουσης. Επίσης, το δεύτερο το οποίο προκύπτει από τις προαναφερόμενες θέσεις του ΜΚ2 είναι ότι εκείνος, αμέσως προ της σύγκρουσης οδηγούσε το όχημα του στο αριστερότερο σημείο της λωρίδας κυκλοφορίας της κατεύθυνσής του. Η εν λόγω θέση δεν μπορεί να μην ιδωθεί υπό το φως τόσο του τεκμηρίου 2 (σχεδιαγράφημα σκηνής) όσο και των ζημίων που υπέστη το όχημα του Κατηγορουμένου. Η εν λόγω εξέταση αποκαλύπτει διάσταση μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας και της πραγματικής. Όπως φαίνεται στο τεκμήριο 2 ο αριστερός τροχός του οχήματος του ΜΚ2 απείχε 1,10μ. από το αριστερό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο. Ακόμη, οι ζημίες που υπέστη το όχημα του Κατηγορουμένου εντοπίζονται μόνο στο κάτω μέρος της αριστερής πόρτας του συνοδηγού του οχήματος και όχι στο μπροστινό αριστερό μέρος ή αλλού. Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι αποδοχή της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, στον ύψιστο γι' αυτό το στάδιο βαθμό, δεν αποδεικνύει ούτε την αμέσως προηγούμενη του δυστυχήματος θέση του οχήματος του Κατηγορουμένου, ούτε ποιο από τα δύο ενεχόμενα οχήματα μετακινήθηκε, όπως ούτε βέβαια και το σημείο σύγκρουσης. Είναι κατανοητό ότι σε αυτό το στάδιο η μαρτυρία δεν αξιολογείτε, εν πάση όμως περιπτώσει το Δικαστήριο οφείλει να αθωώσει τον Κατηγορούμενο εάν η μαρτυρία είναι διάτρητη και όχι ικανή να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο εάν ο τελευταίος επιλέξει να μην απαντήσει τούτη. Στην προκειμένη περίπτωση οι προαναφερόμενες παρατηρήσεις μου υποδεικνύουν, πιστεύω, ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν είναι ικανή ως έχει να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο εφόσον δεν αποδεικνύει αμέλεια. Ακόμη, σημειώνω εδώ ότι η ασυμφωνία της μαρτυρίας του ΜΚ2 με την πραγματική μαρτυρία, δημιουργεί τέτοιο ρήγμα που δικαιολογημένα μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντινομική με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Στη βάση όλων των πιο πάνω, δηλαδή τόσο της αντινομικότητας της μαρτυρίας του ΜΚ2 με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, όσο και της μη απόδειξης του συστατικού στοιχείου της αμέλειας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και συνεπώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. ............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο