Αστυνομία ν. Κυριάκος Χριστοδουλίδης, Αρ. Υποθέσεως: 7352/06, 28.12.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 7352/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Κυριάκος Χριστοδουλίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28.12.2006 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κος Π. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στις 13.11.05 στο δρόμο Δεκέλειας - Ριζοελιάς της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΗΜ 540, χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο τέσσερις μάρτυρες. Η σειρά με την οποία παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο έχει ως ακολούθως: Πρώτος κατέθεσε ο Δημήτρης Δημητρίου (ΜΚ1), δεύτερος ο Ανδρέας Ζάνου (ΜΚ2), τρίτος ο Σάββας Κακκίντιρος (ΜΚ3) και τελευταίος ο Αστ. 906 Γ. Ποουρκού (ΜΚ4). Επίσης, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τεκμήρια: Τεκμήριο 1: Κατάθεση ΜΚ
- Τεκμήριο 2: Κατάθεση ΜΚ
- Τεκμήριο 3: Κατάθεση ΜΚ
- Τεκμήριο 4: Κατάθεση ΜΚ
- Τεκμήριο 5: Τελικό σχέδιο σκηνής δυστυχήματος. Τεκμήριο 6: Φωτοαντίγραφο ανακριτικής κατάθεσης Κατηγορούμενου η οποία λήφθηκε από τον Αστ. 906 Γ. Ποουρκού. Τεκμήριο 7: Γραπτή κατηγορία που πρόσαψε εναντίον του Κατηγορουμένου ο Αστ. 906 Γ. Ποουρκού. Τεκμήριο 8: Πρόχειρο σχέδιο σκηνής δυστυχήματος. Περιληπτικά η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έχει ως ακολούθως: Στις 13.11.05 ο ΜΚ1 οδηγούσε το όχημα ΗΤΑ 515 στο δρόμο Δεκέλειας - Ριζοελιάς με κατεύθυνση την Αγία Νάπα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα του ΜΚ1 παρεξέκλινε της πορείας του και κτύπησε στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα μεταξύ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Οι οδηγοί των οχημάτων DAH 542 και ΗΑΑ 75, ΜΚ2 και ΜΚ3 αντίστοιχα, λίγο μετά το δυστύχημα του ΜΚ1 οδηγούσαν τα οχήματα τους στο δρόμο Δεκέλειας - Ριζοελιάς με κατεύθυνση τη Λάρνακα. Όταν αντιλήφθηκαν το εν λόγω δυστύχημα που έλαβε χώραν στην αντίθετη από τη δική τους λωρίδα κυκλοφορίας, στάθμευσαν τα οχήματά τους στη λωρίδα ασφαλείας της κατεύθυνσης τους με πρόθεση να μεταβούν πεζοί στην απέναντι μεριά του δρόμου και να παράσχουν βοήθεια στον άτυχο οδηγό. Στην ίδια κατεύθυνση των ΜΚ2 και ΜΚ3 κινείτο και το όχημα ΚΗΜ 540 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του στη δεξιά δηλαδή την εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσής του. Όταν προσέγγισε το σημείο σύγκρουσης του ΜΚ1 με το στηθαίο του δρόμου, στην προσπάθεια του να αποφύγει το κιγκλίδωμα το οποίο παρενέβη στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο, ένεκα του δυστυχήματος στην εξ' αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, παρεξετράπην της πορείας του και συγκρούστηκε με τα σταθμευμένα στη λωρίδα ασφαλείας οχήματα των ΜΚ2 και ΜΚ
- Αφότου, η κα Θεμιστοκλέους δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεσή της για την Κατηγορούσα Αρχή, ο κ. Κωνσταντίνου, εκ μέρους του Κατηγορουμένου, υπέβαλε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου έδρασε το αίτημά του, τόσο στη μη απόδειξη της αμέλειας του Κατηγορουμένου, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όσο και στην κατ' ισχυρισμό αντινομικότητα της μαρτυρίας. Στην αντίπερα όχθη η κα Θεμιστοκλέους υποστήριξε ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική και ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Κρίνω πως το νομικό πλαίσιο του αιτήματος είναι αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις προϋποθέσεις, η παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή του Κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Υψίστης σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το Δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an annser). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων, το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο Δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Στη βάση των προειρημένων αρχών εξέτασα το υπό κρίση αίτημα του Κατηγορουμένου. Απλή ανάγνωση του άρθρου 8 του Ν. 86/72 αποκαλύπτει ότι εκτός της αμέλειας, δηλαδή της μη καταβολής προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι τόσο η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος όσο και ότι αυτή διενεργήθηκε επί οδού. Πρέπει να προσθέσω εδώ ότι σημαντικό ρολό στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος, διαδραματίζει και η κατάθεση του εκάστοτε Κατηγορουμένου (βλ. Μενέλαος Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41, 45). Βέβαια, τούτο έχοντας πάντα υπόψη τα λεχθέντα στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννης Χ"Κωνσταντίνου
(1989)2 Α.Α.Δ. 99, 103 ότι δηλαδή η προσκόμιση τέτοιας κατάθεσης στο Δικαστήριο από μέρους της αστυνομίας, δεν συνιστά την αναπόφευκτη υιοθέτηση του περιεχομένου της, εφόσον αυτή η παρουσίαση γίνεται καθηκόντος και όχι κατ' επιλογή. Τόσο στη βάση της κατάθεσης του Κατηγορουμένου όσο και της μαρτυρίας των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4, κρίνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μαρτυρία, η οποία για αυτό το στάδιο της διαδικασίας ικανοποιεί την απόδειξη των συστατικών στοιχείων τόσο της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, όσο και ότι τούτη, δηλαδή η οδήγηση, έλαβε χώραν σε οδό. Άλλωστε, η απόδειξη αυτών των συστατικών στοιχείων του αδικήματος δεν αμφισβητήθηκε από τον κ. Κωνσταντίνου. Ως εκ τούτου, ό,τι παραμένει για εξέταση είναι το συστατικό στοιχείο της αμέλειας, δηλαδή η μη καταβολή προσήκουσας επιμέλειας. Ο ορισμός και το κριτήριο διαπίστωσης της προσήκουσας επιμέλειας με ευκρίνεια αποδίδεται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Α. Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, 73: "Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)". Είναι βέβαια κατανοητό ότι η εξάσκηση προσήκουσας προσοχής από μέρους τους οδηγού, προϋποθέτει δυνατότητα ορατότητας. Ενδεικτικό αυτής της προϋπόθεσης είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ
- Στις σελίδες 1439 έως 1440 λέχθηκε ότι: "Οι εφεσείοντες υπέβαλαν ότι η απόφραξη του δρόμου συνιστούσε πράξη αδιαφορίας για τα δικαιώματα των άλλων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο καθώς και πράξη αντικείμενη προς τους κανονισμούς της τροχαίας, οι οποίοι αποκλείουν τη διέλευση αυτοκινήτων στη αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου ο δρόμος διαχωρίζεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, με διπλή άσπρη γραμμή. Οι παράγοντες αυτοί αγνοήθηκαν, κατά την εισήγηση των εφεσειόντων, στον καθορισμό της ευθύνης ή δεν αποδόθηκε σ' αυτούς ή πρέπουσα βαρύτητα. Συμφωνούμε με τη θέση ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Οι οδοί και όλως ιδιαίτερα ο υπεραστικός δρόμος είναι μέσο διάβασης και όχι στάθμευσης. Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and Others [1973] 2 All E.R.
- Η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο, και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Αυτό διευκρινίζεται στην Rouse και όλως ιδιαίτερα στην απόφαση του Δικαστή Buckley, L.J., στην οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση εκείνη είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης του θέματος. "But when there is ample visibility and ample opportunity for the driver of an oncoming vehicle to see and appreciate the nature and extent of an obstruction and to take evasive action, then the obstruction does not constitute a danger, and in such a case there is a break in the chain of causation between the prior negligent act which caused the obstruction and the immediate consequence of the latter negligent act of a driver on the highway who causes an accident." Ελληνική μετάφραση, (ελεύθερη). "Αλλά όταν υπάρχει επαρκής ορατότης και παρέχεται η πρέπουσα ευχέρεια στον οδηγό επερχόμενου αυτοκινήτου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβάλλεται στο δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, τότε το εμπόδιο δεν δημιουργεί κίνδυνο, και σε τέτοια περίπτωση επέρχεται διακοπή στην άλυση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης η οποία προκάλεσε την απόφραξη και τις άμεσες συνέπειες της μεταγενέστερης πράξης οδηγού στον υπεραστικό δρόμο ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα." Προκύπτει, ότι μόνο όπου η πράξη του οδηγού του σταθμευμένου αυτοκινήτου συνέχεται προς το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης σ' αυτόν. Είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει σαφή αντίληψη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της αμέλειας και η καθοδήγηση του επί του προκειμένου υπήρξε πλήρης. Γίνεται αναφορά στην απόφαση του στις υποθέσεις, Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25. Flourentzou ν. Christodoulou
