Δημοκρατίας ν. Σπάρτακου Κεσίδη, Αρ. Υπόθεσης: 9938/05, 23 Φεβρουαρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:3 MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9938/05 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας Αρχής και Σπάρτακου Κεσίδη Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου 2006 Για τη Δημοκρατία: κ. Κέκκος Για τον Κατηγορούμενο: κα Σαββίδου με κα Παπαδημήτρη Κατηγορούμενος παρών ------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ ----------------------------- Με το κατηγορητήριο καταλογίζετο στον κατηγορούμενο, πως συνωμότησε με άλλο πρόσωπο με το οποίο απήγαγαν την παραπονούμενη Lubov Sakkou, μαζί της επιτέθηκαν άσεμνα και της προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη ο δέ κατηγορούμενος τη βίασε. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία της παραπονουμένης (ΜΚ6) καθώς και άλλους 6 μάρτυρες κατηγορίας, 4 αστυνομικά όργανα και 2 ιατρούς. Σειρά γεγονότων έγιναν αποδεκτά και αποφεύχθηκε η παρουσίαση και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση 4 άλλων μαρτύρων που καταγράφονταν στο κατηγορητήριο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος κληθής να προβάλει την υπεράσπιση του και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου και κάλεσε 2 μάρτυρες υπερασπίσεως. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσύρει της κατηγορίες της συνωμοσίας και της άσεμνης επίθεσης (κατηγορίες 1 και 5). Είναι γεγονός πως νοητική συνεννόηση μεταξύ του κατηγορούμενου και του φίλου του για την απαγωγή και βιασμό της παραπονούμενης, δεν θα ήταν δυνατό, με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, να καταδειχθεί με βεβαιότητα, ενώ σε μια υπόθεση κατηγορίας βιασμού είναι άτοπο να εξετάζεται κατηγορία άσεμνης επίθεσης στον αυτό με τον ισχυριζόμενο βιασμό χρόνο, αφού κάθε άγγιγμα ή επαφή κατά τον περιβάλλοντα χρόνο αναμφίβολα θα τεκμηρίωνε κατηγορία άσεμνης επίθεσης. Η άδεια δόθηκε, οι κατηγορίες 1 και 5 αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάγηκε αυτών. Η θέση της Υπεράσπισης, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου και τις υποβολές της συνηγόρου του προς την παραπονούμενη, είναι πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε άλλο όμως χώρο, υπήρξε συνουσία μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, πράξη όμως που τελέστηκε με τη συναίνεση της πρώτης. Η παραπονούμενη ήταν η μόνη μάρτυρας που αναφέρθηκε στα περιστατικά που άπτονται των κατηγοριών. Ουδεμία άλλη μαρτυρία παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ή την Υπεράσπιση ή γεγονός έγινε αποδεκτό, που να αφορά στο σκηνικό ή στις περιβάλλουσες συνθήκες της συνεύρεσης της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο. Η υπόθεση κρίνεται επί της αξιοπιστίας της παραπονούμενης. Ήταν η εκδοχή της, πως το διαμέρισμα στο οποίο προσωρινά διέμενε, επισκέφθηκαν στις 11.5.2003 και περί ώρα 21:00 ο κατηγορούμενος μαζί με ένα φίλο του, που ονομαζόταν Ελισαίος, για να επισκεφθούν τον ένοικο του διαμερίσματος, κάποιον Έντουαρτ. Ήταν η δεύτερη φορά που έβλεπε τον κατηγορούμενο ενώ το φίλο του ποτέ προηγουμένως. Η ίδια είχε βγεί από το διαμέρισμα για να τηλεφωνήσει αφού μέσα στο διαμέρισμα το σήμα της κινητής τηλεφωνίας ήταν αδύνατο αλλά και γιατί ήθελε να πάει περίπατο. Κατά την αναχώρηση τους οι δύο επισκέπτες την συνάντησαν στο δρόμο και της πρότειναν να τους συνοδεύσει σε κάποια καφετέρια, όπως και έγινε. Εκεί κατανάλωσαν από ένα ποτό. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε να επισκεφθούν το διαμέρισμα της «φίλης του». Η φίλη, όπως της είχε πει ο κατηγορούμενος είχε αυτοκίνητο και έτσι θα εξυπηρετείτο η παραπονούμενη, να την πάρουν πίσω στο διαμέρισμα της με αυτό. Επισκέφθηκαν ένα διαμέρισμα, όπου εκεί ευρίσκετο κάποιος ηλικιωμένος άνδρας. Κάθισαν στο σαλόνι. Ο κατηγορούμενος παρουσίασε ποτό και η παραπονούμενη ήπιε ένα «σφηνάκι» βότκα. Διαισθάνθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αφού της ειπώθηκε ότι η φίλη του κατηγορούμενου θα αργοπορούσε. Εξέφρασε επιθυμία να φύγει οπόταν ο κατηγορούμενος ζήτησε να της μιλήσει ιδιαιτέρως και προσπάθησε να την τραβήξει σε άλλο δωμάτιο. Συνέδραμε και ο Ελισαίος και οι δύο νεαροί την τραβούσαν δυνατά. Η ίδια άρχισε να φωνάζει, οπόταν ένας εκ των δύο την κτύπησε. Επενέβηκε ο ηλικιωμένος άνδρας, απαιτώντας να εγκαταλείψουν το διαμέρισμα. Κατεβαίνοντας τις σκάλες της πολυκατοικίας, ο κατηγορούμενος και ο Ελισσαίος συνέχιζαν να την τραβούν, η παραπονούμενη κατάφερε να τους ξεφύγει και έτρεξε προς παρακείμενο χωράφι, φωνάζοντας. Δεν κατόρθωσε να τους διαφύγει. Στο χωράφι αφού την έφτασαν, την έριξαν κάτω, την κτύπησαν και ο κατηγορούμενος με τη συνδρομή του Ελισαίου, τη βίασε. Όπως προειπώθηκε, η Υπεράσπιση δεν προσέφερε εκδοχή στη μορφή μαρτυρίας δυνάμενης να αξιολογηθεί. Δεν υπάρχει πεδίο διαπίστωσης γεγονότων σε βάση άλλη από αυτή που η παραπονούμενη με τη μαρτυρία της υποστήριξε. (βλ. Ανδρέας Λυσάνδρου ν Αστυνομίας, Π.Ε. 7664, ημερ. 16.12.2005, σελ. 3-4). Το ζήτημα είναι κατά πόσο τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως περιγράφησαν από την παραπονούμενη ή υπάρχει προς τούτο αμφιβολία. Η κατηγορούσα αρχή διατηρεί πάντοτε την υποχρέωση απόδειξης της κάθε κατηγορίας και κάθε στοιχείου της πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Σε λεπτομέρειες της εκδοχής της παραπονούμενης θα αναφερθούμε πιο κάτω, όπου κρίνεται τούτο αναγκαίο. Καταγραφή όλων των επιμέρους συνθηκών περιττεύει αφού δεν τίθεται ζήτημα αντιπαραβολής τους με άλλη εκδοχή. Ότι έχουμε να σημειώσουμε στο στάδιο τούτο, έχοντας υπόψη την κάθε πτυχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης αναφορικά με τα γεγονότα που άπτονται άμεσα των κατηγοριών, είναι πως πρόκειται αντικειμενικά, για μια αληθοφανή εκδοχή, που μπορεί να ευσταθεί και πως κατά την αφήγηση της η παραπονούμενη δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση. Δεν διέλαθε της προσοχής μας πως στην κατάθεση της στην αστυνομία, αναφερόμενη στο σκηνικό όπου στο διαμέρισμα ο κατηγορούμενος ζήτησε να της μιλήσει ιδιαιτέρως, φέρεται να λέει πως ο κατηγορούμενος την χαίδεψε. Είναι αντιληπτό πως εφόσον η παραπονούμενη δια ζώσης υιοθέτησε σε πρώτο στάδιο την κατάθεση της, αυτή συνιστά μέρος της κύριας εξέτασης της (βλ. άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου). Δεν μπορούμε ωστόσο παρά να παρατηρήσουμε πως η παραπονούμενη αυτόβουλα ήγειρε το ζήτημα, επισημαίνοντας τη διάσταση και αναφέροντας πως η πραγματικότητα ήταν όπως η δια ζώσης δήλωση της. Επρόκειτο είπε για λάθος, όχι δικό της, και εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της κατάθεσης της που σημειωτέο είχε ληφθεί με την βοήθεια διερμηνέα. Ουσιαστικά υιοθέτησε την κατάθεση της υπό την αίρεση του σημείου. Αποδεχόμαστε την εξήγηση και σημειώνουμε πως το σημείο δεν είχε ιδιαίτερη σπουδαιότητα, υπό την έννοια πως δεν μεταβάλλετο η εξέλιξη στην εκδοχή της και κανένα λόγο δεν είχε η μάρτυρας να αλλάξει την περιγραφή όπως παρουσιαζόταν στην κατάθεση της παρά μόνο για να πει την αλήθεια. Ένα άλλο σημείο στη γραπτή της κατάθεση αφορά τη θέση, πως μετά το βιασμό της, επέστρεψε στο διαμέρισμα όπου διέμενε στις 03:00 το πρωί της 12.5.
- Με αφετηρία τη θέση της πως ο χρόνος του βιασμού της ήταν σύντομα μετά της 00:30 και πως ο βιασμός της δεν ήταν παρατεταμένος σε διάρκεια και αφού μετά το βιασμό της περπάτησε 25 - 30 ή 40 περίπου λεπτά για να πάει στο διαμέρισμα όπου διέμενε, ήταν η θέση της Υπεράσπισης πως ήταν πολύ αργά, η ώρα 03:00, για να φτάσει στο διαμέρισμα. Τούτο σε συνάρτηση με την θέση της υπεράσπισης πως την σεξουαλική συνεύρεση της παραπονουμένης με τον κατηγορούμενο ακολούθησε διασκέδαση στον εκδρομικό χώρο της Τίμης. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη, είπε πως μπορεί να έφτασε στις 02:00 ή και να περπατούσε για περισσότερη ώρα, γιατί πονούσε στην πλάτη. Διαπιστώνουμε πως υφίσταται κάποια δυσκολία επακριβούς προσδιορισμού στις ώρες, δεν μπορούμε όμως να αποδώσουμε οποιαδήποτε σκοπιμότητα στη παραπονούμενη. Πιστεύουμε πως κάποιος που θα επινοούσε κάποια ψεύτικη εκδοχή, θα μπορούσε εύκολα να καθορίσει και ωράριο που να ταιριάζει στο φτιαχτό του σενάριο. Η παραπονούμενη υπό τας περιστάσεις, το βάρος των όσων διαδραματίστηκαν και την σωματική και ψυχολογική της κατάσταση, δεν αναμένετο να ήταν σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς το χρόνο. Εις ό,τι άλλο με αναφορά στη γραπτή της κατάθεση, παραπεμφθήκαμε από τη συνήγορο Υπεράσπισης ή και διαπιστώσαμε, ήταν επουσιώδεις μη αναφορές σε σχέση με τα όσα δια ζώσης ανέφερε. Δεν επρόκειτο για παραλείψεις. Δεν επρόκειτο για στοιχεία τα οποία αναμένετο να καταγραφούν σε μία γραπτή κατάθεση. Δεν αναμένεται μια τέτοια κατάθεση να εμπεριέχει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που βγαίνουν στην επιφάνεια μετά από βασανιστική και επίμονη αντεξέταση, όπως αυτή την οποία η παραπονούμενη υπέστηκε. Η σεξουαλική επαφή της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου συνέβηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 12/5/
- Η καταγγελία στην αστυνομία έγινε περίπου δύο εικοσιτετράωρα αργότερα, γύρω στις 04:00 της 14/5/
- Στην κατάθεση που έδωσε το απόγευμα της ίδιας ημέρας (Τεκμ. 13 και μετάφραση στην ελληνική Τεκμ. 14) ανάφερε πως, μετά το βιασμό της θα κατάγγελλε τους δράστες, αλλά αυτοί την φοβέρισαν πως αν τους κατάγγελλε θα της έκαναν μεγάλο κακό. Ο κατηγορούμενος την παρακολουθούσε καθώς αυτή περπατούσε μέχρι και το διαμέρισμα όπου διέμενε, για να βεβαιωθεί πως δεν θα πήγαινε να τους καταγγείλει. Δεν πήγε στην αστυνομία, όμως είχε ψυχολογικά προβλήματα και επειδή δεν κοιμόταν την νύχτα λόγω των γεγονότων «αναγκάστηκε» να καταγγείλει το γεγονός στην αστυνομία. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, ανάφερε πως όταν ξάπλωσε δεν μπορούσε να κοιμηθεί, έκλαιγε και σκεφτόταν τα διαδραματισθέντα. Την επομένη ημέρα του βιασμού της, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το διαμέρισμα όπου διέμενε, συνοδευόμενος από μια κοπέλα. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος πέρασε από κοντά της χαμογελώντας ειρωνικά και κάνοντας «τον άνετο». Της υπενθύμισε να μην τολμήσει να πει οτιδήποτε και αυτή φοβισμένη επιβεβαίωσε ότι θα τηρούσε τη σιωπή της. Τότε είναι που «έσπασε μέσα της ψυχολογικά». Στις ώρες που ακολούθησαν έκλαιγε μόνη, φοβόταν για τη ζωή της και γύρω στα μεσάνυχτα κάλεσε τηλεφωνικά την αστυνομία. Υπήρξε ασάφεια στο κατά πόσο η επίσκεψη του κατηγορουμένου με την κοπέλα έγινε την ημέρα που ξημέρωσε μετά το βιασμό (12.5.03) ή την επομένη ημερολογιακά (13.5.03). Κατά την αντεξέταση, η παραπονούμενη εξήγησε πως αφότου μετά το βιασμό επέστρεψε στο διαμέρισμα και ξάπλωσε, σηκώθηκε μετά που οι δύο ένοικοι έφυγαν για τις δουλειές τους. Στο δεύτερο ένοικο, τον Γιάννη, ανάφερε ότι κτυπήθηκε όταν αυτός είχε επιστρέψει από την εργασία του μετά τις 16:
- Ύστερα ο Γιάννης έφυγε από το διαμέρισμα. Η επίσκεψη του κατηγορουμένου με την κοπέλα ακολούθησε το ίδιο απόγευμα μετά που είχε φύγει ο Γιάννης. Ομιλεί δηλαδή η παραπονούμενη, για το απόγευμα της 12.5.
- Υπό τας περιστάσεις η καταγγελία που ακολούθησε έπρεπε να ήταν τις πρώτες πρωινές ώρες της 13.5.
- Αδιάσειστη όμως μαρτυρία επιβεβαιώνει πως η καταγγελία έγινε τις πρώτες πρωινές ώρες της 14.5.
- Υπάρχει συνεπώς ένα ακόμη 24ώρο αργοπορίας στην καταγγελία για το οποίο δεν δόθηκε συγκεκριμένη εξήγηση. Το γεγονός θα προσλάμβανε σημασία υπό το φως της θέσης της Υπεράσπισης πως η παραπονούμενη εκμεταλλεύτηκε μια συναινετική σεξουαλική επαφή που είχε, για να αποκομίσει οικονομικό όφελος διαβιβάζοντας τηλεφωνική απειλή στον αδελφό του κατηγορούμενου να της καταβάλλουν £3.000, διαφορετικά θα κατάγγελλε τον κατηγορούμενο για βιασμό. Ότι κατάγγειλε αφότου ο αδελφός του κατηγορούμενου δεν ενέδωσε στον εκβιασμό της και ότι συνέχισε να τον εκβιάζει και μετά τη καταγγελία. Ο Ιάσωνας Κεσίδης (ΜΥ1), ο αδελφός του κατηγορούμενου, στου οποίου τη μαρτυρία αναφερόμαστε και πιο κάτω, μαρτύρησε πως 10 μέρες μετά τις 3.5.03 που είχε αρχικά γνωρίσει την παραπονούμενη, αυτή του τηλεφώνησε λέγοντας του να πει στον κατηγορούμενο να της δώσει £3.000 διαφορετικά θα τον κατάγγελλε για βιασμό. Μετά από 3 μέρες του ξανατηλεφώνησε, αναφέροντας του ότι είχε προβεί σε καταγγελία. Αντεξεταζόμενος, είπε πως δεν ανάφερε το γεγονός στην αστυνομία γιατί νόμιζε πως δεν θα εισακούετο. Ούτε στον αδελφό του, αφού δεν μπόρεσε καν να τον δει όταν συνελήφθηκε. Μόνο στη δικηγόρο του αδελφού του το είπε, αφήνοντας να νοηθεί πως τούτο έγινε όταν αυτός τελούσε υπό κράτηση. Δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής πως, όπως πιο κάτω θα δούμε, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε 2 ½ περίπου χρόνια μετά τους ουσιώδης χρόνους και αν ήταν αλήθεια πως υπήρξε τέτοιο εκβιαστικό τηλεφώνημα ή τηλεφωνήματα θα αναμένετο ο μάρτυρας να είχε πληροφορήσει τον αδελφό του πολύ πιο πριν, τις μέρες που έγινε ο εκβιασμός, πολύ περισσότερο αργότερα όταν πρωτοανακρίθηκε ως ύποπτος ο αδελφός του για βιασμό. Όσο και αν στην πρώτη περίπτωση θα μπορούσε να χωρέσει δικαιολογία ή εξήγηση, τέτοια δεν θα μπορούσε να στηριχθεί αφ΄ ότου ο κατηγορούμενος κλήθηκε ως ύποπτος στην αστυνομία. Η τοποθέτηση του μάρτυρα Ι.Κεσίδη δεν ήταν τυχαία. Αν αποδεχόταν το φυσικό της άμεσης ενημέρωσης του κατηγορουμένου, θα τον άφηνε εκτεθειμένο σε σχέση με την πρώτη του εκδοχή, πως δεν γνώριζε την παραπονούμενη. Μια γυναίκα εκβιάζει να τον καταγγείλει για βιασμό και έστω μετά ένα έτος όταν ανακρίνεται ως ύποπτος για βιασμό, θα έπρεπε να συνδέσει τα γεγονότα, να δεχθεί τη συνεύρεση και να δώσει τις εξηγήσεις του. Ο μάρτυρας Ι. Κεσίδης δεν μας έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Είμαστε πεπεισμένοι πως επί του προκειμένου είπε ψέματα ώστε να υποβοηθήσει στη δημιουργία του υπόβαθρου που θα οδηγούσε στην απόρριψη της εκδοχής της παραπονουμένης και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της Υπεράσπισης του αδελφού του. Απορρίπτουμε συνεπώς τη θέση περί εκβιασμού εκ μέρους της παραπονούμενης με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Είναι πιστεύουμε η θέση πολύ μεταγενέστερο των ουσιωδών χρόνων κατασκεύασμα, ώστε να αποδοθεί κίνητρο στην παραπονούμενη για να δημιουργηθούν αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τη γνησιότητα της καταγγελίας της. Υποβλήθηκε στην παραπονούμενη πως ανάλογο εκβιασμό έκαμε και σε κάποιον Ανδρέα Παντελή, πρώην εργοδότη της. Η παραπονούμενη αρνήθηκε την υποβολή. Για ότι τον είχε καταγγείλει ήταν πως δεν κατέβαλλε τις εισφορές της στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Παρά τη διαφορά τους σε σχέση με το ζήτημα των εισφορών, φάνηκε πως η παραπονούμενη είχε εμπιστοσύνη στην ευθύτητα του Ανδρέα Παντελή, είπε πως ο Παντελή την εκτιμά και ουσιαστικά προκάλεσε την υπεράσπιση να τον καλέσει ως μάρτυρα. Ο Παντελή δεν κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης αφήνοντας έτσι τις σοβαρές εναντίον της κατηγορίες μετέωρες. Το ζήτημα δεν άπτεται των επίδικων θεμάτων, απλά καταδεικνύει τον ενοχλητικό τρόπο αντεξέτασης της παραπονούμενης και την προσπάθεια προσβολής της αξιοπρέπειας της ώστε να μην αντέξει τη δοκιμασία της παρουσίας στο εδώλιο του μάρτυρα. Η παραπονούμενη κατά την επιστροφή της στο διαμέρισμα όπου διέμενε, ακολουθούμενη από τον κατηγορούμενο, ανάφερε, όπως είπε, στον ένοικο Εντουαρτ πως οι φίλοι του την είχαν κτυπήσει. Βρίσκουμε φυσιολογική και δικαιολογημένη την θέση της πως δεν του ανέφερε πως την είχε βιάσει ο κατηγορούμενος γιατί ντρεπόταν. Άλλωστε γνώριζε τον Έντουαρτ μόνο για λίγες μέρες. Επιπλέον δέ υπό το φως των υποβολών της υπερασπίσεως πως ούτε βιασμός ούτε βιαιοπραγία έγινε από τον κατηγορούμενο η έκφραση παραπόνου απλά και μόνο για βιαιοπραγία έχει την ίδια αποδεικτική αξία. Όπως τονίζεται στην αγγλική απόφαση R v Wright,
(1990), Cr. App. R. 92, ουσιώδες για την αποδοχή του παραπόνου δεν είναι αφ΄ εαυτού το γεγονός ότι έγινε παράπονο αλλά το περιεχόμενο του και η εμφάνιση συνοχής μεταξύ των λεπτομερειών του παραπόνου και της εκδοχής της παραπονουμένης. Ο Έντουαρτ δεν κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Ήταν η θέση της παραπονουμένης πως δεν γνωρίζει που βρίσκεται. Ούτε η γραπτή του κατάθεση επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί. Το γεγονός δεν έχει αρνητικές συνέπειες στην υπόθεση της κατηγορούσας Αρχής. Άλλωστε, ούτε η υπεράσπιση που είχε στην διάθεση της την κατάθεση του μάρτυρα και θα μπορούσε να ζυγίσει κατά πόσο η κατάθεση του ήταν υποβοηθητική στην υπόθεση της, δεν ζήτησε την παρουσίαση της. Ότι άλλο θα θέλαμε εδώ να σημειώσουμε είναι πως το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να υποδείξει το διαμέρισμα όπου άρχισε εναντίον της βιαιοπραγία και ότι η αστυνομία δεν κατόρθωσε να το εντοπίσει, δεν παραβλάπτει τις θέσεις της. Η συνήγορος υπεράσπισης που με τις θέσεις της δια μέσου των υποβολών της δεσμεύει τον κατηγορούμενο, διαφώνησε αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στο διαμέρισμα του ηλικιωμένου άνδρα και όχι ότι τα εμπλεκόμενα μέρη μετέβησαν σε τέτοιο διαμέρισμα. Για ότι αξίζει, θα λέγαμε πως εφόσον ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, ήταν γνωστός του κατηγορουμένου, ο τελευταίος θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει στο εντοπισμό του και να τον καλέσει ως μάρτυρα. Την παραπονούμενη εξέτασε στις 14.5.2003 ο παθολόγος στο Νοσοκομείο Πάφου, Χρίστος Κουρίδης (ΜΚ5) και αργότερα, την ιδία μέρα, ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ7). Ο ιατρός Χρ. Κουρίδης, συνέταξε ιατρική έκθεση ημερ. 14.5.2003 (Τεκμ. 12) την οποία και υιοθέτησε. Καταγράφονται οι διαπιστωθείσες κακώσεις της παραπονούμενης και οι περιγραφές συνάδουν με τις κακώσεις όπως εμφαίνονται στις σχετικές φωτογραφίες (Τεκμ. 4). Συνάδουν επίσης με τις περιγραφές του ιατροδικαστή Σ. Σοφοκλέους, στις οποίες θα αναφερθούμε σε λεπτομέρεια πιο κάτω. Ήταν η θέση του ιατρού Χρ. Κουρίδη, πως οι εκχυμώσεις και εκδορές καταδείκνυαν πως πιθανόν η παραπονούμενη να είχε κτυπηθεί από άλλο πρόσωπο. Ως προς το χρόνο που προξενήθηκαν οι κακώσεις, ο ιατρός απάντησε αντεξεταζόμενος πως δεν ήταν 3 ή 5 ημερών, γιατί τότε οι εκδορές θα είχαν ξηραθεί. Όταν οι εκδορές είναι φρέσκες, τότε επεσυνέβησαν εντός 24ώρου. Στην προκειμένη περίπτωση, τις χαρακτηρίζει πρόσφατες. Ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους ετοίμασε ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμ.19). Καταγράφει με λεπτομέρεια τις κακώσεις της παραπονούμενης, τις οποίες κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, συνέδεσε με τις διάφορες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4 που λήφθηκαν καθ' υπόδειξη του και επεξήγησε την κάθε κάκωση. Η παραπονούμενη, έφερε θλαστική εκχύμωση της δεξιάς κογχικής χώρας, θλαστική εκχύμωση δεξιάς ζυγωματικής χώρας και εκδορά μετά εφελκίδος στο δεξιό άνω χείλος (φωτογρ. 1, 2 και 3). Στην αριστερή τραχηλική χώρα, έφερε εντυπώματα δακτύλων (φωτογρ. 5 και 6). Όπως εξήγησε ο ιατροδικαστής, κάποιο χέρι με μεγάλη δύναμη έπιασε το λαιμό της. Στην αριστερή κάτω γνάθο υφίστατο θλαστική εκχύμωση μετά εξοιδήσεως, ενώ στην αριστερή παρειακή χώρα, εκδορά (φωτογρ. 4 και 5). Θλαστικές εκχυμώσεις που συνίσταντο σε εντυπώματα δακτύλων υπήρχαν στα άνω και κάτω άκρα και σώμα της παραπονούμενης. Στο μέσο τριτημόριο της πρόσθιας επιφάνειας του δεξιού βραχίονα (φωτογρ. 12 και 13), μέσο τριτημόριο της πρόσθιας και ραχιαίας επιφάνειας του αριστερού βραχίονα, (φωτογρ. 9, 10 και 11) στη δεξιά ισχιακή χώρα (φωτογρ. 7) και στην έσω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του δεξιού μηρού (φωτογρ. 16). Εξήγησε ο ιατροδικαστής πως όλες προκλήθηκαν από ανθρώπινο χέρι που άσκησε μεγάλη δύναμη. Ειδικότερα αυτές στην έσω επιφάνεια του δεξιού μηρού, οι οποίες προκλήθηκαν από κάποιο χέρι που με μεγάλη δύναμη προσπαθούσε να ανοίξει τα πόδια της γυναίκας. Ακόμη, στη ραχιαία επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίονα, παρατηρείται εκδορά μετά εφελκίδος (φωτογρ. 14), ενώ άλλες θλαστικές εκχυμώσεις υφίσταντο στο δεξιό γλουτό (φωτογρ. 7 και 8), στην έσω επιφάνεια άνω τριτημορίου της δεξιάς κνήμης (φωτογρ. 16) και στην έξω επιφάνεια μέσου τριτημορίου του αριστερού μηρού (φωτογρ. 15). Κυκλική θλαστική εκχύμωση που συνίσταντο σε εντυπώματα οδόντων υπήρχε στην έσω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του αριστερού μηρού. Ο ιατροδικαστής, που καταγράφει την κάκωση στην έκθεση του, είχε ζητήσει να φωτογραφηθεί πλην όμως για άγνωστο λόγο δεν υφίσταται τέτοια φωτογραφία στο βιβλιάριο που παρουσιάστηκε. Τέλος, υπήρχαν εκδορές στην πρόσθια χώρα της αριστερής και δεξιάς κνήμης (φωτογρ. 17). Ήταν η θέση του ιατροδικαστή πως όλες οι κακώσεις είχαν επέλθει κατά τον αυτό χρόνο. Τον καθορίζει σε 2 - 3 μέρες από το χρόνο της εξέτασης του, χρόνος που συνάδει με το χρόνο του ισχυριζόμενου βιασμού. Αρνήθηκε ο ιατροδικαστής εισήγηση πως οι βλάβες θα μπορούσαν να ήταν 4 ημερών. Σε τέτοια περίπτωση, θα έβλεπε διαφορετικές αλλοιώσεις. Η χροιά τους θα ήταν διαφορετική. Το χρώμα θα είχε εξασθενήσει. Ο ιατροδικαστής είδε τον κόλπο της παραπονούμενης όταν λάμβανε τα κολπικά επιχρίσματα. Δεν διαπίστωσε κακώσεις σε αυτόν. Εξήγησε πως ένας βιασμός δεν προκαλεί απαραίτητα κακώσεις στον κόλπο. Έχει την εμπειρία εξέτασης βιασμών όπου ασκήθηκε μεγαλύτερη βιαιότητα χωρίς να προκληθούν κακώσεις στον κόλπο. Από την άλλη, κακώσεις στον κόλπο μπορεί να παρατηρηθούν και σε μια συναινετική σεξουαλική επαφή. Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που συνηγορούν στο κατά πόσο θα προκληθούν κακώσεις στον κόλπο ή όχι. Κατά τον ιατροδικαστή η μη διαπίστωση κακώσεων στον κόλπο δεν έχει σημασία ιδιαίτερα σε περίπτωση συντριπτικής άλλης ιατρικής μαρτυρίας που ενισχύει την εκδοχή περί βιασμού όπως κατατάσσει την προκειμένη περίπτωση. Τόσο ο ιατρός Χρ.Κουρίδης, όσο και ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους μας έκαμαν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Ευρίσκουμε πως ήσαν ειλικρινείς και μεταβίβασαν στο Δικαστήριο τα πραγματικά τους ευρήματα και τη γνήσια γνώμη τους. Αποδεχόμαστε την εμπειρογνωματοσύνη τους επί των ζητημάτων που κατάθεσαν για να καταλήξουμε πως τα ευρήματα τους ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και η γνώμη τους είναι ορθή. Οι αδιαμφισβήτητοι τραυματισμοί της παραπονούμενης, δίνουν μια πρόσθετη διάσταση στην εισήγηση της Υπεράσπισης. Ότι η παραπονούμενη εκμεταλλεύθηκε μια όχι οποιαδήποτε χρονική περίοδο, αλλά χρόνο κατά τον οποίο ήταν ήδη κτυπημένη ώστε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο και να εκμεταλλευτεί συνδυασμό των δύο γεγονότων για να του αποδώσει πως την βίασε. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, τη μαρτυρία του οποίου έχουμε αποδεχθεί, οι βλάβες σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης που επεσυνέβησαν κατά την ίδια χρονική περίοδο, προέρχονταν από πίεση ανθρώπινου χεριού, ενώ ειδικά αυτές στην έσω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του δεξιού μηρού, κατεδείκνυαν πως κάποιος με πολύ μεγάλη δύναμη προσπαθούσε να ανοίξει τα πόδια της παραπονούμενης. Η εισήγηση λοιπόν της Υπεράσπισης, πως οι κακώσεις προϋπήρχαν της συνάντησης των μερών προϋποθέτει ότι κάποιος άλλος κακοποίησε την παραπονούμενη σωματικά πριν αυτή συνευρεθεί με τον κατηγορούμενο και αυτή, για λόγους δικούς της, καλύπτει το άλλο πρόσωπο και ψευδώς αποδίδει τις βλάβες και τάχα βιασμό της στον κατηγορούμενο. Μάλιστα, η κακοποίηση της περιείχε άσεμνα στοιχεία αφού ο άγνωστος δράστης προσπάθησε να ανοίξει τα πόδια της γυναίκας. Η εισήγηση της υπεράσπισης εδράζεται σε αριθμό συγκυριών και αφύσικα πολύπλοκο σχεδιασμό εκ μέρους της παραπονούμενης. Η ιατρική μαρτυρία συνάδει με την εκδοχή της παραπονούμενης για τον τρόπο που βιάστηκε. Οι διάφορες κακώσεις που διαπιστώθηκαν, ταιριάζουν στο σκηνικό όπως το παρουσίασε η παραπονούμενη. Ότι κάποιος άλλος από το βιαστή της κρατούσε τα χέρια, συνάδει με τις κακώσεις στα άνω άκρα. Ότι προέβαλε αντίσταση, κλωτσούσε με τα πόδια της και ότι ο βιαστής της δυσκολεύτηκε να επιτύχει το σκοπό του, φαίνεται από τις κακώσεις στα κάτω άκρα με χαρακτηριστικές αυτές στην έσω επιφάνεια του δεξιού μηρού. Ότι κτυπήθηκε από τους δράστες, αποκαλύπτει, κατά κύριο λόγο, η εικόνα του προσώπου της, ενώ μνεία πρέπει να γίνει και στα εντυπώματα οδόντων στον αριστερό της μηρό. Η παραπονούμενη είχε μαρτυρήσει πως κτυπήθηκε και δαγκώθηκε. Η ιατρική μαρτυρία συνάδει με την εκδοχή της παραπονούμενης πως υπέστηκε τις διάφορες κακώσεις κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 12.5.
- Αποκλείει αυτές να προξενήθηκαν το προηγούμενο βράδι. Ότι ενδεχομένως δεν θα μπορούσε ιατρικά να αποκλειστεί είναι η παραπονούμενη να υπέστηκε τις κακώσεις το απόγευμα της 11.5.2003 κάποιες ώρες πριν την επίσκεψη του κατηγορούμενου στο διαμέρισμα όπου διέμενε. Για ότι αξίζει, θα σημειώναμε πως θα μας φαινόταν πολύ παράξενο και μη αναμενόμενο μια γυναίκα με την εικόνα προσώπου όπως εμφανίζεται η παραπονούμενη στις φωτογραφίες 1, 2 και 3 του Τεκμηρίου 4, και ακόμη σε χειρότερη τότε κατάσταση, να είχε τη διάθεση να κυκλοφορήσει σε καφετερία και να περιδιαβεί στους δρόμους της πόλης για αναψυχή. Σημειώνουμε πως ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφ. 315 Μάριος Αριστείδου (ΜΚ3), που αντεξετάστηκε διερευνητικά χωρίς να αμφισβητηθεί, ανέφερε πως μετέβηκε με την παραπονούμενη στην καφετέρια όπου, κατά την παραπονούμενη, που επί του προκειμένου δεν αντεξετάστηκε, είχε καθήσει με τους δράστες. Τα άτομα που εργάζονταν εκεί δεν την θυμόντουσαν λόγω των πολλών ατόμων που συχνάζουν στην καφετέρια. Εάν η παραπονούμενη κατά την επίσκεψη της στην καφετέρια με τους δράστες είχε στο πρόσωπο τις κακώσεις που δείχνουν οι σχετικές φωτογραφίες, όπως εισηγείται η Υπεράσπιση και που έφερε όταν επισκέφθηκε την καφετέρια με την αστυνομία, θα λέγαμε πως θα αναμένετο να προκαλούσε εντύπωση και θα την θυμόντουσαν οι εκεί εργαζόμενοι. Είμαστε πεπεισμένοι πως η παραπονούμενη δεν έφερε τις κακώσεις που διαπιστωθήκαν και εμφαίνονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4 κατά το χρόνο που μαζί με τον κατηγορούμενο και το φίλο του έφυγε από το διαμέρισμα όπου διέμενε και μαζί μετέβησαν στην καφετέρια. Η παραπονούμενη έδωσε και δεύτερη κατάθεση στην αστυνομία στις 10.9.2003 (Τεκμ. 15 και μετάφραση στην Ελληνική Τεκμ. 16). Κατέθεσε πως για προσωπικούς λόγους, δεν επιθυμούσε η αστυνομία να συνεχίσει τις εξετάσεις, ότι ήταν και δικό της λάθος που πήγε μαζί τους και ότι δεν ήθελε να έχει σχέσεις με την αστυνομία «ή με άλλο πρόσωπο». Κατά την κύρια εξέταση της, η παραπονούμενη ανέφερε πως αφότου λίγες μέρες μετά το βιασμό της, μετακόμισε για λόγους ασφαλείας εκτός της πόλης της Πάφου και διέμενε στο Προδρόμι της Πόλης Χρυσοχούς, συνέχισε να λαμβάνει απειλητικά τηλεφωνήματα στο κινητό της. Έτσι, το Σεπτέμβριο του 2003 όταν κλήθηκε από την αστυνομία στην Πάφο και της αναφέρθηκε πως δεν ανευρίσκοντο οι δράστες, αυτή λόγω των απειλών που εδέχετο, είπε πως θα μπορούσε η αστυνομία να κλείσει την υπόθεση. Αντεξετάστηκε η παραπονούμενη αναφορικά με κάθε φράση της κατάθεσης της αυτής. Οι προσωπικοί της λόγοι, ήταν ο φόβος για τη ζωή της αλλά και γιατί είχε δημιουργήσει μία σχέση και δεν ήθελε αυτή να διαταραχθεί. Το δικό της λάθος ήταν η εμπιστοσύνη που έδειξε να συνοδεύσει τους δράστες στο διαμέρισμα της φίλης του κατηγορούμενου. Για το τι εννοούσε «ή με άλλο πρόσωπο», δεν θυμόταν να εξηγήσει. Σκέφτηκε ακόμη η παραπονούμενη, πως αν οι δράστες μάθαιναν πως απέσυρε την καταγγελία της, θα την άφηναν ήσυχη. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης της, ανάφερε πως στην αστυνομία της είπαν να κλείσουν την υπόθεση και η κατάθεση της δόθηκε καθ' υποβολή. Δεν ήθελε να θίξει την αστυνομία, γι' αυτό και δεν το είπε πιο πριν. Υποβλήθηκε στην παραπονούμενη πως φοβόταν και ένιωθε τύψεις γιατί είχε προβεί σε ψευδή καταγγελία γι' αυτό και απέσυρε το παράπονο της, κάτι που η παραπονούμενη αρνήθηκε. Η θέση της παραπονούμενης, ότι ουσιαστικά της συνεστήθη από την αστυνομία να κλείσει η υπόθεση, τέθηκε υπόψη του Υπαστυνόμου Χρ. Χριστοδούλου που υποστήριξε τη γενική θέση της αστυνομίας να διερευνά σοβαρά εγκλήματα ακόμη και όταν ο πολίτης-θύμα δεν είχε παράπονο, υπενθυμίζοντας πως οι ανακρίσεις συνεχίζονταν και μετά τις 10.9.2003 όπως φαίνεται και από τις ημερομηνίες ανάκρισης του κατηγορούμενου. Αναφορικά με τις συνθήκες λήψης της δεύτερης κατάθεσης της παραπονουμένης ο εξεταστής της υπόθεσης που έλαβε την κατάθεση ανάφερε πως η παραπονούμενη του είπε τηλεφωνικά πως δεν ήθελε να συνεχίσει η υπόθεση. Αυτό έγινε κατόπιν τηλεφωνήματος της αστυνομίας. Από την αστυνομία της ζητήθηκε να το δώσει γραπτώς και χρειάστηκαν και άλλα τηλεφωνήματα από την αστυνομία για να πάει η παραπονούμενη να δώσει την δεύτερη της κατάθεση. Εξακολουθούσε και τότε να ήταν φοβισμένη, έστω σε λιγότερο βαθμό. Είχε μάλιστα αναφέρει στον εξεταστή πως στο ενδιάμεσο είχε δεχθεί τηλεφωνικές απειλές. Οι περιβάλλουσες συνθήκες εύλογα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση που σχημάτισε η παραπονούμενη πως ήταν επιθυμία της αστυνομίας και διευκολύνετο η αστυνομία με το κλείσιμο της υπόθεσης. Ακόμη το λεκτικό της δεύτερης κατάθεσης, με ευχαριστίες προς την αστυνομία συνηγορεί υπέρ της εξήγησης της παραπονουμένης ότι το περιεχόμενο διαμορφώθηκε από την αστυνομία και η ίδια υπόγραψε την κατάθεση, χωρίς βέβαια να εκφράσει διαφωνία. Ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε στις 6.5.2004, ένα σχεδόν έτος μετά τους επίδικους χρόνους. Η προσαγωγή του στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου έγινε γιατί ο κατηγορούμενος ονομάζετο Σπάρτακος, το όνομα που είχε δώσει η παραπονούμενη στην αστυνομία ως το όνομα του βιαστή της. Υφίστατο σύμφωνα με τον Υπαστυνόμο Χριστάκη Χριστοδούλου (ΜΚ8), που ανέκρινε τον κατηγορούμενο, πολύ καλή περιγραφή του δράστη Σπάρτακου από την παραπονούμενη. Σε γραπτή κατάθεση του ημερ. 6.5.2004 (Τεκμ.21) ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει πως δεν γνώριζε την παραπονούμενη και πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, πολύ πιθανόν να ήταν εκτός Κύπρου. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε οιονδήποτε Ελισαίο και συγκατατέθηκε να του ληφθεί δείγμα αίματος για να πείσει την αστυνομία ότι ήταν αθώος. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (Τεκμ. 9 ) στις 11.10.2005 από τον αστυφ. 316 Γιώργο Δημητρίου (ΜΚ4). Του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και απάντησε: «Συγνώμη, έκαμα λάθος που πήγα μαζί της αλλά ήταν με τη θέληση της». Αυθημερόν του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και σύμφωνα με τον αστυφ. Γ. Δημητρίου είπε ότι η παραπονούμενη έκανε έρωτα μαζί του με τη θέληση της. Κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αυτά αδικήματα που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο και απάντησε πως δεν παραδεχόταν (Τεκμ. 11). Σαν αντικειμενικό δεδομένο που έγινε αποδεκτό κατά τη διαδικασία, σημειώνουμε το αποτέλεσμα επιστημονικής εξέτασης όπως εμφαίνεται σε έκθεση ημερ. 5.12.2004 (Τεκμ. 18). Ανδρικό γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το εσώρουχο που φορούσε η παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. σχετική έκθεση ημερ. 6.7.2003 (Τεκμ. 19) που έγινε αποδεκτό γεγονός), ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το δείγμα αίματος του κατηγορούμενου. Εφόσον η Υπεράσπιση δεν αρνείται την ερωτική συνεύρεση του κατηγορούμενου μετά της παραπονουμένης, το καθ' αυτό αποτέλεσμα της επιστημονικής μαρτυρίας, χάνει τη σπουδαιότητα του. Ο χρόνος ολοκλήρωσης των επιστημονικών εξετάσεων (5.12.2004), θα ήταν σημαντικός αν είχε καταδειχθεί με μαρτυρία πως ο κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί το αποτέλεσμα, ώστε το δεδομένο να μπορούσε ίσως να συνδεθεί με τη διαφοροποίηση στη θέση του. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του, δικαιολόγησε τη θέση του, πως δεν γνώριζε την παραπονούμενη όταν αρχικά ανακρίθηκε. Είπε πως ότι του είχε υποδειχθεί ήταν μία φωτογραφία διαβατηρίου όπου παρουσιαζόταν πρόσωπο νεαράς ηλικίας. Είχε άλλωστε διέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από το συμβάν και ο ίδιος είχε πλούσια ερωτική ζωή. Κατά τη δεύτερη ανάκριση, του δόθηκε καλύτερη πληροφόρηση και θυμήθηκε την περίπτωση. Είναι γεγονός πως ο Υπαστυνόμος Χ. Χριστοδούλου, δεν διευκρίνισε ποια φωτογραφία της παραπονούμενης επιδείχθηκε στον κατηγορούμενο κατά την ανάκριση του. Δεν υπάρχει προς τούτο μαρτυρία. Αν ήταν κάποια από τις φωτογραφίες 1-6 του Τεκμηρίου 4, δεν θα υπήρχε χώρος για την εξήγηση του κατηγορούμενου. Ούτε και αναφέρθηκε ο Υπαστυνόμος στο κατά πόσο περίγραψε στον κατηγορούμενο την παραπονούμενη ή τις περιβάλλουσες συνθήκες της γνωριμίας και συνεύρεσης τους ώστε να ήταν βέβαιο πως η άρνηση του ότι την γνώριζε και είχε συμβεί οτιδήποτε μεταξύ τους, ήταν ηθελημένο ψεύδος του. Θα πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε πως τα δεδομένα που θα έτειναν να δώσουν υπόσταση στην τότε εκδοχή του κατηγορούμενου, δεν τέθηκαν υπόψη του μάρτυρα. Ουδέποτε του υποβλήθηκε πως παρουσίασε μικρή η παλιά φωτογραφία της παραπονούμενης στον κατηγορούμενο ή ότι δεν του έδωσε επιμέρους στοιχεία της καταγγελίας ώστε να του καταστήσει σαφές για ποια περίπτωση τον ανέκρινε. Ότι άλλο παρατηρούμε, είναι πως στη δεύτερη περίπτωση, στις 11.10.2005, ο κατηγορούμενος διαφοροποίησε τη θέση του, όχι μόνο κατά την ανάκριση του, αλλά και άμεσα κατά τη σύλληψη του. Ήταν η μαρτυρία του αστυφ. Γ. Δημητρίου που εκτέλεσε το δικαστικό ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου, πως συνέλαβε τον κατηγορούμενο και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Δεν μαρτύρησε ο αστυφύλακας πως έδωσε λεπτομέρειες και στοιχεία της σχετικής καταγγελίας στον κατηγορούμενο. Ο αστυφ. Γ. Δημητρίου, δεν αντεξετάστηκε καθόλου και τίποτα δεν του υποβλήθηκε περί του αντιθέτου. Ό,τι άλλο έχουμε να παρατηρήσουμε, είναι πως ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε πέραν του βιασμού και για επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά της παραπονουμένης. Το αδίκημα καταγράφεται στο ένταλμα και εφόσον ο Γ. Δημητρίου εξήγησε τους λόγους σύλληψης στον κατηγορούμενο, αναφέρθηκε και στην επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Συνεπώς ο κατηγορούμενος, που την φορά αυτή είχε αντιληφθεί για ποια περίπτωση ομιλούσε ο αστυνομικός, θα αναμένετο να πει πως η παραπονούμενη ήταν ήδη κτυπημένη όταν τη συνάντησε και συνεπώς δεν ευθύνετο για το αδίκημα εκείνο. Εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 12.10.05 (η γραπτή κατηγορία έγινε Τεκμήριο 11). Οι κατηγορίες καταγράφονται με λεπτομέρεια. Αναφορικά δε με το ζήτημα των κακώσεων της παραπονουμένης του καταλογίζεται πως επιτέθηκε στην παραπονουμένη και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή εκχυμώσεις, οιδήματα και εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος της. Ο κατηγορούμενος έχοντας πλέον ακόμη σαφέστερη εικόνα των δεδομένων αρνήθηκε τις κατηγορίες χωρίς καμιά αναφορά ότι η παραπονούμενη ήταν ήδη κτυπημένη και έφερε τις σχετικές κακώσεις όταν συναντήθηκε μαζί του. Έχουμε την εντύπωση πως η δικαιολογία για τη διάσταση μεταξύ των δύο θέσεων του κατηγορούμενου στις 6.5.2004 και 11.10.2005 ήταν επινόηση που προβλήθηκε αφότου εκρίθηκε πως ελλείψεις στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής παρείχαν το περιθώριο προβολής τέτοιας δικαιολογίας. Η Υπεράσπιση προσπάθησε να πλήξει την αξιοπιστία της παραπονουμένης τόσο δια της αντεξέτασης της, όσο και δια της παρουσίασης μαρτυρίας για την εν γένει συμπεριφορά της αλλά και για να διαψεύσει αναφορές της γενικά σε σχέση με τη ζωή της, που μόνο εμμέσως μπορεί να άπτονται των επιδίκων θεμάτων. Ο Σάββας Νεοφύτου από την Αργάκα (Μ.Υ.2) είναι ιδιοκτήτης διαμερισμάτων στο Προδρόμι της Πόλης Χρυσοχούς. Η μαρτυρία του προσφέρθηκε από την Υπεράσπιση για την προώθηση δύο ζητημάτων: Ότι η παραπονούμενη από τις 22.5.2003 είναι ενοικιάστρια του και διαμένει σε ένα από τα διαμερίσματα του και ότι αυτή στο εν λόγω διαμέρισμα με παρέες, καταναλώνει οινοπνευματώδη ποτά και με τις παρέες τις θορυβεί και ενοχλεί τους άλλους ενοικιαστές. Πέραν των παραπόνων των περιοίκων ο μάρτυρας στη βάση προσωπικών του παρατηρήσεων σε συναντήσεις με την παραπονούμενη την χαρακτηρίζει «αλκοολική». Ο Ιάσωνας Κεσίδης (Μ.Υ.1) αδελφός του κατηγορουμένου είναι νέος άνδρας που κλήθηκε για να μαρτυρήσει πως στις 3.5.2003, 9 ημέρες πριν τους ουσιώδεις χρόνους είχε γνωρίσει την παραπονούμενη. Κάποιος φίλος του του έδωσε το τηλέφωνο της, με σύσταση ότι επρόκειτο για γυναίκα που «πίνει και πάει με οποιονδήποτε». Ήταν η θέση του πως της τηλεφώνησε και ακολούθως το ίδιο βράδυ της 3.5.2003, που ήταν Σάββατο, την παρέλαβαν με κάποιο φίλο του ονόματι Διονύση από το μέρος όπου διέμενε. Μαζί της ήταν και κάποιος φίλος της. Μετέβησαν σε παραλία στην περιοχή του Φάρου όπου κατανάλωσαν ποτά και φαγητά ακούγοντας μουσική και διασκεδάζοντας. Στην παρέα προστέθησαν σε κάποιο στάδιο ακόμη τρεις νεαροί φίλοι του μάρτυρα. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως διαδοχικά, στον χώρο και εντός του αυτοκινήτου, ο Διονύσης, ο ίδιος και ακόμη ένας από τους νεαρούς ονόματι Νίκος είχαν σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη. Ο Ι. Κεσίδης αναφέρθηκε και σε εκβιασμούς της παραπονουμένης που δέχθηκε μετά τους ουσιώδης για την υπόθεση χρόνους, ζήτημα στο οποίο αναφερθήκαμε εν εκτάση πιο πάνω. Με την μαρτυρία της η Υπεράσπιση ηθέλησε να καταδείξει πως η παραπονούμενη είπε ψέματα σε σχέση με τους τόπους διαμονής της τα τελευταία χρόνια. Ψευδολόγησε επί τω ότι δεν καταναλώνει καταχρηστικά οινοπνευματώδη ποτά και δεν ήταν ειλικρινής όταν μαρτυρούσε πως δεν συνηθίζει να έχει ευκαιριακές σεξουαλικές επαφές με νεαρούς. Ήταν η θέση της παραπονούμενης, πως από το Μάιο του 2003 που έφυγε από την Πάφο φοβούμενη για την ζωή της και μετακόμισε στο Προδρόμι, παρέμεινε εκεί μόνο μέχρι τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους και πως έκτοτε διαμένει στη Λεμεσό. Αντεξετάσθηκε επίμονα σε σχέση με τον τόπο διαμονής και εργασίας της στη Λεμεσό και ενώ έδινε κάποια στοιχεία ήταν κατηγορηματικά αρνητική στο να δώσει λεπτομέρειες. Ήταν πρόδηλο, πως ερωτήσεις που αφορούσαν και μπορούσαν να βοηθήσουν στον εντοπισμό του χώρου διαμονής ή εργασίας της, την ενοχλούσαν και ρητά ανάφερε πως για λόγους προσωπικής της ασφάλειας δεν θα αποκάλυπτε. Ο μάρτυρας Σ. Νεοφύτου μας έχει πείσει με τη μαρτυρία του πως η παραπονούμενη είναι ενοικιάστρια του και διαμένει στο Προδρόμι. Ο μάρτυρας δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο για να έχει ενδιαφέρον στην έκβαση των εναντίον του κατηγοριών και υπήρξε πειστικός για τις πιο πάνω θέσεις του. Η παραπονούμενη δεν αποκάλυψε όλη την αλήθεια αναφορικά με τον τόπο διαμονής της από τον Σεπτέμβριο του
- Η συνήγορος του κατηγορουμένου μας κάλεσε και γι΄ αυτό τον λόγο, να την κρίνουμε αναξιόπιστη μάρτυρα. Άλλωστε επεσήμανε η συνήγορος, η παραπονούμενη δεν περιορίστηκε στο να αρνηθεί να αναφερθεί στο που διέμενε, αλλά επινόησε ολόκληρη ιστορία με επιμέρους αναφορές. Είμαστε της άποψης, πως η εν κατακλείδι θέση της παραπονούμενης αναφορικά με το χώρο διαμονής ή εργασίας της δεν παραβλάπτει την αξιοπιστία της. Αισθανόμαστε με βεβαιότητα πως κίνητρο της να αποκρύψει την αλήθεια, δεν ήταν άλλο από λόγους προσωπικής ασφαλείας, φοβούμενη βλάβη στο πρόσωπο της από προσκείμενα στον κατηγορούμενο πρόσωπα. Ο φόβος αυτός επιτάθηκε διαρκούσης της αντεξέτασης, όταν η υπεράσπιση υπέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την σημερινή διαμονή της. Η παραπονούμενη, ενώ αρχικά δήλωσε αόριστα, πως από το Σεπτέμβριο του 2003 μένει κάπου, σε χωριό της Πάφου και τις τελευταίες μέρες στην Λεμεσό όπου της βρήκαν σπίτι, κάτι που συνάδει με την μαρτυρία του μάρτυρα Σ. Νεοφύτου πως δεν την έχει δει τις τελευταίες μέρες, αντιλαμβανόμενη πως θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η πραγματική συνήθης διαμονή της, ανέφερε ότι από τον Σεπτέμβριο του 2003 διαμένει μόνιμα στην Λεμεσό. Γι' αυτό και αν προσπάθησε να δώσει παραπλανητικές λεπτομέρειες, αυτό έγινε στην προσπάθεια της να αποπροσανατολίσει όσους θα είχαν λόγους να την εντοπίσουν, με σκοπό όπως η ίδια ένιωθε, να την εμποδίσουν από του να πει την αλήθεια στο δικαστήριο. Άλλωστε, δεν διαβλέπουμε άλλο λόγο γιατί να μαρτυρήσει με αυτό τον τρόπο για γεγονότα μεταγενέστερα των ουσιωδών χρόνων, ήσσονος μάλιστα σημασίας. Η ανασφάλεια, η αγωνία και ο φόβος ήταν συναισθήματα που διακατείχαν την παραπονούμενη κατά την παρουσία της και στο εδώλιο του μάρτυρα. Η παραπονούμενη δεν προσποιείτο. Επρόκειτο για γνήσια συναισθήματα. Το ζήτημα του χώρου διαμονής ή εργασίας της παραπονούμενης μετά τους ουσιώδης χρόνους, όχι μόνο δεν έχει αρνητικές συνέπειες στην εικόνα της παραπονούμενης, αλλά διαφαίνεται πως η παραπονούμενη τρομοκρατήθηκε από τους δράστες, ήταν σε κατάσταση πανικού δύο 24ωρα αργότερα όταν προέβηκε σε καταγγελία, όπως περιέγραψε ο εξεταστής της υπόθεσης και επιβεβαιώνει η Γ/Αναπλ. Λοχίας 1577 Αλεξία Πατριώτου (ΜΚ2) ώστε να εγκαταλείψει την πόλη της Πάφου όπου διέμενε. Οι απειλές εναντίον της αποδεχομάστε ότι συνεχίστηκαν. Το Σεπτέμβριο όταν έδινε τη δεύτερη της κατάθεση, ήταν φοβισμένη. Αμέσως μετά άλλαξε και τον αριθμό του τηλεφώνου της. Τα περί «αλκοολισμού» της ενάγουσας δεν μας εντυπωσίασαν ιδιαίτερα. Η μαρτυρία ήταν κατά κύριο λόγο στην μορφή φημών και πληροφοριών. Στην αναφορά του μάρτυρα περί «αλκοολισμού», δεν μπορούμε να προσδώσουμε οτιδήποτε άλλο παρά το ότι αποδίδει την προσωπική αντίληψη του μάρτυρα. Η θέση της υπεράσπισης πως η παραπονούμενη καταδικάστηκε ότι οδηγούσε στο παρελθόν υπό την επήρεια αλκοόλ παρά την επίμονη και επ΄ αυτού του σημείου αντεξέτασης της, δεν τεκμηριώθηκε. Αν στα χρόνια που ακολούθησαν τους ουσιώδους χρόνους καταναλώνει ακλοολούχα ποτά δεν βρίσκουμε το ζήτημα να άπτεται ούτε της εν γένει συμπεριφοράς της, χρόνια πριν, πολύ περισσότερο συγκεκριμένα κατά τους ουσιώδης χρόνους. Άλλωστε δεν τέθηκε ζήτημα πως ήταν υπό την επήρεια ακλοόλης κατά τους ουσιώδης χρόνους. Ούτε και μπορούμε να δεχτούμε πως το ζήτημα άπτεται της αξιοπιστίας της μάρτυρας. Καθ΄ όσον αφορά τα περί άσεμνης διαγωγής της και συνήθειας σεξουαλικών συνευρέσεων με νεαρούς. Δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε τέτοιο εύρημα. Η μαρτυρία του αδελφού του κατηγορούμενου που έτεινε να διασύρει την αξιοπρέπεια της παραπονούμενης, δεν μας ικανοποιεί ότι ήταν αληθινή. Ο Ι. Κεσίδης είναι πιθανό να είχε γνωρίσει την παραπονούμενη, πιστεύουμε όμως πως οι ισχυρισμοί του για την διασκέδαση και τα συναφή στην περιοχή του φάρου δεν ήταν αληθινοί και μόνο σκοπό είχαν να δημιουργήσουν την εικόνα στο δικαστήριο πως η παραπονούμενη ήταν μια εύκολη γυναίκα που είχε ανεξέλεγκτες σεξουαλικές επαφές με νεαρούς άνδρες, ώστε το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι και στην υπό εκδίκαση περίπτωση είχε σεξουαλική επαφή με τον νεαρό κατηγορούμενο με την θέληση της. Ήταν διάχυτη και συνεχώς κατά την δίκη η προσπάθεια της υπεράσπισης του κατηγορουμένου να διασύρει την προσωπικότητα της παραπονούμενης και να καταρρακώσει την αξιοπρέπεια της, ιδιαίτερα καθ΄ όν χρόνο αυτή ευρίσκετο στο εδώλιο του μάρτυρα. Αποκορύφωμα ήταν η προσπάθεια έγερσης ζητήματος ως προς τα αίτια του θανάτου του 19χρόνου γιου της παραπονούμενης, πριν 2 χρόνια, θέμα παντελώς άσχετο με τα επίδικα ζητήματα με μόνο σκοπό να προκληθεί ενόχληση και αναστάτωση στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της. Η άσκηση της επιλογής της ανώμοτης δήλωσης δεν μπορεί να τύχει δυσμενούς σχολιασμού και δεν θεωρούμε ότι επιλογή του κατηγορουμένου ενισχύει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την υπόθεση της κατηγορίας. Βλ. Θεμιστοκλέους ν Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200. Είναι γεγονός πως με το να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και να μην παρουσιάσει οποιαδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης μαρτυρία της παραπονούμενης παρέμεινε αναντίλεκτη, όμως οι ποινικές υποθέσεις δεν κρίνονται στην προτίμηση μιας μαρτυρίας αλλά πρέπει να αποδεικνύεται το καταλογιζόμενο με την κατηγορία αδίκημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, Βιασμός, εμπίπτει στις περιπτώσεις Εγκλημάτων Κατά των Ηθών, οπόταν και επιβάλλεται αυξημένη προσοχή και εγρήγορση του Δικαστηρίου. Λόγω της φύσης των αδικημάτων είναι αναγκαίο, ως θέμα πρακτικής και όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής, να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Cross on Evidence 4η έκδοση 174 και 181-182). Το Δικαστήριο θα πρέπει λοιπόν να έχει κατά νου ότι η αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονουμένης χωρίς ενίσχυση δυνατό να συνεπάγεται κινδύνους (βλ. Petinos v Police
(1961)CLR 330 η οποία υιοθετήθηκε στην A. G. v Petrou
(1972)2CLR 81, Fourris & others v Republic
(1980)2 CLR 152, Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390). Η ενισχυτική μαρτυρία θα πρέπει, όχι μόνο να προέρχεται από άλλη πηγή, ανεξάρτητη από τον μάρτυρα, την μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει, αλλά θα πρέπει να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. Τέτοιο παράδειγμα συνιστά η ρητή ή εξυπακουόμενη παραδοχή ή άλλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου η οποία έχει χαρακτηριστεί στην υπόθεση D. P. P. v Kilbourne
(1973)1 All. E. R. 440 ως «Corroboration of the strongest possible kind», «ενίσχυση της πλέον δυνατής μορφής». Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία ελλιπή, ύποπτη ή αναξιόπιστη (βλ. Ττοουλιάς ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258). Κρίνεται δε ότι η ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της παραπονουμένης αλλά ωσάν να εμπεριέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης βλ. Α. G. Hong Kong ν. Wong Munk Pink
(1987)A.C. 501 P.G. όπου προβλήθηκε ότι είναι λογικό η αξιολόγηση της μαρτυρίας να κρίνεται εξ υπ' αρχής σε αναφορά και προς την ενισχυτική μαρτυρία ως ενιαίο σύνολο. Για το ίδιο θέμα βλ. Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2000)(αρ.2) 2 ΑΑΔ
- Είναι βέβαια επιθυμητό η μαρτυρία να σχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, «προσέγγιση που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου». βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή κ.α. Ποιν. Έφεση 10705 ημερ. 8.2.
- Η παραπονούμενη μας έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Καθ΄ όσον αφορά τα ουσιώδη πιστεύουμε ότι τα μετέφερε στο Δικαστήριο με ακρίβεια. Η παραπονούμενη με φανερά τα σημάδια της ταλαιπωρίας από τις κακουχίες της ζωής, τον χωρισμό της και τον πρόσφατο θάνατο του γιου της, στάθηκε βρίσκουμε με αξιοπρέπεια στο Δικαστήριο και ο λόγος της ήταν αληθινός. Αυτή είναι η πεποίθηση μας που προκύπτει αποκλειστικά και μόνο από την παρατήρηση μας κατά την ώρα της κατάθεσης της και την εκφορά του λόγου της, χωρίς να έχουμε επηρεαστεί από τα όσα μας μετέφερε στο δικαστήριο και που σημειώνουμε ότι όσα λέχθηκαν για τη προσωπική της ζωή, διαζύγιο και θάνατος του παιδιού της, μετεφέρθησαν μόνο κατόπιν επίμονων ερωτήσεων της υπεράσπισης. Η ίδια η παραπονούμενη κατά την κυρίως εξέταση της στάθηκε στα γεγονότα που περιέβαλαν τις κατηγορίες. Δεν είναι η ίδια που επιδίωξε τον οίκτο του δικαστηρίου, αλλά όσα μας διηγήθηκε ήταν απότοκο της σκληρής αντεξέτασης. Με την μαρτυρία της μας δημιούργησε την εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τις περιβάλλουσες τα αδικήματα συνθήκες, την απαραίτητη εκείνη για την στήριξη ποινικής καταδίκης. Όλες οι θέσεις τις οποίες πρόβαλε η υπεράσπιση και τις έχουμε σχολιάσει πιο πάνω, έμειναν τελικά μετέωρες και χωρίς οποιοδήποτε αντίκρισμα ως προς την πραγματικότητα. Η πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονουμένης βρίσκουμε ότι ενισχύεται από την ιατρική μαρτυρία όπως πιο πάνω επεξηγήθηκε. Αποδεχόμενοι πως τα ουσιώδη γεγονότα επεσυνέβησαν όπως ακριβώς τούτα περιγράφησαν από την παραπονούμενη, βρίσκουμε πως αποδεικνύεται η διάπραξη των αδικημάτων της 2ης, 3ης, και 4ης κατηγορίας. Το άρθρο 148 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 επί του οποίου εδράζεται η 2η κατηγορία προνοεί πως: « Όποιος με σκοπό το γάμο ή τη συνουσία με αυτό ή με άλλο απαγάγει ή κατακρατεί γυναίκα χωρίς τη θέληση της, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων» Η παρούσα περίπτωση δεν συνιστά την κλασσική περίπτωση απαγωγής όπως φαντάζει στο μυαλό του μη νομικού που στην σκέψη του έχει τις εικόνες που βλέπουμε σε δραματικές ταινίες. Ωστόσο το αδίκημα στοιχειοθετείται και με την σύντομη κατακράτηση ενός προσώπου σε χώρο παρά την θέληση του. (βλ. Felekis v The Police
(1968)2 AAΔ 151). Δεν θα είχαμε ενδοιασμό να πούμε πως σε κάθε περίπτωση βιασμού όπου το θύμα διατηρεί τις αισθήσεις του, σε αντίθετη με περιπτώσεις όπου ο βιασμός στοιχειοθετείται λόγω δόλου στην επίτευξη της συναίνεσης του θύματος, διαπράττεται και το αδίκημα της απαγωγής. Η παραπονούμενη κατακρατήθηκε στον χώρο όπου βιάστηκε παρά την θέληση της και παρά την επιθυμία της να ξεφύγει. Ο κατηγορούμενος με την συνδρομή άλλου προσώπου κατακράτησε την παραπονούμενη με σκοπό την συνουσία που όπως είδαμε ακολούθησε άμεσα. Μάλιστα για να επιτευχθεί η κατακράτηση της παραπονούμενης ασκήθηκε και σωματική βία. Η παραπονούμενη κακοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο και το άλλο πρόσωπο. Υπέστηκε πραγματικές σωματικές βλάβες όπως αποκάλυψε η ιατρική μαρτυρία που έχουμε αποδεχθεί. Δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθεί πως συγκεκριμένες ή συγκεκριμένη σωματική βλάβη ήταν το αποτέλεσμα κτυπήματος από τον κατηγορούμενο και όχι από το άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος και το άλλο άγνωστο πρόσωπο ενήργησαν από κοινού. (Το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στην έκθεση αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ωστόσο η μη συμπερίληψη του δεν δημιουργεί πρόβλημα). Ακόμη και αν το σύνολο των πραγματικών σωματικών βλαβών της παραπονούμενης ήταν το αποτέλεσμα βιαιοπραγιών του άλλου προσώπου, ο κατηγορούμενος θα εξακολουθούσε, υπό τα ς περιστάσεις, να είναι ποινικά υπόλογος. Τα άρθρα 144 και 145 του Κεφ. 154 επί των οποίων εδράζεται η 3η κατηγορία προνοούν πως: . « Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεσή της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα, με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήματος το οποίο καλείται βιασμός». « Όποιος διενεργεί το ποινικό αδίκημα του βιασμού, υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου». Είναι φανερό από τα πιο πάνω ευρήματα μας ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα του βιασμού, η συνουσία του κατηγορουμένου με την παραπονουμένη επιτεύχθει υπό το κράτος σωματικής βίας και χωρίς την συγκατάθεση της παραπονουμένης. (βλ. Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, Κορέλλης ν Δημοκρατίας
(2000), 2 ΑΑΔ 506, Γρηγορίου ν Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 571 και Καήλης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 251) Ως εκ των ανωτέρω βρίσκουμε πως οι κατηγορίες 2,3 και 4 έχουν αποδεχθεί πέρα από κάθε λογική αμφιβολία και βρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο σε αυτές. (Υπ.) ............................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ. ............................................... Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Γ.Ι./Κ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο