← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεώργιου Γαβριήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2987/03, 16 Ιανουαρίου 2006

Δημοκρατία ν. Γεώργιου Γαβριήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2987/03, 16 Ιανουαρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2987/03 Δημοκρατία ν.

  1. Γεώργιου Γαβριήλ
  2. Αντρέα Ιωαννίδη
  3. Γεώργιου Αυξεντίου Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2006 Για τη Δημοκρατία : κ. Κέκκος Για τον Κατηγορούμενο 1 : κ. Μιλτιάδου Για τον Κατηγορούμενο 2 : κ. Νικολάου (για να ακούσει απόφαση κ. Κούτρος) Για τον Κατηγορούμενο 3 : κ. Παυλίδης (για να ακούσει απόφαση κα Παφίτου) Κατηγορούμενοι 1,2,3 παρόντες --------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------- Καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 1 πως έκλεψε δύο τίτλους μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας, του Δήμου και Φωφώς Νεάρχου (κατ. 1 και 2) και πως κατ΄ ακολουθία συνωμότησε με τους κατηγορουμένους 2 και 3 για να πλαστογραφήσουν σειρά εγγράφων (κατ.25) προδήλως προς επίτευξη του κοινού σκοπού της πώλησης των μετοχών και αποκόμισης οικονομικού οφέλους. Καταλογίζεται σε όλους τους κατηγορουμένους πως πλαστογράφησαν τους δύο τίτλους (κατ. 3 & 4), έγγραφο μεταβίβασης εισηγμένων αξιών του Χ.Α.Κ. (κατ. 5) έντυπο «Client Registration Individuals» (κατ.6 &7), ειδικά πληρεξούσια των δύο παραπονουμένων (κατ. 8 & 9) και τριών επιταγών (κατ. 10,11 και 12). Τα πλαστογραφημένα έγγραφα κυκλοφόρησαν (κατ. 13,14,15,16,17,18,19,20 και 21) και οι κατηγορούμενοι απέσπασαν με ψευδής παραστάσεις τρία χρηματικά ποσά (κατ. 22,23 και 24) συνολικού ύψους £27.853,96 αντιμετωπίζοντας έτσι και την κατηγορία για αδικήματα συγκάλυψης (κατ. 26). Οι παραπονούμενοι, που πληροφορήθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα ότι οι τίτλοι τους αποστάλησαν ταχυδρομικώς στη διεύθυνση τους, και πως είχαν όμως ήδη πωληθεί μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου της CLR, τη χρήση πληρεξουσίων από κάποιο Γεώργιο Γαβριήλ όπως έμαθαν μέσω της CLR, κατάγγειλαν υπόθεση στην αστυνομία διατυπώνοντας υποψίες κατά του ρηθέντος Γεώργιου Γαβριήλ, κατηγορουμένου 1, διαχειριστή της πολυκατοικίας όπου διέμεναν. Ο τελευταίος συνελήφθηκε και κατά τις ανακρίσεις κατονόμασε σαν συνεργάτες του στην πώληση των κλαπέντων μετοχών τους κατηγορούμενους 2 και
  4. Ακολούθησε η σύλληψη των τελευταίων. Είναι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής πως ο κατηγορούμενος 1 έκλεψε τους τίτλους μετοχών των παραπονουμένων και συνεργάστηκε με τους κατηγορούμενους 2 και 3 ώστε να καταδολιευτούν οι νόμιμοι δικαιούχοι των. Με χειρισμούς του κατηγορούμενου 2, έγινε προσπάθεια μεταβίβασης της κυριότητας των τίτλων και εφόσον αυτή ήταν ανέφικτη ακολούθησε, με ενέργειες του ιδίου, πώληση των μετοχών και ιδιοποίηση του προϊόντος της πώλησης. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 13 μάρτυρες κατηγορίας. Η κατάθεση του πρώτου παραπονούμενου, παρουσιάστηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 24

(1)των Περί Αποδείξεως Νόμων του 1978 μέχρι 2004, ενώ σειρά γεγονότων έγιναν αποδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, απέσυρε αριθμό κατηγοριών αποδεχόμενος ανεπάρκεια της μαρτυρίας προς στοιχειοθέτηση τους. Έτσι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στις κατηγορίες 6,8, 11, 20 και
  1. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου οι τρεις κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στο σύνολο των λοιπών κατηγοριών, της 25ης όπως οι λεπτομέρειες της τροποποιήθηκαν. Ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε τη σιωπή, ο κατηγορούμενος 2 έδωσε ένορκη μαρτυρία, ενώ ο κατηγορούμενος 3 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Ουδείς κάλεσε άλλη μαρτυρία. Κατατέθησαν κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, οι καταθέσεις των κατηγορούμενων 1, 2 και
  2. Του κατηγορουμένου 1 (η απάντηση του κατά την εκτέλεση του δικαστικού εντάλματος σύλληψης και η πρώτη του κατάθεση) και του κατηγορουμένου 3 κατόπιν δίκης εντός δίκης αφού προσεβλήθηκε η θεληματικότητα τους, η δε δεύτερη κατάθεση του κατηγορούμενου 1 και η κατάθεση του κατηγορούμενου 2 χωρίς ένσταση. Οι δηλώσεις και καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 3 είναι ενοχοποιητικές για τους ιδίους και ρητά εμπλέκουν τον κατηγορούμενο
  3. Θα πρέπει να απαντηθεί κατά πόσο, οι ενοχοποιητικές για τον κατηγορούμενο 2 καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 3, αποτελούν μαρτυρικό υλικό εναντίον του κατηγορούμενου 2 ώστε να καταδειχθεί η συνέργεια του με τους κατηγορούμενους 1 και 3 για καταδολίευση των παραπονουμένων και κατά προέκταση η ένοχη σκέψη του (Mens Rea). Είναι καθιερωμένη αρχή του Κοινοδικαίου, ότι εκεί όπου ο κατηγορούμενος κάνει προφορικές ή γραπτές δηλώσεις που είναι ενάντια στα συμφέροντα του και συνιστούν ομολογία, γίνονται εναντίον του δεκτές από το Δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στα γεγονότα που περιγράφουν (βλ. R. v. Donaldson and Others
(1976)64 Cr.App.R. 59 και R. v. Pearce
(1979)69 Cr. App. R. 365). Στην πραγματικότητα, κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Κάθε μέρος της κατάθεσης, λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, 112-113 με παραπομπή στην Findlay Duncan 73, Cr.App.R. 359). Άλλος βασικός κανόνας απόδειξης του Κοινοδικαίου είναι, πως οι καταθέσεις ενός κατηγορουμένου, είτε προς την αστυνομία είτε σε άλλα πρόσωπα, δεν αποτελούν μαρτυρία ενάντια σε συγκατηγορούμενο του, εκτός αν ο τελευταίος ρητά ή εξυπακουόμενα υιοθετεί τις δηλώσεις του άλλου συγκατηγορούμενου και τις κάνει δικές του (βλ. «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη, Έκδ. 1983, σελ. 564-565, παραγρ. 20-66). Όταν τεκμηριωθεί η συνένωση των κατηγορούμενων για τον ίδιο παράνομο σκοπό, τότε η δήλωση ενός σε σχέση με την προαγωγή του συνιστά μαρτυρία εναντίον του άλλου (βλ. «Η Απόδειξη» (πιο πάνω) σελ. 570, παραγρ. 20-71, «Ενέργειες και Δηλώσεις στην προαγωγή κοινού σκοπού»). Συμφωνούμε πως οι καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 3 των οποίων η δυνατότητα να ληφθούν υπόψη εναντίον του κατηγορουμένου 2 συζητείται δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να τεκμηριώσουν την απαραίτητη συνένωση του κατηγορούμενου 2 μαζί τους, για τον ίδιο παράνομο σκοπό. Αν η συνένωση του κατηγορούμενου 2 μετά των κατηγορουμένων 1 και 3 καταδειχθεί με άλλη μαρτυρία, τότε δηλώσεις των κατηγορούμενων 1 και 3 για ενέργειες στην προώθηση του κοινού σκοπού, μπορούν να ληφθούν υπόψη εναντίον του κατηγορούμενου 2. Το ζήτημα μας απασχόλησε και υπό το φως των διατάξεων των Περί Αποδείξεως Νόμων του 1978 μέχρι 2004 χωρίς εν τέλει εισήγηση από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής πως η κατάθεση οιουδήποτε των κατηγορουμένων έχει δυναμική όπως κάθε άλλη εξ' ακοής μαρτυρία στην υπόθεση. Προνοείται στο άρθρο 24
(1)των πιο πάνω Νόμων πως μαρτυρία δεν αποκλείεται απλά και μόνο γιατί είναι εξ' ακοής. Είμαστε της άποψης πως η εξ' ακοής μαρτυρία που αποδεικνύεται από την κατάθεση ενός κατηγορούμενου δεν συνιστά μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου του. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε τις δηλώσεις και καταθέσεις των κατηγορούμενων 1 και 3 δυνάμει του άρθρου 24
(1)(πιο πάνω) αλλά ως ομολογίες των κατηγορούμενων, μάλιστα για τρεις από αυτές διεξήχθηκε, όπως προϋπώθηκε, δίκη εντός δίκης για να αποφασιστεί η δεκτότητα τους. Μπορεί ο οποιοσδήποτε από τους κατηγορουμένους 1, 2 ή 3 να μην ήταν μη ικανός μάρτυρας όταν έδιδε την κατάθεση του στην αστυνομία (Το άρθρο 28 των Νόμων προνοεί πως: «Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του παρόντος Νόμου, αποκλείεται η μαρτυρία για αρχική δήλωση, όταν αυτός που την έκανε δεν ήταν, κατά το χρόνο της αρχικής δήλωσης, ικανός μάρτυρας»). Όταν κατάθεσε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν συγκατηγορούμενος των άλλων δύο όσο και αν κάτι τέτοιο φαινόταν προβλεπτό. Ωστόσο κατά τη δίκη αυτή, ο καθένας είναι μη ικανός μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Blackstone' s Criminal Practice 2002, σελ. 2013 και Payne
(1872)L.R. 1 CCR 349, Grant [1944] 2 All E.R. 311 και Sharrock [1948] 1 All E.R. 145). Η Κατηγορούσα Αρχή δεν δικαιούτo να καλέσει οποιοδήποτε από αυτούς στο εδώλιο ως μέρος της υπόθεσης της. Μόνο αν κάποιος παραδεχτεί, και αφού θα του έχει ήδη επιβληθεί ποινή οπόταν θα έχει πάψει να είναι κατηγορούμενος στην υπόθεση και συγκατηγορούμενος των άλλων ή αθωωθεί ή καταχωρηθεί για αυτόν αναστολή ποινικής δίωξης (Βλ. Blackstone´s (πιο πάνω) σελ. 2014 και Tomey
(1909)2 Cr. App. R. 329, Rowland
(1826)Ry & M 401 και Sherman
(1736)Cast Hard 303). Θα ήταν συνεπώς λανθασμένο και ανεπίτρεπτο να επιτραπεί στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει με έμμεσο τρόπο δηλαδή διά αφηγήσεως τη μαρτυρία προσώπου που δεν της επιτρέπεται και δεν μπορεί να καλέσει ως μάρτυρα στην υπόθεση. Εάν η Κατηγορούσα Αρχή ζητούσε κάτι τέτοιο κατά την παρουσίαση τέτοιας κατάθεσης τούτο δεν θα επιτρέπετο. Νομίζουμε πως κατ΄ εφαρμογή της επιφύλαξης του εδαφίου
(1)του άρθρου 24 ή και του εδαφίου
(2)και κατ΄ επέκταση του άρθρου 3 τούτο δεν θα γινόταν αποδεκτό. Η επιφύλαξη του άρθρυ 24 προνοεί πως: «Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ΄ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης» Το εδάφιο
(2)του άρθρου 24 προνοεί πως: «Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία, που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ΄ ακοής μαρτυρία». Το άρθρο 3 προνοεί πως: «Τηρουμένης οποιασδήποτε άλλης διάταξης που περιλαμβάνεται στο Νόμο αυτό, ή η οποία έχει περιληφθεί ή θα περιληφθεί σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο που ισχύει εκάστοτε, κάθε Δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του σε οποιαδήποτε πολιτική διαδικασία, εφαρμόζει στο μέτρο που οι οποιαδήποτε πολιτική ή ποινική διαδικασία, εφαρμόζει στο μέτρο που οι περιστάσεις το επιτρέπουν, το δίκαιο και κανόνες απόδειξης όπως ίσχυαν στην Αγγλία την 5η Νοεμβρίου 1914». Κάτω από αυτό το νομικό πλαίσιο, προχωρούμε να εξετάσουμε τη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του που έδωσε προς την Αστυνομία 6/5/00 (Τεκμ.53), την οποία υιοθέτησε, προβάλλει τη θέση πως ότι έπραξε το έπραξε ως επαγγελματίας: ανέλαβε να πωλήσει τις μετοχές που του έδωσε ο κατηγορούμενος 1 μέσω χρηματιστηριακού γραφείου, όπως και έγινε, αρνείται όμως γνώση οποιουδήποτε παράνομου σκοπού. Από την πώληση πήρε μόνο £300 ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Αναφορικά με τις ενέργειες του κατηγορούμενου 2 για τη μεταβίβαση των τίτλων των μετοχών και στη συνέχεια την πώληση των μετοχών, πέραν της δικής του μαρτυρίας, ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η μαρτυρία της Μαριάννας Χαϊτίδου, ΜΚ10, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο εργαζόταν ως χρηματοοικονομικός σύμβουλος στο χρηματιστηριακό γραφείο της CLR στη Λεμεσό από το Νοέμβριο του
  1. Προηγουμένως εργαζόταν ως ασφαλίστρια στη Liberty Life. Γνωρίζει τόσο τον κατηγορούμενο 1 όσο και τον κατηγορούμενο
  2. Ο τελευταίος ήταν συνάδελφος της και μαζί έκαναν οικιστικό δάνειο στον κατηγορούμενο
  3. Τον Ιανουάριο του 2000 την επισκέφθηκε στα γραφεία της CLR ο κατηγορούμενος
  4. Ενδιαφερόταν να μεταβιβάσει κάποιους τίτλους μετοχών τους οποίους είχε στην κατοχή του και ήθελε να τους μεταβιβάσει σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Του έδωσε ένα έγγραφο μεταβίβασης εξηγώντας του πώς αυτό θα έπρεπε να συμπληρωθεί. Το έγγραφο αυτό ουδέποτε της επεστράφηκε. Κατά τη δίκη, ανεγνώρισε το Τεκμήριο 7 ως το έγγραφο που παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2, που τότε ήταν κενό. Η ίδια επικοινώνησε με το χρηματιστήριο στη Λευκωσία όπου σε σχετική ερώτηση της, της είπαν ότι μία τέτοια μεταβίβαση μπορούσε να γίνει μόνο μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού. Ενημέρωσε αργότερα τον κατηγορούμενο 2 για το θέμα αυτό. Ο κατηγορούμενος 2 τότε της ανέφερε πως αυτούς τους τίτλους των μετοχών τους είχε πάρει από τον κατηγορούμενο 1, στον οποίον «τους είχε δώσει κάποιος που του έκανε δουλειά και δεν είχε λεφτά να τον πληρώσει». Της είπε ακόμη ότι τους τίτλους τους είχε υπογράψει ο ιδιοκτήτης στο πίσω μέρος. Η μάρτυρας εξήγησε τότε στον κατηγορούμενο 2, πως ασχέτως με το αν οι τίτλοι ήσαν υπογραμμένοι, για να πωληθούν, θα έπρεπε να ανοιχθεί κωδικός στο όνομα του ιδιοκτήτη των μετοχών και ότι η επιταγή που θα εκδιδόταν θα ήταν και πάλι στο όνομα του ιδιοκτήτη. Τότε ο κατηγορούμενος 2 της είπε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν στην Αυστραλία, δεν μπορούσε να έρθει ο ίδιος, γι' αυτό για να εξοφλήσει το χρέος του, έδωσε και τους τίτλους στον κατηγορούμενο
  5. Του έδωσε στη συνέχεια τα απαραίτητα έντυπα όπως της ζήτησε εξηγώντας του πως να τα συμπληρώσει: Ένα ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο προς τη CLR (Τεκμ. 8 και 36) τα οποία η ίδια συμπλήρωσε με στοιχεία τα οποία της έδωσε ο κατηγορούμενος 2 και του τα παρέδωσε για υπογραφή. Αναφέρθηκε ακόμη σε έγγραφο «CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS» (Τεκμ. 35) το οποίο επίσης συμπλήρωσε η ίδια και παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2 για υπογραφή από τους δικαιούχους. Μετά πάροδο 15 περίπου ημερών ο κατηγορούμενος 2 της επέστρεψε όλα τα έγγραφα υπογραμμένα τα οποία απέστειλε η ίδια στα κεντρικά γραφεία της CLR για να πιστοποιηθούν από τον πιστοποιούντα υπάλληλο. Ο τελευταίος τα δέχθηκε μέσα στα πλαίσια της πρακτικής που ακολουθείτο από την εταιρεία, όπως βεβαιώνουν και τα παραδεκτά γεγονότα (Τεκμ.75) . Στις 26/1/00 πωλήθηκαν μέσω του γραφείου της CLR στη Λευκωσία οι 3.300 μετοχές του Δήμου Νεάρχου (Τεκμ. 19) και εξεδόθηκε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 15780076 για το ποσό των Λ.Κ.14467.28 με ημερ. 31.1.00 (Τεκμ. 29 Α). Δεν ήταν βεβαία να πει ποιος παρέλαβε την επιταγή αυτή, νομίζει όμως ότι ήταν ο κατηγορούμενος
  6. Στις 25/2/00 πωλήθηκαν οι μετοχές της Ελληνικής Τράπεζας της Φωφώς Νεάρχου και εκδόθηκε επιταγή στο όνομα της για το ποσό των Λ.Κ.13099,63 με αρ. επιταγής 15780229 της Τράπεζας Κύπρου και ημερομηνία εξαργύρωσης 1/3/00 (Τεκμ. 30). Δεν θυμόταν κατά πόσο αυτή την επιταγή την παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2 ή στον κατηγορούμενο
  7. Την επόμενη μέρα της πώλησης των μετοχών της Φωφώς Νεάρχου, ζητήθηκε από την Ελληνική Τράπεζα μέσω του γραφείου της CLR στη Λευκωσία, φωτοαντίγραφο της ταυτότητας της Φωφώς Νεάρχου, πράγμα το οποίο γίνεται συνήθως κατά διαστήματα για σκοπούς ελέγχου. Η Μ. Χαϊτίδου ζήτησε τότε φωτοαντίγραφο της ταυτότητας από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος ανέλαβε να το φέρει. Πράγματι εκείνος πέρασε την επομένη, το άφησε στο γραφείο απ' όπου και στάληκε στη Λευκωσία. Η Μ. Χαϊτίδου, ήταν βεβαία ότι ουδέποτε μίλησε με τον κατηγορούμενο 3 για την υπόθεση αυτή, αλλά από την αρχή μέχρι τέλους, μέχρι την πώληση των μετοχών δηλαδή, όλες οι επαφές που είχε ήταν με τον κατηγορούμενο
  8. Κατά την αντεξέταση από το δικηγόρο του κατηγορουμένου 1, αλλά και από το δικηγόρο του κατηγορούμενου 2, ήταν βεβαία ότι ο κατηγορούμενος 2 της ανέφερε ότι ο πελάτης ήταν στο εξωτερικό. Η εντύπωση που πήρε από τον κατηγορούμενο 2 ήταν ότι δεν έλειπε για ολιγοήμερο ταξίδι, ούτε ότι θα γυρνούσε σε ένα μήνα. Σε αντεξέταση του δικηγόρου του κατηγορούμενου 3 και σε παρατήρηση του για την αβεβαιότητα που εξέφρασε η μάρτυρας στην κατάθεση της (Τεκμ. 71) και για το ποιος παρέλαβε την επιταγή, απάντησε πως δεν μπορούσε να ήταν άλλος από τον κατηγορούμενο 2 ή κατηγορούμενο 3, για να επιβεβαιώσει εν τέλει ότι την έδωσε στον κατηγορούμενο
  9. Στην κατάθεση της, απλώς εισήγαγε την πρόταση με το ρήμα «νομίζω» επειδή εκείνο το βράδυ που έδιδε κατάθεση, προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει μέσα της τα γεγονότα και δεν ήθελε να εκφράσει αμέσως βεβαιότητα πριν σιγουρευτεί. Όσον αφορά την ταυτότητα της Φωφώς Νεάρχου (Τεκμ. 6) διευκρίνισε απλώς ότι το φωτοαντίγραφο του δελτίου ταυτότητας της πιο πάνω, έφθασε στα γραφεία τους από τα γραφεία της Liberty Life, ενώ εκείνη απουσίαζε. Μία ακόμη διευκρίνιση αξίζει να σημειωθεί που άπτεται της κατάθεσης της Μ. Χαϊτίδου η οποία υιοθετήθηκε ενώπιον μας, αναφορικά με το Τεκμ. 8 ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, και Client Registration - Individuals της Φωφώς Νεάρχου όπου η μάρτυρας ξεκαθαρίζει λέγοντας πώς η ίδια ζήτησε τα στοιχεία από τον κατηγορούμενο 2, ο κατηγορούμενος 2 της έδωσε όλα τα στοιχεία και εκείνη συμπλήρωσε τα έγγραφα. Άλλωστε ο κατηγορούμενος 2 ήταν το μόνο πρόσωπο με το οποίο είχε προσωπική επαφή και της προσκόμισε όλα τα σχετικά στοιχεία που αφορούσαν στην πώληση των μετοχών των δύο παραπονουμένων. Η εκδοχή που εισάγει με την κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2, την οποία όπως είπαμε ουσιαστικά υιοθέτησε ενόρκως, είναι πως ο κατηγορούμενος 3, συνάδελφος του στη Liberty Life του ανέφερε για κάποιες μετοχές που πήρε ο εξάδελφος του, κατηγορούμενος 1, για κάποιες δουλειές που έκανε σε τρίτο πρόσωπο, του χρωστούσε χρήματα και ήθελε να τον εξοφλήσει. Ζήτησε τη βοήθεια του, ως γνώστη του χρηματιστηρίου, για να τις πωλήσει. Μετά από πάροδο 10 - 15 ημερών συναντήθηκαν ο κατηγορούμενος 1 ο ίδιος και ο κατηγορούμενος 3 στην Πάφο σ' ένα καφενείο. Του επανέλαβε εκεί ο κατηγορούμενος 1, ό,τι του μετέφερε ήδη ο κατηγορούμενος
  10. Δεν ζήτησε όμως από τον κατηγορούμενο 1 να του παρουσιάσει τους τίτλους ούτε ο τελευταίος τους είχε μαζί του για να τους δει. Αργότερα ο κατηγορούμενος 3 του έφερε και του παρέδωσε στα γραφεία τους στη Λεμεσό δύο τίτλους μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας στα ονόματα Φωφώ Νεάρχου ο ένας και Δήμος Νεάρχου ο άλλος. Τότε, όταν είδε ότι οι τίτλοι δεν ήταν στο όνομα του κατηγορούμενου 1, αλλά σε άλλα ονόματα, εξήγησε στον κατηγορούμενο 3 ότι έπρεπε να γίνει μεταβίβαση στον κατηγορούμενο 1, που τότε έμαθε το όνομα του. Κράτησε τους τίτλους στο γραφείο του και μετά από μία εβδομάδα εξασφάλισε ένα κενό έγγραφο μεταβίβασης εισηγμένων αξιών Τεκμ.
  11. Το έδωσε στον κατηγορούμενο 3 με σκοπό να συμπληρωθεί και να υπογραφτεί από τον κατηγορούμενο 1 αλλά και από τους ιδιοκτήτες των μετοχών. Αργότερα ο κατηγορούμενος 3 του το επέστρεψε συμπληρωμένο και υπογραμμένο. Πωλητής εμφανιζόταν ο Δήμος Νεάρχου και αγοραστής κάποιος Γρηγορίου Πανίκος. Στο πίσω μέρος έφερε τις υπογραφές τόσο του πωλητή όσο και του αγοραστή. Στην κατάθεση του στην αστυνομία, Τεκμ. 53, όταν το Τεκμ. 7 του υποδείχθηκε από τον εξεταστή ανέφερε εμφατικά «Τώρα βλέπω ότι στη θέση του αγοραστή δεν αναγράφεται το όνομα του εξαδέλφου του Αυξεντίου, Γιώργου Γαβριήλ αλλά το όνομα Γρηγορίου Πανίκος». Μετά την συμπλήρωση του εντύπου επικοινώνησε τηλεφωνικώς ή προσωπικώς δεν ήταν σίγουρος, μίλησε με τη Μ. Χαϊτίδου, σχετικά με το πιο πάνω έγγραφο μεταβίβασης Τεκμ. 7, η οποία του ανέφερε πως δεν ήταν δυνατή η μεταβίβαση: ο πωλητής και ο αγοραστής θα έπρεπε να ήταν συγγενείς πρώτου βαθμού. Έτσι κράτησε το έγγραφο κοντά του και το παρέδωσε στην αστυνομία την ημέρα της σύλληψης του. Έπρεπε λοιπόν να ακολουθηθεί άλλη πορεία όπως του εξήγησε η Χαϊτίδου: Να συμπληρωθούν και υπογραφούν ειδικά πληρεξούσια έγγραφα από τους ιδιοκτήτες των τίτλων αλλά και να συμπληρωθούν και υπογραφούν από τους ιδίους τα CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS, να ανοιχθεί κωδικός αριθμός για να μπορούν να συναλλάσσονται. Για το σκοπό αυτό επισκέφθηκε αργότερα τη Μ. Χαϊτίδου στο γραφείο της CLR στη Λεμεσό ή ήρθε η ίδια στο γραφείο του. Προμηθεύτηκε έτσι δύο ειδικά πληρεξούσια και δύο CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS. Δεν θυμόταν αν τα έγγραφα αυτά ήταν συμπληρωμένα με τα ονόματα και τα λοιπά στοιχεία της Φωφώς και Δήμου Νεάρχου. Όλα τα έγγραφα, δύο πληρεξούσια και δύο CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS τα έδωσε, είπε αρχικά, στον κατηγορούμενο
  12. Εκείνος του τα επέστρεψε μετά από λίγες μέρες συμπληρωμένα και υπογραμμένα. Για να συμπληρώσει αμέσως μετά, πώς το ένα πληρεξούσιο έγγραφο και το CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS του Δήμου Νεάρχου, το έδωσε μία νύχτα στον κατηγορούμενο 1 που τον επισκέφθηκε στο σπίτι του με σκοπό να συμπληρωθούν και υπογραφούν από τον ιδιοκτήτη. Του τα επέστρεψε όμως ο κατηγορούμενος
  13. Όλα αυτά, μαζί με τους τίτλους των μετοχών των δύο παραπονουμένων, τα πήρε στη Μ. Χαϊτίδου για να προωθηθεί η πώληση των μετοχών. Μετά από επανειλημμένες τηλεφωνικές οχλήσεις του κατηγορουμένου 1 προς τον κατηγορούμενο 3, πήρε στις 26.1.00 τηλέφωνο τη Μ. Χαϊτίδου και της έδωσε οδηγίες να πωλήσει τις μετοχές του Δήμου Νεάρχου. Έτσι και έγινε. Το απόγευμα πληροφορήθηκε από τη Μ. Χαϊτίδου ότι οι μετοχές πωλήθηκαν στις 26/1/00 για τα ποσά που φαίνονται στα Contract Notes (Τεκμ. 39 Β εώς 39 Ε). Στις 28/1/00 επικοινώνησε μαζί του ο κατηγορούμενος 3 και του είπε ότι είχε μαζί του την επιταγή, την είχε παραλάβει την επομένη μέρα από τη Μ. Χαϊτίδου. Ήταν υπογραμμένη από τον Δήμο Νεάρχου. Εκείνη την ώρα ο ίδιος βρισκόταν στην Τράπεζα Κύπρου όπου εργάζεται και η σύζυγος του. Είπε στον κατηγορούμενο 3 να τον συναντήσει στην τράπεζα. Είδε την επιταγή. Είδε ότι ήταν υπογραμμένη κανονικά από τον Δήμο Νεάρχου. Την πήρε, την υπόγραψε και ο ίδιος και προσπάθησε να την εξαργυρώσει. Δεν κατέστη όμως δυνατόν. Η ημερομηνία εξαργύρωσης ήταν μετά από δύο μέρες. Έφυγαν. Ξαναπήγε ο ίδιος δύο μέρες μετά στο ίδιο κατάστημα. Του την εξαργύρωσαν. Ήταν £14.000, «του τα έδωσαν σε μετρητά». Πήγαινε προς το γραφείο, όταν στο χώρο στάθμευσης συνάντησε τον κατηγορούμενο 3 και του έδωσε όλο το ποσό όπως βρισκόταν μέσα στο φάκελο. Ενώ έφευγε, είδε και τον κατηγορούμενο 1 να κατευθύνεται προς τον κατηγορούμενο
  14. Τον χαιρέτησε. Δεν μίλησαν όμως για το θέμα των μετοχών. Ανέβηκε στο γραφείο του, αργότερα ακολούθησε και ο κατηγορούμενος 3 ο οποίος και του έδωσε γύρω στις £300 «ως κομίσιον για όλες τις ταλαιπωρίες του». Ακολούθησαν και πάλι μετά από καμιά εικοσαριά ημέρες τηλεφωνήματα του κατηγορούμενου 1 για να πωληθούν και οι μετοχές που δεν είχαν πωληθεί, του Δήμου Νεάρχου, 72 στον αριθμό. Πράγματι, πωλήθηκαν στις 19/2/
  15. Απέφεραν £290 που πήρε ο ίδιος από τα γραφεία της CLR στη Λεμεσό. Δεν εξαργύρωσε ο ίδιος την επιταγή, την έδωσε στον κατηγορούμενο 3 για να τη δώσει στον κατηγορούμενο
  16. Μετά και πάλι από τηλεφωνήματα του κατηγορούμενου 1, ο κατηγορούμενος 2 τηλεφώνησε στη Μ. Χαϊτίδου για να πωλήσει και τις 3.372 μετοχές της Φωφώς Νεάρχου. Πράγματι, οι μετοχές πωλήθηκαν. Σε κάποιο στάδιο η επιταγή από την πώληση των μετοχών βρέθηκε στα χέρια του υπογραμμένη από τη Φωφώ Νεάρχου. Με τον ίδιο τρόπο, όπως έγινε και με την επιταγή του Δήμου Νεάρχου, αφού την υπέγραψε ο ίδιος, την εξαργύρωσε στο ίδιο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου. Ολόκληρο το ποσό, γύρω στις £13.000 το έδωσε στον κατηγορούμενο
  17. Δεν πήρε οτιδήποτε άλλο πέραν από τις πρώτες £300 της πρώτης φοράς. Το πράγμα όμως όπως φαίνεται, δεν τελείωσε εδώ. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 μετά την πώληση των μετοχών της Φωφώς Νεάρχου προέκυψε πρόβλημα με τον αριθμό της ταυτότητας της. Μίλησε για αυτό με τους κατηγορούμενους 1 και 3 και τους ζήτησε να του βρουν αντίγραφο της ταυτότητας της Φωφώς Νεάρχου. Ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε πως δεν εύρισκε τη Φωφώ, μετά, ότι έχασε την ταυτότητα της. Ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να βρει τη Φωφώ και να πάρει αντίγραφο του διαβατηρίου της. Επειδή όμως τον πίεζε ο χρόνος και το γραφείο της CLR ήθελε σύντομα το αντίγραφο της ταυτότητας ή του διαβατηρίου, προσπάθησε μέσω άλλων να εξασφαλίσει αντίγραφο της. Η Κούλα Στέλιου ΜΚ7 και η Ξένια Θεοδούλου ΜΚ6, συνάδελφοι του, ήταν τα πρόσωπα που επέλεξε για να τον βοηθήσουν. Έτσι μετά από συνομιλία που είχε με τις πιο πάνω, στάληκε με φαξ στο γραφείο τους η φωτογραφία με τα στοιχεία Φωτεινή Νεάρχου (Τεκμ. 6). Κατά τον κατηγορούμενο 2 πάντοτε, την παρέλαβε ο κατηγορούμενος 3 και την έστειλε στα γραφεία της CLR πάλι με φαξ, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 είχε εξηγηθεί μαζί του από προηγουμένως. Στο περιεχόμενο της δια ζώσης μαρτυρίας των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας πέραν της μάρτυρος Μ. Χαϊτίδου αναφερόμαστε όπου τούτο κρίνεται απαραίτητο πιο κάτω. Έχουμε ακούσει με προσοχή και έχουμε παρατηρήσει όλους τους μάρτυρες τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και τον ίδιο τον κατηγορούμενο
  18. Διαπιστώνουμε ότι, όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας αρχής μας έκαναν ιδιαίτερα καλή εντύπωση. Η μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων δεν αμφισβητήθηκε (ΜΚ 1, 2, 3, 4 και 9). Οι ενέργειες τους σχετικά με την περισυλλογή Τεκμηρίων και τη διακίνηση τους, παραμένει άθιχτη. Οι μαρτυρίες όλων των προσώπων που αναμίχθηκαν στη διακίνηση των μετοχών και στην ολοκλήρωση της πώλησης, επίσης δεν αμφισβητήθηκαν. Κάποιες επιμέρους ερωτήσεις που τέθηκαν σε κάποιους από τους μάρτυρες γύρω από θέματα συναφή με την αποστολή του φαξ του δελτίου ταυτότητας ή της λήψης της επιταγής ή άλλων επιμέρους θεμάτων, τέθηκαν κρίνουμε με σκοπό την αμφισβήτηση της μνήμης τους και όχι της αξιοπιστίας τους. Βέβαια η ακριβολογία συνιστά μέρος της αξιοπιστίας και αντανακλά στην όλη εικόνα που δυνατό να σχηματίσει το Δικαστήριο για ένα μάρτυρα και στη βαρύτητα που θα αποδώσει στη μαρτυρία του. Σημειώνουμε και κάνουμε ξεκάθαρο εξ' υπ' αρχής ότι ακόμη και εκεί που τέθηκαν τέτοια θέματα, ΜΚ6 Ξένια Θεοδούλου, ΜΚ7 Κυριακούλα Στέλιου και ΜΚ8 Άννα Χατζήμιχαήλ, δεν κλόνισαν τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών. Οι τοποθετήσεις τους και οι επεξηγήσεις που έδωσαν, επιβεβαίωσαν και έκαναν πιο ισχυρή την αλήθεια του λόγου τους. Δεχόμαστε τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας στο σύνολο της και κάνουμε ανάλογα ευρήματα. Εξετάσαμε πολύ προσεκτικά τη μαρτυρία της Μ. Χαϊτίδου, έχοντας πάντα κατά νου ότι η μάρτυρας αυτή αρχικά συνελήφθηκε ως ύποπτη από την αστυνομία. Εξετάσαμε το ενδεχόμενο η μαρτυρία της να δόθηκε με σκοπό να συγκαλύψει οποιαδήποτε δική της παράλειψη ή αμέλεια. Σημειώνουμε ότι δεν υπήρξε τέτοια εισήγηση από την Υπεράσπιση ούτε και επιχειρήθηκε με την αντεξέταση να οδηγηθούμε σε τέτοια συμπεράσματα. Διαπιστώσαμε σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της, κάποιες διαφορετικές τοποθετήσεις ή μια κάποια αμφιταλάντευση ως προς κάποιες λεπτομέρειες. Όσον αφορά π.χ στο ποιος πέρασε να πάρει από το γραφείο της την επιταγή των £13.000 ή ποιος συμπλήρωσε τα στοιχεία αναφορικά με το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο και τα CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS της Φωφώς Νεάρχου. Όμως η μάρτυρας ήδη με τη δεύτερη της κατάθεση προς την Αστυνομία, Τεκμ.71 κάνει τις διευκρινήσεις της τις οποίες υιοθετεί και επαναλαμβάνει και ενώπιον μας: τα στοιχεία συμπεριλαμβανομένων και του τηλεφώνου τα συμπλήρωσε η ίδια όπως της τα έδωσε ο Κατηγορούμενος 2, πλην βεβαίως της υπογραφής των ιδιοκτητών. (Τεκμ.35 και Τεκμ.36 ειδικά πληρεξούσια έγγραφα). Ακόμη βεβαιώνει πλέον θετικά και ενώπιον μας ότι το Τεκμ.29Α επιταγή με δικαιούχο τον Δήμο Νεάρχου την έδωσε στον Κατηγορούμενο
  19. Βρίσκουμε πως τίποτα το αφύσικο ή μεμπτό υπάρχει σε σχέση με τη πρώτη δυσκολία της μάρτυρος να ανακαλέσει άμεσα στη μνήμη της πρόσωπα και γεγονότα και να τοποθετηθεί εξ' υπ' αρχής με απόλυτη βεβαιότητα. Ας μη ξεχνούμε ότι η μάρτυρας εκείνη τη μέρα συνελήφθηκε ως ύποπτη. Τα γεγονότα ήταν πολλά. Οι λεπτομέρειες αναφορικά με τα έγγραφα αρκετές. Φυσιολογική και ειλικρινής λοιπόν κρίνεται η εξήγηση που δίνει κατά την αντεξέταση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3 αναφορικά με το ποιος πήρε την επιταγή Τεκμ.29 Α όταν λέει ότι χρησιμοποίησε τη λέξη 'νομίζω' γιατί απλώς ήθελε να ήταν βεβαία. Το βράδυ προσπάθησε να θυμηθεί καλύτερα τα γεγονότα. Η στάση της αυτή βρίσκουμε ότι ενισχύει την αξιοπιστία της και αίρει οποιαδήποτε υποψία προχειρότητας. Αίρει ακόμη θα λέγαμε κι οποιαδήποτε σκιά για την αλήθεια του λόγου της: Δεν επιθυμεί εύκολα και πρόχειρα να αποδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενέργειες για τις οποίες δεν ήταν απολύτως βεβαία. Η Μ. Χαϊτίδου μας έδωσε εντύπωση ανθρώπου που έλεγε την αλήθεια και ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει ψέματα για να ενοχοποιήσει τους κατηγορούμενους. Τα όσα ανέφερε για την πληροφόρηση της από τον κατηγορούμενο 2, ότι οι δικαιούχοι διέμεναν στην Αυστραλία, ακόμη και αν μπορούσε να διαβλέψει πως ήταν επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο 2, θα επενεργούσαν κατά τον ίδιο τρόπο και για την περίπτωση της ιδίας ως υπόπτου. Συνεπώς κίνητρο θα είχε να αποκρύψει τέτοια πληροφόρηση παρά ψευδώς να την προβάλει. Αυτά που διηγήθηκε ενώπιον μας βρίσκουμε ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια του πράγματος και στην αλληλουχία των γεγονότων που έλαβαν χώραν ενώπιον της. Από την πιο πάνω μαρτυρία επισημαίνουμε ιδιαιτέρως τα πιο κάτω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2:
  20. Ο Κατηγορούμενος 2 όταν εμφανίζεται στη Μ. Χαϊτίδου με σκοπό να διερευνήσει τα της μεταβίβασης των μετοχών, της τονίζει ότι οι τίτλοι των μετοχών είναι υπογραμμένοι στο πίσω μέρος από τους ιδιοκτήτες.
  21. Της λέει ότι οι ιδιοκτήτες απουσιάζουν στο εξωτερικό στην Αυστραλία.
  22. Της δίνει ο ίδιος τα στοιχεία των ιδιοκτητών για να συμπληρωθούν τα CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS συμπεριλαμβανομένου και του αριθμού τηλεφώνου.
  23. Όλα όσα σχετίζονται με τα αναγκαία για την πώληση έγγραφα και τη συμπλήρωση τους έγιναν αποκλειστικά με τον Κατηγορούμενο
  24. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το μόνο πρόσωπο το οποίο είχε επαφή μαζί της και της προσκόμισε όλα τα σχετικά έγγραφα. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ. Χαϊτίδου στο σύνολό της και κάνουμε ανάλογα ευρήματα. Θα έρθουμε τώρα να εξετάσουμε τη μαρτυρία του κατηγορούμενου
  25. Έχουμε ήδη παραθέσει τη μαρτυρία του και τα κύρια σημεία της εκδοχής του. Ο κατηγορούμενος 2 στην ουσία παραδέχεται τα ουσιαστικά γεγονότα αλλά προσπαθεί να δώσει τις δικές του εξηγήσεις και να προσδώσει στην όλη ενέργεια και συμπεριφορά του πέπλο αθωότητας ή επικαλούμενος ουδετερότητα των γεγονότων ή ότι οι ενέργειες αυτές έγιναν μέσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Παραδέχεται ουσιαστικά τη συνάντηση με τους κατηγορούμενους 1 και 3 και ότι το πρόσωπο που τον έφερε σε επαφή με τον κατηγορούμενο 1 είναι ο κατηγορούμενος
  26. Δέχεται ότι είχε από το τέλος του 1999 πληροφόρηση από τον κατηγορούμενο 3 για τις μετοχές που είχε ο κατηγορούμενος
  27. Δέχεται τη συνάντηση που είχαν και οι τρεις σε καφενείο στην Πάφο. Ουσιαστικά όμως επικαλείται πλήρη άγνοια: δεν γνώριζε ότι οι τίτλοι μετοχών ήταν κλοπιμαίοι. Στην πραγματικότητα διευκόλυνε τους κατηγορούμενους 1 και 3, για την πώληση των μετοχών τους. Βρίσκουμε ότι όλα όσα ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε, σκοπό έχουν να πείσουν το Δικαστήριο να δεχθεί τις εξηγήσεις του. Θέλουμε να τονίσουμε εξ' υπ' αρχής, ότι η μαρτυρία του αποτελείται από ένα κράμα παραδοχών ενάντια των συμφερόντων του και ψευδολογιών που κατά την άποψη του εξυπηρετούν τους στόχους του. Δεν απορρίπτουμε τη μαρτυρία του στην ολότητα της, ιδιαίτερα εκεί όπου κάνει παραδοχές οι οποίες υποστηρίζονται και από άλλη μαρτυρία την οποία ήδη έχουμε δεχθεί ως αξιόπιστη. Επισημαίνουμε ιδιαιτέρως τα πιο κάτω τα οποία κατά τη κρίση μας φανερώνουν τη ψευδολογία του Κατηγορούμενου 2:
  28. Ο κατηγορούμενος 2 παραδέχεται πως κατά τη συνάντηση με τους κατηγορουμένους 1 και 3 στο καφενείο στην Πάφο, ανέλαβε να διερευνήσει την προοπτική πώλησης των τίτλων των μετοχών που κατείχε ο κατηγορούμενος
  29. Διατείνεται πως τότε δεν γνώριζε ότι οι τίτλοι ήσαν επ' ονόματι τρίτων προσώπων και όχι του κατηγορουμένου 1, που μόνο το μικρό όνομα λέει πως ήξερε. Εν τοιαύτη περιπτώσει τι επ' ακριβώς θα διερευνούσε εν τη αγνοία των ουσιωδών περιστάσεων της περίπτωσης. Αν δε, ήταν η αντίληψη του, πως οι τίτλοι είχαν καθ' οιονδήποτε τρόπο ήδη μεταβιβαστεί από τους ξένους χρεώστες επ' ονόματι του κατηγορούμενου 1, προς τι η διερεύνηση μιας απλής διαδικασίας πώλησης μετοχών από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη τους και μάλιστα εφόσον ο ίδιος ήταν γνώστης των «χρηματιστηριακών» όπως διατείνεται; Ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε εμπειρία της συνήθους διαδικασίας πώλησης μετοχών από εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, προκύπτει και από τη μαρτυρία της μάρτυρας Μ. Χαϊτίδου.
  30. Όποτε κι αν έμαθε ότι οι τίτλοι των μετοχών ήσαν εγγεγραμμένοι σε τρίτα πρόσωπα, ενήργησε για τη μεταβίβαση τους επ' ονόματι του κατηγορούμενου
  31. Ξεκινά τη διαδικασία με το έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων αξιών, Τεκμ.
  32. Στο όνομα του αγοραστή εμφανίζεται το όνομα Γρηγορίου Πανίκος, διεύθυνση και αρ. ταυτότητας. Στο πίσω μέρος υπάρχουν οι υπογραφές του πωλητή και του αγοραστή. Ψεύδεται, βρίσκουμε, ο κατηγορούμενος 2 όταν λέει πως για πρώτη φορά είδε το όνομα Γρηγορίου Πανίκος όταν έδινε τη κατάθεση του στην Αστυνομία. Το έγγραφο αυτό είναι παραδεκτό από τον κατηγορούμενο 2 πως βρισκόταν σε συγκεκριμένους χρόνους μετά τον καταρτισμό του στην κατοχή του. Αναφέρεται στην Ξυδιάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, σελ. 199 με παραπομπή στον Phipson on Evidence 12η έκδ. παραγρ. 768, πώς «τα έγγραφα τα οποία είναι ή βρίσκονται στην κατοχή ενός διαδίκου είναι γενικά αποδεκτά εναντίον του ως πρωτογενής (περιστατική μαρτυρία) για να δείξουν τη γνώση του περιεχομένου των. Τη σχέση του με ή τη συνενοχή του στη δοσοληψία στην οποία αναφέρονται ή την κατάσταση της σκέψης του με αναφορά σε αυτά». Είναι συνεπώς η κατοχή του εγγράφου, μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου 2 επί τω ότι γνώριζε πως στο έγγραφο μεταβίβασης, το πρόσωπο το οποίο θα δεχόταν τη μεταβίβαση και μνημονεύετο ως αγοραστής ήταν ο Γρηγορίου Πανίκος και όχι ο κατηγορούμενος
  1. Η εκδοχή του αυτή κρίνεται ιδιαιτέρως αφύσικη αν ληφθεί υπόψη ότι μελέτησε το όλο θέμα, περίμενε αρκετές μέρες, συζήτησε και στη συνέχεια ο ίδιος επέλεξε να προχωρήσει με τη συμπλήρωση του Τεκμ.
  2. Θα ήταν λοιπόν φυσικό αλλά και αναγκαίο και λογικό να ελέγξει τα ονόματα του πωλητή και αγοραστή για να διαπιστώσει ότι όλα βρίσκονταν σε τάξη. Συγκεκριμένα υπήρξε συζήτηση με τη Μ. Χαϊτίδου για το ζήτημα ότι ο αποδέκτης της μεταβίβασης δεν ήταν πρόσωπο συγγενικό πρώτου βαθμού με τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες. Δεν μπορεί λοιπόν, παρά ο κατηγορούμενος 2 να είδε ποιος εφέρετο σαν αποδέκτης των μετοχών. Η καταγραφή ως «αγοραστού», ονόματος άλλου από του κατηγορούμενου 1, εισάγεται γιατί θα εξυπηρετούσε ώστε στην περίπτωση διερεύνησης του ζητήματος, ο ερευνητής να μην οδηγηθεί στο πρόσωπο του κατηγορούμενου 1, και κατ' ακολουθίαν των συνεργατών του.
  3. Όταν καταφεύγει ήδη στη Μ. Χαϊτίδου για την πώληση πλέον των μετοχών, τη μαρτυρία της οποίας έχουμε αποδεχθεί, γνωρίζει ότι απαιτείται να ανοιχθεί κωδικός στο όνομα του ιδιοκτήτη των μετοχών και ότι η επιταγή θα εκδοθεί στο όνομα του ιδιοκτήτη. Αναλαμβάνει τη συμπλήρωση και προώθηση των εγγραφών στη CLR δίνοντας στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες. - Στο Τεκ 7 όπως ήδη είπαμε το όνομα Γρηγορίου Πανίκος αντί του Κατηγορούμενου
  4. - Στο CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS για τη Φωφώ Νεάρχου εισάγει τον αριθμό του φορητού τηλεφώνου του όπως τα παραδεκτά γεγονότα καταδεικνύουν (ΜΚ Φοίβος Δημητρίου- Τεκμ. 60) - Το ίδιο κάνει και στο Ειδικό Πληρεξούσιο της Φωφώς Νεάρχου, Τεκμ.
  5. - Στο CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS για τον Δήμο Νεάρχου (Τεκμ. 33) και ειδικό πληρεξούσιο για το ίδιο πρόσωπο (Τεκμ. 34) εισάγεται το κινητό τηλέφωνο του Παναγιώτη Γαβριήλ, πατέρα του κατηγορούμενου 1, όπως και πάλι τα παραδεκτά γεγονότα καταδεικνύουν. Και αν ακόμα δεχθούμε ότι τα στοιχεία αυτά συμπληρώθηκαν από τον Κατηγορούμενο 1 και πάλι είναι ο Κατηγορούμενος 2 που τα προωθεί στη Μ. Χαϊτίδου. Θα ήταν λοιπόν και πάλι φυσικό αλλά και επιβεβλημένο να ελέγξει τα στοιχεία αυτά. Ακόμη και τον αριθμό τηλεφώνου, που όσο ασήμαντο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού οποισδήποτε ήθελε να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη των τίτλων για οποιοδήποτε πρόβλημα, θα επικοινωνούσε είτε με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2 είτε με τον Κατηγορούμενο
  6. Καθόλου τυχαίο λοιπόν δεν είναι το εν λόγω γεγονός.
  7. Στην προσπάθεια του να διευκολυνθούν τα πράγματα και να αποφευχθεί και να μην απαιτηθεί ενδεχομένως η εμπλοκή των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών στη διαδικασία πώλησης, λέει στην Μ. Χαϊτίδου ότι «οι ιδιοκτήτες απουσιάζουν στην Αυστραλία». Στην μαρτυρία του ενώπιον μας ο Κατηγορούμενος 2 δέχεται ότι σε μια από τις συναντήσεις που είχε με την Μ. Χαϊτίδου, της ανέφερε υπό τύπο φωνακτού προβληματισμού, ότι οι ιδιοκτήτες λείπουν στο εξωτερικό. Απορρίπτουμε την θέση του. Με τη μαρτυρία της Χαϊτίδου και της Φωφώς Νεάρχου τις οποίες έχουμε ήδη αποδεχθεί βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε καταφανώς ένα ψέμα για να εξυπηρετηθούν καλύτερα οι σκοποί του όπως ο ίδιος τους αντιλαμβανόταν. Είναι αδιάφορο βέβαια αν κάτι τέτοιο θα ενδυνάμωνε ή όχι την υπόθεση του. Σημασία έχει ότι το ψέμα αυτό χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 μέσα στην όλη δική του συλλογιστική και σίγουρα δεν ήταν ούτε αθώο, ούτε και έγινε υπό τύπο φωνακτού προβληματισμού.
  8. Αφύσικη όμως κρίνεται και η όλη αναφορά και οι οποιεσδήποτε εξηγήσεις του σε σχέση με τις επαφές που είχε με τον κατηγορούμενου 1 πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου ανέλαβε τη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών: - Ενώ παίρνει τις μετοχές, τις ξεχνάει αφημένες στο συρτάρι του γραφείου του. Χρειάζονται επανειλημμένες τηλεφωνικές οχλήσεις του κατηγορούμενου 1, λέει ο ίδιος, στην κατάθεση του, μέσω του κατηγορουμένου 3 για να επικοινωνήσει με τη Μ. Χαϊτίδου. - Προσπαθεί ο Κατηγορούμενος 2 να αρνηθεί προσωπική επαφή με τον Κατηγορούμενο 1, για ευνόητους βρίσκουμε λόγους. Όμως αμέσως μετά, στη μαρτυρία του ενώπιόν μας, δέχεται και επίσκεψη του ιδίου του Κατηγορουμένου 1 στη Λεμεσό, με σκοπό τη συμπλήρωση του ειδικού Πληρεξούσιου εγγράφου Τεκμ. 36 μαζί με τον Κατηγορούμενο
  9. Βρίσκουμε ότι και εδώ υπήρξε προσπάθεια ψευδολογίας και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Με ερωτηματικά μας αφήνει η εξήγηση που δίνει ο κατηγορούμενος 2 σε σχέση με τα Τεκ7,8 και 9 τα οποία βρέθηκαν στη κατοχή του, και τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν. Τα κράτησε γιατί ίσως να χρειάζονταν, είπε. Το Τεκμ. 9 παρουσιάζεται ασυμπλήρωτο, να φέρει μόνο την υπογραφή της Φωφώς Νεάρχου. Ενώ από το Τεκμ. 8 απουσιάζει ο αρ. ταυτότητας και του τηλεφώνου του προσυπογράφοντα. Ιδιαίτερα με αναφορά στο Τεκμ. 9 ξενίζει για ποιο λόγο θα μπορούσε ο νόμιμος δικαιούχος να υπογράψει εν λευκώ και να διαθέσει τέτοιο έγγραφο. Πώς ο κατηγορούμενος 2 στην πορεία των πραγμάτων που περιέγραψε μπορεί καλόπιστα να κατείχε τέτοιο έγγραφο; Μαρτύρησε πως έδωσε τα πληρεξούσια έγγραφα για υπογραφή και ουδεμία εξήγηση έδωσε για την κατοχή περαιτέρω πληρεξουσίων εγγράφων. Ψεύτικη επίσης βρίσκουμε την εξήγηση που δίνει ο Κατηγορούμενος 2 και σε σχέση με τα δικαιώματα Αγοράς Μετοχών της Φωφώς Νεάρχου Τεκμ.
  10. Πώς ήξερε ο Κατηγορούμενος 2 ότι είχε τέτοια δικαιώματα η Φωφώ Νεάρχου; Με τη μαρτυρία της την οποία έχουμε ήδη αποδεχτεί, η τελευταία λέει ότι εξάσκησε η ίδια τα δικαιώματά της. Δεν αποδεχόμαστε επίσης τις εξηγήσεις που δίνει ο κατηγορούμενος 2 και σε σχέση με τις προσπάθειες που κάνει μέσω των Μ.Κ 6 Ξένιας Θεοδούλου και Μ.Κ 7 Κυριακούλας Στέλιου, για ανεύρεση του αριθμού ταυτότητας της Φωφώς Νεάρχου. Αν είχε ένα απλό ενδιαφέρον, αν απλώς εξυπηρετούσε τους Κατηγορούμενους 1 και 3, και μάλιστα χωρίς προκαθορισμένη αμοιβή, προς τι να υποχρεωθεί από τα πρόσωπα αυτά και να κινητοποιηθεί τόσος κόσμος; Ιδιαιτέρως σημειώνουμε ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε, και εύκολα διαπιστώνεται από τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος διακίνησε ότι ο αριθμός δελτίου ταυτότητας που χρησιμοποιήθηκε αρχικά, αρ. δελτίου ταυτότητας 570272 στο Τεκμ.36 και Τεκμ.
  11. Τον αριθμό αυτό, έδωσε ο ίδιος στη Μ. Χαϊτίδου, κατά δε τη θέση του, τον είχε πληροφορηθεί από τους κατηγορουμένους 1 ή
  12. Όταν ζητά από τη μάρτυρα Ξ. Θεοδούλου να εξεύρει φωτοαντίγραφο της ταυτότητας της Φωφώς Νεάρχου, ο ίδιος της δίνει ως αριθμό ταυτότητας
  13. Αν επρόκειτο για καθόλα νόμιμη διαδικασία, τη εμπλοκή της εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας Φωφώς Νεάρχου, τότε ο κατηγορούμενος 2 δεν θα έπρεπε να διατηρεί αμφιβολίες για την ορθότητα του αρ. δελτίου ταυτότητας
  14. Αλλά και αν τούτο συνέβαινε, το φυσικότερο και ασφαλέστερο ήταν να αποταθεί ενδεχομένως μέσω του κατηγορούμενου 1 ή 3 στην ιδίαν την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια για να διευκρινίσει τον αριθμό. Εάν αυτή δεν ανευρίσκετο για να δώσει την πληροφόρηση, περισσότερο θα έπρεπε να προβληματιστεί για το πώς αυτή υπέγραψε τα διάφορα έγγραφα που του είχαν παρουσιαστεί. Ο τρόπος χειρισμού και εξαργύρωσης των δύο επιταγών (Τεκμ. 29 Α και 30) από τον κατηγορούμενο 2 παρουσιάζεται αφύσικος και κατά παρέκκλιση των συνήθων διαδικασιών των τραπεζών. Σημειώνουμε πως ο κατηγορούμενος 2 ενεργεί πέραν του σημείου που κατά τον ίδιο αρχικά του εζητήθη να εξυπηρετήσει. Εμπλέκεται στην εξαργύρωση των επιταγών με τη δικαιολογία ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε δοσοληψίες με τράπεζα. Διαψεύδεται όμως από τα παραδεκτά γεγονότα, που καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος 1 και στεγαστικά δάνεια είχε με την ασφαλιστική εταιρεία Liberty Life αλλά και λογαριασμούς σε τράπεζες. Η εμπλοκή του μπορεί να ιδωθεί υπό το δεδομένο ότι η σύζυγος του ήταν υπάλληλος στην τράπεζα όπου αποτάθηκε για τοις μετρητοίς εξαργύρωση των επιταγών και ήταν γνωστός στους ταμίες της τράπεζας. Μπορούσε κατά αυτό τον τρόπο, όπως και ο ίδιος παραδέχεται, να επιτύχει όπως και πέτυχε, να εισπράξει τις επιταγές σε μετρητά. Εάν στη διαδικασία εξαργύρωσης των δύο επιταγών συναινούσαν και ενέχοντο οι νόμιμοι δικαιούχοι, η καταφυγή στις διασυνδέσεις του κατηγορούμενου 2 θα ήταν αχρείαστη.
  15. Όταν συναντά στο πάρκιγκ της Liberty Life τον Κατηγορούμενο 3 και του δίνει όπως λέει ολόκληρο το ποσό της επιταγής (Τεκμ. 29Α) που ο ίδιος εξαργύρωσε και ο ίδιος ζήτησε σε μετρητά, βλέπει εκεί τον Κατηγορούμενο 1 αλλά δεν του απευθύνει το λόγο. Και μάλιστα ενός προσώπου ιδιαίτερα επίμονου και ενοχλητικού που ο ίδιος τον χαρακτήρισε σαν τον πελάτη του, από τον οποίο έπαιρνε οδηγίες και που ήθελε να πουληθούν οι μετοχές του όσο πιο γρήγορα γινόταν. Και ο οποίος μάλιστα στη συνέχεια πληρώνει ένα ποσό έναντι χρέους που είχε στην Liberty, μέσω του κατηγορούμενου
  16. Η συνάντηση του με τον κατηγορούμενο 1 στο χώρο του γκαράζ αποκλείεται να ήταν όπως την περιγράφει ο κατηγορούμενος
  17. Αν ο κατηγορούμενος 1 ήταν όντως ο πελάτης του, και ο κατηγορούμενος 2 ενεργούσε για εξυπηρέτηση του, το λογικό και αναμενόμενο ήταν να τον προσεγγίσει, να του μιλήσει και ο κατηγορούμενος 1 να τον ευχαριστήσει για την εξυπηρέτηση του.
  18. Ο κατηγορούμενος 2 ανάφερε στην κατάθεση του στην αστυνομία και δια ζώσης επιβεβαίωσε, πως σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις κατέβαλε στον κατηγορούμενο 1 δύο χρηματικά ποσά. Ήταν η θέση του πως τα δύο αυτά ποσά, ουδεμία σχέση είχαν με το ζήτημα των επιδίκων τίτλων μετοχών και παραχωρήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 συνεπεία της γνωριμίας τους και υπό τη μορφή δανεισμού, για να τον διευκολύνει σε οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Η υποβληθείσα στον κατηγορούμενο 2 θέση, από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ήταν πως από την πώληση των επιδίκων μετοχών, οι τρεις συγκατηγορούμενοι διαμοίρασαν το προϊόν της πώλησης κατά τρόπο που ο κατηγορούμενος 1 να θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο, οπόταν ο κατηγορούμενος 2 του κατέβαλε τα δύο ποσά ώστε να διαφοροποιηθούν ανάλογα τα μερίδια τους στο προϊόν της παρανομίας. Το πρώτο ποσό, αφορούσε £500 και πληρώθηκε με την υπ' αρ. 91182783 επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας. Το δεύτερο ποσό, αφορούσε £800 και πληρώθηκε με την υπ' αρ. 91182795 επιταγή της ιδίας τράπεζας (το βιβλιάριο επιταγών του κατηγορουμένου 2 που εμπεριέχει τα στελέχη των πιο πάνω επιταγών παρουσιάστηκε ως τεκμήριο 40). Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2, να δανείσει όπως διατείνεται συνολικά £1.300 στον κατηγορούμενο 1, προβάλει αφύσικη. Τον κατηγορούμενο 1 γνώριζε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και συνάντησε λίγες φορές, μία ή δύο κατά τον ίδιο. Δεν υφίστατο στενή σχέση μεταξύ τους, ο δέ κατηγορούμενος 2 μαρτύρησε πως ούτε το επίθετο του αρχικά γνώριζε. Οι λόγοι του δανεισμού όπως καταγράφονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου 2 στην Αστυνομία δεν ταυτίζονται απόλυτα με τους λόγους που δια ζώσης προέβαλε. Στην κατάθεση του αμφιταλαντεύεται για τον λόγο του πρώτου δανεισμού αναφέροντας ότι το πρόβλημα αφορούσε τον πατέρα του κατηγορουμένου 1 που είτε όφειλε χρηματικές ποινές είτε ήταν άρρωστος είτε τη σύζυγο του που ήταν άρρωστη, ενώ διά ζώσης επικαλέστηκε κατά θετικό τρόπο τον πρώτο λόγο. Στο αφύσικο της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου 2 καταγράφουμε την δήλωση του ότι ουδέποτε απαίτησε εξόφληση των ποσών που δάνεισε. Η πληρωμή των δύο πιο πάνω ποσών από τον κατηγορούμενο 2 προς τον κατηγορούμενο 1 υπό μορφή δανεισμού προβάλει σαν παράλογη εξήγηση όταν ληφθεί υπόψη η χρονική αλληλουχία των γεγονότων. Η επιταγή των £500 φέρει ημερομηνία 7/2/00 και αυτή των £800 18/2/
  19. Φαντάζει εντελώς παράλογο ο κατηγορούμενος 1 να είχε ανάγκη να δανειστεί τα πιο πάνω ποσά στους συγκεκριμένους χρόνους όταν στις 31/1/00 είχε για λογαριασμό του εισπραχθεί το ποσό των £14.467,28σ. από την πώληση των μετοχών του Δήμου Νεάρχου (βλ. Επιταγή 15780076 Τραπέζης Κύπρου εκδοθείσα από την CLR, Τεκμ.29Α). Ο κατηγορούμενος 2 ήταν γνώστης του γεγονότος αφού αυτός εξαργύρωσε την επιταγή, είχε μάλιστα υπόψη, όπως ο ίδιος αποκάλυψε, πως ο κατηγορούμενος 1 όχι μόνο είχε με μέρος των χρημάτων πληρώσει χρέος του προς την Liberty Life αλλά είχε προβεί και σε επενδύσεις. Αλλά πέραν από κάθε λογική βρίσκεται η εξήγηση του κατηγορουμένου 2 περί δανεισμού όταν ληφθεί υπόψη πως επίκειτο και η πώληση των μετοχών της Φωφώς Νεάρχου, οπόταν αναμένετο ο κατηγορούμενος 1 να εισπράξει ανάλογο ποσό. Πράγματι στις 3/3/00 εισπράχθηκε για λογαριασμό του το ποσό των £13.099,63σ. (βλ. Επιταγή 15780229 της Τραπέζης Κύπρου ημερ. 1/3/00 εκδοθείσα από την CLR, Τεκμ. 30). Αλλά και πάλι γιατί ο κατηγορούμενος 2, που και πάλι ενήργησε στην Τράπεζα, για την σε μετρητά, εξαργύρωση της επιταγής, δεν κράτησε για λογαριασμό του το ποσό των £1.300 που όπως ισχυρίζεται είχε δανείσει στο κατηγορούμενο
  20. Προς τι τόση μεγαλοψυχία προς ένα πελάτη με τον οποίο δεν τον συνέδεε οτιδήποτε άλλο; Και γιατί αυτή η αδιαφορία προς τα χρήματα δεν αντικρίστηκε το ίδιο και για το ποσό των £300 που παίρνει ως αμοιβή. Παρουσιάστηκε προς ενίσχυση της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής το Τεκμήριο 76 που αφορά κατάσταση λογαριασμού του κατηγορουμένου 2 στην Ελληνική Τράπεζα όπου παρουσιάζεται να καταθέτει την 1/2/00, δηλαδή την επομένη της σε μετρητά εξαργύρωσης της επιταγής Τεκμ. 29Α , σε μετρητά το ποσό των £3.644 και στις 3/3/00, την ιδία μέρα που εξαργυρώθηκε σε μετρητά η επιταγή Τεκμ.30 το ποσό των £3.200 πάλι σε μετρητά. Η εξήγηση που έδωσε στην μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 2 ήταν πως τα ποσά αφορούσαν επιταγές πελατών που εισπράχθησαν και συγκεντρώνονταν για να κατατεθούν όλα μαζί. Παρατηρούμε για ότι αξίζει ότι το ποσό των £3.200 συνιστά το 25% περίπου του ποσού των £13.099,63σ. ενώ το ποσό των £3.644 συνιστά και πάλι το 25% περίπου του ποσού των £14.467,28σ. Έχουμε ήδη θεώρηση της μαρτυρίας στο σύνολο της, έχουμε εκτιμήσει και κάθε συγκεκριμένο στοιχείο που έχει τεθεί στο σύνολο αυτό. Ήδη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ. Χαϊτίδου έχουμε κάνει τις επισημάνσεις μας που αφορούν στον κατηγορούμενο 2 και έχουμε συνοψίσει την περιστατική μαρτυρία η οποία κατά την κρίση μας φαίνεται ιδιαιτέρως ισχυρή και εμπλέκει τον κατηγορούμενο 2 στη διάπραξη των αδικημάτων. Ιδιαιτέρως σημειώνουμε το ψέμα που χρησιμοποίησε στη Μ. Χαϊτίδου ο κατηγορούμενος 2 ότι η Φωφώ Νεάρχου και ο Δήμος Νεάρχου, οι ιδιοκτήτες των μετοχών, απουσίαζαν στην Αυστραλία και το οποίο ψέμα κατά την κρίση μας είναι σημαντικό στην όλη υπόθεση. Γιατί ο κατηγορούμενος 2 να έχει την ανάγκη να καταφύγει σ' αυτό ενώ όλα ήσαν κατά την εκδοχή του νόμιμα και απλώς ο ίδιος θα προωθούσε την πώληση τους; Βρίσκουμε ότι το κίνητρο του δεν είναι αθώο αλλά αποκαλύπτει προσπάθεια να πετύχει εύκολα το σκοπό του. Ψέμα επίσης μέσα στα πλαίσια της νομολογίας βρίσκουμε και τα όσα ο κατηγορούμενος, αναφέρει όπως ήδη έχουμε πει πιο πάνω, σε σχέση με τη συμπλήρωση του εγγράφου μεταβίβασης εισηγμένων αξιών, Τεκμ. 7 και τα στοιχεία του αγοραστή Γρηγορίου Πανίκος. Η ανεξάρτητη πηγή μαρτυρίας, που καταδεικνύει το ψεύδος, συνίσταται στην κατοχή του εγγράφου σε συνδυασμό με το νομικό τεκμήριο της γνώσης (βλ. Ξυδιάς πιο πάνω). Για τη σημασία του ψέματος ως μέρος της περιστατικής μαρτυρίας και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες θεωρείται ότι τείνει προς την ενοχή του κατηγορούμενου, παραπέμπουμε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέας Π. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260. Στην υπόθεση Αλ-Χάματ και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117 και συγκεκριμένα στις σελ.136-137 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως υποδεικνύεται στη Fournides v. Republic ενοχοποιητικά συμπεράσματα, τα οποία μπορεί να συναχθούν από δηλώσεις του κατηγορούμενου, εξαρτώνται άμεσα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λέγονται, ιδιαίτερα από τα συμπεράσματα που μπορούν να προκύψουν ως προς τα κίνητρα, που οδήγησαν στην καταφυγή στο ψεύδος. Η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί (θετικά) τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αποτελεί μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση.» Ο χειρισμός των δύο επιταγών καταδεικνύει απαρέκκλητα κατά την κρίση μας πως ο κατηγορούμενος 2 αντιλαμβανόταν και κατανοούσε πως εξαργύρωνε τις επιταγές χωρίς τη συναίνεση των νόμιμων δικαιούχων. Αντιλαμβανόταν περαιτέρω, πως οι ρηθείσες επιταγές δεν είχαν διέλθει από τα χέρια των νόμιμων δικαιούχων και πως οποιεσδήποτε οπισθογραφήσεις που εφέροντο ως των δικαιούχων, δεν ήταν γνήσιες. Αφ' εαυτού ο χειρισμός των επιταγών μας πείθει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την πιο πάνω γνώση του κατηγορούμενου 2, πολύ περισσότερο όταν τα επιμέρους γεγονότα συνεκτιμηθούν με τα στοιχεία που προηγουμένως αναφέραμε. Ο κατηγορούμενος 2 ενήργησε κακή τη πίστη, εξαργυρώνοντας τις δύο επιταγές. Οι ενέργειες του δεν μπορεί παρά να θεωρηθούν ως αποτέλεσμα προσυνεννόησης με τους κατηγορουμένους 1 και 3. Οι επαφές που αυτός αποδέχεται με τους κατηγορουμένους 1 και 3, δεν μπορεί υπό το φως των δεδομένων να ήσαν αθώες. Όλες οι προηγηθείσες ενέργειες εξαργύρωσης των επιταγών του κατηγορούμενου 2, όπως τις έχουμε πιο πάνω παραθέσει και αναλύσει, μας πείθουν ως λογική συνέπεια πως η συνέργεια του μετά των κατηγορούμενων 1 και 3 προηγήθηκε της οποιασδήποτε ενέργειας του στην υπόθεση (βλ. Phipson on Evidence 14η Εκδ. παραγρ. 16-16). Καταλήγουμε ότι η συνέργεια του κατηγορούμενου 2 μετά των κατηγορουμένων 1 και 3, έχει αποδειχθεί ώστε να είναι πλέον δυνατό οι δηλώσεις των συγκατηγορουμένων του στις καταθέσεις τους προς την αστυνομία που αφορούν στην προώθηση του κοινού πλέον σκοπού, να δύνανται να θεωρηθούν ως μαρτυρία εναντίον του. Μέσα στο νομικό πλαίσιο που έχουμε προδιαγράψει έχουμε ενώπιον μας ως μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή την δήλωση του κατηγορουμένου 1 κατά την σύλληψη του και τις καταθέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 3 που έδωσαν προς την Αστυνομία τις οποίες δεχθήκαμε ως θεληματικές κατόπιν διεξαγωγής δίκης εντός δίκης. Η θεληματικότητα και επομένως το αποδεκτό μιας μαρτυρίας κρίνεται πάντοτε με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που την περιβάλλουν (βλ. Μαύρος αλλιώς 'Χατζής' v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 466). Με τις ενδιάμεσες μας αποφάσεις ημερ. 13/10/05, 14/10/05 και 3/11/05 αντίστοιχα, έγιναν δεκτές οι καταθέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 3. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους δεν έθεσαν εκ νέου, κατά την αντεξέταση των αστυνομικών οργάνων που έλαβαν τις καταθέσεις, θέμα υπόπτων συνθηκών ή άλλης αξιόμεμπτης ή αθέμιτης ενέργειας. Ανεξαρτήτως όμως με αυτό το Δικαστήριο πάντοτε έχει εξουσία να αναθεωρήσει την απόφαση του για τη δεκτότητα καταθέσεως η οποία έγινε δεκτή κατόπιν δίκης εντός δίκης. Βλ. R V Watson
(1980)2 All Ε.R. 293 R V Murray
(1951)Κ.13.391, Πάνοβιτς ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 310 και Χαραλαμπίδη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ
  1. Στην κατάλληλη περίπτωση όταν υπάρχει μαρτυρία που δίδεται μετά τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης η οποία δείχνει ότι η κατάθεση δεν είναι θεληματική, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την άποψή του. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία. Διατηρούμε λοιπόν τη θέση μας περί θεληματικότητας των τριών καταθέσεων (Τεκμ. 15, 41, 59) και της δήλωσης (Τεκμ. 2) και προχωρούμε να εξετάσουμε και να βεβαιωθούμε κατά πόσο το περιεχόμενο τους συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων όπως έχουν διακριβωθεί. Στις καταθέσεις του Τεκμ. 15 ημερ. 4.5.00 και Τεκμ. 41 ημερ. 16.5.00, ο κατηγορούμενος 1 εξιστορεί όπως είπαμε ήδη τον τρόπο με τον οποίο βρήκε τους τίτλους μετοχών του ζεύγους των παραπονουμένων. Αποφάσισε να τους κρατήσει καίγοντας το φάκελο την ίδια ώρα. Σκεφτόταν τι μπορούσε να κάνει με τις μετοχές. Την ίδια μέρα είχε ραντεβού που είχε διευθετηθεί από προηγουμένως, με τον Γιώργο Αυξεντίου, κατηγορούμενο 3, ασφαλιστή στη Liberty Life. Θα υπέγραφε κάποια έγγραφα στεγαστικού δανείου με την πιο πάνω εταιρεία. Κατέφθασε ο κατηγορούμενος 3 μαζί με άλλο συνάδελφο του, τον Άνδρο Ιωαννίδη από τη Λεμεσό. Άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να μιλά στο τηλέφωνο για θέματα χρηματιστηρίου. Τότε σκέφθηκε να τους αναφέρει για «τους τίτλους που βρήκε χαμαί». Πράγματι, τους είπε τα καθέκαστα. Τους έδωσε τους τίτλους, τους είδαν και οι δύο. Τους κράτησε ο κατηγορούμενος
  2. Θα μιλούσαν, του είπε ξανά, το απόγευμα στο τηλέφωνο, για να του πει αν υπήρχε τρόπος να τις πωλήσουν. Το απόγευμα μίλησε με τον Γιώργο, κατηγορούμενο 3, για να πει στον κατηγορούμενο 2 που κρατούσε τους τίτλους, ότι του τους έδωσαν το ζεύγος Νεάρχου: «για λεφτά που του χρωστούσαν για δουλειά που τους είχε κάμει». Μετά από πάροδο πέραν των 15 ημερών, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο
  3. Του ζητούσε φωτοαντίγραφα των δελτίων ταυτοτήτων του ζεύγους Νεάρχου. Ο ίδιος δεν είχε τρόπο να τις εξασφαλίσει. Δύο μέρες αργότερα, συναντήθηκε στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 ύστερα από τηλεφώνημα του τελευταίου. Εκεί ο κατηγορούμενος 2, του παρουσίασε τρεις φόρμες τυποποιημένες. Του είπε πως είναι πληρεξούσια έγγραφα για να μπορέσουν να πωλήσουν τις μετοχές. Του ζήτησε και έβαλε πάνω στη μία φόρμα «μιαν υπογραφή με τα αρχικά Ν.Δ. και που πάνω τους μια καλακατσούνα», δήθεν την υπογραφή του Δήμου Νεάρχου. Στη δεύτερη φόρμα, πάλι ύστερα από συνεννόηση έγραψε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 ολογράφως το όνομα Γαβριήλ Παναγιώτης, το όνομα δηλαδή του πατέρα του κατηγορούμενου
  4. Ενδεχομένως και τη διεύθυνση του. Κάτω από τα στοιχεία στη θέση της υπογραφής, υπέγραψε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 με το όνομα Π. Γαβριήλ. Τις φόρμες τις κράτησε ο κατηγορούμενος 2, θα φρόντιζε του είπε «να κάμει ο ίδιος την πράξη και θα τον ενημέρωνε». Μετά από πάροδο 2 -3 ημερών, τον πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος, κατηγορούμενος
  5. Θα του έστελνε με φαξ μια φωτοτυπία του δελτίου ταυτότητας της Φωφώς Νεάρχου με τη φωτογραφία της, για να βεβαιωθούν ότι πρόκειται πράγματι για την ίδια. Την παρέλαβε και τότε ο κατηγορούμενος 1 βεβαίωσε τον κατηγορούμενο 3 ότι ήταν πράγματι η ταυτότητα της ίδιας της Φωφώς. Τη φωτοτυπία την έκαψε αυθημερόν. Υπήρξαν ήδη σκέψεις από τον κατηγορούμενο 3 να εξασφαλιστούν άλλως πως οι ταυτότητες. Πέρασαν λίγες μέρες, οπόταν ο κατηγορούμενος 3 στο σπίτι του, σε οικογενειακή συγκέντρωση στη Λεμεσό, του έδειξε μια επιταγή για Λ.Κ. 14.000 ποσό που προήλθε, όπως είπε, από την πώληση των μετοχών του ζεύγους Νεάρχου. Η επιταγή ήταν στο όνομα του Δήμου Νεάρχου. Του ζήτησε, ο κατηγορούμενος 3, να του υπογράψει στο πίσω μέρος με τα αρχικά Ν.Δ. και με «καλακατσούνα που πάνω». Την επιταγή την κράτησε ο κατηγορούμενος 3, θα φρόντιζε του είπε ο κατηγορούμενος 2 για εξαργύρωση της. Θα του έδιναν και εκείνου κάποια λεφτά. Πήρε £8.000 την επομένη μέρα στα γραφεία της Liberty Life από τον κατηγορούμενο
  6. Τα υπόλοιπα θα τα κανόνιζαν μετά. Ακολούθησε μετά από λίγες μέρες πώληση και των άλλων μετοχών. Εξαργύρωσαν, όπως του είπε ο κατηγορούμενος 3 ακόμη δύο επιταγές. Του έδωσε άλλες £8.700 σε μετρητά που του αναλογούσαν. Στη δεύτερη του κατάθεση Τεκμ. 41, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα της πρώτης συνάντησης. Αναφέρεται σε μία συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο 2 στη Λεμεσό, στο σπίτι του τελευταίου και λέει πως ο κατηγορούμενος 2 του είπε πως οι μετοχές έπρεπε να μεταβιβαστούν επ' ονόματι του. Σκέφτηκαν έτσι να μεταβιβάσουν στο όνομα κάποιου γνωστού του κατηγορούμενου 1, Πανίκου Γρηγορίου από τη Γεροσκήπου. Έδωσε το όνομα και τη διεύθυνση του πιο πάνω προσώπου στον κατηγορούμενο
  7. Αργότερα προμήθευσε τον τελευταίο με τον αριθμό της ταυτότητας του πιο πάνω Πανίκου. Πριν φύγει από το σπίτι του κατηγορούμενου 2, ο τελευταίος τον έβαλε να υπογράψει σ' ένα έγγραφο μεταβίβασης με το όνομα Νεάρχου Δήμος, ένα Ν.Δ. σε κύκλο και ένα Φ.Ν. σε κύκλο και πάλι. Όσον αφορά τη θέση που πρόβαλε με την πρώτη του κατάθεση περί υπογραφής της επιταγής των £14.000 την αναιρεί. Απλώς του την έδειξε ο κατηγορούμενος
  8. Ήταν ανυπόγραφη. Την επιταγή των £13.000 περίπου ούτε την είδε ούτε την υπόγραψε. Αργότερα και μετά που είδε ότι η επιταγή ήταν πάνω από £14.000 και του ιδίου του έδωσαν μόνο £8.000 ο κατηγορούμενος 2 του έστειλε δύο δικές του επιταγές, για £800 και £500 αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθη στις 5/5/00 κατόπιν νόμιμου εντάλματος σύλληψης (Τεκμ. 4) από τον ΜΚ1, αμέσως δήλωσε πώς δεν είχε ιδέα για την υπόθεση. Την ίδια ημέρα προβαίνει σε θεληματική κατάθεση (Τεκμ. 59) προς τον αστυφ. 1847 Α. Αντωνίου. Η σχέση του με τον κατηγορούμενο 1 είναι αποδεκτή, όπως την καθορίζει και ο τελευταίος. Δεκτή και ταυτόσημη με τη θέση του κατηγορούμενου 1 και οι δοσοληψίες του με τον τελευταίο. Είχε στεγαστικό δάνειο στη Liberty Life, ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ο ίδιος εργάζεται ως ασφαλιστής. Ξεκινά και ο ίδιος τη διήγηση των γεγονότων με αναφορά στην προκαθορισμένη συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο 1 για «σκοπούς της ασφάλειας του». «Στην εταιρεία» πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο 2, συνάδελφο του, θα έβλεπε και εκείνος κάποιους πελάτες του στην Πάφο. Συνάντησαν τον κατηγορούμενο 1 στην οικοδομή όπου εργαζόταν. Εκεί ο κατηγορούμενος 1 τους ανέφερε ότι είχε κάποιους τίτλους μετοχών για πώληση και ζήτησε τη βοήθεια τους για να τις πωλήσει. Ήταν δύο τίτλοι μετοχών σε «ονόματα άλλων ατόμων». Τον ρώτησαν πού τις βρήκε. Τις βρήκε «κάπου πετάμενες» ήταν η απάντηση του. Τους δύο αυτούς τίτλους, τους πήρε και τους κράτησε ο κατηγορούμενος 2 για να δει αν μπορούσαν να πωληθούν. Οι μετοχές δεν μπορούσαν να πωληθούν γιατί χρειάζονταν οι υπογραφές των ιδιοκτητών. Αυτό το μετέφερε στον κατηγορούμενο
  9. Ακολούθησε συνάντηση όλων τους στο γραφείο της Liberty Life στη Λεμεσό. Εκεί ο κατηγορούμενος 2 έδωσε στον κατηγορούμενο 1 κάποιες φόρμες μεταβίβασης μαζί με πληρεξούσια για να μεταβιβαστούν επ' ονόματι του, του κατηγορούμενου 1 δηλαδή, αφού υπογραφούν από τους ιδιοκτήτες των μετοχών. Και πάλι όμως, όπως του είπε ο κατηγορούμενος 2, συναντούσαν πρόβλημα: δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν στο όνομα του κατηγορούμενου 1 διότι δεν ήταν συγγενής εξ' αίματος με τους ιδιοκτήτες των μετοχών. Απ' όσα μπορούσε να γνωρίζει, σε συνάντηση που έγινε μεταξύ των κατηγορούμενων 1 και 2, υπογράφηκαν και συμπληρώθηκαν και άλλα έγγραφα για πώληση των μετοχών. Ο δε κατηγορούμενος 2 ανέλαβε να προωθήσει τις μετοχές μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου με την ονομασία CLR στη Λεμεσό, για να γίνει πώληση μέσω της Μαριάννας Χαϊτίδου, την οποία γνώριζε διότι υπήρξε παλιά συνάδελφος του στη Liberty Life. Υπήρξε ήδη συνεννόηση με τον κατηγορούμενο 1 όταν θα πωλούντο οι μετοχές να τους έδινε κάποιο ποσό χρημάτων, δηλαδή του ιδίου και του κατηγορούμενου
  10. Συνεννόηση υπήρξε ακόμη από προηγουμένως με τον κατηγορούμενο 1 για τη δικαιολογία που θα έδιναν αν ρωτούντο, πού βρήκαν τους τίτλους που ανήκαν σε άλλα άτομα. Θα έλεγαν ότι οι ιδιοκτήτες των μετοχών, χρωστούσαν λεφτά στον κατηγορούμενο 1 για δουλειές που τους, έκανε για εξόφληση. Τη δικαιολογία αυτή, την είπε για να τη ξέρει και ο κατηγορούμενος
  11. Μετά από λίγες μέρες, τον ειδοποίησε ο κατηγορούμενος 2 ότι πωλήθηκαν οι μετοχές του Δήμου Νεάρχου και ότι στάληκε κοντά του η επιταγή των £13.
  12. Την παρέλαβε ο ίδιος και την παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1 σε συνάντηση που είχαν με τον τελευταίο στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 1 του την επέστρεψε υπογραμμένη στο πίσω μέρος, με τα αρχικά Ν.Δ.. Ο ίδιος τότε την πήρε στην Τράπεζα Κύπρου κοντά στο Woolworth μαζί με τον κατηγορούμενο
  13. Εκεί την υπέγραψε στο πίσω μέρος και ο κατηγορούμενος 2 την εξαργύρωσε σε μετρητά, τα οποία του παρέδωσε. Έδωσε στον κατηγορούμενο 1 τις £8.000, ο ίδιος κράτησε τις £1300 και τα υπόλοιπα, γύρω στις £4.500 τα έδωσε πίσω στον κατηγορούμενο 2 που τα κατέθεσε στο λογαριασμό του. Ακολούθησε η προσπάθεια πώλησης των μετοχών της Φωφώς Νεάρχου. Υπήρχε όμως κάποιο λάθος στον αριθμό ταυτότητας της σε μία από τις φόρμες που ήταν αναγεγραμμένος. Ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να παρουσιαστεί φωτοαντίγραφο του δελτίου ταυτότητας της στο χρηματιστηριακό γραφείο. Τις επόμενες μέρες, βρήκε πάνω στο φαξ του γραφείου του ένα φωτοαντίγραφο δελτίου ταυτότητας στο όνομα Φωφώ Νεάρχου με μία φωτογραφία της. Στάληκε από τον ίδιο στον κατηγορούμενο 1 και πάλι με φαξ. Ο κατηγορούμενος 1 τον βεβαίωσε ότι ήταν η Φωφώ Νεάρχου, οπότε ο ίδιος έστειλε και πάλι με φαξ στα γραφεία της CLR, γράφοντας το όνομα της Μαριάννας για να την παραλάβει. Μετά από λίγες μέρες τον πληροφόρησε ο κατηγορούμενος 2 ότι πωλήθηκαν και οι μετοχές της Φωφώς. Η επιταγή για £13.000 από την πώληση των μετοχών, εξαργυρώθηκε και πάλι από τον κατηγορούμενο στην ίδια τράπεζα. Την επιταγή την υπέγραψε ο κατηγορούμενος
  14. Από τα λεφτά αυτά, ο κατηγορούμενος 3 έδωσε στον κατηγορούμενο 1 £6.000 και ο ίδιος και ο κατηγορούμενος 2 κράτησαν από £2.
  15. Από το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας την οποία έχουμε αποδεκτεί και τα γεγονότα τα οποία έχουν διακριβωθεί δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία για την αλήθεια της ομολογίας του Κατηγορουμένου
  16. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 αρνείται ενοχή όταν κατηγορείται γραπτώς δεν αλλάζει τη διαπίστωσή μας. Τα ίδια υιοθετούμε και για την κατάθεση και ομολογία του Κατηγορούμενου 3, ο οποίος ομολογεί ότι εξ' υπαρχής ότι γνώριζε ότι οι τίτλοι των παραπονούμενων μετόχων είχαν κλαπεί από τον Κατηγορούμενο
  17. Ότι ανέλαβε το ρόλο του μεταφορέα εγγράφων μεταξύ 1ου και 2ου Κατηγορούμενου αλλά και ότι ανέλαβε και άλλες ενέργειες για να εξασφαλίσει νέο αριθμό ταυτότητας στο όνομα Φωφώ Νεάρχου, υποστηρίζεται και από άλλη περιστατική μαρτυρία την οποία έχουμε ήδη αποδεχθεί. Υποστήριξη βρίσκει ακόμα η ομολογία του και από το γεγονός ότι επιστρέφει ποσό £3.500 στους παραπονούμενους μέσω του γαμπρού τους, ΜΚ
  18. Με βάση τη μαρτυρία όπως την έχουμε αποδεχθεί είναι εύρημα μας ότι οι μετοχές των δυο παραπονούμενων είχαν κλαπεί. Ουδέποτε οι τίτλοι των μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμούς 518145 στο όνομα Δήμος Νεάρχου και 518315 στο όνομα Φωφώ Νεάρχου (Τεκμ. 19 & 25) έφτασαν στα χέρια τους αν και ταχυδρομήθηκαν δεόντως στη διεύθυνση τους στην Πάφο σε ξεχωριστούς φακέλους για τον καθένα. Στις 26/1/00 ο Δήμος Νεάρχου φαίνεται να πωλεί συνολικά: 3300 μετοχές με αρ. συναλλαγής 7506580 για 1800 μετοχές 7506560 για 500 μετοχές και 7506570 για 1000 μετοχές. Στις 18/2/00 πώλησε με αρ. συναλλαγής 8144840, 72 μετοχές. Οι πιο πάνω συναλλαγές έγιναν μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας CLR Stockbrokers Ltd μέσω της Μ. Χαϊτίδου. Οι μετοχές της Φωφώς Νεάρχου πωλούνται στις 25/2/2000, 3372 μετοχές αρ. συναλλαγής
  19. Συναλλαγή που γίνεται μέσω του ιδίου χρηματιστηριακού γραφείου. Όλες οι επαφές και όλα τα έγγραφα συναφή και αναγκαία με την πώληση των μετοχών γίνονται από το κατηγορούμενο
  20. Από τις καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 3 προκύπτει και είναι εύρημα μας, ότι οι κατηγορούμενοι 1 - 3 απεκόμισαν από την πώληση των μετοχών των δύο παραπονουμένων και την εξαργύρωση των επιδίκων επιταγών, διάφορα ποσά. Η αδυναμία επακριβούς προσδιορισμού των ποσών που εισπράχθηκαν από τον κάθε ένα από τους κατηγορούμενους δεν άπτεται της ποινικής ευθύνης, όπως την έχουμε διαγνώσει πιο πάνω. Καταδεικνύει όμως ότι ο κάθε κατηγορούμενος απεκόμισε οικονομικό όφελος και περίπου το μέγεθος του. Για το θέμα του ελέγχου της μεταβίβασης των μετοχών των δυο παραπονουμένων και την εικόνα που παρουσίαζε η κατάσταση των μετοχών τους κάνουμε ανάλογα ευρήματα ως η μαρτυρία της ΜΚ8 Άννας Χ''Μιχαήλ υπεύθυνης στο Τμήμα Μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ την μαρτυρία της οποίας ήδη έχουμε δεχθεί ως καθόλα αξιόπιστη. Μέσα από τη μαρτυρία της Χ''Μιχαήλ διαπιστώνουμε και κάνουμε ειδική αναφορά που αποτελεί επί μέρους εύρημά μας ότι η Ελληνική Τράπεζα άλλαξε τον αριθμό δελτίου ταυτότητας της Φωφώς Νεάρχου που είχαν αρχικά στα μητρώα τους και που ήταν ο ορθός: 333676 Τεκμ.62, με τον αριθμό 459292, ο οποίος αντικαθιστούσε άλλο αριθμό ταυτότητας και συγκεκριμένα τον αριθμό 570272, για να μπορέσει να διεκπεραιωθεί η συναλλαγή. Υπάρχει ακόμη ως αποδεκτό γεγονός ενώπιον μας ότι κατόπιν γραφολογικών εξετάσεων επί των εγγράφων επί των οποίων έχουν τεθεί οι αμφισβητούμενες υπογραφές, αυτές δεν ανήκουν στους παραπονούμενους αλλά και ότι κανείς από τους κατηγορούμενους δεν συνδέεται μ' αυτές πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το ερώτημα είναι αν η μαρτυρία που έχουμε ήδη αποδεχθεί είναι αρκετή για να οδηγήσεις με ασφάλεια στην ενοχή των κατηγορουμένων και κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον τους. Το βάρος απόδειξης της υπόθεσης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Woolmington v. D.P.P
(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαρίτωνος ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις). Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή των κατηγορουμένων τότε αυτή θα πρέπει ν' αποφασιστεί υπέρ τους και ν' απαλλαγούν της κατηγορίας (βλ. τις ίδιες πιο πάνω αποφάσεις, Τούμπα ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 393, Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119, Σωτηριάδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482) τα οποία γεγονότα θα πρέπει να αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Οι πιο πάνω νομικές αρχές συνάδουν και με το τεκμήριο αθωότητας ενός κατηγορουμένου όπως τούτο διασφαλίζεται από το άρθρο 12.4 του Συντάγματος. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στις περιπτώσεις εκείνες που το βάρος μετατοπίζεται στον κατηγορούμενο (π.χ. είτε με βάση το νόμο, είτε για να αποδείξει γεγονότα που είναι στη δική του αποκλειστική γνώση) τότε το βάρος απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (on the balance of probabilities) και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (βλ. μεταξύ άλλων Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)C.L.R. 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)C.L.R. 91, Cross on Evidence, 4η Έκδοση, σελ. 85-87, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 10, σελ. 47, Πρωτοπαπάς ν. Αστυνομίας
(1985)2 C.L.R. 254 και Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας ν. ΠΟΛΥΚΟΛΟΡ ΟΦΦΣΕΤ ΠΡΙΝΤΙΝΓΚ ΛΤΔ κ.α.
(1985)2 ΑΑΔ 88). Κατά το μεγαλύτερο της μέρος η υπόθεσης της Δημοκρατίας στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία. Αναφορικά με τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του όταν εξετάζει κατά πόσο η περιστατική μαρτυρία είναι τέτοια που να μπορεί να βασίσει σ' αυτήν καταδίκη, υπάρχει αρκετή νομολογία (βλέπε μεταξύ άλλων Vrakas and another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139 σελ. 144 - 145 και 168-170), Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Κουφού ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 165, Φουρνίδης ν. Δημοκρατίας
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172, Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 41, σελ. 55 και Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119-120 και Κυριάκος Σάββα Ψωμάς ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 312 σελ. 321 και 326). Στην υπόθεση Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α.Ν. Λοίζου στις σελ. 54-55 αναφέρει τα ακόλουθα:- «Σχετικά με τη σημασία και τον τρόπο προσέγγισης της περιστατικής μαρτυρίας σε μία ποινική υπόθεση, το Δικαστήριο τούτο είχε την ευκαιρία να δώσει τις νομικές αρχές που καλύπτουν το θέμα σε ένα σημαντικό αριθμό αποφάσεων και θα θέλαμε να αναφέρουμε μεταξύ άλλων τις πιο κάτω R. v. Mentesh, 14 C.L.R. 232, Khadar and another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 132, Vrakas and another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, στη σελ. 169, Anasstassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, στις σελ. 144-145, Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, στη σελ. 96. Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθησαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Περιττό να τονιστεί ότι η μαρτυρία ασφαλώς πρέπει να εκτιμηθεί στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένη, παρ' όλο που ο βαθμός ασφάλειας του συνόλου έχει οπωσδήποτε σχέση και με την εκτίμηση του κάθε συγκεκριμένου στοιχείου μέσα στο σύνολο αυτό. Όπως επίσης ότι είναι το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και εάν κατά την ολοκλήρωση της δίκης εξετάζοντας την ολότητα της υπόθεσης υπάρχει λογική αμφιβολία, τότε η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση και ο κατηγορούμενος επομένως δικαιούται να αθωωθεί.» Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225 σελ. 228. Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα γεγονότα εκείνα που αποδεικνύουν τα ενώπιον του ενόρκως και όχι να εξετάζει άλλες διαζευκτικές εκδοχές που δεν υποστηρίζονται από την όλη μαρτυρία. Αν βέβαια με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και πάλι αφήνονται λογικές διαζευκτικές εξηγήσεις που δεν συνάδουν με ενοχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο ανεξάρτητα αν ο ίδιος δεν κατάθεσε ενόρκως αφού το βάρος απόδειξης της ενοχής του το έχει η Κατηγορούσα Αρχή. Είναι για αυτό το λόγο που κανονικά ούτε η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να προβαίνει σε σχολιασμό του γεγονότος ότι ένας κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ενόρκως, αλλά ούτε και το Δικαστήριο θα πρέπει να σχετίζει την παράλειψη του να δώσει μαρτυρία με την ενοχή του. Όμως στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις όπου τα γεγονότα, όπως τα απόδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή, είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση είναι μέσα στη δική του αποκλειστική γνώση (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas and another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139 σελ. 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 σελ. 213-215, Khadar and another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152 σελ. 245-248, Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 C.L.R. 200 σελ. 203-204). Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας όπως την έχουμε αποδεκτεί και τα ευρήματα μας, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο οι κατηγορούμενοι συνδέονται με τα όσα τους αποδίδονται. Είναι η κατάληξη μας ότι τα γεγονότα συνάδουν μόνο με την ενοχή των κατηγορουμένων 1 και 2 και δεν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να προκύπτουν από το σύνολο της μαρτυρίας που να καθιστούν και άλλες εκδοχές που να μην συνάδουν με ενοχή ως λογικές ή τουλάχιστον γεγονότα που να είναι τέτοια και να δημιουργούν αμφιβολίες ενοχής. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 έδωσε κάποιες εξηγήσεις. Οι ανώμοτες δηλώσεις όμως έχουν κάποια αξία η οποία εξετάζεται στο σύνολο της μαρτυρίας, δεν ισοδυναμεί όμως με μαρτυρία (Βλ. Ιωάννου και Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Καταλήγουμε ότι οι δηλώσεις του κατηγορούμενου 3 δεν είναι ικανές να καταστήσουν τις εξηγήσεις που δόθηκαν ως λογικές και βάσιμες ώστε να δημιουργούν αμφιβολίες περί της ενοχής του. Ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι συναντήθηκαν στην Πάφο αποτελεί κοινό έδαφος. Στη συνάντηση αυτή βρίσκουμε ότι έγινε η συζήτηση για το θέμα των μετοχών που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του και ότι εκεί ο κατηγορούμενος 1 τους ανέφερε όλο το ιστορικό. Ο κατηγορούμενος 2 βρίσκουμε ότι ψεύδεται όταν λέει ότι ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι οι ιδιοκτήτες των μετοχών του τις έδωσαν για να εξοφλήσουν χρέος τους προς τον κατηγορούμενο 1. Από την αρχή γνώριζε τον τρόπο που περιήλθαν οι μετοχές στην κατοχή του κατηγορούμενου 1 και ότι αποδίδει ως εξήγηση του κατηγορούμενου 1 είναι προσυνεννοημένο κατασκεύασμα και προπέτασμα καπνού για να προβάλει έλλειψη γνώσης και ένοχης σκέψης. Ως αποτέλεσμα τούτης της συνάντησης και προσυνεννόησης, ξεκίνησε ο καθένας από τους κατηγορούμενους να αναλάβει το έργο του για την ολοκλήρωση της πώλησης των μετοχών που ανήκαν σε τρίτα πρόσωπα. Βρίσκουμε και είναι συμπέρασμα μας ότι όλες οι ενέργειες που ακολούθησαν, στόχευαν σε αυτό. Πριν προχωρήσουμε σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ετυμηγορίας, βρίσκουμε ότι εδώ είναι το κατάλληλο στάδιο να αναλύσουμε τη νομική πτυχή της υπόθεσης κάνοντας αναφορά στα συστατικά στοιχεία της κάθε κατηγορίας ή κατηγοριών όπου δυνατόν να ομαδοποιούνται αλλά και σε θέματα που έχουν εγερθεί από την Υπεράσπιση. Έχει τονισθεί από την υπεράσπιση ότι στα πλείστα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, απαραίτητο στοιχείο για την ενοχή των κατηγορούμενων είναι αυτό της γνώσης των γεγονότων και περιστατικών που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Δεδομένου δέ ότι η γνώση αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία, αυτή πρέπει να είναι τέτοια που να μην αφήνει κενά στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την απαραίτητη γνώση. Θα καλύψουμε και τα δύο εγειρόμενα θέματα στη συνέχεια. Οποτεδήποτε συστατικό στοιχείο ενός αδικήματος είναι η γνώση, η απόδειξη του καθίσταται πολλές φορές δύσκολη. Εκτός και αν ο δράστης παραδέχεται τη γνώση, πράγμα που συνήθως δεν γίνεται όπως και στην παρούσα υπόθεση από τον κατηγορούμενο 2, δεν είναι εύκολο εγχείρημα κάποιος να μπει στο μυαλό του κατηγορούμενου για να διαπιστώσει τη σκέψη του την ώρα τέλεσης ενός αδικήματος. Η γνώση σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία. Θα πρέπει να υπάρχουν τέτοια άλλα πρωτογενή γεγονότα αποδεκτά από το Δικαστήριο τα οποία να οδηγούν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ύπαρξης γνώσης και ενοχής του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Yousef ν Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289, είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 295 σε σχέση με το ίδιο θέμα. «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, η κατηγορούσα αρχή μπορεί να αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του.» Είναι εδώ χρήσιμο να εξετάσουμε κάτω από ποιες περιστάσεις σύμφωνα με τις νομικές αυθεντίες η περιστασιακή μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής του κατηγορουμένου. Προκύπτει από την κατάθεση του κατηγορούμενου 1 πως βρήκε τους δύο τίτλους μετοχών που αφορούν τις κατηγορίες 1 και 2 σε φάκελο σε ανοικτό χώρο και τους κράτησε. Οι τίτλοι δεν του ανήκαν και ο ίδιος αναγνώρισε τα ονόματα των δικαιούχων και πληροφορήθηκε πως ήταν ένοικοι διαμερίσματος στην πολυκατοικία που και ο ίδιος διέμενε και τύγχανε διαχειριστής. Δικαιούχοι των δύο τίτλων ήσαν οι παραπονούμενοι Φωφώ και Δήμος Νεάρχου. Από τη μαρτυρία της Φωφώς Νεάρχου, προκύπτει πως αυτή ουδέποτε συναίνεσε ώστε ο κατηγορούμενος 1 ή οποιοσδήποτε άλλος, το διαπραγματευτεί. Το ίδιο προκύπτει και από τη γραπτή κατάθεση του Δήμου Νεάρχου (Τεκμ. 16). Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 ΑΑΔ 382 έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας που αφορά το αδίκημα της κλοπής, από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn
(1968)1 All E.R. 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη (πιο πάνω) αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 ΑΑΔ 174 όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας του "fraudulently". Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη "fraudulently" δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη αγγλική υπόθεση R. v. Feely
(1973)1 All E.R. 341. Η λέξη "fraudulently" είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act 1968 της Αγγλίας με τη λέξη "dishonestly" και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης "fraudulently" μετά την υπόθεση Feely (ανωτέρω), επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑΔ 9, όπου μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το "fraudulently" όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης (πιο πάνω), σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14, 26. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice 36η έκδοση, σελ. 364, παραγρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχουμε αποδεχθεί, καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 1 και 2: Κλοπή δι' ευρέσεως. Προχωρούμε στην εξέταση της 25ης κατηγορίας, όπως το χρονολογικό ιστορικό της υπόθεσης, επιβάλλει. Συνωμοσία είναι η συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μία παράνομη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνο. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας. Είναι άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε να παίξει μόνο το δικό του ρόλο στη συνωμοσία και αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της, δεν τον απαλλάσσει της ευθύνης, εφόσον σε αυτή την περίπτωση η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας του γεγονότος ότι η συμφωνία τίθεται σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Είμαστε της γνώμης ότι τα πιο πάνω συνοψίζονται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48 στις σελίδες 58-59: "The crime of conspiracy is completely committed. the moment two or more have agreed that they will do, at once or at some future time, certain things. It is not necessary in order to complete the offence that any one thing should be done beyond the agreement. The conspirators may repent and stop, or may have no opportunity, or may be prevented, or may fail. Nevertheless the crime is complete; it was completed when they agreed." Τα όσα αναφέρονται στην πιο πάνω απόφαση φαίνεται να υιοθετούνται και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134 όπου στη σελίδα 142 της απόφασης δίδεται ορισμός της συνωμοσίας παρόμοιος με τον πιο πάνω. Στην παλαιότερη Αγγλική απόφαση στην υπόθεση R. v. Cooper and Compton
(1947)2 All E.R. 701 οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν 4 κατηγορίες για αδικήματα κλοπής και μία κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κλοπής. Το πρωτόδικο δικαστήριο αθώωσε τους κατηγορουμένους στις 4 κατηγορίες και τους καταδίκασε στην κατηγορία της συνωμοσίας. Όπως λέχθηκε στην έφεση που ακολούθησε, δεν υπήρχε στην περίπτωση εκείνη οποιαδήποτε αναγκαιότητα για τη συμπερίληψη στο κατηγορητήριο της κατηγορίας για συνωμοσία. Για να ευρεθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να είχε γίνει πιστευτή η γενική εκδοχή που δόθηκε από τους παραπονούμενους, από την οποία θα αποδεικνύετο απόλυτα η κατηγορία της κλοπής, κατηγορία η οποία τιμωρείται πιο αυστηρά παρά η κατηγορία για συνωμοσία. Τελικά το Εφετείο ακύρωσε την καταδίκη και στην κατηγορία της συνωμοσίας. Σχολιάζοντας αυτή την απόφαση στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το Κυπριακό Εφετείο παρατήρησε πως η αθώωση των κατηγορουμένων στην υπόθεση Cooper and Compton είχε σχέση μόνο με τη μαρτυρία που είχε προσαχθεί και με την αξιολόγηση της. Κρίθηκε πως με την αθώωση τους στις κατηγορίες για τα ουσιαστικά αδικήματα της κλοπής, εκδηλώθηκε η δυσπιστία των ενόρκων αναφορικά με τη γενική εικόνα που συνέθεταν τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον τους, η οποία εικόνα κάλυπτε και την κατηγορία της συνωμοσίας. Στην περίπτωση της συμφωνίας προς καταδολίευση το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι δυνητικά πολύ ευρύτερο αυτού της συνωμοσίας για διάπραξη αδικήματος εφόσον δεν χρειάζεται να περιορίζεται σε συμφωνία διάπραξης αδικήματος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της υπόθεσης Scott ν. Metropolitan Police Commissioner 60 Crim. App. R. 124, όπου η συμφωνία αφορούσε την με ανέντιμα μέσα στέρηση του παραπονουμένου πιθανών μελλοντικών κερδών. Από την άλλη δεν είναι απαραίτητο ότι θα προκληθεί μόνιμη απώλεια στον παραπονούμενο και είναι πιθανόν ότι στο τέλος ο παραπονούμενος δεν υφίσταται καμιά πραγματική απώλεια. Καταλήγουμε στη βάση του περιεχομένου των καταθέσεων των κατηγορούμενων 1 και 3 και των όσων για τον κατηγορούμενο 2 διαπιστώσαμε, πως υπήρξε συνωμοσία μεταξύ των τριών συγκατηγορούμενων, για την καταδολίευση των νόμιμων δικαιούχων των τίτλων και αποκόμιση οικονομικού οφέλους από την παρανομία τους και διενέργειας όλων των πράξεων που θα απαιτούντο για την προώθηση του κοινού σκοπού: της πλαστογραφίας των εγγράφων που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Αναφορικά με τις κατηγορίες 3 και 4 που αφορούν την πλαστογραφία των δύο επιδίκων τίτλων βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 κατέγραψε όπως η ομολογία του τα αρχικά Μ.Δ. υπό τύπο υπογραφής στο πίσω μέρος των δυο τίτλων. Πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό καθορίζεται στο άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα. Σε ό,τι έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση έχει ως εξής: «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος - (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (γ) ............................. (δ) υπογράφει έγγραφο - (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι. (ii) .......................... (iii) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι». Σύμφωνα με το άρθρο 331 «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης» και σύμφωνα με το άρθρο 339 «όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος..». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω κεντρικός άξονας στη στοιχειοθέτηση των εν λόγω δύο αδικημάτων είναι η πρόθεση καταδολίευσης. Σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της πλαστογραφίας βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 65, σελ.
  1. Περαιτέρω, ως προς το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης, σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 334 του Ποινικού Κώδικα, το κείμενο του οποίου έχει ως εξής: «
  2. Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύνανται να καταδολιευτεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο». Όπως επεξηγείται και στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 37th Edn. σελ. 670, είναι αρκετό να αποδειχθεί πρόθεση καταδολίευσης ή εξαπάτησης χωρίς πρόθεση να εξαπατηθεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Ούτε και απαιτείται να αποδειχθεί ότι ένα οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόσωπο εξαπατήθηκε από την πλαστογραφία, εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης, ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει. Η προσθήκη υπογραφής στο πίσω μέρος του τίτλου που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως οπισθογράφηση εκ μέρους του δικαιούχου ήταν πράξη αχρείαστη προς τον σκοπό της μεταβίβασης ή πώλησης των μετοχών στις οποίες ο τίτλος αφορούσε. Δεν αλλοιώνετο ούτε επηρεάζετο καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η ισχύς του εγγράφου ή τα δικαιώματα του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Ωστόσο κατά αυτό τον τρόπο τα δύο έγγραφα παρουσιάζονταν ως έγγραφα που δεν ήσαν στην πραγματικότητα. Παρουσιάζονταν δηλαδή σαν τίτλοι μετοχών οπισθογραφημένοι από τον νόμιμο δικαιούχο ενώ στην πραγματικότητα δεν ήσαν τέτοιοι. Ουδεμία σημασία έχει το γεγονός πως και στον τίτλο που αφορούσε τις μετοχές της Φωφώς Νεάρχου η οπισθογράφηση ήταν με τα γράμματα Δ.Ν. και όχι Φ.Ν. Το ίδιο άρθρο 20 σε ό,τι έχει σχέση με το υπό εξέταση θέμα έχει ως εξής: «
  3. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος γι΄ αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) ................................................................................. (β) ................................................................................ (γ) Εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) Εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Είναι συναυτουργός αυτός ο οποίος γνωρίζει τα περιστατικά διάπραξης ενός αδικήματος και με δική του οικειοθελή πράξη βοηθεί τον αυτουργό ή τον παρακινεί στη διάπραξη του αδικήματος, έστω και αν η συμβολή του αφορά μέρος μόνο των ενεργειών του αυτουργού. Βλ. σχετικά υπόθεση Johnson v Vouden
(1950)1 K.B. 544. Η έννοια του συναυτουργού ή αυτουργού στο άρθρο πριλαμβάνει όπως λέχθηκε στην Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 34,36 «συνεννόηση και συναπόφαση» όπως τον εκεί εφεσείοντα που ήταν συνοδηγός σε νυκτερινό ταξίδι μεταξύ άλλων και για τη φόνευση παρανόμως θηράματος. Το άρθρο 20 εξετάστηκε επίσης και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 ΑΑΔ 279 στις σελ. 281-2, όπου λέχθηκε ότι εάν η περίπτωση εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που προδιαγράφει το άρθρο 20, ορθά μπορεί να διατυπωθεί κατηγορία εναντίον ατόμου ως αυτουργού, παρόλο που ορθότερο είναι να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες του αδικήματος σε τέτοια περίπτωση με αναφορά στο συγκεκριμένο ρόλο του ατόμου εκείνου. Η εξειδίκευση αυτή παρά το ότι είναι επιθυμητή, εν τούτοις δεν είναι και απαραίτητη και επομένως η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού (Maxwell v. DPP for Northern Ireland, 68 Cr. App.Rep. αρ. 128 (HL) και Ajini και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319). Η έννοια του συνεργού μετά τη διάπραξη του αδικήματος κάτω από το άρθρο 23 είναι διαφορετική όπως εξηγείται στην υπόθεση Ρούσος ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 471, στις σελ. 475-6. Εκείνοι που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν (accomplices) τον καθ' αυτό αυτουργό είναι σύμφωνα με τον Archbold - Supra - 40η έκδ., σελ. 1893, παρ. 4123, εκείνοι που είναι παρόντες στη διάπραξη του αδικήματος και είτε βοηθούν, είτε παρακινούν αυτή τη διάπραξη. Η παρουσία μπορεί να είναι είτε πραγματική, είτε εξυπακουόμενη και δεν χρειάζεται η παρουσία να λαμβάνει χώρα καθ' όλη τη διάπραξη του αδικήματος. Σχολιάζεται περαιτέρω στο σύγγραμμα Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ.
(1999), σελ. 429 κ.επ., ότι η παροχή βοήθειας μπορεί να περιέχει και την ενθάρρυνση του αυτουργού να διαπράξει το αδίκημα και αυτό συνήθως συνοδεύει ή εμπεριέχεται ως λογική αναγκαιότητα στην ίδια την πράξη της υποβοήθησης, μπορεί δε να λάβει διάφορες μορφές όπως η παροχή ενός εργαλείου, η φύλαξη του χώρου, η διενέργεια προκαταρτικών πράξεων ώστε ακόμη και η παρουσία αυτή καθ' αυτή να μην είναι αναγκαία. Από την άλλη, η απλή παρουσία στη σκηνή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να θεωρηθεί κάποιος ότι παρέχει βοήθεια και παρακίνηση και έτσι ακόμη και η μη τυχαία παρουσία π.χ. σε μία παράνομη θεατρική παράσταση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία υποβοήθησης και παρακίνησης. Σε ένα ελάχιστο τουλάχιστον επίπεδο πρέπει να υπάρχει η πράξη της ενθάρρυνσης συνοδευόμενη από πρόθεση της ενθάρρυνσης (Arshworth - πιο πάνω σελ. 431-2 και Archbold - πιο πάνω παρ. 4124-4126 και 4231. Η νομολογία λοιπόν υποδεικνύει ότι ενώ η απλή παρουσία δεν είναι από μόνη της αρκετή, εν τούτοις είναι θέμα πραγματικών γεγονότων όπως γίνονται αποδεκτά από τη μαρτυρία κατά πόσο υπάρχει συνεργεία πριν και κατά τη διάπραξη του αδικήματος, με αναφορά σε γεγονότα που πιθανό να υποδεικνύουν κοινό σκοπό, προσχεδιασμό υποκίνηση, υποβοήθηση κτλ (Βλ. R. v. Clarkson and Other
(1971)55 Cr.App.R. 445, approving dictum of Hawkins J. In R. v. Coney , 8 Q.B.D. 534, at p. 557. See also R. v. Allan [1965] 1 Q.B.130, ar pp. 135, 138; 47 Cr.App.Rep. 243, at pp 246, 249). Σύμφωνα με το αγγλικό σύγγραμμα Archbold 1999 σελ. 407, παράγραφο 4-298 αλλά και νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ μεταξύ άλλων Pefkos & others v. Republic
(1961)CLR 340, Rossides v. Republic
(1983)2 CLR 391 Πουτζιουρής και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, σελ. 357-358 και Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου και Λάζαρος Κυριάκος Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 482, σελ. 492 - 494) εκεί που δύο ή περισσότερα πρόσωπα κατηγορούνται από κοινού για τη διάπραξη ενός εγκλήματος και η μαρτυρία δεν δείχνει τον ένα ή τον άλλο ότι διέπραξε αυτός το έγκλημα, τότε θα πρέπει να αθωωθούν εκτός αν από την όλη μαρτυρία φανεί ότι ενεργούσαν από κοινού για την προώθηση του παράνομου σκοπού τους με την έννοια που δίνει και το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και του οποίου γίνεται ειδική αναφορά στο κατηγορητήριο έστω και αν τούτο δεν είναι απόλυτα αναγκαίο (βλ. Ξυδιάς (πιο πάνω)). Σύμφωνα με την ομολογία του, ο κατηγορούμενος 1 έθεσε στο πίσω μέρος των επιδίκων τίτλων μετοχών, γραφή φερόμενη σαν την υπογραφή του κάθε δικαιούχου αντίστοιχα και όπως βρίσκουμε προς το σκοπό προώθησης του κοινού σκοπού, συνεπώς και οι τρεις κατηγορούμενοι είναι ένοχοι. Οι εκθέσεις αδικήματος της 3ης και 4ης κατηγορίας αναφέρονται στην παράγραφο (δ) (
  1. i)του άρθρου 333, ωστόσο θα έπρεπε να μνημονεύεται η παράγραφος (α) του άρθρου 333. Το άρθρο 333 δημιουργεί στη γενικότητα του ένα αδίκημα, αυτό του καταρτισμού πλαστού εγγράφου το οποίο εξαντλητικά στοιχειοθετείται με τους τρόπους που διαζευκτικά μνημονεύονται στις παραγράφους και υποπαραγράφους που εμπεριέχει. Κατά νόμο δημιουργούνται ξεχωριστά αδικήματα καθένα από τα οποία στοιχειοθετείται με την πλήρωση των προϋποθέσεων που καταγράφονται σε κάθε παράγραφο ή υποπαράγραφο. Είμαστε της άποψης πως άλλο είναι το αδίκημα που δημιουργείται από την υποπαράγραφο (
  2. i)της παραγράφου (δ) του άρθρου 333 από αυτό που δημιουργείται με την παράγραφο (α) του ιδίου άρθρου. Το αδίκημα της παραγράφου (α) του άρθρου 333 δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, η δε διαπίστωση ενοχής των κατηγορουμένων μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατόπιν μεταβολής του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Η παράγραφος παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο κείμενο της να προβεί στην προσθήκη μιας ή περισσοτέρων κατηγοριών οι οποίες κατά την κρίση του έχουν αποδειχθεί (βλ. Lanitis Bros Ltd v Ιατρικών Υπηρεσιών
(1995)2 ΑΑΔ 266, σελ. 270). Βρίσκουμε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, όπως τούτες επεξηγούνται στην υπόθεση Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458, σελ.
  1. Με την προσαχθείσα μαρτυρία αποδεικνύεται η διάπραξη από τους κατηγορουμένους ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Η καταδίκη τους για το εν λόγω αδίκημα είναι αδύνατη χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Με την καταδίκη τους για το εν λόγω αδίκημα οι κατηγορούμενοι δεν υπόκεινται σε ποινή μεγαλύτερης εκείνης που θα μπορούσε να τους είχε επιβληθεί αν καταδικάζονταν βάση των κατηγοριών 3 και 4 αφού η προβλεπόμενη ποινή για το νέο αδίκημα δεν είναι μεγαλύτερη. Αντίθετα εφόσον ο τίτλος μετοχών δεν είναι διαπραγματεύσιμο έγγραφο (Halsbury´s Laws of England Third Edition Volume 6 p. 246-247 παρ. 517) αλλά για την μεταβίβαση ή πώληση των μετοχών που αφορά απαιτείται διαδικασία μέσω του Χρηματιστηρίου, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης για 3 έτη όπως προνοείται στο άρθρο 335 και όχι 14 χρόνια όπως προνοείται στο άρθρο 336 που περιλαμβάνετο στην έκθεση αδικήματος των κατηγοριών 3 και
  2. Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν επηρεάζει δυσμενώς τους κατηγορούμενους στην υπεράσπιση τους που δεν αφορούσε την φύση και υπόσταση των εγγράφων των τίτλων μετοχών ούτε την αναγκαιότητα ή όχι υπογραφής τους. Προχωρούμε συνεπώς στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη 27ης και 28ης κατηγορίας ως ακολούθως: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ 27Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 (α), 334, 335, 20, και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Όλοι οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Οκτωβρίου 1989 και Απριλίου 2000 και σε άγνωστο τόπο στην Κύπρο, κατάρτησαν πλαστό έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που εμφανιζόταν ως να μην ήταν στην πραγματικότητα, με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 έγγραψε στο πίσω μέρος του τίτλου μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία με αρ. 000574 γραφή φερόμενη σαν υπογραφή του δικαιούχου του Δήμου Νεάρχου από την Πάφο εν γνώσει του κατηγορούμενου 2 και 3 για επιδίωξη του κοινού παράνομου σκοπού που ήταν η παράνομη πώληση των μετοχών του Δήμου Νεάρχου και ο διαμοιρασμός του χρηματικού ποσού που θα προέκυπτε. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ 28Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 (α), 334, 335, 20, και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Όλοι οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Οκτωβρίου 1989 και Απριλίου 2000 και σε άγνωστο τόπο στην Κύπρο, κατάρτησαν πλαστό έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που εμφανιζόταν ως να μην ήταν στην πραγματικότητα, με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 έγγραψε στο πίσω μέρος του τίτλου μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία με αρ. 000775 γραφή φερόμενη σαν υπογραφή της δικαιούχου του Φωφώς Νεάρχου από την Πάφο εν γνώσει του κατηγορούμενου 2 και 3 για επιδίωξη του κοινού παράνομου σκοπού που ήταν η παράνομη πώληση των μετοχών της Φωφώς Νεάρχου και ο διαμοιρασμός του χρηματικού ποσού που θα προέκυπτε. Οι δύο τίτλοι μετοχών παρουσιάστησαν από τον κατηγορούμενο 2 στην μάρτυρα Μ. Χαϊτίδου προς τον σκοπό προώθησης του κοινού σκοπού των κατηγορουμένων. Κατ' αυτό τον τρόπο συντελέστησαν τα αδικήματα της κυκλοφορίας αμφοτέρων των εγγράφων, κατηγορίες 13 και
  5. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων της 13ης και 14ης κατηγορίας, παραπέμπουν ενδεχομένως και στην κυκλοφορία που συντελέστηκε με την παράδοση των τίτλων από τον κατηγορούμενο 1 στον κατηγορούμενο
  6. Ωστόσο, η ουσία των κατηγοριών, συνίσταται στην παρουσίαση τους από τον κατηγορούμενο 2 στα γραφεία της CLR, στη μάρτυρα Μ. Χαϊτίδου. Τούτο, εμπεριέχεται μεταξύ άλλων στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών κατά τρόπο που να μην επιβάλλεται οιαδήποτε τροποποίηση. Η κατηγορία 5 αφορά την πλαστογραφία του εγγράφου μεταβίβασης (Τεκμ. 7). Προκύπτει από την ομολογία του κατηγορούμενου 1, πως αυτός έθεσε υπογραφή φερόμενη ως αυτή του Δήμου Νεάρχου στο ρηθέν έγγραφο στην παρουσία και με οδηγίες του 2ου κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος 3, που δεν εμπλέκεται άμεσα στην κατάρτιση του ρηθέντος εγγράφου, δεσμεύεται καθότι το ρηθέν έγγραφο καταρτίστηκε για την προώθηση του κοινού σκοπού. Οι κατηγορίες 7 και 9, αφορούν στην πλαστογραφία δύο περαιτέρω εγγράφων, ενός «CLIENT REGISTRATION - INDIVIDUALS» της Φωφώς Νεάρχου και ενός ειδικού πληρεξουσίου, της Φωφώς Νεάρχου. Δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό ώστε να είμαστε σε θέση να προβούμε σε θετικό εύρημα για το ποιος από τους κατηγορούμενους πλαστογράφησε το ένα ή το άλλο έγγραφο. Ωστόσο όπως υποδεικνύει η νομολογία που αναφέραμε πιο πάνω όσον αφορά το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το κενό δεν δημιουργεί πρόβλημα στην υπόθεση της κατηγορίας, αφού από όποιον και αν έγινε η πλαστογραφία, εφόσον τούτη έγινε για το σκοπό προώθησης του κοινού σκοπού των κατηγορουμένων, δεσμεύονται όλοι και όλοι μπορεί να κριθούν ένοχοι στη βάση των διατάξεων του άρθρου 21 πιο πάνω. Τα ρηθέντα έγγραφα, ετέθησαν σε κυκλοφορία από τον κατηγορούμενο 2 που τα παρουσίασε στη μάρτυρα Μ. Χαϊτίδου στα γραφεία της εταιρείας CLR. Πάντα, προς το σκοπό της προώθησης του κοινού σκοπού. Κατά αυτό τον τρόπο, διεπράχθηκαν με πρωτεργάτη τον κατηγορούμενο 2, και με τους κατηγορουμένους 1 και 3 να υπέχουν επίσης ποινική ευθύνη για τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 16 και
  7. Καθ' όσον αφορά τις κατηγορίες 15 και 17 που αφορούν την κυκλοφορία ενός CLIENT REGISTRATION INDIVIDUALS και ενός ειδικού πληρεξουσίου του Δήμου Νεάρχου, παρατηρούμε πως οι κατηγορίες 6 και 8 που αφορούσαν στην πλαστογραφία των εγγράφων αντίστοιχα, έχουν κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου αποσυρθεί. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ήταν της θέσης ότι δεν υφίστατο ικανοποιητική μαρτυρία για τη στοιχειοθέτηση των κατηγοριών 6 και
  8. Εξετάσαμε το θέμα κατά πόσο η απόσυρση των κατηγοριών 6 και 8, εξαφάνισε στο σύνολο τους τα γεγονότα και αν κατά συνέπεια, κατέρρεε όλο το οικοδόμημα, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει και τις κατηγορίες 15 και
  9. Η κατάληξη μας είναι, ότι η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510 και Στέλιος Χρίστου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 7202/28.6.
  1. Στην παρούσα περίπτωση, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, διαφέρουν εκείνων της πλαστογραφίας. Ως εκ τούτου, δεν παραβλάπτεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η αυτοτελής προώθηση των κατηγοριών 15 και
  2. Είναι όμως η κατάληξη μας, ενόψει της μαρτυρίας την οποία έχουμε αποδεχθεί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες αυτές όπως τις έχει προσδιορίσει μέσα από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Είμαστε της άποψης πως κατ' ακολουθία, θα πρέπει και οι κατηγορίες 15 και 17, να απορριφθούν. Οι κατηγορίες 10 και 12 αφορούν στην πλαστογραφία των επιταγών που εξεδόθησαν από την εταιρεία CLR με δικαιούχους τον Δήμο και Φωφώ Νεάρχου αντίστοιχα. Ούτε και σ' αυτή την περίπτωση, είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε κατά τρόπο θετικό, ποιος από τους κατηγορουμένους πλαστογράφησε τη μία ή την άλλη επιταγή, δια της υπογραφής του ονόματος του ενός ή του άλλου δικαιούχου. Αυτές έτυχαν χειρισμού, από τους κατηγορουμένους ή κάποιους από αυτούς χωρίς την εμπλοκή των νομίμων δικαιούχων, συνεπώς, όποιος και αν τις πλαστογράφησε ως ανωτέρω και οι τρεις είναι ποινικά υπόλογοι. Οι επιταγές τέθηκαν σε κυκλοφορία από τον κατηγορούμενο 2, που τις παρουσίασε στην Τράπεζα Κύπρου, για εξαργύρωση, διαπράττοντας κατ' αυτό τον τρόπο, τα αδικήματα των κατηγοριών 19 και 21 για προώθηση του κοινού σκοπού ούτως ώστε και οι κατηγορούμενοι 1 και 3 να θεωρούνται ποινικά υπόλογοι για τις κυκλοφορίες. Ο κατηγορούμενος 2 κυκλοφορώντας τις επιταγές ως ανωτέρω και παρουσιάζοντας τις στην Τράπεζα ως γνήσιες, δηλαδή ως φέρουσες οπισθογραφήσεις των νόμιμων δικαιούχων, κάτι που δεν ήταν αληθινό και συνιστούσε ψευδή παράσταση απέσπασε από την τράπεζα, τα χρηματικά ποσά των Λ.Κ. 14.467,28 και Λ.Κ. 13.099,63 όπως αναφέρεται στις κατηγορίες 22 και 24 προς την προώθηση και επιτυγχάνοντας πλέον τον κοινό σκοπό των κατηγορουμένων, έτσι που και οι κατηγορούμενοι 1 και 3, να είναι ποινικά υπόλογοι για τα αδικήματα της απόσπασης. Όσον αφορά το αδίκημα της συγκάλυψης προκύπτει πως οι κατηγορούμενοι 1,2 και 3 με σαφή γνώση της παρανομίας στην οποία προέβησαν που κατέληγε στην απόσπαση των χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις απέκτησαν το ποσό των Λ.Κ.27.566,91 (που περιλαμβάνεται στο ποσό των Λ.Κ.27.853,96 που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 26ης κατηγορίας που συνεπώς δεν χρήζει τροποποίησης - βλ. άρθρο 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155). Οι συνήγοροι και των τριών κατηγορουμένων υποστήριξαν κατά τις τελικές τους αγορεύσεις πως υπήρξε, συνεπεία της καθυστερήσεως στην εκδίκαση της παρούσης παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επέβαλλε την διάγνωση της ποινικής ευθύνης των πελατών τους εντός ευλόγου χρόνου. Εισηγήθηκαν πως γι΄ αυτό και μόνο οι κατηγορούμενοι 1,2 και 3 θα έπρεπε να απαλλαγούν των κατηγοριών. Το ιστορικό της προσαγωγής των κατηγορουμένων ενώπιον της δικαιοσύνης τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου με αποδεκτά γεγονότα (Τεκμ.61) που μιλούν αφ΄ εαυτών. Προκύπτει πως είχε καταχωριστεί η υπ΄ αρ. Ποινική υπόθεση 2993/00 και οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου όπου πρωτοεμφανίστηκαν στις 5/9/
  1. Η ακροαματική διαδικασία με τη κλήση μαρτύρων άρχισε στις 6/6/02 και διεκόπηκε 2/6/03 χωρίς να αναφέρονται λόγοι. Φαίνεται να είχαν ακουστεί μόνο οι δύο παραπονούμενοι. Καταχωρήθηκε άμεσα νέα υπόθεση, η υπό κρίση, και οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν εκ νέου σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου όπου πρωτοεμφανίστηκαν στις 26/1/
  2. Στις 6/4/04 το Κακουργιοδικείου ενδιαμέσως της ακρόασης και αφού είχε ακουστεί ένας μάρτυρας αστυνομικός διέκοψε την διαδικασία. Προκυπτει από τον φάκελο της υπόθεσης πως είχε εισακουστεί αίτημα της υπεράσπισης όλων των κατηγορουμένων για διακοπή λόγω εκτροπής από τα χρονικά όρια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος διαπιστώνοντας το Κακουργιοδικείο παράβαση των θεσμών που επιτάσσουν δίκη εντός εύλογου χρόνου. Η απόφαση του Κακουργιοδικείου ανατράπηκε με την Ποινική Έφεση αρ. 7691, απόφαση ημερ.12/1/
  3. Διατάχθηκε επανεκδίκαση το συντομότερο δυνατόν. Το ζήτημα της καθυστέρησης έχει μια ιδιαίτερη πρόσθετη παράμετρο γιατί αυτό με τα τότε δεδομένα ήταν αντικείμενο στην Ποινική Έφεση
  4. Την 12/1/05 το Εφετείο διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης. Θα πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο, και δεσμευτικό για το παρόν δικαστήριο, πως κατά την έκδοση της εφετειακής απόφασης τα δικαιώματα των κατηγορουμένων δεν είχαν ως εκ της καθυστέρησης επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό που να ηταν ορθό και δίκαιο να μην διαταχθεί επανεκδίκαση. Το εφετείο διέξταξε επανεκδίκαση που προϋπόθετε την ανάλωση χρόνου πέραν του Ιανουαρίου του 2005 ώστε η νέα δίκη να καταστεί εφικτή και να εκδοθεί τελική ετυμηγορία. Στην Andrew Porter v Aegis Insurance Co LTd και άλλων, Ποινική Έφεση αρ. 60/2005, ημερομη΄νιας 19/10/05 αναφέρεται (απόφαση πλειοψηφίας σελ.5) πως: «Οι δύο παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη κατά την απόφαση για επανεκδίκασηκαι να αντισταθμίζονται είναι αφενός το δικαίωμα κάθε διαδίκου να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και αφετέρου το δικαίωμα κάθε διαδίκου για διάγνωση των νομικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (και σ΄ αυτό περιλαμβάνεται και η ποινική ευθύνη) εντός εύλογου χρόνου» Η ημερομηνία της διαταγής για επανεκδίκαση δεν αποτελεί νέα αφετηρία. Τα όσα προηγήθησαν υποδείκνυαν πόσο επείγουσα ήταν η έναρξη και αποπεράτωση της επανεκδίκασης. Εάν υπήρξε καθυστέρηση μετά την διαταγή για επανεκδίκαση αυτή θα εκτιμηθεί όχι αφ΄ εαυτής αλλά σαν προέκταση των όσων διαδραματίστηκαν προηγουμένως. Η επανεκδίκαση παρά τη σχετική προτροπή του Εφετείου, δεν άρχισε σύντομα. Οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου υπό άλλη σύνθεση στις 31/3/05 και η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 11/10/05 οπότε και άρχισε η ακροαματική διαδικασία ενώπιον μας. Είμαστε της άποψης πως η ομολογουμένως παρατηρούμενη καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων με επίλογο την σημερινική απόφαση δεν είναι εκτός του πλαισίου του εύλογου χρόνου όπως καθορίζεται στο Σύνταγμα και όπως η νομολογία ερμηνεύει. Στην Ποινική Έφεση 7691 γίνεται αναφορά στην Γενικός Εισαγγελέας ν Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 223, σαν την απόφαση στην οποία το εφετείο έθεσε τις ορθές νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης. Αναφέρεται (σελ. 230 - 231) πως: «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση Pedersen and Baadgaard v Denmark (Application No. 49017/99, 14/6/2003). Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney General's Reference (No. 2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11/12/2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιας δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές». Δεν έχει υποστηριχθεί καν από την υπεράσπιση των κατηγορουμένων πως η διαπιστωθείσα καθυστέρηση έχει προκαλέσει δυσμένεια είτε στον χειρισμό είτε επί της ουσίας της υπόθεσης τους. Ως εκ των ανωτέρω βρίσκουμε τον κατηγορούμενο 1 ένοχο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 1 και 2 ως το κατηγορητήριο. Περαιτέρω βρίσκουμε τους κατηγορούμενους 1,2 και 3 ένοχους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 5, 7, 9, 10, 12, 13, 14, 16,18, 19, 21, 22, 24, 25, 26 και 27 και 28 ως έχουν προστεθεί. Οι κατηγορούμενοι 1,2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες 3, 4, 15 και 17. (Υπ.) ............................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Κ.Κ./Ι.Γ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.