(1988)1 C.L.R. 791. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ότι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Η απόφραξη μέρους του δρόμου δεν προοιώνιζε σ' αυτή την περίπτωση τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό αν η ορατότητα μεταξύ του σημείου που καθίστατο εμφανής η παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και του χώρου στάθμευσης του ήταν μικρότερη και δεν παρεχόταν η ευκαιρία αποφυγής του. Σύμφωνα με το εύρημα του πρωτοδίκου Δικαστηρίου η σύγκρουση οφειλόταν αποκλειστικά στην παράλειψη του εφεσείοντα να σημειώσει έγκαιρα την παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και να λάβει τα πρέποντα μέτρα για την παράκαμψη του, ευχέρεια, που του παρεχόταν ενόψει του ελεύθερου χώρου μεταξύ του σταθμευμένου αυτοκινήτου και της άκρης του δρόμου." Στη δοσμένη περίπτωση κανένα στοιχείο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε δεν αποκαλύπτει την τυχόν ορατότητα που ο Κατηγορούμενος είχε, σε σχέση πάντα με το κιγκλίδωμα και ως τούτο παρενέβαινε στην πορεία του. Σε αυτή την κατάληξή μου δεν παραγνωρίζω ό,τι ο ΜΚ4 ανέφερε στο Δικαστήριο, δήλωση την οποία μεταφέρω αυτούσια. Στο τεκμήριο 4 ο ΜΚ4 αναφέρει "Γραμμή ορατότητας: απεριόριστη". Σημειώνω εδώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ερωτήθηκε και δεν επεξήγησε αυτή την παρατήρησή του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είναι εις θέση χωρίς επεξήγηση να γνωρίζει από ποιο σημείο και προς ποια κατεύθυνση η ορατότητα κρίθηκε ως απεριόριστη. Ακόμη, σημειώνω ότι η υπό κρίση παρατήρηση του ΜΚ4 δεν διευκρινίστηκε κατά πόσο αφορά το εξεταζόμενο δυστύχημα ή εκείνο το οποίο προηγήθηκε. Στο τεκμήριο 4 ο ΜΚ4 αναφέρεται και στα δύο δυστυχήματα που εξετάστηκαν από τον ίδιο. Περαιτέρω, αξίζει να αναφερθεί ότι κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ4 σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης διαφοροποίησε την προαναφερόμενη παρατήρησή του ως ακολούθως: "E. Είπατε κύριε μάρτυρα στην κυρίως εξέταση σας ότι υπήρχε απεριόριστη ορατότητα, τώρα είπατε ότι ο φωτισμός ήταν ανύπαρκτος. Η ορατότητα με τον φωτισμό έχουν σχέση; Α. Η ορατότητα σε σχέση με την ευθεία του δρόμου είναι απεριόριστη. Την στιγμή εκείνη όμως ήταν ανύπαρκτος ο φωτισμός άρα δεν ισχύει στην νύχτα. Τα μόνα στοιχεία που μπορούν να σε καθοδηγήσουν στον αυτοκινητόδρομο αυτό είναι τα φωσφόρα που βρίσκονται στο κιγκλίδωμα. Ε. Στο συγκεκριμένο κιγκλίδωμα το οποίο όπως είχατε πει είχε σπάσει και ήρθε στη λωρίδα του Κατηγορουμένου είχε φωσφόρο; Α. Υπήρχε όμως λόγω του ότι άνοιξε ήταν αδύνατο να τα δει οποιοδήποτε οδηγός, δηλαδή δεν ήταν απέναντι του ούτως ώστε να αντανακλά το φως. " Τέλος, όταν ο ΜΚ4 ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση να αναφέρει την απόσταση μεταξύ του σημείου που αρχίζουν τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης του οχήματος του Κατηγορουμένου (στο τεκμήριο 5 σημειώνεται ως Ψ1) και της άκριας του κιγκλιδώματος που είχε μετακινηθεί (στο τεκμήριο 5 σημειώνεται με το γράμμα Ζ και απέχει 110cm από το στηθαίο του δρόμου), δεν ήταν εις θέση να πράξει τούτο εφόσον ως ανέφερε, δεν προέβη σε τέτοια μέτρηση. Από όλα τα πιο πάνω, άγνωστο παραμένει εάν η περιορισμένη αλλά δεδομένη απόφραξη που δημιούργησε το κιγκλίδωμα ήταν ορατή και από ποια απόσταση ήταν ορατή. Το εν λόγω κενό δεν μπορεί βέβαια να καταλογιστεί εις βάρος του Κατηγορουμένου. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας καθίσταται αδύνατη η διαπίστωση τυχόν αμέλειας του Κατηγορουμένου. Σημειώνω ότι δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι προτού λάβει χώραν το υπό εξέταση δυστύχημα, διάφορα αυτοκίνητα πέρασαν από το εν λόγω σημείο. Βεβαίως, τούτο δεν είναι το κριτήριο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί για τη διαπίστωση ή μή αμέλειας. Από τα εν λόγω στοιχεία τίποτα δεν με οδηγεί σε κατάληξη, έστω και γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ορατότητας του εν λόγω κιγκλιδώματος από τον Κατηγορούμενο, ως τούτο παρενέβαινε στη λωρίδα κυκλοφορίας του τελευταίου (βλ. Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Προτού καταλήξω, κρίνω ορθό να αναφέρω πως η εισήγηση της υπεράσπιση για αντινομικότητα της μαρτυρίας, δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα. Υπάρχουν βέβαια αντιφάσεις μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας, ιδιαίτερα μεταξύ των ΜΚ2 και ΜΚ3. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι εν λόγω αντιφάσεις δεν είναι τέτοιες που θα ήμουν διατεθειμένος να κρίνω το σύνολο της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων, ως αντινομικό. Τέλος, σημειώνω ότι δεν υποδείχθηκαν στο Δικαστήριο οι κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε στην απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος, δηλαδή της αμέλειας και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. ............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο