← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Vladimer Karapetyan, Αρ. Υπόθεσης: 8897/06, 27 Απριλίου 2006

Δημοκρατίας ν. Vladimer Karapetyan, Αρ. Υπόθεσης: 8897/06, 27 Απριλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:11 ΣΤΟ ΜΟΝΙΚΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8897/06 Δημοκρατίας Κατηγορούσας Αρχής και Vladimer Karapetyan Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2006 Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Πασιαρδή Για τον Κατηγορούμενο: κ Α. Παπαγεωργίου Κατηγορούμενος παρών ------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ ----------------------------- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ένοπλη ληστεία κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά από άδεια του Δικαστηρίου προέβηκε σε παραδοχή στην 3η κατηγορία. Είναι η θέση της Κατηγορούσης Αρχής πως ο κατηγορούμενος με άλλο άγνωστο άτομο στις 7.7.2006, στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, εισήλθαν στο κατάστημα - περίπτερο που διατηρεί ο Νίκος Κόνικκος, στη Χλώρακα και αφού του επιτέθηκαν με σιδερένιο λοστό τραυματίζοντάς τον, έφυγαν αποκομίζοντας το χρηματικό ποσό των £5.000 σε μετρητά. Αποτελεί κοινό έδαφος πως ο κατηγορούμενος στις 7.7.06 εισήλθε στο περίπτερο του παραπονουμένου μαζί μ' ένα ακόμη άγνωστο πρόσωπο τον οποίο ο ίδιος αποκαλεί ως "Αντρέϊ". Είναι επίσης αποδεκτό από την Υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε και τραυμάτισε τον παραπονούμενο, εξού και η παραδοχή του στην 3η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος όμως αρνείται παντελώς την οποιαδήποτε συμμετοχή του ή ενέργεια σε ένοπλη ληστεία ή αποκόμιση οποιουδήποτε χρηματικού ποσού και δίνει άλλη εξήγηση για την επίθεση και τον τραυματισμό του παραπονουμένου: ο παραπονούμενος τον εξύβρισε, του ύβρισε τη μητέρα. Τότε εκείνος αντιδρώντας τον χτύπησε με τα χέρια του, ο παραπονούμενος τον χτύπησε και εκείνος και έτσι ξεκίνησε ο καβγάς. "Ενδεχομένως" δέχεται, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση έξαψης "δεν αποκλείεται" να χρησιμοποίησε και το λοστό που είχε και έφερε την ημέρα εκείνη στην τσάντα του. Κατά την ακροαματική διαδικασία έγινε μια σειρά αποδεκτών γεγονότων, αριθμός καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας όπως επίσης και αριθμός καταθέσεων επιπρόσθετων μαρτύρων για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Αποδεκτές έγιναν επίσης και οι εκθέσεις του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους, (Τεκμήρια 46 και 47), και οι εκθέσεις του εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής, (Τεκμήρια 72 και 73). Όλα τα πιο πάνω αποδεκτά γεγονότα έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου. Ο παραπονούμενος είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας ο οποίος περιέγραψε τόσο με την κατάθεσή του προς την Αστυνομία, η οποία και απετέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασή του Τεκμήριο 61, όσο και ενώπιον μας, τι συνέβη στις 7.7.06 μέσα στο χώρο του περιπτέρου. Γύρω στις 12.30 μπήκε στο περίπτερο του ένας κοντός αλλοδαπός, μελαχρινός με ψιλοκουρεμένα μαλλιά, ηλικίας περίπου 30 χρόνων, που φορούσε μπλε φανέλα κοντομάνικη και μαύρη αθλητική φόρμα και τον οποίο αναγνώρισε στο εδώλιο ως τον κατηγορούμενο. Τον είδε να κοιτάζει περίεργα, τον ρώτησε τι θέλει αν θέλει βοήθεια και αυτός απάντησε ότι κοιτάζει. Κοίταζε για δέκα περίπου λεπτά αγόρασε ένα ποτό "σιάρκ" και έφυγε. Μετά από τριάντα περίπου λεπτά, και ενώ υπήρχαν και άλλοι πελάτες στο περίπτερο, ο κατηγορούμενος επέστρεψε μαζί με ένα άλλο πρόσωπο, επίσης αλλοδαπό, τον οποίο ο παραπονούμενος περιέγραψε ως "ψηλό, ξανθό με λίγο μούσι και που φορούσε μια κίτρινη φανέλα με χακί παντελόνι, μπεζ". Και οι δυο προχώρησαν στο βάθος του περιπτέρου και κοίταζαν. Ο κατηγορούμενος κρατούσε στον ώμο του μια μαύρη τσάντα, την οποία ο μάρτυρας περίγραψε ως διχτυωτή πλαστική, που από μέσα της προεξείχε "ένα κομμάτι μαρκούτζι" που ο ίδιος εξέλαβε ως ρακέτα του τένις. Μόλις έφυγαν οι πελάτες που εξυπηρετούσε πλησίασε τα πιο πάνω πρόσωπα, που βρίσκονταν την στιγμή εκείνη στη μέση του εσωτερικού του περιπτέρου, και τους ρώτησε τι ήθελαν. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι κοίταζαν. Ο ίδιος για να τους φοβερίσει, μιας και κατάλαβε ότι κάτι ύποπτο έκαναν, τους είπε ότι θα τηλεφωνούσε στην Αστυνομία. Τους γύρισε την πλάτη και άρχισε να κατευθύνεται προς το ταμείο. Μόλις όμως γύρισε, ο κατηγορούμενος τράβηξε από τη τσάντα που κρατούσε στον ώμο το "μαρκούτζι" και που ενώπιον μας αναγνώρισε ως την μεταλλική σωλήνα (Τεκμήριο 9), και πριν ο παραπονούμενος αντιδράσει τον χτύπησε με τη σωλήνα δυνατά στο πάνω μέρος της κεφαλής του. Αμέσως του όρμηξαν και οι δυο ενώ ο κατηγορούμενος του τράβηξε πάνω τη φανέλα που φορούσε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να του καλύψει το κεφάλι, τον έσπρωξαν στη γωνιά του περιπτέρου και αμέσως ο κατηγορούμενος άρχισε να τον χτυπά στο πρόσωπο. Ο παραπονούμενος έπεσε κάτω και ο κατηγορούμενος συνέχισε να τον χτυπά με μανία με τις γροθιές του στο πρόσωπο. Αυτό, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, κράτησε για πέντε περίπου λεπτά. Τότε άκουσε τον ψηλό αλλοδαπό να λέει στον κατηγορούμενο στα Ελληνικά: "εντάξει άφησέ τον". Αμέσως ο κατηγορούμενος τον άφησε. Τότε ο παραπονούμενος, τραβώντας τη φανέλα που κάλυπτε το πρόσωπο του, είδε το άλλο πρόσωπο, τον Αντρέϊ, να βρίσκεται στην πόρτα του περιπτέρου, ενώ ο κατηγορούμενος που βρισκόταν δίπλα του έτρεξε να φύγει. Ο παραπονούμενος άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Είδε ότι έλειπαν από το συρτάρι του πάγκου πάνω στον οποίο βρισκόταν το ταμείο £5.000, σε χαρτονομίσματα των £20, £10, £5 και £
  2. Συνέχισε να φωνάζει για βοήθεια, βγήκε έξω από το περίπτερο και είδε τον κατηγορούμενο να τρέχει προς την κατεύθυνση της Πάφου, ταυτοχρόνως έδειχνε τον κατηγορούμενο φωνάζοντας ότι αυτός τον χτύπησε και να τον πιάσουν. Τη στιγμή εκείνη περνούσε έξω από το περίπτερο, με το αυτοκίνητο του, ο κουμπάρος του Κλεόβουλος Γεωργίου, Μ.Κ.9, ο οποίος τον οδήγησε στο Νοσοκομείο Πάφου και αφού έτυχε των Πρώτων Βοηθειών, οδηγήθηκε στο Χειρουργικό Θάλαμο. Από τις φωνές του παραπονουμένου προσέτρεξαν στη σκηνή διάφορα πρόσωπα ενώ κάποιοι από αυτούς άρχισαν να καταδιώκουν τον κατηγορούμενο που εξήλθε του περιπτέρου και έτρεχε προς την κατεύθυνση της Πάφου κρατώντας στον ώμο μια μαύρη τσάντα, ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση ένας άλλος άντρας ετρέπετο σε φυγή. Ανάμεσα στα πρόσωπα που καταδίωξαν τον κατηγορούμενο ήταν και ο Βαλεντίνος Ηρακλέους, Μ.Κ. 6, καταθέσεις του προς την Αστυνομία, Τεκμήρια 64 - 66, ο οποίος αργότερα στα Γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ανεγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που καταδίωξε στις 7.7.06, και ως το πρόσωπο που κρατούσε μια τσάντα χρώματος μαύρου την οποία επίσης και αναγνώρισε κατά την ίδια διαδικασία (Τεκμήριο 8). Ο Βαλεντίνος Ηρακλέους ενώ καταδίωκε πεζός για αρκετή ώρα τον κατηγορούμενο τον είδε σε κάποια στιγμή να πετά τη τσάντα που κρατούσε σε ένα χωράφι συνεχίζοντας να τρέχει. Ο ίδιος παρέλαβε την τσάντα και την παρέδωσε την ίδια μέρα στον Αστυφύλακα 2655, Δ. Ταπακούδη, η κατάθεση του οποίου (Τεκμήριο 54), έγινε αποδεκτό γεγονός για την αλήθεια του περιεχομένου της. Η εν λόγω τσάντα παραδόθηκε από τον Δ. Ταπακούδη και πάλι την ίδια ημέρα στον Μ.Κ.2, Αστυφύλακα 2495, Α. Τσαπή, κατάθεση του Τεκμήριο 6,που κατέφθασε στο μέρος. Ο κατηγορούμενος, μετά από μακρά καταδίωξη, ανεκόπη τελικά από τον Richard Ranson, από την Αγγλία, η κατάθεση του οποίου έγινε αποδεκτό γεγονός για την αλήθεια του περιεχομένου της (Τεκμήριο 70). Ο Ranson, ο οποίος την ημέρα εκείνη οδηγούσε το αυτοκίνητό του μέσα στο χωριό, είδε ένα άντρα που φορούσε μια μπλε μπλούζα, κοντομάνικη, να τρέχει νευρικά στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Είδε επίσης ένα άντρα έξω από ένα κατάστημα να αιμορραγεί στο πρόσωπο, ήταν ο παραπονούμενος. Πλησιάζοντας προς το μέρος του τον άκουσε να φωνάζει "βοήθεια κλέφτες". Αντιλαμβανόμενος ότι το πρόσωπο που έτρεχε είχε σχέση με την υπόθεση, ξεκίνησε να τον καταδιώκει με το αυτοκίνητό του. Κάποια στιγμή κατάφερε αφού βγήκε έξω από το αυτοκίνητό του και να τον αρπάξει από τον ώμο και το χέρι. Τότε το πρόσωπο αυτό πέταξε ένα τηλέφωνο που έβγαλε από την τσέπη του ενώ προσπάθησε να ελευθερωθεί από τα χέρια του Ranson, χωρίς όμως να το καταφέρει. Εν τω μεταξύ διάφορα άλλα πρόσωπα μαζεύτηκαν στη σκηνή ανάμεσα στους οποίους κάποιοι αστυνομικοί. Ο Ranson, αμέσως μετά αναγνώρισε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που έτρεχε έξω από το μαγαζί του παραπονουμένου και τον οποίο στη συνέχεια ακινητοποίησε. Ο κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 30), στο ΤΑΕ Πάφου, στον Αστυφύλακα 2495, Α. Τσαπή, με τη βοήθεια του διερμηνέα Χριστόδουλου Πεγειώτη, η κατάθεσή του οποίου έγινε αποδεκτό γεγονός Τεκμήριο 52, αφού προηγουμένως του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και στην παρουσία του Μ.Κ.12, Υπαστυνόμου Κ. Κυριάκου. Στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος προβάλει τη θέση ότι ξεκινώντας το πρωί της ημέρας εκείνης από το σπίτι του πήρε μαζί του μια τσάντα χρώματος μαύρου την οποία αναγνώρισε ως το Τεκμήριο
  3. Η τσάντα ήταν άδεια, σκόπευε να βάλει μέσα ρούχα για τη δουλειά του ή πολλές φορές όταν έπαιρνε φαγητό μαζί του να το έβαζε μέσα. Καθοδόν βρήκε στα σκουπίδια ένα "μαλακό" μεταλλικό λοστό τον οποίο επίσης αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 9, και τον πήρε για να περνά την ώρα του και τον έβαλε και αυτόν στην τσάντα. Ενώπιόν μας διαφοροποίησε τη θέση του: πήρε το λοστό για να κάνει σκεπάρνι, για να είναι πιο στερεό και να μην σπάζει το χέρι του, το χρειαζόταν είπε, για τη δουλειά του. Καθοδόν προς την είσοδο του χωριού συνάντησε ένα άγνωστο άντρα, ο οποίος κάπνιζε, του ζήτησε τσιγάρο. Ήταν όπως του είπε από τη Ρωσία, και έψαχνε και αυτός δουλειά το όνομά του Αντρέϊ. Ήταν πιο ψηλός από τον ίδιο και κανονικής σωματικής διάπλασης. Κατευθύνθηκαν προς το περίπτερο του παραπονουμένου για να αγοράσει ένα αναψυκτικό επειδή διψούσε ενώ ο Αντρέϊ τον περίμενε έξω. Εκτός από τον ταμία, τον παραπονούμενο δηλαδή, υπήρχαν στο περίπτερο ακόμη τρία με τέσσερα άτομα. Βγήκε έξω από το περίπτερο, ήπιε το αναψυκτικό του και μετά από τρία με πέντε λεπτά κάλεσε τον Αντρέι να μπει στο περίπτερο για να του δείξει ένα μεταλλικό διακοσμητικό αντικείμενο το οποίο είχε δει και του άρεσε. Μπήκαν και οι δυο στο περίπτερο. Στην προσπάθεια του να βρει το μέρος που ήταν το εν λόγω αντικείμενο, με τη τσάντα που είχε στον ώμο του, άγγιξε μια μπουκάλα που ήταν πάνω σε ένα ράφι και δημιουργήθηκε θόρυβος. Ο περιπτεράς άρχισε να τον σπρώχνει με τα χέρια του προς την έξοδο και να τον βρίζει στα ελληνικά: "γαμώ τη μάνα σου". Eκείνος τότε αντέδρασε και τον χτύπησε με τα χέρια του, αντέδρασε και ο περιπτεράς και ξεκίνησε ο καβγάς. Η εμπλοκή του στον καβγά δεν του επέτρεψε να δει τι έγινε γύρω του. Δεν είδε πότε έφυγε ο Αντρέι από το περίπτερο. Ο περιπτεράς προσπαθούσε να τον κρατήσει αλλά εκείνος τον χτύπησε και τον έριξε στο έδαφος και τράπηκε προς την έξοδο. Κατά την έξοδο του είδε στο πάτωμα κάποια χαρτονομίσματα τα οποία δεν γνωρίζει πως βρέθηκαν εκεί. Ο ίδιος δεν έκλεψε λεφτά. Βγαίνοντας από το περίπτερο ξεκίνησε να τρέχει απροσδιόριστα στους δρόμους γιατί φοβήθηκε, δεν ήθελε να έχει ανάμιξη με την Αστυνομία. Κατά το τρέξιμο πέταξε το λοστό, του έπεσε η τσάντα από τον ώμο και έριξε το κινητό του σ' αυτόν που τον κυνηγούσε. Ακούσαμε με προσοχή και όλως ιδιαιτέρως τη μαρτυρία του παραπονουμένου ο οποίος μας έκανε πραγματικά άριστη εντύπωση. Κατά την αντεξέταση παρέμεινε σταθερός και οι απαντήσεις του δίνονταν με σαφήνεια και απόλυτη ειλικρίνεια. Σε καμία περίπτωση δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, όπως π.χ. στο κατά πόσο ήταν βέβαιος για το ύψος του ποσού που ισχυρίζεται ότι απεκόμισαν οι δράστες, όπως και για πιο λόγο είχε στο περίπτερο την ημέρα εκείνη ένα τόσο μεγάλο ποσό. Πρόθυμος ήταν ο παραπονούμενος να προσκομίσει καταστάσεις λογαριασμών και ονόματα εταιρειών για τους υπαλλήλους και εργάτες των οποίων εξαργύρωνε επιταγές και οι οποίοι ήσαν τακτικοί του πελάτες. Η υπεράσπιση παρά την έντονη αμφισβήτηση επί του σημείου τούτου δεν ζήτησε τη προσαγωγή των λεπτομερειών. Δεν διαπιστώσαμε οτιδήποτε ύποπτο ή περίεργο στις εξηγήσεις που έδωσε ο παραπονούμενος. Η αντεξέταση δεν κλόνισε ούτε κατ' ελάχιστο τις θέσεις του παραπονουμένου. Ούτε ασφάλεια έναντι κλοπής είχε κάνει αλλά ούτε και οποιοδήποτε συμφέρον είχε να ισχυριστεί κλοπή τέτοιου ή οποιουδήποτε άλλου ποσού. Είναι η θέση της υπεράσπισης πως ο παραπονούμενος ο οποίος είχε προηγουμένως βιώσει την εμπειρία της ληστείας σε άλλες δυο περιπτώσεις καχύποπτα κινήθηκε εναντίον του κατηγορουμένου και του Αντρέι με αποτέλεσμα να ξεσπάσει το επεισόδιο: το ξυλοδαρμό του από τον κατηγορούμενο. Απορρίπτουμε κατηγορηματικά ένα τέτοιο ισχυρισμό. Τα όσα περιέγραψε ο παραπονούμενος κρίνονται ως απολύτως γνήσια και αληθινά και οι περιγραφές του παραπέμπουν άμεσα και κατευθείαν σε σκηνικό ένοπλης ληστείας. Η αληθοφάνεια του παραπονουμένου ήταν προφανής. Αναφέρθηκε με σαφήνεια στα γεγονότα για τα οποία είχε ξεκάθαρη ανάμνηση ενώ αλλού και απολύτως φυσικά δυσκολεύτηκε να θυμηθεί κάποιες άλλες λεπτομέρειες όπως για παράδειγμα τη μη αναγνώριση της τσάντας Τεκμήριο 8, ως τη τσάντα που κρατούσε ο κατηγορούμενος. Οι τοποθετήσεις και εξηγήσεις του παραπονουμένου επιβεβαίωσαν και έκαναν πιο ισχυρή την αλήθεια του λόγου του. Παραμένει ως σταθερή εντύπωσή μας ότι ο λόγος του έρρε με τη φυσικότητα και την απλότητα ενός καθημερινού ανθρώπου που βίωσε μια τόσο τραυματική εμπειρία και που μετέφερε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα του επεισοδίου. Οι περιγραφές που έδωσε ο παραπονούμενος για τον τρόπο της εισόδου πρώτα του κατηγορουμένου, για τον τρόπο που ο κατηγορούμενος κοίταζε μέσα στο μαγαζί και την ώρα που παρέμεινε την πρώτη φορά μέσα σ' αυτό, όπως και το τι επακολούθησε στη συνέχεια μετά την είσοδο και του δευτέρου προσώπου, του Αντρέϊ, δόθηκαν με φυσικότητα και με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, όση μπορούσε να δώσει ο παραπονούμενος κάτω από τις συνθήκες που περιγράψαμε. Οι λοιποί μάρτυρες κατηγορίες μας έκαναν επίσης ιδιαίτερα καλή εντύπωση και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους ως καθόλα αξιόπιστη και ειλικρινή. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας που καταδίωξαν τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα και μετά την έξοδο του από το περίπτερο του παραπονουμένου αναγνώρισαν θετικά τον κατηγορούμενο, τόσο στον Αστυνομικό Σταθμό όσο και ενώπιον μας, ως το πρόσωπο που κατεδίωξαν μετά που άκουσαν τον παραπονούμενο να καλεί σε βοήθεια. Ο κατηγορούμενος αντίθετα μας έκανε κακή εντύπωση. Μας έδωσε την εικόνα ενός προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο για να παραδεχθεί μόνο εκείνο από τα αδικήματα που θα επέφερε τις λιγότερες συνέπειες και δίνοντας μια άλλη διάσταση στο συμβάν για να αποσυνδέσει έτσι, το πρόσωπο του από τις σοβαρότερες κατηγορίες. Η εικόνα που μας έχουν μεταφέρει οι μάρτυρες: τον κατηγορούμενο να εξέρχεται του καταστήματος τρέχοντας κρατώντας μια τσάντα και να ανακόπτεται από τα πρόσωπα που τον καταδίωκαν, και στη συνέχεια να συλλαμβάνεται, ελάχιστα περιθώρια άφηνε στον κατηγορούμενο να αρνηθεί την όποια εμπλοκή του. Οι εξηγήσεις που δίνει ο κατηγορούμενος δεν γίνονται πιστευτές. Μια σειρά γεγονότων εκβαραθρώνει παντελώς τις θέσεις του. Βλέπουμε να μεταφέρει μαζί του μια άδεια μαύρη τσάντα και ένα λοστό ή σιδερένια σωλήνα. Είδαμε στην κατάθεσή του να επεξηγεί πως το λοστό αυτό τον πήρε "για να περνά την ώρα του". Ο ίδιος τον χαρακτηρίζει ως ένα "μαλακό" μεταλλικό λοστό. Ενώπιον μας ανέφερε ότι τον χρειαζόταν για τη δουλειά του, να κάνει σκεπάρνι για να είναι πιο στερεό, για να μην σπάζει το χέρι του. Κι' αυτό ενώ αναζητούσε αόριστα ακόμη εργασία. Γιατί όμως ο κατηγορούμενος αλλάζει τις εξηγήσεις που έδωσε γύρω από το λοστό; Είναι φανερό πως το κάνει γιατί έκρινε ότι η δεύτερη εξήγηση θα ήταν πιο αληθοφανής. Είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση βρίσκουμε ότι οι εξηγήσεις που δίνει είναι δικαιολογίες που κατασκευάζει αναλόγως και κατά βούληση έτσι ώστε να περιβάλει με ένα αθώο μανδύα τη μεταφορά του λοστού που στη συνέχεια χρησιμοποιείται ως επιθετικό όπλο εναντίον του παραπονουμένου και όχι βέβαια για τους όποιους λόγους που περιγράφει. Θέλει να προσδώσει τη μεταφορά του λοστού σε ένα τυχαίο περιστατικό: το βρήκε τυχαία στα σκουπίδια, και να τον αποσυνδέσει από τον αρχικό του σκοπό, τη χρήση του ως επιθετικού όπλου ή ως όπλου εκφοβισμού εναντίον του παραπονουμένου με σκοπό τη ληστεία του περιπτέρου. Εξηγήσεις δίνει και για τη τσάντα που την μεταφέρει άδεια. Εξηγήσεις αόριστες για πιθανότητες και αβεβαιότητες "με ενδεχόμενο" αν έβρισκε δουλειά να μεταφέρει τα ρούχα που "θα" του έδιναν και που "θα" άλλαζε ή γιατί κάποιες φορές όταν πήγαινε δουλειά μεταφέρει φαγητό. Σε τυχαίο επίσης γεγονός αποδίδει τη συνάντηση του με κάποιο άγνωστο του πρόσωπο ονόματι Αντρέϊ. Το πρόσωπο αυτό τον περιμένει έξω από το περίπτερο να πάει να πάρει ένα αναψυκτικό και αργότερα και οι δυο μαζί μπαίνουν στο περίπτερο για να του δείξει ο κατηγορούμενος "ένα μικρό διακοσμητικό αντικείμενο" που του άρεσε. Αστεία κρίνεται και αυτή η εξήγηση του κατηγορουμένου. Χωρίς να λέμε ότι είναι απίθανο ή αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο, αντικειμενικά ιδωμένη μια τέτοια συμπεριφορά δεν φαίνεται να ταιριάζει ρεαλιστικά με τα πρόσωπα των δυο εμπλεκομένων. Γιατί ο Αντρέϊ δεν μπαίνει μαζί του στο περίπτερο για να αγοράσουν το αναψυκτικό; Τι το πιο φυσικό αν όντως αυτό ήταν μια αθώα συμπεριφορά. Γιατί τον περιμένει έξω και τέλος γιατί επιστρέφουν και οι δύο μαζί; Όχι βέβαια για να δουν δύο ενήλικες άντρες ένα μικρό διακοσμητικό αντικείμενο: μια σόμπα και ένα τηγανάκι μινιατούρα! Η πραγματικότητα αντικατοπτρίζεται μέσα από το λόγο του παραπονουμένου, οι δε οποιεσδήποτε περιγραφές και εξηγήσεις του κατηγορουμένου απορρίπτονται ως αναληθείς και κατασκευασμένες. Το βάρος απόδειξης της υπόθεσης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Woolmington v. D.P.P

(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαρίτωνος ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις). Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτή θα πρέπει ν' αποφασιστεί υπέρ τους και ν' απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. τις ίδιες πιο πάνω αποφάσεις, Τούμπα ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 393, Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119, Σωτηριάδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482) τα γεγονότα θα πρέπει να αποδειχθούν με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Οι πιο πάνω νομικές αρχές συνάδουν και με το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου όπως τούτο διασφαλίζεται από το άρθρο 12.4 του Συντάγματος. Οποτεδήποτε συστατικό στοιχείο ενός αδικήματος είναι η γνώση, η απόδειξη του καθίσταται πολλές φορές δύσκολη. Εκτός και αν ο δράστης παραδέχεται τη γνώση, πράγμα που συνήθως δεν γίνεται όπως και στην παρούσα υπόθεση δεν είναι εύκολο εγχείρημα κάποιος να μπει στο μυαλό του κατηγορούμενου για να διαπιστώσει τη σκέψη του την ώρα τέλεσης ενός αδικήματος. Η γνώση σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία. Θα πρέπει να υπάρχουν τέτοια άλλα πρωτογενή γεγονότα αποδεκτά από το Δικαστήριο τα οποία να οδηγούν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ύπαρξης γνώσης και ενοχής του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289, είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 295 σε σχέση με το ίδιο θέμα. «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, η κατηγορούσα αρχή μπορεί να αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του.» Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice 36η έκδοση, σελ. 364, παραγρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. Αναφορικά με τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του όταν εξετάζει κατά πόσο η περιστατική μαρτυρία είναι τέτοια που να μπορεί να βασίσει σ' αυτήν καταδίκη, υπάρχει αρκετή νομολογία (βλέπε μεταξύ άλλων Vrakas and another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139 σελ. 144 - 145 και 168-170), Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Κουφού ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 165, Φουρνίδης ν. Δημοκρατίας
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172, Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 41, σελ. 55 και Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119-120 και Κυριάκος Σάββα Ψωμάς ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 312 σελ. 321 και 326). Στην υπόθεση Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α.Ν. Λοίζου στις σελ. 54-55 αναφέρει τα ακόλουθα:- «Σχετικά με τη σημασία και τον τρόπο προσέγγισης της περιστατικής μαρτυρίας σε μία ποινική υπόθεση, το Δικαστήριο τούτο είχε την ευκαιρία να δώσει τις νομικές αρχές που καλύπτουν το θέμα σε ένα σημαντικό αριθμό αποφάσεων και θα θέλαμε να αναφέρουμε μεταξύ άλλων τις πιο κάτω R. v. Mentesh, 14 C.L.R. 232, Khadar and another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 132, Vrakas and another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, στη σελ. 169, Anasstassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, στις σελ. 144-145, Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, στη σελ. 96. Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθησαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Περιττό να τονιστεί ότι η μαρτυρία ασφαλώς πρέπει να εκτιμηθεί στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένη, παρ' όλο που ο βαθμός ασφάλειας του συνόλου έχει οπωσδήποτε σχέση και με την εκτίμηση του κάθε συγκεκριμένου στοιχείου μέσα στο σύνολο αυτό. Όπως επίσης ότι είναι το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και εάν κατά την ολοκλήρωση της δίκης εξετάζοντας την ολότητα της υπόθεσης υπάρχει λογική αμφιβολία, τότε η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση και ο κατηγορούμενος επομένως δικαιούται να αθωωθεί.» Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225 σελ. 228. Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα γεγονότα εκείνα που αποδεικνύουν τα ενώπιον του ενόρκως και όχι να εξετάζει άλλες διαζευκτικές εκδοχές που δεν υποστηρίζονται από την όλη μαρτυρία. Αν βέβαια με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και πάλι αφήνονται λογικές διαζευκτικές εξηγήσεις που δεν συνάδουν με ενοχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο ανεξάρτητα αν ο ίδιος δεν κατάθεσε ενόρκως ή αν δεν έγινε πιστευτός, μιας και το βάρος απόδειξης της ενοχής του το έχει η Κατηγορούσα Αρχή. Όμως στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις όπου τα γεγονότα, όπως τα απόδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή, είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση είναι μέσα στη δική του αποκλειστική γνώση (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas and another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139 σελ. 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 σελ. 213-215, Khadar and another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152 σελ. 245-248, Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 C.L.R. 200 σελ. 203-204). Δεδομένου δέ ότι η γνώση αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία, αυτή πρέπει να είναι τέτοια που να μην αφήνει κενά στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την απαραίτητη γνώση. Μέσα από τη μαρτυρία όπως την έχουμε αποδεχθεί βρίσκουμε ότι τα γεγονότα επεσυνέβησαν όπως τα περιέγραψε ο παραπονούμενος. Βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος με το άλλο πρόσωπο ονόματι Αντρέϊ, είτε την ίδια εκείνη ημέρα είτε προηγουμένως συνεννοήθηκαν σχεδίασαν και έβαλαν σε πράξη το σχέδιο τους με σκοπό να ληστέψουν τον ιδιοκτήτη του περιπτέρου Νίκο Κόνικκο. Ενδέχεται από προηγουμένως να γνώριζαν ότι ο παραπονούμενος άλλαζε επιταγές εργατών και υπαλλήλων διαφόρων οικοδομικών εταιρειών που διεξήγαγαν έργα στην περιοχή και ότι για το σκοπό αυτό διατηρούσε μεγάλα χρηματικά ποσά στο κατάστημά του. Οι κινήσεις των δραστών φαίνεται να οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα: ότι δηλαδή ανέσυραν και έλαβαν από το συρτάρι του παραπονουμένου που βρίσκεται κάτω από το ταμείο το χρηματικό ποσό των £5.000 χωρίς να αγγίξουν το ταμείο.
  1. Η είσοδος του κατηγορουμένου, στην αρχή από μόνος του, η παραμονή του σ' αυτό και ο τρόπος με τον οποίο γυρόφερνε για δέκα με δεκαπέντε λεπτά, χωρίς να αγοράσει οτιδήποτε άλλο παρά μόνο ένα αναψυκτικό και η επιστροφή του μετά από ½ ώρα, τη δεύτερη φορά, μαζί με τον Αντρέϊ, οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε την πρώτη φορά στο περίπτερο για να κατοπτεύσει και ελέγξει την όλη κατάσταση. Ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της πρώτης και δεύτερης εισόδου φανερώνει ότι χρησιμοποιήθηκε για συνεννόηση μεταξύ των δραστών.
  2. Όταν έκρινε ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη, και όταν έκανε τις όποιες παρατηρήσεις του, βγήκε έξω για να καλέσει τον συνεργό του τον Αντρέϊ και να βάλουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους. Ο παραπονούμενος διαισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά και η διαίσθησή του αυτή δεν ήταν βέβαια αποκύημα της φαντασίας του. Ήταν προϊόν παρατήρησης της ζωντανής πραγματικότητας και των ύποπτων κινήσεων του κατηγορουμένου και του Αντρέϊ. Κινήθηκαν δε εναντίον του παραπονουμένου όταν είναι πλέον βέβαιοι ότι αποχωρούν όλοι οι πελάτες από το περίπτερο.
  3. Ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκαν επίσης οι δράστες: ο κατηγορούμενος να χτυπά τον παραπονούμενο στο πίσω μέρος της κεφαλής του και να ορμούν και οι δυο κατά πάνω του, να πιάνουν την φανέλα και να καλύπτουν το κεφάλι του σπρώχνοντας τον προς το ταμείο, επίσης παραπέμπει σε προσχεδιασμένες κινήσεις. Κινήσεις προσώπων τα οποία ηθέλησαν με τις ενέργειες τους αυτές να εμποδίσουν τον παραπονούμενο να βλέπει τι έκαναν και να τον ακινητοποιήσουν έτσι ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει ή να καλέσει σε βοήθεια.
  4. Η προτροπή του άλλου προσώπου προς τον κατηγορούμενο ενώ ο τελευταίος συνέχιζε να κτυπά τον παραπονούμενο "εντάξει άφησέ τον" και όταν το άλλο πρόσωπο είχε αποπερατώσει το δικό του έργο: την αποκόμιση των χρημάτων συνθέτει πλήρως την εικόνα της προσυνεννόησης των δυο δραστών.
  5. Η δε μεταφορά του λοστού και της άδειας τσάντας επιστεγάζουν θα λέγαμε το προφανές της προσυνεννόησης των δυο δραστών και φανερώνει ότι όλες οι λεπτομέρειες σχεδιάστηκαν επιμελώς. Όλες οι πιο πάνω λεπτομέρειες όπως τις έχουμε περιγράψει αποτελούν τους κρίκους της αλυσίδας για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και συνθέτουν ισχυρό δίχτυ περιστατικής μαρτυρίας σε βάρος του. Βρίσκουμε ότι οι δράστες, ο κατηγορούμενος και ο Αντρέϊ απεκόμισαν περίπου το ποσό των £5.000, ποσό το οποίο υπό τας περιστάσεις πήρε στην κατοχή του ο Αντρέι, εφόσον ούτε στην τσάντα που πέταξε ο κατηγορούμενος Τεκμήριο 8, ούτε επάνω του μετά από τη σωματική έρευνα που του έγινε, βρέθηκε ένα τέτοιο ποσό, εκτός από το ποσό των £41 που βρέθηκαν μέσα στην κάλτσα του. Πέρα από την πιο πάνω μαρτυρία όπως την έχουμε παραθέσει η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία του Μ.Κ.11, Αστυφύλακα 3070, Α. Τσεκούρα, ο οποίος συνέλαβε την ίδια ημέρα και ώρα 16:40 στο ΤΑΕ Πάφου, τον κατηγορούμενο και ο οποίος τον πληροφόρησε στα ελληνικά τους λόγους της σύλληψής του. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε "συγνώμη έκανα λάθος". Αργότερα με τη βοήθεια του διερμηνέα της Ρωσικής γλώσσας επανέλαβε και πάλι την ίδια διαδικασία και ο κατηγορούμενος απάντησε και πάλι "έκαμα λάθος". Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ελληνικά. Ο μάρτυρας Τσεκούρας, ήταν σαφής ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε την εντύπωση ότι αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα αλλά κλήθηκε ο διερμηνέας γιατί ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε να γράφει και για να μην προκύψει οποιοδήποτε θέμα στο Δικαστήριο. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση κατά το μάρτυρα η απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος έδειχνε ότι αποδεχόταν τα αδικήματα για τα οποία συνελήφθει κατά την εκτέλεση του εντάλματος: ένοπλη ληστεία, επίθεση και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος δίνει άλλη απάντηση στην γραπτή κατηγορία: "δεν έκλεψα εγώ και τον χτύπησα εγώ διότι ύβρισε τη μάνα μου και στη Γεωργία γι' αυτό το πράγμα σκοτώνουν "(Τεκμήριο 79). Ο χρόνος που μεσολάβησε, εφόσον η γραπτή κατηγορία απαγγέλλεται στις 14.7.06, δίνει χρόνο στον κατηγορούμενο να κάνει δεύτερες σκέψεις για να ελαφρύνει τη θέση του. Ο κατηγορούμενος φέρεται τόσο από τον παραπονούμενο όσο και από τον μάρτυρα Τσεκούρα, αλλά και από Υπαστυνόμο Κ. Κυριάκου, να δείχνει ότι γνώριζε και αντιλαμβανόταν τα ελληνικά. Βλέπουμε λοιπόν αρχικά τον κατηγορούμενο με την απάντηση του κατά το χρόνο της σύλληψής του να παραδέχεται όχι μόνο την κατηγορία της επίθεσης και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης αλλά και την κατηγορία της ένοπλης ληστείας. Αργότερα μεταβάλλει στάση και αποδέχεται μόνο την τελευταία κατηγορία. Βρίσκουμε ότι με την απάντηση του κατηγορουμένου "συγνώμη έκαμα λάθος" υπάρχει παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ο οποίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την αρχική του απάντηση και για την στη συνέχεια διαφοροποίησή της. Το θέμα παρέμεινε μέσα στα πλαίσια της αντεξέτασης των μαρτύρων και τις συναφείς υποβολές του συνηγόρου του. Είναι καθιερωμένη αρχή του Κοινοδικαίου, ότι εκεί όπου ο κατηγορούμενος κάνει προφορικές ή γραπτές δηλώσεις που είναι ενάντια στα συμφέροντα του και συνιστούν ομολογία, γίνονται εναντίον του δεκτές από το Δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στα γεγονότα που περιγράφουν (βλ. R. v. Donaldson and Others
(1976)64 Cr.App.R. 59 και R. v. Pearce
(1979)69 Cr. App. R. 365). Στην πραγματικότητα, κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Κάθε μέρος της κατάθεσης, λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, 112-113 με παραπομπή στην Findlay Duncan 73, Cr.App.R. 359). Το Δικαστήριο μπορεί να δώσει διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή και μικρότερη ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη της για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές ενέργειες. Βλ. Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190. Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα την οποία και ο ίδιος χρησιμοποίησε και ήταν σε θέση να χρησιμοποιεί και ότι κατά τον χρόνο της σύλληψης του έδωσε την απάντηση "συγνώμη έκαμα λάθος" με πλήρη επίγνωση και αντίληψη των αδικημάτων για τα οποία συλλαμβάνετο. Υπάρχει συντριπτική μαρτυρία σε βάρος του κατηγορουμένου τόσο άμεση όσο και περιστατική η οποία επιβεβαιώνει την ορθότητα της αρχικής του παραδοχής και ότι το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων όπως αυτά έχουν διακριβωθεί. Μάρτιν ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την επίθεση που δέχθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο και το άλλο πρόσωπο τον Αντρέϊ, βρίσκουμε ότι υπέστη τα τραύματα που καταγράφονται στην ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 47) που έγινε αποδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο: "
  2. Ερυθρότητα στην αριστερή παρειά και γενειακή χώρα.
  3. Θλαστική εκχύμωση και λύση της συνέχειας του βλενογόνου του κάτω χείλους.
  4. Θλαστική εκχύμωση και εξοίδηση (πρήξιμο) στην μεσότητα της βρεγματικής χώρας.
  5. Θλαστική εκχύμωση στην δεξιά υπερπλάτιο χώρα,
  6. Τραύμα συρραμμένο με 5 ράμματα στην ραχιαία επιφάνεια πάνω τριτημορίου αριστερού αντιβραχίονα μετά εξοιδήσεως.
  7. Δυο θλαστικές εκχυμώσεις στον αριστερό αγκωνιαίο βόθρο.
  8. Μικροεκδορές με απόσπαση της επιδερμίδας στην πρόσθια χώρα αμφοτέρων των κνημών. " Ιατρική έκθεση της Δρος Α. Χ" Μιτσή, Τεκμήριο 53, έγινε αποδεκτό γεγονός και πιστοποιεί εκ νέου τα τραύματα του παραπονουμένου. Ενίσχυση στο λόγο του παραπονουμένου ότι κατά την επίθεση εναντίον του χρησιμοποιήθηκε η σιδερένια σωλήνα του δίνει και η πραγματική μαρτυρία: στο σιδερένιο λοστό ή σωλήνα μεταλλική εντοπίστηκε γενετικό προφίλ που ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του παραπονουμένου (συμπέρασμα 5 της έκθεσης του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής Τεκμήριο 73). Τα τραύματα που έφερε ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 46) ερυθρότητα στην δεξιά υπερκλείδιο χώρα, πόνο στην αριστερή δελτοειδική χώρα, στην πρόσθια χώρα του αριστερού γονάτου και εκδορά 0,2 εκ στη δεξιά μετοπιαία χώρα αντικρίζονται και εξηγούνται λογικά. Είναι δυνατόν να προκλήθηκαν την ώρα που ο Ranson προσπάθησε να ανακόψει τον κατηγορούμενο αρπάζοντας τον από τον ώμο και το χέρι, αλλά και από την προ της ανακοπής του πτώση του κατηγορουμένου στο έδαφος και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι προκλήθηκαν από συμπλοκή του κατηγορουμένου με τον παραπονούμενο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο ν΄ απαλλάξει τον κατηγορούμενο στην 1η και 2η κατηγορία προωθώντας τη θέση του πελάτη του: ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στη ληστεία και ότι δεν απεκόμισε οποιοδήποτε όφελος, δεν περιήλθε στην κατοχή του οποιοδήποτε ποσό από το ποσό των £5.000 που κλάπηκε από τον παραπονούμενο. Απορρίψαμε την εκδοχή του κατηγορουμένου διαπιστώσαμε και καταγράψαμε τη συνομωσία του κατηγορουμένου με το άλλο πρόσωπο ονόματι Αντρέϊ. Η γνώση και η πρόθεση του κατηγορουμένου να ληστέψουν και κτυπήσουν τον παραπονούμενο έχει αποκρυσταλλωθεί. Ουδεμία σχέση έχει ποιος κτύπησε ή όχι τον παραπονούμενο ή ποιος από τους δυο δράστες μετέφερε ή απεκόμισε τελικά τα χρήματα που κλάπηκαν. Στην περίπτωση εδώ ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της ληστείας, κατηγορία που εμπεριέχει ως ουσιαστικό της στοιχείο την κλοπή με τη χρήση βίας. Κατά τη διάπραξη του αδικήματος εκπληρώνει ως αυτουργός το δικό του ρόλο και επιδεικνύει έτσι μεγαλύτερη εγκληματικότητα από τον Αντρέϊ. Το ίδιο άρθρο 20 σε ό,τι έχει σχέση με το υπό εξέταση θέμα έχει ως εξής: «
  9. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος γι΄ αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) Εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα. (β) Εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον. (γ) Εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) Εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Είναι συναυτουργός αυτός ο οποίος γνωρίζει τα περιστατικά διάπραξης ενός αδικήματος και με δική του οικειοθελή πράξη βοηθεί τον αυτουργό ή τον παρακινεί στη διάπραξη του αδικήματος, έστω και αν η συμβολή του αφορά μέρος μόνο των ενεργειών του αυτουργού. Βλ. σχετικά υπόθεση Johnson v Vouden
(1950)1 K.B. 544. Η έννοια του συναυτουργού ή αυτουργού στο άρθρο πριλαμβάνει όπως λέχθηκε στην Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 34,36 «συνεννόηση και συναπόφαση» όπως τον εκεί εφεσείοντα που ήταν συνοδηγός σε νυκτερινό ταξίδι μεταξύ άλλων και για τη φόνευση παρανόμως θηράματος. Το άρθρο 20 εξετάστηκε επίσης και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 ΑΑΔ 279 στις σελ. 281-2, όπου λέχθηκε ότι εάν η περίπτωση εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που προδιαγράφει το άρθρο 20, ορθά μπορεί να διατυπωθεί κατηγορία εναντίον ατόμου ως αυτουργού, παρόλο που ορθότερο είναι να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες του αδικήματος σε τέτοια περίπτωση με αναφορά στο συγκεκριμένο ρόλο του ατόμου εκείνου. Η εξειδίκευση αυτή παρά το ότι είναι επιθυμητή, εν τούτοις δεν είναι και απαραίτητη και επομένως η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού (Maxwell v. DPP for Northern Ireland, 68 Cr. App.Rep. αρ. 128 (HL) και Ajini και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319). Εκείνοι που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν (accomplices) τον καθ' αυτό αυτουργό είναι σύμφωνα με τον Archbold - Supra - 40η έκδ., σελ. 1893, παρ. 4123, εκείνοι που είναι παρόντες στη διάπραξη του αδικήματος και είτε βοηθούν, είτε παρακινούν αυτή τη διάπραξη. Η παρουσία μπορεί να είναι είτε πραγματική, είτε εξυπακουόμενη και δεν χρειάζεται η παρουσία να λαμβάνει χώρα καθ' όλη τη διάπραξη του αδικήματος. Σχολιάζεται περαιτέρω στο σύγγραμμα Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ.
(1999), σελ. 429 κ.επ., ότι η παροχή βοήθειας μπορεί να περιέχει και την ενθάρρυνση του αυτουργού να διαπράξει το αδίκημα και αυτό συνήθως συνοδεύει ή εμπεριέχεται ως λογική αναγκαιότητα στην ίδια την πράξη της υποβοήθησης, μπορεί δε να λάβει διάφορες μορφές όπως η παροχή ενός εργαλείου, η φύλαξη του χώρου, η διενέργεια προκαταρτικών πράξεων ώστε ακόμη και η παρουσία αυτή καθ' αυτή να μην είναι αναγκαία. Από την άλλη, η απλή παρουσία στη σκηνή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να θεωρηθεί κάποιος ότι παρέχει βοήθεια και παρακίνηση και έτσι ακόμη και η μη τυχαία παρουσία π.χ. σε μία παράνομη θεατρική παράσταση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία υποβοήθησης και παρακίνησης. Σε ένα ελάχιστο τουλάχιστον επίπεδο πρέπει να υπάρχει η πράξη της ενθάρρυνσης συνοδευόμενη από πρόθεση της ενθάρρυνσης (Arshworth - πιο πάνω σελ. 431-2 και Archbold - πιο πάνω παρ. 4124-4126 και 4231. Η νομολογία λοιπόν υποδεικνύει ότι ενώ η απλή παρουσία δεν είναι από μόνη της αρκετή, εν τούτοις είναι θέμα πραγματικών γεγονότων όπως γίνονται αποδεκτά από τη μαρτυρία κατά πόσο υπάρχει συνεργεία πριν και κατά τη διάπραξη του αδικήματος, με αναφορά σε γεγονότα που πιθανό να υποδεικνύουν κοινό σκοπό, προσχεδιασμό υποκίνηση, υποβοήθηση κτλ (Βλ. R. v. Clarkson and Other
(1971)55 Cr.App.R. 445, approving dictum of Hawkins J. In R. v. Coney , 8 Q.B.D. 534, at p. 557. See also R. v. Allan [1965] 1 Q.B.130, ar pp. 135, 138; 47 Cr.App.Rep. 243, at pp 246, 249). Σύμφωνα με το αγγλικό σύγγραμμα Archbold 1999 σελ. 407, παράγραφο 4-298 αλλά και νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ μεταξύ άλλων Pefkos & others v. Republic
(1961)CLR 340, Rossides v. Republic
(1983)2 CLR 391 Πουτζιουρής και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, σελ. 357-358 και Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου και Λάζαρος Κυριάκος Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 482, σελ. 492 - 494) εκεί που δύο ή περισσότερα πρόσωπα κατηγορούνται από κοινού για τη διάπραξη ενός εγκλήματος και η μαρτυρία δεν δείχνει τον ένα ή τον άλλο ότι διέπραξε αυτός το έγκλημα, τότε θα πρέπει να αθωωθούν εκτός αν από την όλη μαρτυρία φανεί ότι ενεργούσαν από κοινού για την προώθηση του παράνομου σκοπού τους με την έννοια που δίνει και το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και του οποίου γίνεται ειδική αναφορά στο κατηγορητήριο έστω και αν τούτο δεν είναι απόλυτα αναγκαίο (βλ. Ξυδιάς κ.α.ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, σελ
  1. Με βάση τη μαρτυρία που έχουμε αποδεχθεί βρίσκουμε πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι διαπράχθηκε ένοπλη ληστεία από τον κατηγορούμενο με χρήση του σιδερένιου λοστού, στις 7.7.06 στο περίπτερο του Νίκου Κόνικκου στη Χλώρακα και ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα κοινής απόφασης του κατηγορουμένου με το άλλο άγνωστο πρόσωπο, ονόματι Αντρέϊ. Είναι η κατάληξή μας ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συμβιβάζονται απλώς με την ενοχή του κατηγορουμένου αλλά ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω). Η κλοπή του χρηματικού ποσού έγινε κατορθωτή με τη χρήση πραγματικής βίας, που σκοπό είχε την απόκτηση του ποσού το οποίο κλάπηκε και την εξουδετέρωση της όποιας αντίστασης του παραπονουμένου. Οι περιστάσεις όπως τις έχουμε περιγράψει καταδεικνύουν πως δεν επρόκειτο για αυθόρμητες ενέργειες ή πράξεις της στιγμής, υπήρχε προσυνεννόηση και προσχεδιασμός. Υπό τας περιστάσεις βρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 1 και
  2. (Υπ.) ............................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................ Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΘΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.