Δημοκρατία ν. Γεώργιου Μωυσίδη, Αρ. Υπόθεσης: 695/05, 3 Μαρτίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 695/05 Δημοκρατία ν. Γεώργιου Μωυσίδη Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2006 Για τη Δημοκρατία : κ. Κέκκος Για τον Κατηγορούμενο : κ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος παρών κα. Ελένη Χαπέσιη εκτελεί χρέη διερμηνέα από τα Ελληνικά στα Ρώσικα και αντίστροφα. ------------------------------ Ενδιάμεση Απόφαση ------------------------------ Ο αστυφ. 2079 Στ. Κουμούσιης μαρτύρησε πως ήταν παρών όταν η Louda Kivenko στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ανεγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο κτύπησε το θύμα. Ανέφερε ακόμη ο μάρτυρας πως για το γεγονός αυτό έλαβε κατάθεση από την ρηθείσα Louda Kivenko. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε από το μάρτυρα να την παρουσιάσει. Είναι η θέση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η κατάθεση επιδιώκεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, ώστε η κατάθεση να καταστεί αποδεικτικό υλικό για την αλήθεια του περιεχομένου της. Η Υπεράσπιση ήγειρε ένσταση. Ήταν η καταρχάς θέση του συνηγόρου υπερασπίσεως πως μόνο το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην αναγνώριση θα μπορούσε να βεβαιώσει την αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεσης της. Δεν θα είχε ένσταση εάν η κατάθεση παρουσιαζόταν μόνο για να αποδείξει το γεγονός της λήψης της από το αστυνομικό όργανο. Προχώρησε να πει πως δεν έχουν διευκρινιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνθήκες αναγνώρισης του κατηγορουμένου και δεν έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο ώστε η μαρτυρία αναγνώρισης να είναι αποδεκτή σαν μαρτυρικό υλικό. Είναι η ουσία της θέσης της υπεράσπισης πως οι συνθήκες αναγνώρισης υπόπτου προσώπου είναι παράγοντας που άπτεται της δεκτότητας της σχετικής μαρτυρίας και όχι μόνο της βαρύτητας που μπορεί να αποδοθεί σε αυτή. Συνεπώς σαν θέμα δεκτότητας μαρτυρίας πρέπει να επιλυθεί προτού εισαχθεί το μαρτυρικό υλικό. Αν το ζήτημα περιορίζεται σε θέμα βαρύτητας, όπως ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε, τότε η μαρτυρία εντάσσεται στο μαρτυρικό υλικό και απομένει η αξιολόγηση της στο κατάλληλο στάδιο. Οι θέσεις της Υπερασπίσεως βρίσκουμε να αντιμάχονται στο εξής: εάν οι συνθήκες αναγνώρισης του κατηγορουμένου άπτονται της δεκτότητας της σχετικής μαρτυρίας και την καθιστούν απαράδεκτη, τότε ακόμη και αν η ρηθείσα Louda Kivenko παρελάσει από το εδώλιο του μάρτυρα δεν θα πρέπει να της επιτραπεί να αναφερθεί στην αναγνώριση που έκανε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου. Η θέση πως μόνο το πρόσωπο που προέβηκε στην αναγνώριση μπορεί να βεβαιώσει την αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεσης είναι άνευ ουσίας. Προχωρούμε στην επίλυση του πρώτου ζητήματος ότι η κατάθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι απουσιάζει από το εδώλιο του μάρτυρα το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην κατάθεση, ότι δηλαδή πρόκειται για εξ΄ ακοής μαρτυρία. Είμαστε της άποψης πως με την θέσπιση του Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004 (αρ. 32
(1)του 2004) και συμφώνως του άρθρου 24
(1)«η εξ΄ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ΄ ακοής». Προχωρούμε στην επίλυση του δεύτερου ζητήματος κατά πόσο δηλαδή η διαδικασία και οι περιβάλλουσες συνθήκες αναγνώρισης υπόπτου προσώπου σε αστυνομικό σταθμό είναι θέμα που άπτεται της δεκτότητας της σχετικής μαρτυρίας. Στο εδάφιο
(2)του άρθρου 24 πιο πάνω αναφέρεται πως: «Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία, που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ΄ ακοής μαρτυρία». Ότι συνεπώς εξετάζουμε είναι κατά πόσο θα δεχόμαστε την σχετική μαρτυρία αναγνώρισης έστω και αν η ρηθείσα Louda Kivenko βρίσκετο στο εδώλιο του μάρτυρα. Στην υπόθεση R v Osbourne and Virtu [1973] 1 All E.R. 649, αναφέρεται πως ο μοναδικός σκοπός των αναγνωριστικών παρατάξεων είναι να δίδεται προστασία στον ύποπτο και το τι συμβαίνει στις παρατάξεις αυτές είναι πάρα πολύ σχετικό για τη διαπίστωση της αλήθειας. Στην υπόθεση Πουτζιουρής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309 στην σελ. 332, υιοθετείται το πιο κάτω απόσπασμα από τον Cross on Evidence 5η έκδοση σελ. 57: « The correct procedure is for them to hold an identification parade before the trial or preliminary examination, placing the accused with a sufficient number of other people, leaving the witness to pick him out if he can, without assistance. This latter requirement is most important, and the Court of Criminal Appeal may quash a conviction if there has been any attempt to point the accused out before hand to someone who is the asked to identify him. These are essentially matters which go to the weight rather than the admissibility of evidence[1], and it has not been possible to lay down rules with regard to primary evidence of identification in civil cases ... So far as criminal cases are concerned several branches of the law of evidence are devoted to insuring the most scrupulously fair conduct on the part of the police, and this is why it is desirable to have something approximating to fixed rules on the subject of evidence of identification». Στο σύγγραμμα Blackstone´ s CRIMINAL PRACTICE 2002 σελ. 2307 παράγραφος F18.7 αναφέρεται πως: «Irregularities which tend significantly to weaken the protection afforded to suspects under Code D are likely to be dealt with by the exclusion of the offending evidence; although this is ultimately a matter of judicial discretion, the appellate courts have usually adopted an exclusionary approach in cases where important provisions have been flouted. In Nagah [1991] Crim. L.R. 55, the appellant´s conviction was quashed after evidence had been admitted at his trial of a deliberately staged encounter outside the police station, in which he had been confronted by the identifying witness as he left, after having being told that there was insufficient evidence to charge him. He had previously agreed to stand on an identity parade, which was never held. In Finley [1993] Crim. LR 50, the Court of Appeal again held that identification evidence should have been excluded following serious and deliberate breaches of Code D». Η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία των περιβαλλουσών συνθηκών αναγνώρισης. Ότι μέχρι τώρα έχουμε ακούσει από την μαρτυρία του αστυφ. 2543 ΜΚ3 φωτογράφου και παρουσιάζεται στην φωτογραφία αρ.6 του Τεκμ. 67, είναι πως η αναγνώριση για την οποία επιδιώκει η Κατηγορούσα Αρχή να προσφέρει μαρτυρία, δεν είναι αναγνώριση σε διαδικασία αναγνωριστικής παράταξης. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία κατά πόσο αναγνωριστική παράταξη προηγήθη ή δεν προηγήθη λόγω άρνησης του κατηγορουμένου ή άλλης αδυναμίας για να οδηγηθεί η αστυνομία να προχωρήσει με αναγνώριση του κατηγορουμένου μέσω της μάρτυρας ως ύστατο μέσο. Για το λόγο αυτό και εξασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια, καταλήγουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε στο στάδιο αυτό αποδεκτή την κατάθεση της οποίας επιδιώκεται η προσαγωγή. (Υπ.) ............................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Κ.Κ. [1] Υπογράμμιση δική μας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο