← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Σπύρου Λεωνίδου Σιάφκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7168/04, 24 Ιανουαρίου, 2006

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Σπύρου Λεωνίδου Σιάφκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7168/04, 24 Ιανουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7168/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον

  1. Σπύρου Λεωνίδου Σιάφκου
  2. Χαράλαμπου Πισσαρίδη
  3. Ζαχαρία Ζαχαρίου Κατηγορούμενων --------------------- Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον 1ο κατηγορούμενο : κ. Η. Δημοσθένους Κατηγορούμενοι 1 και 2 : παρόντες --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορία κλοπής μιας κινητής ηλεκτρογεννήτριας μάρκας ΑΚΜΕΧ, αξίας £1.350,00, περιουσία του Μανώλη Σταυρίδη από την Πάφο. Την ίδια κατηγορία αντιμετώπιζε και ο 3ος κατηγορούμενος, Ζαχαρίας Ζαχαρίου, ο οποίος εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας άλλαξε απάντηση και καταδικάστηκε˙ συγκεκριμένα, του επιβλήθηκε πρόστιμο £800,
  4. Ο πιο πάνω, στη συνέχεια κλήθηκε στο δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή για να καταθέσει - και κατάθεσε - ως μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ. 4) στη συνεχιζόμενη δίκη σε σχέση με τους συγκατηγορούμενούς του, κατηγορούμενους 1 και
  5. Σύμφωνα με τα γεγονότα - στο βαθμό που αυτά, είτε δεν αμφισβητούνται μεταξύ των δυο πλευρών, είτε αποτελούν ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι, είτε τέλος πηγάζουν από το περιεχόμενου παραδεκτών γεγονότων - στον ουσιώδη χρόνο, οι τρεις κατηγορούμενοι εργάζονταν στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στην εταιρία Α. Παναγίδης Λτδ. Στην ίδια εταιρία εργαζόταν ως υπεργολάβος και ο παραπονούμενος Μανώλης Σταυρίδης, ιδιοκτήτης της επίδικης ηλεκτρογεννήτριας, ο οποίος στις 14.10.2003 κατάγγειλε στην αστυνομία, ότι ενώ αυτή (ηλεκτρογεννήτρια) βρισκόταν στο χώρο του αεροδρομίου Πάφου, είχε κλαπεί. Σημειώνεται ότι, ο Σταυρίδης την είχε δανείσει στον πολιτικό μηχανικό της εταιρίας η οποία του ανάθετε τις υπεργολαβίες, Χρίστο Κυπριανού (Μ.Κ. 3), αρχές Αυγούστου, 2003, για κάποια δουλειά στο έργο που εκτελούσε η εταιρία στην αεροπορική βάση. Η απώλειά της, διαπιστώθηκε από το Μ.Κ. 3 στις 14.10.2003, ο οποίος ειδοποίησε αυθημερόν περί τούτου τον παραπονούμενο, που με τη σειρά του ειδοποίησε την αστυνομία. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του αστυφύλακα 1985 Μ. Παπαγεωργίου (Τεκμήριο 12), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός, σε συνδυασμό με όσα ο Μ.Κ. 2 λοχίας 2248 Χ. Νίττης ανάφερε στο δικαστήριο, στις 17.10.2003 οι εν λόγω αστυνομικοί μετέβησαν στο χωριό Χρυσοχού της Επαρχίας Πάφου, όπου στις 18:10 ο Μ.Κ. 4 (3ος κατηγορούμενος) τους υπόδειξε κάτω από μια πορτοκαλιά σε κάποιο χωράφι την ηλεκτρογεννήτρια του παραπονούμενου. Όταν επιστήθηκε ο προσοχή του Μ.Κ. 4 στο νόμο, ανάφερε ότι επρόκειτο για την ηλεκτρογεννήτρια που μετέφερε με το αυτοκίνητό του από το αεροδρόμιο. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βοήθησαν το Μ.Κ. 4 κατά το χρόνο φόρτωσης της ηλεκτρογεννήτριας στο αυτοκίνητό του. Απ' εκεί και πέρα, αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας και ιδιαίτερα έχοντας κατά νου όσα ο Μ.Κ. 4 ανάφερε στο δικαστήριο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή και των δύο κατηγορούμενων στη σχετική κατηγορία. Από την άλλη, ο 1ος κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το Τεκμήριο 7) από την οποία προκύπτει και η βασική του θέση, σύμφωνα με την οποία, βοήθησε απλά το Μ.Κ. 4 να φορτώσει την ηλεκτρογεννήτρια στο αυτοκίνητό του, χωρίς ο ίδιος να έχει - κατά το δικηγόρο του - ένοχη διάνοια (mens rea), για τις προθέσεις τους τελευταίου. Ο 2ος κατηγορούμενος προέβη και αυτός σε ανώμοτη δήλωση, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενό της, ισοδυναμεί με το δικαίωμα της σιωπής. Ακολουθεί η σχετική δήλωση: «Κύριε Πρόεδρε δεν έχω να πω τίποτε. Τι να πω.» Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με το διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Νοείται ότι, κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων απαιτείται αντιπαραβολή της εκδοχής της μιας πλευράς έναντι της άλλης. Αναφορικά δε με το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορούμενων (βλ. τα τεκμήρια 7 και 2, κατ' αντιστοιχία κατηγορουμένου όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο) καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 109) το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Σ' ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους τους αυτού του δικαιώματος. Βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. Αποδίδω σ' αυτές το βάρος που τους αρμόζει και ασφαλώς θα τις λάβω υπόψη προτού αποφασίσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Βλ. το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη
(1983)σελ. 253. Ειδικότερα, αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση, παραπέμπω στην υπόθεση R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11 και στα ακόλουθα που έχουν λεχθεί από το Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη και πάλιν στη σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν' αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ένορκους˙ μπορεί όμως να κάνει τους ένορκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ' αυτά με διαφορετικό φως.» Αναφορικά και πάλιν με το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορούμενων, έχω υπόψη, ότι τυχόν αναφορά σ' οποιαδήποτε από αυτές από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα ή περισσότερους από τους συγκατηγορούμενούς του, στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης, δεν μπορεί να ενοχοποιήσει το συγκατηγορούμενο (βλ. R. Gunnerwardene
(1951)35 Cr. App. R. 80, Βρακάς και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1973)2 CLR 139 κ.ο.κ.). Αρχίζοντας από τον Μ.Κ. 1 αστυφύλακα 4073 Π. Χαραλάμπους, δηλώνω ότι δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Άλλωστε, ο εν λόγω μάρτυρας, του οποίου η μαρτυρία κατά βάση υπήρξε τυπική, παρότι αντεξετάστηκε, δεν μπορώ να πω ότι αμφισβητήθηκε σε οτιδήποτε ανάφερε στο δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2 λοχία 2248 Χ. Νίττη, ο οποίος κατάθεσε στο δικαστήριο με αμεσότητα, ευθύτητα, σταθερότητα και ακρίβεια θα έλεγα για το σύνολο των ενεργειών του και γενικά για οτιδήποτε γνώριζε για την υπόθεση, χωρίς να κλονιστεί καθοιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του - στο βαθμό που επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των τριών (τότε) κατηγορούμενων - και όχι μόνο, αφού, μια από τις βασικές πτυχές της μαρτυρίας του, που αφορά στον εντοπισμό της επίδικης ηλεκτρογεννήτριας, καθ' υπόδειξη του Μ.Κ. 4, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12 (κατάθεση αστυφύλακα Παπαγεωργίου) που καθώς ήδη έχει αναφερθεί, αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Δεκτή στο σύνολό της - και αναντίλεκτη - είναι και η μαρτυρία του Μ.Κ. 3 Χρίστου Κυπριανού (βλ. τα Τεκμήρια 3 και 4) που είχε δανειστεί από τον παραπονούμενο την ηλεκτρογεννήτριά του στις 3.8.2003 και στις 14.10.2003, ενώ την είχε τοποθετημένη στο εργοτάξιο στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», διαπίστωσε την απώλειά της. Χωρίς ιδιαίτερα σχόλια, δέχομαι στο σύνολό της και τη μαρτυρία του Μ.Κ. 5 αστυφύλακα Χ. Ιακώβου (βλ. και το Τεκμήριο 6 που αποτελεί την κατάθεσή του) καθώς και αυτή του συναδέλφου του Μ.Κ. 6, αστυφύλακα 2543 Τ. Τρύφωνος (βλ. και το Τεκμήριο 10 που αποτελεί την κατάθεση αυτού του μάρτυρα). Η μαρτυρία του πρώτου (καθαρά τυπική) παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ στο δεύτερο υποβλήθηκε απλά μια ερώτηση κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, χωρίς επίδραση σ' οτιδήποτε είπε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ένα βασικό στοιχείο που συγκρατώ από τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα είναι το περιεχόμενο των δύο φωτογραφιών που παρουσίασε σε δέσμη στο δικαστήριο (βλ. το Τεκμήριο 11) οι οποίες απεικονίζουν την επίδικη ηλεκτρογεννήτρια. Επέλεξα σκόπιμα να αξιολογήσω στο τέλος τη μαρτυρία του Μ.Κ. 4 και συγκατηγορούμενου των κατηγορούμενων 1 και 2, λόγω της σπουδαιότητάς της για την έκβαση της δίκης, τουλάχιστον σε σχέση με τον ένα από τους δυο κατηγορούμενους που βρίσκονται σήμερα ενώπιόν μου. Αλγεινή είναι η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα. Ο τρόπος που απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, το ύφος του, ο τόνος της φωνής του και γενικά η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, κυρίως όμως το περιεχόμενο των απαντήσεών του, σε καμιά περίπτωση μου επιτρέπουν να βασιστώ σε πλείστα όσα ανάφερε καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία. Είμαι της γνώμης, ότι στο δικαστήριο υπήρξε αλλοπρόσαλλος αλλά και υποβόλιμος. Ενώ για παράδειγμα, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το Τεκμήριο 5), από την οποία προκύπτει ότι καταλογίζει στους κατηγορούμενους 1 και 2 την κλοπή της ηλεκτρογεννήτριας, την οποία αυτοί φόρτωσαν στο αυτοκίνητό του και αρχικά του ζήτησαν να μεταφέρει στο σπίτι του συμπέθερου του 1ου κατηγορούμενου, ακολουθεί αυτούσιο το περιεχόμενο της αντεξέτασής του, από το οποίο θα διαφανεί ποιες ήταν οι θέσεις του αναφορικά με τα πιο πάνω και κατά πόσο ευσταθούν όσα του αποδίδω αξιολογώντας τον ως μάρτυρα. « κ. Δημοσθένους: Ε: Κύριε μάρτυς έκαμες δύο καταθέσεις, έγραψες δύο καταθέσεις, υπόγραψες δύο καταθέσεις; Δικαστήριο: Έκαμε ή υπόγραψε; κ. Δημοσθένους: Ε: Υπόγραψε. Τις έκαμες ο ίδιος; Α: ΄Οχι. Ε: ΄Οταν υπόγραφες αυτές τις καταθέσεις αντιλαμβανόσουν το περιεχόμενο τους; Α: ΄Οχι. Ε: Τις έκαμε δηλαδή ο εξεταστής που σε επήρε εκεί, ο εξεταστής της υπόθεσης σου είπε να υπογράψεις αυτές τις καταθέσεις και τις υπόγραψες; Α: Μάλιστα. Ε: Χωρίς να ξέρεις τι είχε μέσα; Α: Μάλιστα. Ε: Τη μηχανή την έκλεψες μόνος σου που καταδικάστηκες για £800.- πρόστιμο που παραδέχτηκες ότι την έκλεψες ή με τον 1ο κατηγορούμενο ή και με άλλους; Α: Με τον 1ο. Ε: Όταν λες με τον 1ο τι εννοείς ότι έκλεψες την εσύ ή ο 1ος; Ο μάρτυρας σκύβει και σκέφτεται. κ. Δημοσθένους: Ε: Ποιος την έκλεψε; Α: Ο 1ος. Ε: Εσύ τι έκαμες; Α: Την εμετέφερα. Ε: Στο δικαστήριο παραδέχτηκε ότι την έκλεψες, συμφωνείς ότι την έκλεψες εσύ; Α: Μάλιστα. Ε: Δηλαδή συμφωνείς ότι την έκλεψες μόνος σου ναι ή όχι; Α: ΄Οχι. Ε: Αφού την έκλεψες εσύ και παραδέχτηκες στο δικαστήριο την έκλεψες εσύ, πώς την έκλεψες με τον 1ο; Ο μάρτυρας σκύβει κάτω το κεφάλι και σκέφτεται. Δικαστήριο προς μάρτυρα: Σας ρωτά ο δικηγόρος πώς την έκλεψες μαζί με τον 1ο, δηλαδή τον πελάτη του; Μάρτυρας: Α: Μου τάνιε τζαι έβαλα την μέσα στο αυτοκίνητο. Ε: ΄Οταν σου τάνισε να την βάλεις μέσα στο αυτοκίνητο δεν ήξερε ότι θα την κλέψεις εσύ, απλώς σε βοήθησε; Ο Μάρτυρας είναι σκυφτός. Δικαστήριο προς μάρτυρα: Συμφωνείς κύριε; Μάρτυρας: Μάλιστα. κ. Δημοσθένους: Ε: Καμία άλλη σχέση δεν είχε ο 1ος κατηγορούμενος με τη μηχανή; Α: ΄Οχι. » Συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, ότι ο Μ.Κ. 4, σε αντίθεση με όσα κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης είχε αναφέρει, αντεξεταζόμενος, κατέστησε τον εαυτό του ως το μόνο υπεύθυνο για την κλοπή της ηλεκτρογεννήτριας και τον 1ο κατηγορούμενο, ως το πρόσωπο που απλά τον βοήθησε να τη φορτώσει στο αυτοκίνητό του, χωρίς να γνωρίζει ότι θα την έκλεβε και χωρίς καμιά αναφορά στο 2ο κατηγορούμενο. Τόσο αντιφατική λοιπόν είναι η μαρτυρία του Μ.Κ. 4 (και ο ίδιος τόσο αναξιόπιστος), σε βαθμό που την απορρίπτω στην ολότητά της, με εξαίρεση οτιδήποτε αυτός ανάφερε που επιβεβαιώνεται από διάφορα άλλα στοιχεία αξιόπιστης μαρτυρίας καθώς και από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Φυσικά, θα πρέπει να σημειωθεί και το εξής˙ ακόμη και αν η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του ήταν διαφορετική και πάλιν, μόνο μετά από κατάλληλη προειδοποίηση για τους κινδύνους που συνεπάγεται μια τέτοια απόφαση, θα μπορούσα να στηριχθώ στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση, αφού πρόκειται ασφαλώς για μαρτυρία συναυτουργού (βλ. Αεροπόρος & ΄Αλλοι ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 362, 365). Ακολουθεί το ερώτημα κατά πόσο στη βάση των γεγονότων που έχω βρει ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, στοιχειοθετείται η ευθύνη των δύο κατηγορούμενων για τη διάπραξη του αδικήματος. Προτού προβώ σε απάντηση του ερωτήματος θεωρώ ορθό να αναφερθώ στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Προκύπτει από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της κλοπής που καταλογίζεται στους δυο κατηγορούμενους, ότι τα συστατικά του στοιχεία είναι τα εξής: (α) το να κτάται κατοχή κάποιος και να αποκομίζει οτιδήποτε δυνάμενο να καταστεί αντικείμενο κλοπής, (β) χωρίς τη συναίνεση του κυρίου αυτού, (γ) δόλια και χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται καλή τη πίστει, (δ) με σκοπό κατά το χρόνο της κτήσης να αποστερήσει αυτό μόνιμα από τον κύριο του. Τι περιλαμβάνουν οι όροι «κτάται κατοχή» και «αποκομίζει» αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, ενώ η έννοια της λέξης «δόλια» επεξηγείται στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 Α.Α.Δ.
  1. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι πρόκειται για πράξη σκόπιμη και με πρόθεση και ότι η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και τα γεγονότα της συγκεκριμένης κάθε φορά υπόθεσης. Τέλος, τι δύναται ν' αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, αναφέρεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου (255 του Ποινικού Κώδικα) και δε χρειάζεται να επεκταθώ. Προφανώς, η ηλεκτρογεννήτρια του παραπονούμενου αποτελεί πράγμα με συγκεκριμένη μάλιστα αξία και κατά συνέπεια δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής. Από την ανάλυση που προηγήθηκε, προκύπτει ότι δεν είναι αρκετή για στοιχειοθέτηση του σχετικού αδικήματος η κτήση κατοχής και μόνο˙ απαιτείται όπως αυτή γίνεται δόλια, ως υπό στοιχείο του συστατικού στοιχείου του αδικήματος {υπό (γ) πιο πάνω}. Με τη συνδρομή σωρευτικά της απόδειξης των πιο πάνω στοιχείων, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα κριθούν ένοχοι της διάπραξης του αδικήματος της κλοπής, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι συμμετείχαν σ' αυτό με οποιοδήποτε από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος της σχετικής κατηγορίας. Αρχίζοντας από τον 1ο κατηγορούμενο, θα έλεγα ότι το μόνο στοιχείο που το συνδέει με την υπό αναφορά ηλεκτρογεννήτρια, είναι η ομολογία του σύμφωνα με την οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο βοήθησε το Μ.Κ. 4 να τη φορτώσει στο αυτοκίνητό του (βλ. σχετικά το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης καθώς και την απάντηση που έδωσε στη γραπτή κατηγορία που του προσάφθηκε - Τεκμήρια 7 και 8 -). Κατά τα λοιπά, θα συμφωνήσω με το δικηγόρο του, πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι αυτός είχε ένοχη διάνοια, αναφορικά με οτιδήποτε άλλο και ιδιαίτερα για τις προθέσεις του Μ.Κ.
  2. Τουναντίον, ο Μ.Κ. 4, σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της κατάθεσης του πρώτου, του είχε πει ότι θα έπαιρνε την ηλεκτρογεννήτρια στο χωριό του για να κάνει μια δουλειά και ότι αργότερα θα την έφερνε πίσω. Θεωρώ περιττό να επαναλάβω τους λόγους γιατί δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σε σχέση με τον 1ο κατηγορούμενο, οτιδήποτε ενοχοποιητικό αναφέρεται στο περιεχόμενο της κατάθεσης του 2ου κατηγορούμενου καθώς και το αντίθετο. Ακολουθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία. Ο 2ος κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση «Κύριε Πρόεδρε δεν έχω να πω τίποτε. Τι να πω». Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Μπορεί στο δικαστήριο να μην είχε να πει και να μην είπε τίποτα ο 2ος κατηγορούμενος, (όπως άλλωστε είχε δικαίωμα) όμως διέλαθε - υποθέτω - της προσοχής του, ότι είπε αρκετά στην αστυνομία (βλ. την κατάθεση του «Τεκμήριο 2»). Δύο είναι τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει το δικαστήριο στη συνέχεια. Πρώτο, εάν αυτά που έχει αναφέρει ο 2ος κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, συνθέτουν ομολογία ενοχής και δεύτερο, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχοντας κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, υπό το φως όσων έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων και στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225, απ' όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί, κατά πόσο μπορώ να βασιστώ στο περιεχόμενο της κατάθεσή του και να τον καταδικάσω. «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Αντί οποιασδήποτε άλλης απάντησης στο πρώτο από τα δυο πιο πάνω ερωτήματα, προτιμώ να παραθέσω αυτούσια μερικά αποσπάσματα από την κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου, το περιεχόμενο των οποίων μιλά από μόνο του: «Σήμερα αποφάσισα να σας πω ούλλη την αλήθεια γιατί που την μέρα που συλλήφθηκα και έδωσα κατάθεση με έτρωαν οι τύψεις δηλ. γιατί να την πληρώσουν κάποιοι που δεν φταίουν και να μην την πληρώσει αυτός που πραγματικά φταίει». ................................................................................................................................................................................................................ «Ο Ζαχαρίας είναι ένας αγαθός άνθρωπος με χαμηλή νοημοσύνη που πιστεύω μπορεί να παρασυρθεί πολύ εύκολα. Έτσι λοιπόν ενώ δουλεύαμε γύρω στις 10:30 ο Σπύρος μου είπε ότι στο εργοτάξιο είχε μια γεννήτρια η οποία ήταν εγκατελημένη και λογάριαζε να την πιάσει να την πάρει σπίτι του. Συγκεκριμένα μου είπε ότι λογάριαζε να την φορτώσει στο αυτοκίνητο του Ζαχαρία ώστε να την έπαιρνε αυτός στο χωριό του στην Χρυσοχού όπου κατοικά εκεί ο γιος του ο Βάσος ο οποίος είναι παντρεμένος στο χωριό αυτό και θα περνούσε μετά από εκεί να την έπαιρνε στην Λεμεσό. Εγώ όταν μου είπε αυτό το πράγμα του είπα κάμε ότι νομίζεις αλλά εν να σε πιάσουν.» ................................................................................................................................................................................................................ «΄Οταν η ώρα έγινε 01:30 το μεσημέρι ενώ δούλευα στην αίθουσα που σας είπε μου φώναζε ο Σπύρος και μου είπε έλα να με βοηθήσεις να φορτώσουμε την γεννήτρια. Εγώ σαν βλάκας χωρίς να σκεφτώ ότι υπήρχε πιθανότητα να μπερτέψω πήγα και τον βοήθησα και την φόρτωσε στο αυτοκίνητο του Ζαχαρία δηλ. ένα κόκκινο Pajero το οποίο είχα δει τον ίδιο τον Σπύρο να το πιάνει από το χώρο που το είχε σταθμεύσει ο Ζαχαρίας και να το παίρνει ακριβώς δίπλα από την Γεννήτρια. Αφού την φορτώσαμε επέστρεψα πίσω στην δουλειά μου και μετά από 20 λεπτά εγώ μαζί με τον Σπύρο σχολάσαμε χωρίς να ξέρω τι ώρα έφυγε ο Ζαχαρίας.» ................................................................................................................................................................................................................ «Ενώ ερχόμαστε προς την Πάφο είχαμε συμφωνήσει να πούμε και οι δύο αυτά που είπα στην 1η μου κατάθεση και το έκαμα για να τον καλύψω λόγω της φιλίας μας αλλά πολύ περισσότερο ότι γνωρίζω πολύ κατά τα παιδιά του και ακόμη γνωρίζοντας ότι εναντίον του εκκρεμεί μια προηγούμενη κλοπή όπου μ' αυτή θα χειροτέρευε τελείως την θέση του.» Μια πρώτη παρατήρηση, από την εξομολόγηση, ας μου επιτραπεί να πω του 2ου κατηγορούμενου, είναι ότι πλείστα όσα αναφέρει στην κατάθεσή του, επιβεβαιώνονται και από διάφορα άλλα στοιχεία, αξιόπιστης μαρτυρίας, όπως για παράδειγμα, ότι η ηλεκτρογεννήτρια φορτώθηκε στο αυτοκίνητο του 3ου κατηγορούμενου στο χώρο εργασίας όλων των κατηγορούμενων, περαιτέρω ότι σ' αυτό βοήθησαν και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και τέλος, ότι η ηλεκτρογεννήτρια μεταφέρθηκε από τον 3ο κατηγορούμενο στο χωριό Χρυσοχού. Προκύπτει σαφώς από την όλη συμπεριφορά του 2ου κατηγορούμενου, όπως αυτή περιγράφεται λεπτομερώς από τον ίδιο στην κατάθεσή του, ότι, έστω, κι' αν ο ίδιος θεωρεί ως μόνο υπεύθυνο για ό,τι έγινε τον 1ο κατηγορούμενο, εντούτοις και η δική του ευθύνη για τη διάπραξη του ιδίου αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως κατά το άρθρο 20(β) και (γ) του Ποινικού Κώδικα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη και το γεγονός ότι η κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου (θεληματική ασφαλώς) κατατέθηκε στο δικαστήριο χωρίς ένσταση, απαντώντας στο δεύτερο ερώτημα, δηλώνω πως είμαι διατεθειμένος να βασιστώ στο περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης και (παρότι αχρείαστα) σε συνδυασμό και με διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας στα οποία έχω αναφερθεί ενωρίτερα, να τον καταδικάσω. Σ' όλα αυτά, προστίθεται και το γεγονός, ότι η επίδικη ηλεκτρογεννήτρια στις 16.1.2004 παραδόθηκε από την αστυνομία και συγκεκριμένα από το Μ.Κ. 1 στον παραπονούμενο, αφού προηγουμένως αναγνωρίστηκε από αυτόν. Είναι η κατάληξή μου, ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του 2ου κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο 1ος κατηγορούμενος αθωώνεται ενώ ο 2ος κρίνεται ένοχος.. (Υπ.) ...................................................... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.