Δημοκρατία ν. Hassan Ahmad Alwasel, Αρ. Υπόθεσης: 6473/05, 15 Ιουνίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:15 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6473/05 Δημοκρατία ν. Hassan Ahmad Alwasel Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2006 Για τη Δημοκρατία : κ. Σ. Μάτσας Για τον Κατηγορούμενο : κ. Στ. Πολεμίτης Κατηγορούμενος παρών ------------------------- Χρέη μεταφραστή από τα ελληνικά στα αραβικά εκτελεί ο κ. Νίκος Μανσούρ -------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, (2η κατηγορία) και την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του ιδίου κώδικα (3η κατηγορία). Σύμφωνα με το αρχικό κατηγορητήριο αντιμετώπιζε και την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία), κατηγορία που διακόπηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Με τις εναπομείνασες κατηγορίες του καταλογίζεται πως στις 28.6.2003 στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, μαζί με άλλα πρόσωπα αποπειράθηκε να επιφέρει το θάνατο και πως παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στους Μahmud M. Elsasim, Rima Alibrahim και Ahmed Alibrahim. Τα τρία θύματα κατάγονται από τη Συρία. Ο Μahmud M. Elsasim είναι ο σύζυγος της Rima Alibrahim και ο Ahmed Alibrahim είναι ο αδελφός της Rima και κουνιάδος του Mahmud. Σε αυτούς θα αναφερόμαστε στη συνέχεια ως «o Mahmud», «η Rima» και «ο Ahmed». Ο Μahmud ήρθε στην Κύπρο το 1995 και εργοδοτήθηκε ως οικοδόμος στην Πάφο. Τρία χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στην Πάφο και η σύζυγος του Rima. Κατά τον ουσιώδη χρόνο το ζεύγος μαζί και με τα πέντε ανήλικα παιδιά τους διέμεναν σε ισόγειο κατοικία στη Χλώρακα. Μαζί τους διέμενε και ο Ahmed, ο οποίος είχε στο μεταξύ, το 2002, αφιχθεί στην Κύπρο και εργοδοτείτο και αυτός σε εργοληπτική εταιρεία. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 28.6.2003 και ενώ τα τρία θύματα (όπως και τα πέντε ανήλικα παιδιά του ζεύγους) κοιμόντουσαν στην πιο πάνω κατοικία, ο μεν Ahmed σε ξεχωριστό υπνοδωμάτιο, το δε ζεύγος μαζί με τα ανήλικα στο δεύτερο υπνοδωμάτιο της κατοικίας, η Rima στο ίδιο κρεβάτι με δύο παιδιά, τα άλλα τρία παιδιά σε άλλο κρεβάτι, ο δε Μahmud στο πάτωμα, δέχθηκαν φονική επίθεση από τρεις ή τέσσερις άνδρες οι οποίοι με βαριά αιχμηρά όργανα τους επέφεραν σοβαρότατους τραυματισμούς. Το έγκλημα πρέπει να έγινε γύρω στις 03:15 της 28.6.2003, ώρα κατά την οποία ένοικος γειτνιάζουσας πολυκατοικίας που ξύπνησε για να πιει νερό άκουσε δύο «μουγκριτά» και κλάμα μωρού (περιεχόμενο κατάθεσης του Πάτροκλου Πάφιου, Τεκμήριο 107, αποδεκτό γεγονός). Μεταξύ της 03:00 - 03:30 άλλη ένοικος της ίδιας πολυκατοικίας που καθόταν στο μπαλκόνι της με δύο άλλα πρόσωπα και ετοιμαζόταν να εισέλθει στο διαμέρισμα της, άκουσε κλάμα ή «τσιριλιά» μωρού προερχόμενο από την κατοικία των θυμάτων (περιεχόμενο κατάθεσης της Χριστιάνας Ιωάννου, Τεκμήριο 108, αποδεκτό γεγονός). Η Αστυνομία ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον Λάμπρο Πύργο (καταθέσεις Τεκμήρια 101 και 102) ιδιοκτήτη της κατοικίας (ΜΚ12), την πόρτα του οποίου κτύπησαν περί τις 04:00 της 28.6.2003 τα ανήλικα παιδιά των δύο πρώτων θυμάτων ζητώντας βοήθεια. Η Κωνσταντίνα Νικολάου (ΜΚ13) (κατάθεση Τεκμήριο 103) σύζυγος του ιδιοκτήτη είναι το πρόσωπο που πρώτο προσέτρεξε στην κατοικία των θυμάτων. Οι φωτογραφίες από το εσωτερικό και προαύλιο της κατοικίας (φωτογραφίες 45-90 του Τεκμηρίου 2), που ο αστυφ. 837 Γεώργιος Χρυσάνθου (ΜΚ1) (κατάθεση Τεκμήριο 1) έλαβε αφότου ξημέρωσε και άρχισαν οι αστυνομικές έρευνες, αποκαλύπτουν το εύρος της βαναυσότητας κατά των θυμάτων. Οι σωματικές βλάβες που υπέστησαν τα θύματα εμφαίνονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που ο Χρίστος Κουρίδης (ΜΚ19) (κατάθεση Τεκμήριο 144), παθολόγος, που τότε εργαζόταν στις Α΄ Βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου, συνέταξε (Τεκμήρια 147, 146 και 145 αντίστοιχα). Τη Rima εξέτασε στο Νοσοκομείο Πάφου και ο Δημήτρης Χαραλαμπίδης (ΜΚ7) (κατάθεση Τεκμήριο 71) χειρούργος, ενώ τον Mahmud αντιμετώπισε αρχικά ο Αντέλ Κοσμάν (ΜΚ15) (κατάθεση Τεκμήριο 105) αναισθησιολόγος. Και τα τρία θύματα μεταφέρθηκαν αυθημερόν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου έτυχαν περίθαλψης υπό τον Χριστόφορο Χριστοφόρου (ΜΚ20) (κατάθεση Τεκμήριο 148), νευροχειρούργο, ο οποίος συνέταξε σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις (Τεκμήρια 149, 150 και 151 αντίστοιχα). Στο Mahmud χορηγήθηκε αναισθησία, διασωληνώθηκε και τοποθετήθηκε στον αναπνευστήρα. Αυτός έφερε μεγάλα τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής, στον τράχηλο και στην αριστερή παρειά. Βρισκόταν σε σύγχυση με φυσιολογικά ευρήματα από το αναπνευστικό και κυκλοφοριακό σύστημα. Του χορηγήθηκε οξυγόνο και αντιτετανικό εμβόλιο, έγινε εργαστηριακός έλεγχος και άρχισε ενδοφλέβια ενυδάτωση. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος και αξονική τομογραφία. Κατά την άφιξη του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ο Mahmud ήταν διασωληνωμένος ενδοτραχείως υπό φαρμακευτική καταστολή και μυοχάλαση και υπό μηχανικό αερισμό. Παρουσίαζε ανισοκορία με σαφείς αντιδράσεις στις κόρες τον οφθαλμών στα φωτεινά ερεθίσματα. Έφερε θλαστικά τραύματα μη συνεραμμένα στο τριχωτό της κεφαλής, αριστερά οπισθοωτιαία, αριστερά κροταφοβρεγματικά και τρία θλαστικά τραύματα ινιακά αριστερά, τέσσερα μη συνεραμμένα θλαστικά τραύματα αυχενικής χώρας, θλαστικό τραύμα μη συνεραμένο δεξιάς πλαγίας αυχενικής χώρας, θλαστικό τραύμα ζυγωματικής χώρας αριστερά, θλαστικό τραύμα δελτοειδούς χώρας αριστερά και θλαστικό τραύμα αριστεράς τραχηλικής χώρας. Όλα τα τραύματα υπεβλήθησαν σε χειρουργικό καθαρισμό και συρραφή, ενώ στα βαθιά θλαστικά τραύματα αριστερά και δεξιά πλαγίως της μέσης γραμμής του αυχένος ετέθη παροχέτευση. Η αξονική τομογραφία εγκεφάλου έδειξε αιμορραγική θλάση εγκεφάλου και κάταγμα κρανίου. Ο Mahmud οδηγήθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας του νευρολογικού τμήματος και τέθηκε σε αναπνευστήρα και «monitor» καταγραφής ζωτικών σημείων. Υπέφερε από εμπύρετες λοιμώξεις αναπνευστικά και ουραιμία. Υποβλήθηκε σε τραχειοστομία και αποσυνδέθηκε από τον αναπνευστήρα στις 8.7.
- Την 1.8.2003 αφαιρέθηκε η τραχειοστομία. Ο Mahmud δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον, σιτιζόταν με ρινογαστρικό σωλήνα. Είχε πρόβλημα κινητικότητας στο αριστερό άνω και κάτω άκρο. Κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ο Μahmud (ΜΚ25) (κατάθεση Τεκμήριο 70 και 69 η μετάφραση) υπέδειξε τα επουλωμένα τραύματα του, είπε πως δεν είναι καλά, το δεξί του χέρι δεν είναι λειτουργικό και δεν μπορεί να εργαστεί, ενώ επηρεάστηκε η ομιλία του, κάτι που ήταν εμφανές στο εδώλιο. Επίσης, όπως ανέφερε, βλέπει διπλά. Εξακολουθεί είπε να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Η Rima έφερε δύο μεγάλα τραύματα στο θόλο της κεφαλής, ανοικτό τραύμα στην αριστερή τραχηλική χώρα, τραύμα στην ραχιαία επιφάνεια του δεξιού καρπού, και στο μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού. Βρισκόταν σε σύγχυση με υποαρερισμό των πνευμόνων. Της χορηγήθηκε οξυγόνο και αντιτετανικό εμβόλιο, έγινε εργαστηριακός έλεγχος και άρχισε ενδοφλέβια ενυδάτωση της. Τα τραύματα της συρράφησαν. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος και αξονική τομογραφία. Ο Δ. Χαραλαμπίδης μαρτύρησε πως οι τραυματισμοί της Rima ήταν πολύ σοβαροί και πως θα μπορούσαν να προκαλέσουν το θάνατο. Τα τραύματα στο θώρακα ήταν τόσο βαθιά που επέτρεψαν την είσοδο αέρα από αυτά, ενώ αυτά στο κεφάλι είχαν προκαλέσει άνοιγμα του κρανίου και φαινόταν ο εγκέφαλος. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας διακομίστηκε διασωληνωμένη υπό φαρμακευτική καταστολή και μηχανικό αερισμό. Έφερε σωλήνες παροχέτευσης ημιθωρακίων αμφοτερόπλευρα. H Rima έφερε τέμνων τραύμα του μικρού δακτύλου και κάταγμα της δεύτερης φάλαγγας, καθώς και τραύμα της ραχιαίας επιφάνειας της παλάμης του αριστερού χεριού. Στο δεξιό αντιβράχιο έφερε διαμπερές τραύμα το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά. Η αξονική τομογραφία εγκεφάλου έδειξε κάταγμα και εμπίεσμα δεξιά κροταφομετωπιαία, πνευμεγκέφαλο και κάταγμα ινιακού οστού δεξιά. Το εμπιεστικό κάταγμα ανατάχθηκε χειρουργικά και έγινε αιμόσταση της τεθλασμένης εγκεφαλικής ουσίας και σύγκληση της τρωθήσας σκληράς μήνιγγος. Η Rima παρέμεινε στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης υπό φαρμακευτική καταστολή, μυοχάλαση και μηχανικό αερισμό. Αποσυνδέθηκε από τον αναπνευστήρα και αφαιρέθηκε ο ενδοτράχειος σωλήνας στις 30.6.2003 και οι σωλήνες παροχέτευσης ημιθωρακίων την 1.7.
- Κατά την παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα, η Rima (ΜΚ24) (κατάθεση Τεκμήριο 83 και 82 η μετάφραση) ανέφερε πως συνεχίζει να πονεί το κεφάλι της και στο κρανίο της υπάρχει βαθούλωμα. Μουδιάζουν τα χέρια της και ειδικά με το αριστερό δεν μπορεί να πιάσει οτιδήποτε. Ο Ahmed έφερε δύο μεγάλα τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής και τραύμα στη ραχιαία επιφάνεια του αριστερού καρπού. Βρισκόταν σε σύγχυση. Του χορηγήθηκε οξυγόνο και αντιτετανικό εμβόλιο, έγινε εργαστηριακός έλεγχος και άρχισε ενδοφλέβια ενυδάτωση. Έγινε αξονικός έλεγχος και αξονική τομογραφία. Κατά την άφιξη του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έκφερε ήχους και άνοιγε τα μάτια του στα επώδυνα ερεθίσματα. Τα τραύματα του δεν ήταν συνεραμμένα. Η αξονική τομογραφία εγκεφάλου έδειξε θλάση εγκεφάλου αριστερά μετωποβρεγματικά, κάταγμα αριστερά βρεγματικά και κάταγμα δεξιά ινιακά με εμπίεσμα. Έλαβε συντηρητική αγωγή με αντιβίωση, ενδοφλέβια υγρά, αντιεπιλιπτικά και δύο φιάλες αίμα. Παρουσίασε πάρεση του δεξιού άνω άκρου και του προσωπικού νεύρου δεξιά. Κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ο Ahmed (ΜΚ26) (κατάθεση Τεκμήριο 81 και 80 η μετάφραση) ανέφερε πως δεν μπορεί να εργαστεί ούτε καν να γράψει εξ΄ ού και στην κατάθεση του στην Αστυνομία έβαλε το σημείο του αντί να υπογράψει. Ο Χρ. Κουρίδης ανέφερε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του πως τα τραύματα και των τριών θυμάτων ήταν τόσο σοβαρά που θα μπορούσαν να επιφέρουν το θάνατο τους. Ό,τι συνιστά το ουσιαστικότερο επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος εμπλέκεται στη διάπραξη του εγκλήματος. Τα τρία θύματα δεν βοήθησαν ιδιαίτερα στις έρευνες της Αστυνομίας για τον εντοπισμό των δραστών. O Mahmud στην κατάθεση του στην Αστυνομία είχε αναφέρει τα εξής: «Κοιμήθηκα και ξύπνησα στο νοσοκομείο και ήμουν κτυπημένος στο κεφάλι. Εγώ δεν γνωρίζω πώς τραυματίστηκα και βρέθηκα στο Νοσοκομείο.» Δια ζώσης επιβεβαίωσε πως κανένα και τίποτε δεν είδε. Ο Ahmed στην κατάθεση του στην Αστυνομία είχε αναφέρει τα εξής: «Ενώ κοιμόμουν ξύπνησα ακούγοντας ένα από τα παιδιά της Rima να της φωνάζει «μάμα». Δεν θυμούμαι αν ήμουν τραυματισμένος ή αν είχα αίματα πάνω μου, ούτε είδα οτιδήποτε γιατί έχασα αμέσως τις αισθήσεις μου. Ακολούθως ξύπνησα στο Νοσοκομείο». Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε πως δεν είδε κανένα πρόσωπο. Η Rima στην κατάθεση της στην Αστυνομία είχε αναφέρει τα εξής: «Ενώ κοιμόμασταν σε κάποια στιγμή ξύπνησα από θόρυβο που άκουσα στην πόρτα του υπνοδωματίου μας και είδα να μπαίνουν μέσα στο υπνοδωμάτιο τρεις με τέσσερις άνδρες, αν θυμούμαι καλά. Αμέσως σηκώθηκα και ταυτόχρονα ρώτησα τον Mahmud ο οποίος κοιμόταν ποιοι είναι αυτοί οι άνδρες. Δεν πήρα καμιά απάντηση από τον Mahmud και αμέσως είδα τον ένα από τους τρεις - τέσσερις άνδρες ο οποίος ήταν μπροστά μου να κρατά κάτι με τα δυο του χέρια, δεν θυμούμαι τι κρατούσε, σήκωσε τα χέρια του ψηλά και με κτύπησε στο κεφάλι. Αυτός ο άντρας στεκόταν μπροστά μου ένα πόδι, εγώ από αντίδραση άπλωσα τα χέρια μου και τον έγδαρα σε κάποιο σημείο του σώματος του αλλά δεν θυμούμαι πού. Όπως θυμούμαι ένοιωσα κτυπήματα και στους δύο μου ώμους... Ο άντρας που με κτύπησε ήταν ψηλός περίπου 1.90 ύψος, γεροδεμένος, είχε πλάτες ανοιχτές, ηλικίας γύρω στα 40 φαλακρός χωρίς μουστάκι ή γένι, χρώματος προσώπου μελαχρινό, και όπως πρόσεξα είχε ουλές στο πρόσωπο.. Τους άλλους τρεις ή τέσσερις άντρες οι οποίοι ήταν πίσω από αυτό που μου κτύπησε δεν τους είδα καλά για να μπορώ να τους περιγράψω, θυμούμαι όμως ότι ήταν ψηλοί και γεροδεμένοι και μελαχρινοί.. Απ΄ όσα μπόρεσα να καταλάβω και να θυμούμαι η φυσιογνωμία τους δεν έμοιαζε να είναι άραβες.» Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της σχολίασε πως δεν ήταν βέβαιη για τις περιγραφές που είχε δώσει στην κατάθεση της στην Αστυνομία γιατί η προσοχή της ήταν στραμμένη στο σύζυγο της. Πέραν της περιγραφής που έδωσε για το συγκεκριμένο γεροδεμένο άντρα που τη κτύπησε δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τους υπόλοιπους, εξηγώντας πως κοιμόταν και είχε ξυπνήσει ξαφνικά. Στην κυρίως εξέταση της είπε ακόμη πως ενώ ήταν αιμόφυρτη στο προαύλιο της κατοικίας τη συνέφερε για λίγο η κόρη της για να την πληροφορήσει πως είχε ακούσει κάποιο από τους δράστες να λεει «Χέϊ» που στα Αραβικά σημαίνει «άτε να φύγουμε». Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως δεν ξαναείδε τον κατηγορούμενο. Αυτόν που τη κτύπησε είδε και αν τον ξαναδεί, ίσως να τον αναγνωρίσει. Σε συγκεκριμένη ερώτηση αν μπορεί να ήταν ο κατηγορούμενος, απάντησε «δεν είχε μουστάκι, δεν ξέρω». Σημειώνουμε πως ο κατηγορούμενος, όπως παρουσιάστηκε κατά τη δίκη, έχει μουστάκι. Σε περαιτέρω ερωτήσεις ανέφερε πως δεν ξέρει αν ήταν και ο κατηγορούμενος, πως δεν ήταν σίγουρη να πει, και πως «δεν ήταν καθαρά». Καθίσταται πρόδηλο πως οι παραπονούμενοι με τη μαρτυρία τους δεν υποδεικνύουν τον κατηγορούμενο ως ένα από τους δράστες του εγκλήματος, χωρίς από την άλλη να τον αποκλείουν θετικά. Ο αστυφ. 1283 Μιχάλης Ευθυμίου (ΜΚ2) (κατάθεση Τεκμήριο 3) είναι ειδικός στη σχεδιαγράφηση σκηνών εγκλημάτων. Παρουσίασε συμμετρικό σχέδιο της κατοικίας των θυμάτων και του περιβάλλοντα χώρου (μέρος του Τεκμηρίου 4) που ετοίμασε στη βάση πρόχειρου σχεδιαγραφήματος που ετοίμασε στη σκηνή. Θα επικεντρωθούμε στο σχεδιαγράφημα που αφορά τον περιβάλλοντα χώρο και συγκεκριμένα την οδό Π. Χαριδήμου που πρόκειται για ασφαλτοστρωμένο δρόμο με πεζοδρόμιο που οδηγεί στην κατοικία των θυμάτων. Η κατοικία των θυμάτων δεν εφάπτεται στο πρόσωπο της του ασφαλτοστρωμένου δρόμου, υπάρχει χωράφι και στη συνέχεια ακολουθεί η άσφαλτος. Επί του χωραφιού, της ασφάλτου της οδού Π. Χαριδήμου και του πεζοδρομίου σημειώνονται έντεκα σημεία όπου όπως πιο κάτω θα δούμε βρέθηκε αίμα. Η διάταξη των σημείων είναι χαρακτηριστική. Υπάρχει ένα σημείο στο χωράφι μπροστά από την κατοικία, σειρά άλλων έξι στην άσφαλτο και άλλα τέσσερα στο πεζοδρόμιο που ουσιαστικά σχηματίζουν μια γραμμή από το σπίτι και κατά μήκος της οδού Π. Χαριδήμου. Γενική κάτοψη τους και επί μέρους εμφάνιση τους παρουσιάζεται στις φωτογραφίες 5 μέχρι 44 του Τεκμηρίου
- Τα αριθμημένα φωτογραφηθέντα σημεία αντιστοιχούν στους ιδίους αριθμούς του σχεδιαγραφήματος. Όπως ανέφερε ο αστυφ. Γ. Χρυσάνθου, οι φωτογραφήσεις έγιναν καθ΄ υπόδειξη του Αστυνόμου Β΄ Νίκου Κερίμη (ΜΚ22) (Έκθεση εμπειρογνώμονα Τεκμήριο 152). Ο Ν. Κερίμης είναι Διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας, είναι εμπειρογνώμονας στη δακτυλοσκοπία και στη φωτογραφική δυνάμει αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου (Κ.Δ.Π.139/95 ημερ. 12.5.1995). Έχει 31 χρόνια εμπειρία στην εξέταση σκηνών εγκλημάτων. Ο Ν. Κερίμης επισκέφθηκε τη σκηνή η ώρα 08:40 της 28.6.2003 και είναι αυτός που εντόπισε τα πιο πάνω ίχνη. Το πιο κοντινό στην κατοικία των θυμάτων ίχνος, το υπ΄ αριθμό 11, γύρω στα 12 μέτρα από την είσοδο της, ήταν, όπως προειπώθηκε, στο χώμα, εξ΄ ού και δεν κατέστη δυνατό να ελεχθεί. Ο Ν. Κερίμης το περιγράφει ως αίμα, απλά από το χρώμα του. Τα ίχνη στα άλλα σημεία, με τελευταίο το υπ΄ αριθμό 1, 35 μέτρα περίπου από την κατοικία, ελέχθησαν από τον Ν. Κερίμη τη χρήση αντιδραστηρίου που αποκάλυψε πως επρόκειτο για ανθρώπινο αίμα. Μερικές από αυτές τις σταγόνες είχαν φορά αντίθετη προς την κατοικία των θυμάτων, δηλαδή καταδείκνυαν πως έπεσαν από σώμα που εκινείτο απομακρινόμενο από την κατοικία. Αυτό φαίνεται, όπως εξήγησε ο Ν. Κερίμης, από το «πιτσίκλισμα» (splashing) από τη πτώση της σταγόνας (βλ. ειδικά φωτογραφία 9, 12, 29 και 34 του Τεκμηρίου 2). Ως προς το χρόνο εναπόθεσης των ιχνών υποστήριξε ο Ν. Κερίμης πως αυτές ήταν φρέσκες χωρίς όμως να μπορεί να καθορίσει τον ακριβή χρόνο εναπόθεσης τους. Είχαν ροδόχρουν χρώμα και όχι σκούρο. Αν δεν ήταν φρέσκες η ζέστη από την άσφαλτο και το τσιμέντο, μήνα Ιούνιο, θα είχε μεταβάλει το χρώμα τους. Εξέφρασε απόλυτη βεβαιότητα ο μάρτυρας πως η εναπόθεση έγινε την νύχτα που προηγήθηκε κατά τη διάρκεια της οποίας έγινε και το υπό εκδίκαση έγκλημα. Τα ίχνη δεν είχαν σκόνες από πάνω τους κάτι που θα αναμενόταν για την εποχή αν τα ίχνη δεν ήταν φρέσκα. Περαιτέρω, η κίνηση στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο, που στα σημεία υπ΄ αριθμό 2, 3 και 4 ήταν η είσοδος πολυκατοικίας, θα επέφερε την καταστροφή τους. Τέλος, όπως ανέφερε ο μάρτυρας κατά τις δειγματοληψίες, "swap", δεν είχε καμιά δυσκολία στο να αποσπάσει υλικό ενώ αν τα ίχνη ήταν παλιά θα δυσκολευόταν. Προφανώς επειδή η Κατηγορούσα Αρχή είχε υπόψη της μαρτυρία πως ο κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί κοινωνικά την κατοικία σε συγκεκριμένο χρόνο πριν τις 28.6.2003, ρωτήθηκε ο Ν. Κερίμης αν τα ίχνη θα μπορούσε να είχαν ηλικία ενάμιση μηνός κάτι το οποίο ο μάρτυρας απέκλεισε. Ανέφερε ο μάρτυρας Ν. Κερίμης πως έλεγξε την περιοχή γύρω από την κατοικία και προδήλως δεν ανίχνευσε άλλα στοιχεία. Αναφορικά με την έρευνα μέσα στην κατοικία εξήγησε πως η ποσότητα του αίματος από τα θύματα ήταν τόσο μεγάλη και τα αίματα στην είσοδο της κατοικίας είχαν τριβεί λόγω του ότι το σώμα της Rima σύρθηκε στο πάτωμα ώστε να ήταν αδύνατο να εντοπιστούν ίχνη που να προσδιοριστούν σαν από τους δράστες. Ο Ν. Κερίμης περισυνέλεξε διάφορα τεκμήρια και προέβηκε σε αρκετές δειγματοληψίες "swap". Ενδιαφέρουν οι 11 δειγματοληψίες από τα ίχνη στα σημεία 1 μέχρι 11 πιο πάνω. Η κάθε μια συσκευάστηκε σε σωληνάριο και τοποθετήθηκε σε χακί φάκελο με τα διακριτικά του μάρτυρα ΝΚ1 μέχρι ΝΚ11 αντίστοιχα. Αυτά, μαζί με άλλα τεκμήρια παρέδωσε ο Ν. Κερίμης στον αστυφ. 2543 Τρύφωνα Τρύφωνος (ΜΚ17). Το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τ. Τρύφωνος (Τεκμήριο 59) εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός. Αναφέρεται μεταξύ άλλων πως τα Τεκμήρια με διακριτικά ΝΚ1 μέχρι ΝΚ11 που παρέλαβε από τον Ν. Κερίμη παρέδωσε στις 30.6.2003 στον Μάριο Καριόλου (ΜΚ23) στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων από τον Ν. Κερίμη, η σκηνή του εγκλήματος φρουρείτο από τον Ε/Αστυφ. 5390 Σταύρο Ιεροκηπιώτη (ΜΚ5) (Κατάθεση Τεκμήριο 58) και τον Ε/Αστυφ. 5606 Μάριο Καραολή (το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 124, εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός). Ο Στ. Ιεροκηπιώτης και ο Μ. Καραολής είχαν αναλάβει στις 07:30 της 28.6.2003, αντικαθιστώντας τον Αστυφ. 1020 Κώστα Σεργίου και Ε/Αστυφ. 5817 Κυριάκο Μιλτιάδους. Το περιεχόμενο των καταθέσεων των Κ. Σεργίου και Κ. Μιλτιάδους (Τεκμήρια 119 και 120 αντίστοιχα) εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός. Τα δύο όργανα βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία όταν στις 04:45 της 28.6.2003 κατόπιν μηνύματος και οδηγιών συνάντησαν σε κύριο δρόμο πολίτη ο οποίος τους οδήγησε στη σκηνή του εγκλήματος. Επρόκειτο για τον προαναφερθέντα Λ. Πύργο. Διαπιστώνοντας την ύπαρξη των τριών τραυματιών έκαναν αναφορά στον αξιωματικό υπηρεσίας ζητώντας την αποστολή δύο ασθενοφόρων που έφθασαν στις 05:45 και παρέλαβαν τα θύματα. Ακολούθως απέκοψαν την περιοχή γύρω από την κατοικία με αστυνομική ταινία και ανέλαβαν τη φρούρηση της. Διαπιστώνεται επομένως πως σύντομα μετά τις 04:45 υπήρχε αστυνομική παρουσία στη σκηνή που μια περίπου ώρα μετά είχε αποκλειστεί. Το περιεχόμενο της κατάθεσης του Αστυφ. 766 Γιώργου Γρηγορίου (Τεκμήριο 126) εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός. Την 29.6.2003 στο Νοσοκομείο Λευκωσίας στην παρουσία του ο νοσηλευτικός λειτουργός Πανίκος Σιαμούτης έλαβε δείγματα αίματος από τα θύματα, τα τοποθέτησε σε φιαλίδια και τα παρέδωσε στις 30.6.2003 στον αστυφ. 2543 Τρ. Τρύφωνος. Τούτο επιβεβαιώνεται στην κατάθεση του Τρ. Τρύφωνος (Τεκμήριο 59) που όπως προειπώθηκε εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός, και σημειώνεται πως αυτά, με διακριτικά στοιχεία ΠΣ1 μέχρι ΠΣ3, παραδόθηκαν με τα άλλα Τεκμήρια στις 30.6.2003 στον Μ. Καριόλου. Ο Μάριος Καριόλου (ΜΚ23) είναι Ανώτερος Μοριακός Γενετιστής στο Τμήμα Μοριακής Γενετικής και επικεφαλής του Τμήματος Β της Μοριακής Γενετικής και του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής. Τα ακαδημαϊκά του προσόντα και πείρα εμφαίνονται σε σχετικό βιογραφικό σημείωμα (Τεκμήριο 153). Επιβεβαίωσε πως στις 30.6.2003 παρέλαβε από τον Τρ. Τρύφωνος τεκμήρια μεταξύ των οποίων και τα επιχρίσματα από τα σημεία ιχνών 1 μέχρι
- Τα αναγνώρισε κατά τη δίκη σαν μέρος του Τεκμηρίου 6 στα οποία ο ίδιος έδωσε αρ. αναφ. εργαστηρίου του 2288-1 μέχρι 2288-
- Επιβεβαίωσε ωσαύτως την παραλαβή των φιαλιδίων με αίμα των θυμάτων. Μας ενδιαφέρει αυτό του Ahmed στο οποίο έδωσε αρ. αναφ. του εργαστηρίου του 2288-
- Το δείγμα αυτό χρησιμοποιήθηκε κατά τις εξετάσεις και συνεπώς δεν παρουσιάστηκε σαν Τεκμήριο κατά τη δίκη. Τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων εμφαίνονται σε σχετική έκθεση του μάρτυρα Μ. Καριόλου (Τεκμήριο 154) και συνοψίζονται ως ακολούθως: Στα επιχρίσματα με αίμα από τα σημεία 1, 2, 4, 6, 7, 8, 9 και 10, απομονώθηκε γενετικό υλικό αγνώστου άνδρα. Στο επίχρισμα με αίμα από το σημείο 3 απομονώθηκε γενετικό προφίλ του DNA που ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το αίμα του Ahmed ενώ στο επίχρισμα με αίμα από το σημείο 5 απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό το προφίλ του οποίου ταυτίστηκε με το άθροισμα των γενετικών προφίλ του συγκεκριμένου πιο πάνω άγνωστου άνδρα και του Ahmed. Το υλικό από το σημείο 11 δεν έτυχε εξέτασης γιατί όπως εξήγησε ο Μ. Καριόλου το χώμα παρεμποδίζει εξετάσεις του είδους. Το γενετικό προφίλ του άγνωστου άνδρα δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε πρόσωπο. Εξέλιξη στις αστυνομικές έρευνες υπήρξε 20 μήνες μετά. Στις 21.2.2005 ο αστυφ. 762 Βάσος Σμίλας (ΜΚ9) (Κατάθεση Τεκμήριο 74) και ο αστυφ. 3142 Παναγιώτης Ζωττής (ΜΚ10) (Κατάθεση Τεκμήριο 75), που υπηρετούσαν στους ουλαμούς πρόληψης οδικών δυστυχημάτων, έκαμναν έλεγχο ταχύτητας στο νέο δρόμο Πάφου - Λεμεσού παρά την αερογέφυρα Πισσουρίου. Περί ώρα 21:35 έκαμαν σήμα να σταματήσει σε αυτοκίνητο που υπερέβηκε το όριο ταχύτητας. Ο οδηγός δεν συμμορφώθηκε. Ακολούθησε καταδίωξη με αστυνομικό όχημα και χρησιμοποιήθηκαν οι φάροι του οχήματος και η σειρήνα, ενώ από μεγάφωνο καλείτο ο οδηγός να σταματήσει. Το πολιτικό αυτοκίνητο ακολούθησε ξέφρενη πορεία σε περίχωρα της Λεμεσού και μέσα στην πόλη διαπράττοντας σωρεία τροχαίων αδικημάτων, για να ανακοπεί στο κέντρο της πόλης κατόπιν συνδρομής και άλλων περιπολικών που κλήθηκαν για βοήθεια. Ο οδηγός προσπάθησε να διαφύγει αλλά γλίστρησε και έπεσε στο δρόμο για να ακινητοποιηθεί και συλληφθεί από τον Β. Σμίλα τη χρήση ανάλογης βίας. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο τον οποίο ο Β. Σμίλας και ο Π. Ζωττής αναγνώρισαν στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Ο αστυφ. 2192 Γιάννης Κωνσταντίνου (ΜΚ8) (Καταθέσεις Τεκμήρια 72 και 73) στις 22.2.2005 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 100 και 99 η μετάφραση) έλαβε από τον τελευταίο παρειακά επιχρίσματα, αφού τον πληροφόρησε ότι οι εξετάσεις θα αφορούσαν στη διερεύνηση πρόσφατων διαρρήξεων και κλοπών. Είναι πρόδηλο πως δημιουργήθηκαν εναντίον του κατηγορούμενου υποψίες αφού βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του γύρω στα 40.000 δολάρια Αμερικής σε χαρτονομίσματα. Τα επιχρίσματα συσκεύασε ο Γ. Κωνσταντίνου σε χακί φάκελο, τον σφράγισε με αστυνομική ταινία και τον υπέγραψε όπως και ο κατηγορούμενος. Το φάκελο παρέδωσε στον αστυφ. 2221 Κ. Κωνσταντίνου στις 11.4.
- Στις 17.5.2005 παρέλαβε πίσω από τον Κ. Κωνσταντίνου τα παρειακά επιχρίσματα τα οποία είχε στην κατοχή του μέχρι τις 6.7.2005 που τα παρέδωσε στον αστυφ. 2150 Γ. Γεωργίου. Κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα τα αναγνώρισε σαν το Τεκμήριο
- Το περιεχόμενο της κατάθεσης του αστυφ. 2221 Γ. Κωνσταντίνου (Τεκμήριο 134) εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός. Επιβεβαιώνεται η πιο πάνω διακίνηση. Το φάκελο παρέδωσε ο Κ. Κωνσταντίνου στις 11.4.2005 στην Κωνσταντίνα Σάββα του Ινστιτούτου Γενετικής και τον πήρε πίσω στις 17.5.2005 για να τον επιστρέψει στον Γ. Κωνσταντίνου. Ο Μ. Καριόλου αναφέρει πως στις 11.4.2005 παρέλαβε από τη ρηθείσα Κωνσταντίνα Σάββα διάφορα Τεκμήρια μεταξύ των οποίων και το φάκελο με τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου στον οποίο έδωσε αρ. αναφ. του εργαστηρίου του 1211-
- Τον αναγνώρισε σαν το Τεκμήριο
- Τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων εμφαίνονται σε σχετική έκθεση του μάρτυρα Μ. Καριόλου ημερομηνίας 17.5.2005 (Τεκμήριο 155) και συνοψίζονται ως ακολούθως: Το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από τα επιχρίσματα με αίμα στα σημεία 1, 2, 4, 6, 7, 8, 9 και 10 στην επίδικη σκηνή απόπειρας φόνου ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του κατηγορούμενου. Το μικτό γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το επίχρισμα με αίμα από το σημείο 5 στην επίδικη σκηνή ταυτίστηκε με το άθροισμα των γενετικών προφίλ των δειγμάτων DNA που απομονώθηκαν από τον Ahmed και τον κατηγορούμενο. Σημειώνεται ακόμα πως το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το σημείο 5 είναι σημαντικές φορές πιο πιθανό να εμφανιζόταν αν ο κατηγορούμενος και ο Ahmed άφηναν κύτταρα τους στο σημείο σε αντίθεση με το εάν τα άφηναν δύο άγνωστα άτομα. Συνδέθηκε συνεπώς ο κατηγορούμενος με το επίδικο έγκλημα στα πλαίσια διερεύνησης άλλων υποθέσεων από την Αστυνομία. Σαν αποτέλεσμα στις 4.7.2005 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου σαν υπόπτου για την επίδικη απόπειρα φόνου και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στο "Stop List". Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 10.7.2005 κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Λάρνακας από τη Δαμασκό της Συρίας. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επεστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε «Δεν είμαι εγώ, είναι άλλος με το ίδιο όνομα μαζί μου». Στις 11.7.2005 διατάχθηκε η προσωποκράτηση του για 8 ημέρες [βλ. περιεχόμενο καταθέσεων του υπαστυνόμου Χριστάκη Κωνσταντίνου (Τεκμήριο 133) και του αστυφ. 3099 Ζαχαρία Μωϋσή (Τεκμήριο 130) που εγκρίθηκαν σαν παραδεκτά γεγονότα]. Ο αστυφ. 1827 Μιχάλης Καλλής (ΜΚ6) (Καταθέσεις Τεκμήρια 60 και 61) στις 11.7.2005 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 62) έλαβε από αυτόν δύο παρειακά επιχρίσματα, ένα από την αριστερή και ένα από τη δεξιά παρειά του. Τα τοποθέτησε σε ένα χακί φάκελο, τον οποίο σφράγισε με αστυνομική ταινία και τον υπέγραψε αφού προηγουμένως τον υπέγραψε και ο κατηγορούμενος. Την ίδια ημέρα ο Μ. Καλλής έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 64 και 63 η μετάφραση) με τη βοήθεια του διερμηνέα Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη (ΜΚ11) (καταθέσεις Τεκμήρια 76-79). Δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο έλαβε ο Μ. Καλλής με τον ίδιο τρόπο στις 14.7.2005 (Τεκμήριο 66 και 65 η μετάφραση). Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 19.7.2005 (Τεκμήριο 89 και 90 η μετάφραση). Σε όλες τις περιπτώσεις αρνήθηκε κάθε ανάμιξη. Αναγνώρισε ο Μ. Καλλής κατά τη δίκη το Τεκμήριο 54 ως τα παρειακά επιχρίσματα που είχε λάβει. Τις ενέργειες του Μ. Καλλή της 11.7.2005 επιβεβαίωσε και ο Λοχ. 1215 Χαράλαμπος Δημητρίου (ΜΚ16) (Κατάθεση Τεκμήριο 106), ο οποίος ήταν παρών. Αναγνώρισε ο μάρτυρας τα ληφθέντα επιχρίσματα σαν το Τεκμήριο
- Την επομένη, 12.7.2005, ο Μ. Καλλής παρέδωσε τον πιο πάνω φάκελο στον Αστυφ. 6 Γ. Παπαγεωργίου. Το περιεχόμενο της κατάθεσης του Αστυφ. 6 Γ. Παπαγεωργίου (Τεκμήριο 142) εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός. Ο Γ. Παπαγεωργίου παρέδωσε το φάκελο που παρέλαβε από τον Μ. Καλλή αυθημερόν στην Μ. Χατζηβασιλείου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής. Ο Μ. Καριόλου μαρτυρά πως παρέλαβε στις 12.7.2005 από τη Μαριλένα Χατζηβασιλείου δύο τεκμήρια, ένα από τα οποία ήταν τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου. Έδωσε στο τεκμήριο αρ. αναφ. του εργαστηρίου του 2321-
- Το αναγνώρισε σαν το Τεκμήριο
- Τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων εμφαίνονται σε σχετική έκθεση του μάρτυρα Μ. Καριόλου (Τεκμήριο 156) και συνοψίζονται ως ακολούθως: Το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από τα επιχρίσματα με αίμα από τα σημεία 1, 2, 4, 6, 7, 8, 9 και 10 στην επίδικη σκηνή απόπειρας φόνου ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του κατηγορούμενου. Το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το επίχρισμα με αίμα στο σημείο 5 στην επίδικη σκηνή ταυτίστηκε με το άθροισμα των γενετικών προφίλ των δειγμάτων DNA που απομονώθηκαν από τον Ahmed και τον κατηγορούμενο. Ο Μ. Καριόλου μας έκαμε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Περαιτέρω μας ικανοποίησε απόλυτα και τον αποδεχόμαστε σαν εμπειρογνώμονα στα θέματα τα οποία πραγματεύθηκε. Αναφέρθηκε στην πρόοδο της επιστήμης στον τομέα και στην ακρίβεια των σύγχρονων μεθόδων ταυτοποίησης. Αυτές δεν χρήζουν βελτίωσης. Σημείωσε ο μάρτυρας πως δεν άκουσε για λάθη στα διεθνή forum ούτε διάβασε για τέτοια σε εκθέσεις. Στο εργαστήριο του και στις επίδικες εξετάσεις ακολουθήθηκαν οι διεθνείς κανονισμοί. Ήταν η θέση του μάρτυρα Μ. Καριόλου πως το περιθώριο λάθους στην προκειμένη περίπτωση ήταν πραγματικά μηδέν. Αποδεχόμαστε σαν ορθά τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων του Μ. Καριόλου και ότι σε αυτά πρέπει να αποδοθεί η σημασία που τα μηδενικά περιθώρια λάθους χαρακτηρίζουν. Όπως καταγράφεται στην τελευταία έκθεση του (Τεκμήριο 156) η πιθανότητα να βρεθεί το συγκεκριμένο γενετικό προφίλ D.N.A. στα σημεία 1, 2 και 4 - 10, εάν το γενετικό υλικό στα πιο πάνω ίχνη προερχόταν από κάποιο άλλο άτομο, εκτός από τον κατηγορούμενο, είναι 1: 79 000 000 000 000 000 000 δηλαδή ένας σε κάποια δισεκατομμύρια φορές τον πληθυσμό της γης. Περαιτέρω, από την αξιόπιστη και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία ή αποδεκτή μαρτυρία των προσώπων που εμπλέκονται στη λήψη και διακίνηση των Τεκμηρίων (άλλωστε η κανονική τους διακίνηση έγινε παραδεκτή) προκύπτει πως το Τεκμήριο 6 (μέρος) ΝΚ 1 - 10, αρ. αναφ. εργ. 2288-1 μέχρι 10 ήσαν τα επιχρίσματα με αίμα από τα σημεία 1 -10 στην επίδικη σκηνή. Το υπ' αρ. αναφ. εργ. 2288-41 ήταν αίμα του Ahmed και το Τεκμήριο 54 ήταν παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου. Καταλήγουμε πως τα ίχνη στα σημεία 1, 2, 4, 6, 7, 8, 9 και 10 ήταν αίμα του κατηγορουμένου, στο σημείο 3 του Ahmed και στο σημείο 5 αμφοτέρων. Αυτή η επιστημονική μαρτυρία είναι η βάση της υπόθεσης της κατηγορίας. Θα αναφερθούμε στη συνέχεια σε άλλα ζητήματα και θα επανέλθουμε πιο κάτω στην επιστημονική μαρτυρία. Ήταν η μαρτυρία του Ν. Κερίμη πως καμία πόρτα και κανένα παράθυρο της κατοικίας των θυμάτων δεν είχε παραβιαστεί. Η πόρτα της κυρίας εισόδου ήταν ανοικτή, όχι όμως παραβιασμένη, ενώ το παράθυρο που στη φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 2 φαίνεται ανοικτό είχε ανοιχτεί για σκοπούς εξαερισμού από τον ίδιο πριν τη λήψη της φωτογραφίας. Τα υπόλοιπα παράθυρα ήταν όλα κλειστά. Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης του Αναπλ. Ανώτερου Υπαστυνόμου Χ. Φιλίππου (Τεκμήριο 128) που εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός. Καθίσταται πρόδηλο πως οι δράστες του εγκλήματος πέτυχαν είσοδο στην κατοικία των θυμάτων από την κύρια είσοδο χωρίς όμως να την παραβιάσουν. Η Κατηγορούσα Αρχή προσέφερε μαρτυρία επί το ότι ο κατηγορούμενος ήταν ενοικιαστής και ένοικος της συγκεκριμένης κατοικίας 5 - 6 χρόνια πριν. Μεταξύ της λήξης της ενοικίασης από τον κατηγορούμενο και της έναρξης της ενοικίασης από το ζεύγος των δύο πρώτων θυμάτων υπήρξαν και άλλοι ενοικιαστές. Ήταν η θέση του μάρτυρα Λ. Πύργου, ιδιοκτήτη όπως προειπώθηκε της κατοικίας, πως από τα τρία κλειδιά της κύριας εισόδου της κατοικίας που είχε, είχε δώσει ένα στον κατηγορούμενο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ο μάρτυρας κατά πόσο ο κατηγορούμενος, τερματίζοντας την ενοικίαση, είχε επιστρέψει το κλειδί. Η μάρτυρας Κ. Νικολάου, σύζυγος του μάρτυρας Λ. Πύργου, μαρτύρησε πως ένα κλειδί είχε δοθεί στον κατηγορούμενο αλλά ούτε αυτή θυμόταν τι απέγινε. Χάθηκαν τα κλειδιά ανέφερε, και στους επόμενους ενοικιαστές δόθηκε το τρίτο κλειδί που είχαν στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος είπε πως πιστεύει πως παρέδωσε το κλειδί αλλά λόγω της παρόδου των χρόνων δεν εξέφρασε βεβαιότητα. Είπε στη συνέχεια, πως πιστεύει μέσα του και είναι σίγουρος πως έδωσε το κλειδί, θέση που ενόψει της αρχικής τοποθέτησης στερείται πειστικότητας. Καθίσταται εντούτοις πρόδηλο πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε θετικό εύρημα πως ο κατηγορούμενος δεν παρέδωσε το κλειδί της κατοικίας στον ιδιοκτήτη ή τη σύζυγο του, πολύ περισσότερο πως ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του το κλειδί κατά τον ουσιώδη χρόνο της διάπραξης του εγκλήματος. Ό,τι όμως θέλουμε να σημειώσουμε είναι πως έστω και αν αποδεικνύετο θετικά πως ο κατηγορούμενος δεν είχε παραδώσει το κλειδί ή η προγενέστερη κατοχή του τεκμηρίωνε συνέχιση της κατοχής του μέχρι και τον ουσιώδη χρόνο αυτό δεν θα οδηγούσε απαρέκλιτα πως το συγκεκριμένο κλειδί χρησιμοποιήθηκε για να ανοιχθεί η πόρτα της κατοικίας των θυμάτων στις 28.6.
- Η πόρτα της κατοικίας των θυμάτων μπορεί να ανοίχθηκε με άλλο κλειδί ή προσαρμοσμένο κλειδί ή άλλο τέχνασμα. Επομένως στο ζήτημα δεν μπορούμε να αποδώσουμε οιαδήποτε αποδεικτική αξία. Δεν αποκαλύφθηκαν κατά τη δίκη τα ακριβή αίτια της φονικής επίθεσης. Το κίνητρο των δραστών ή κάποιου από αυτούς δεν φάνηκε ποιο ήταν. Ό,τι ακούστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία αφορούσε τις δραστηριότητες του Mahmud. Λέχθηκε ότι ο Mahmud γνώριζε άτομα στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και πως υπήρχαν φήμες μεταξύ των Σύριων ότι ήταν πληροφοριοδότης της Κυπριακής Αστυνομίας. Αναφέρθηκε πως συνέδραμε ώστε τέσσερις Σύριοι να απελαθούν από την Κύπρο. Έγινε ακόμη αναφορά σε κάποια βιντεογράφηση συγκέντρωσης Σύριων που έδωσε σε τρίτο πρόσωπο που την παρέδωσε στην Αστυνομία, κάτι για το οποίο έτυχε κριτικής από τη Συριακή κοινότητα της Πάφου. [βλ. μαρτυρία του Mohamad Said (ΜΚ21) (κατάθεση Τεκμήριο 87)] Ίσως κάποιοι Σύριοι να είχαν κίνητρα για να τον βλάψουν. Αναφέρθηκε ακόμα πως έβγαλε χαρτιά ότι είναι Κούρδος και πως πήγαινε στις συγκεντρώσεις του Κουρδικού Κινήματος, ιδίως τον τελευταίο χρόνο, και μάλιστα μια φορά έδωσε συνέντευξη στην τηλεόραση. [Βλ. μαρτυρία Πολύκαρπου Πολυκάρπου) (ΜΚ14) (Κατάθεση Τεκμήριο 104)]. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε πως ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερο κίνητρο για να φονεύσει τον Mahmud. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην Κύπρο με παραποιημένο το πραγματικό του όνομα. Το έκαμε για να ξεγελάσει τις αρχές του Κράτους αφού βρισκόταν και παλαιότερα στην Κύπρο. Τέλεσε και εικονικό γάμο με Αγγλοκύπρια στην Αραδίππου στα πλαίσια των σχεδίων του για καταδολίευση των Μεταναστευτικών Αρχών και νοικίασε κατοικία στη Λεμεσό μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσει τη διεύθυνση. Είχε δραστηριοποιηθεί στην Κύπρο επαγγελματικά και ίδρυσε εμπορική εταιρεία. Η δράση του Mahmud, υποστήριξε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, έθετε σε κίνδυνο την υπόσταση του κατηγορούμενου στην Κύπρο. Αν ο Mahmud πληροφορούσε τις αρχές ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο θα εκδιώκετο θα ανατρέπετο η προσωπική και επαγγελματική του ζωή και θα κινδύνευε να υποστεί σε οικονομική βλάβη. Ανάλογο κίνητρο να βλάψουν τον Mahmud είχαν πολλοί ομοεθνείς του κατηγορούμενου. Οι περιστάσεις δεν δακτυλοδείχνουν τον κατηγορούμενο αλλά μια ευρύτερη ομάδα προσώπων στην οποία ανήκει ο κατηγορούμενος. Η παράμετρος «κίνητρο» δεν καταδεικνύει τον κατηγορούμενο, εφόσον όμως ήθελε φανεί με μαρτυρία πως ενέχεται στην υπόθεση δεν θα είναι έκπληξη αφού είχε και το κίνητρο. Δεν είναι ασύνδετος με τα θύματα κατά τρόπο που να μην εντοπίζονται λόγοι γιατί να δράσει κατ΄ αυτό τον τρόπο εναντίον τους. Ότι άλλο λέχθηκε ήταν πως ο Mahmud άλλαζε δολάρια σε αλλοδαπούς και επ΄ αμοιβή διευκόλυνε ομοεθνείς του στην εξασφάλιση άδειας εισόδου και εργασίας στην Κύπρο, δραστηριότητες που είχε και ο κατηγορούμενος, ωστόσο τίποτα δεν λέχθηκε για οιαδήποτε παρεξήγηση ή αντιπαράθεση μεταξύ τους. Αντίθετα, ο Mahmud μαρτύρησε πως καμιά παρεξήγηση δεν είχε με τον κατηγορούμενο. Δεν είχαν επαγγελματικές σχέσεις, ουδέποτε τσακώθηκαν, ουδέποτε τον απείλησε και ποτέ δεν άκουσε πως ο κατηγορούμενος ήθελε να του κάμει κακό. Η τελευταία φορά που τον είχε συναντήσει πριν το επίδικο γεγονός ήταν δυόμισι - τρεις μήνες προηγουμένως όταν ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την κατοικία τους κοινωνικά όταν η σύζυγος του Rima είχε γεννήσει. Ο Ahmed γνώριζε τον κατηγορούμενο εξ όψεως. Θυμάται την περίπτωση που τους επισκέφθηκε για να δει το νεογέννητο της αδελφής του. Μετά τα γεγονότα της 28.6.2003 ο Ahmed ξανασυναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στο Νοσοκομείου Πάφου. Ήταν τρεις - τέσσερις μέρες μετά την επιστροφή του από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, πέντε περίπου μέρες μετά την επίθεση. Καθώς διακομιζόταν από ένα χώρο του Νοσοκομείου σε άλλο, είδε τον κατηγορούμενο να έχει το χέρι του τυλιγμένο σε επιδέσμους. Πρέπει να τον είδε και ο κατηγορούμενος, αναφέρει, αλλά δεν τον προσέγγισε για να τον ρωτήσει τι κάνει. Η δεύτερη φορά ήταν 25 περίπου μέρες μετά την επίθεση στα εξωτερικά προφανώς ιατρεία, αφού ο Ahmed είχε πάει με τη Rima στο Νοσοκομείο για το χέρι του. Μαρτυρά πως μόλις ο κατηγορούμενος τους είδε, γύρισε την πλάτη του και έφυγε. Αναφέρει πως το είπε στην αδελφή του. Η Rima αναφέρει πως είχαν πάει στο Νοσοκομείο για αλλαγή επιδέσμων, ο αδελφός της της υπέδειξε ένα άντρα σε απόσταση και της είπε πως ήταν ο Hassan. Ο άντρας τους είδε αλλά δεν τους μίλησε. Η τρίτη φορά, μαρτυρά ο Ahmed, ήταν και πάλι στο Νοσοκομείο μετά από καιρό. Αντικρίστηκαν, χαιρετίστηκαν και ο κατηγορούμενος τον ρώτησε μόνο τι κάνει και αν είναι καλά. Δεν τον ρώτησε για ποιο σκοπό ήταν στο Νοσοκομείο. Ο κατηγορούμενος μαρτύρησε πως μια μόνο φορά είδε τον Ahmed στο Νοσοκομείο Πάφου κατά την οποία και χαιρετίστηκαν. Ρώτησε τον Ahmed τι κάνει και πώς πάει. Προφανώς αναφέρεται στην τρίτη κατά τον Ahmed περίπτωση. Εντούτοις σε υποβολή ότι είδε τον Ahmed τρεις φορές, απάντησε πως μπορεί, αναφέροντας όμως πως δεν θυμάται να τον είδε και να τον απέφυγε. Ανέφερε ο κατηγορούμενος πως πληροφορήθηκε για το συμβάν το πρωί της 28.6.
- Επηρεάστηκε και στενοχωρήθηκε και θα ήθελε αν υπήρχε τρόπος να βοηθήσει. Έμαθε πως και τα τρία θύματα ήταν σε πάρα πολύ σοβαρή κατάσταση και θα ήθελε να τους επισκεφθεί, αλλά είχε ακούσει πως απαγορευόταν. Ανεξαρτήτως των όσων ο ίδιος αναφέρει, και που ενισχύουν το επιχείρημα, ήταν γνωστός των θυμάτων, τους είχε επισκεφθεί κοινωνικά πριν λίγους μήνες και ακόμη και αν δεν τους επισκέπτετο στο Νοσοκομείο, εφόσον συμπτωματικά τους αντίκρισε θα αναμενόταν να τους προσεγγίσει, να ρωτήσει για την υγεία τους και όχι να τους αποφύγει. Μόνο την τρίτη φορά που αντικρίστηκε με τον Ahmed αναγκάστηκε να χαιρετήσει και λακωνικά να ρωτήσει τι κάνει. Η συμπεριφορά του δεν καταδεικνύει πως ήταν ένας από τους επίδοξους δολοφόνους, από την άλλη όμως συνάδει, αν ήταν ο δράστης να αποφύγει την επαφή με τα θύματα φοβούμενος μήπως τον αναγνωρίσουν, η θέαση ή το άκουσμα της φωνής του ξυπνήσουν κάποια θύμηση σε κάποια από τα θύματα. Αναφορικά με την καταδίωξη του κατηγορούμενου την 21.2.05 ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής μας κάλεσε να συμπεράνουμε πως ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε σύμφωνα με τις υποδείξεις της Αστυνομίας για λόγους που αφορούσαν το υπό εκδίκαση έγκλημα. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τέτοια σκέψη του κατηγορούμενου στην περίπτωση που είναι δράστης του υπό εκδίκαση εγκλήματος. Όμως από την άλλη, δεν είμαστε σε θέση να καταλήξουμε σε θετικό εύρημα πως οι λόγοι για τους οποίους αρνήθηκε να υπακούσει στις αστυνομικές υποδείξεις ανάγονται στην συμμετοχή του στην επίδικη απόπειρα φόνου. Ακόμη και αν είναι ένοχος για το υπό εκδίκαση έγκλημα οι περιστάσεις δεν αποκλείουν να μην σταμάτησε για άλλους λόγους. Είχε παρέλθει χρόνος 20 περίπου μηνών από τη διάπραξη της απόπειρας χωρίς να οχληθεί από την Αστυνομία και το πιθανότερο είναι να πίστευε πως το έγκλημα θα παρέμενε ανεξιχνίαστο. Τέτοια πεποίθηση υποδηλώνει ίσως και η επιστροφή του στην Κύπρο. Επιβεβαιώνεται εξάλλου και από την Αστυνομία πως είχε γύρω στις 40.000 δολάρια Αμερικής στο αυτοκίνητο του και δεν μπορεί να αποκλειστεί η θέση του πως φοβήθηκε μήπως κατασχεθούν τα χρήματα που κατείχε. Η όλη δομή της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται στη θέση πως το πρόσωπο του οποίου το αίμα ανεβρέθηκε στα συγκεκριμένα σημεία ήταν τραυματισμένο και αιμορραγούσε κατά τη διαδρομή που σηματοδοτούν οι σταγόνες του αίματος. Εάν αυτή ήταν η αλληλουχία των γεγονότων θα αναμέναμε πως ο κατηγορούμενος στον οποίο αποδείκτηκε πως ανήκε το αίμα που βρέθηκε στην ευρύτερη σκηνή του εγκλήματος είχε κατά τον πιο πάνω χρόνο τραύμα που αιμορραγούσε. Ο Ανδρέας Όθωνος (ΜΚ27) (καταθέσεις Τεκμήρια 158 και 159) είναι ο ιδιοκτήτης της εργοληπτικής εταιρείας η οποία εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο από τον Απρίλιο του 2002 μέχρι και τον Ιανουάριο του
- Ο κατηγορούμενος εργαζόταν σαν καλουπσιής. Στις 4.7.2003 ο Όθωνος ως εργοδότης του κατηγορούμενου συμπλήρωσε έντυπο τιτλοφορούμενο: «Γνωστοποίηση Ατυχήματος ή Επικίνδυνου Συμβάντος» αναφορικά με εργατικό ατύχημα (Τεκμήριο 160). Καταγράφεται σε αυτό πως το ατύχημα επεσυνέβηκε στις 28.6.2003 η ώρα 09:00 και περιγράφεται πως καθώς ο κατηγορούμενος ξεκαλούπωνε το ασανσέρ της οικοδομής ένα βαρετό ξύλο κτύπησε το χέρι του με αποτέλεσμα να το σπρώξει και να κτυπήσει το αριστερό του χέρι. Ο τραυματισμός περιγράφεται σαν κάταγμα εκτείνοντος μέσου δακτύλου και πως ο κατηγορούμενος θα ήταν ανίκανος για εργασία για ένα μήνα. Ο Α. Όθωνος μαρτύρησε πως το ατύχημα του γνωστοποίησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος αυθημερόν στις 28.6.2003, όμως δεν το γνωστοποίησε στο Γραφείο Εργασίας αμέσως γιατί δεν θεωρήθηκε σοβαρό μέχρις ότου ο κατηγορούμενος παρουσίασε αναρρωτική άδεια. Εάν ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε στο αριστερό χέρι στη σκηνή του υπό εκδίκαση εγκλήματος κατά τρόπο που να μην μπορούσε να εργαστεί θα έπρεπε ο τραυματισμός αυτός να δικαιολογηθεί άλλως πως. Ακόμα όμως και αν δεν είχε πράγματι καταστεί ανίκανος για εργασία θα είχε κάθε λόγο να τεκμηριώσει πως τραυματίστηκε στην εργασία του ώστε να μη φανεί πως τραυματίστηκε μεταξύ της ώρας που σχόλασε την προηγουμένη 27.6.2003 και του πρωινού της 28.6.2003 και να κινηθούν ίσως υποψίες ότι συνδεόταν με το έγκλημα. Εάν ο κατηγορούμενος ήταν ο δράστης του εγκλήματος, γνώριζε πως στο έγκλημα χρησιμοποιήθηκαν βαριά αιχμηρά αντικείμενα και θα μπορούσε ίσως να συσχετιστεί το είδος του δικού του τραυματισμού με το έγκλημα και να στραφούν οι υποψίες και προς το πρόσωπο του. Σημειώνουμε πως στις καταθέσεις του στην αστυνομία ουδέποτε αποκάλυψε το ζήτημα. Η εξήγηση του ήταν πως απαντούσε σε ερωτήσεις των αστυνομικών υπονοώντας πως δεν ερωτήθηκε. Όμως, ερωτήσεις για τυχόν τραυματισμό του, έστω υπό άλλες συνθήκες, ετέθησαν. Εγκρίθηκε ως αποδεκτό γεγονός ότι στις 28.6.2003 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Νοσοκομείου Πάφου και έτυχε εξέτασης και περίθαλψης από τον ιατρό Γιαννάκη Χριστοδούλου (ΜΚ28). Το τραύμα του χειρουργήθηκε αυθημερόν και έγινε εισαγωγή του στο Ορθοπεδικό Τμήμα. Του δόθηκε εξιτήριο και πιστοποιητικό ασθενείας (Τεκμήριο 161) την επομένη. Ο Γ. Χριστοδούλου είναι χειρούργος ορθοπεδικός. Συνέταξε σχετική ιατρική γνωμάτευση (Τεκμήριο 162) όπου καταγράφει πως ο κατηγορούμενος είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα του 3ου μετακαρπίου αριστεράς άκρας χειρός και διατομή του εκτείνοντα του μέσου δακτύλου του ιδίου χεριού. Ο κατηγορούμενος ανάφερε στην δια ζώσης μαρτυρία του πως ο τραυματισμός του την 28.6.2003 ήταν πράγματι το αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος. Εξηγώντας πώς συνέβηκε, είπε πως έπεσε ένας πόντος (μεγάλο μακρύ και βαρύ ξύλο) από πάνω του και δεν μπόρεσε να το πιάσει. Έπεσε με το «σφιχτηράκι» ανάφερε στην κύρια του εξέταση για να εξηγήσει αντεξεταζόμενος πως ο πόντος πέφτοντας παρέσυρε το χέρι του και το έριξε πάνω στο «σφιχτηράκι», που είναι μικρός μεταλλικός μηχανισμός για συγκράτηση του καλουπιού. Διευκρίνισε πως το χέρι του τραυματίστηκε μεταξύ του «σφιχτηρακιού» και του πόντου. Απορρίπτουμε την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι ο τραυματισμός του επεσυνέβηκε στο χώρο της εργασίας το πρωί της 28.6.
- Ο κατηγορούμενος ανέφερε στη μαρτυρία του πως δυο Σύριοι εργάτες που είναι σήμερα στη Συρία και ένας Πόντιος εργάτης τον οποίο δεν θυμάται, ήσαν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος. Επικαλέστηκε μάλιστα πως αυτοί ήσαν υπάλληλοι του Α. Όθωνος. Ο Α. Όθωνος είχε μαρτυρήσει πως έκαμε έρευνα και κανένας δε θυμόταν το επικαλούμενο ατύχημα. Τουλάχιστον υπάλληλος του δεν ήταν παρών γιατί στο εργοτάξιο ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος υπάλληλος του. Εάν ο κατηγορούμενος είχε επικαλεστεί την μαρτυρία κάποιου τρίτου υπεργολάβου, αναφέρει ο Α. Όθωνος, θα το σημείωνε. Ο ιατρός Γ. Χριστοδούλου εξήγησε πως διατομή σημαίνει λύση της συνέχειας του δέρματος και του τένοντα στην προκειμένη περίπτωση. Το τραύμα πρέπει να είχε προκληθεί από τέμνον αλλά και βαρύ όργανο όπως πρόδιδε η ύπαρξη και συντριπτικού κατάγματος στο σημείο. Αντεξεταζόμενος ο ιατρός ανέφερε πως κάτι δεν του είχε αρέσει στην περίπτωση. Είχε εκτιμήσει πως δεν επρόκειτο για τραύμα που είχε προκληθεί σε εργοτάξιο οικοδομής όπως του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος, αλλά πως είχε προκληθεί από κάποιο τέμνον όργανο. Η διαίσθηση και η επιστημονική του κατάρτιση, ανέφερε, του έλεγε πως δεν στεκόταν η εκδοχή του κατηγορούμενου. Ο Γ. Χριστοδούλου μας έκαμε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Οι δυσμενείς για την υπόθεση της υπεράσπισης παρατηρήσεις του προήλθαν κατά τη αντεξέταση. Διευκρινίζουμε πως δεν προτιθέμεθα να υποκαταστήσουμε την κρίση μας υιοθετώντας την διαίσθηση του μάρτυρα. Παραμένουμε και περιοριζόμαστε στην επιστημονική του θέση πως ο τραυματισμός του κατηγορούμενου είχε προκληθεί από τέμνον βαρύ όργανο. Σημειώνουμε πως κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε ο ιατρός κατά πόσο ένα αιχμηρό μάρμαρο θα μπορούσε να προκαλέσει το τραύμα του κατηγορούμενου. Διερωτόμαστε προς τι η ερώτηση αφού η εκδοχή που έδωσε αργότερα κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ο κατηγορούμενος δεν αφορούσε μάρμαρο. Δεν θα επιχειρήσουμε να εξάγουμε οιοδήποτε συμπέρασμα αφού δεν επρόκειτο για υποβολή προς τον ιατρό για τον τρόπο του τραυματισμού. Ο τραυματισμός λοιπόν του κατηγορούμενου είχε προκληθεί από τέμνον βαρύ όργανο. Επανερχόμαστε στο στάδιο τούτο στην ιατρική μαρτυρία αναφορικά με τους τραυματισμούς των θυμάτων. Ο Δ. Χαραλαμπίδης είπε πως οι τραυματισμοί της Rima ήταν από τέμνον όργανο πολύ βαρύ, όχι μαχαίρι. Σε τέμνον όργανο αναφέρεται και ο Χρ. Χριστοφόρου. Προβάλλει ως λογική εξήγηση πως ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε με κάποιο από τα φονικά όργανα που χρησιμοποίησαν οι δράστες, είτε από κάποιο άλλο δράση είτε αυτοτραυματίστηκε μέσα στη σύγχυση. Δεν δόθηκε μαρτυρία αν είναι δεξιόχειρας που ίσως να συνηγορούσε στο ότι κτυπώντας τραυμάτισε το αριστερό του χέρι με το οποίο κρατούσε κάποιο από τα θύματα. Στη σκηνή ανεβρέθηκαν τούφες μαλλιών και είναι σαφές ότι κάποιος ή κάποιοι δράστες τράβηξαν τα θύματα από τα μαλλιά στην προσπάθεια τους να τους καταφέρουν κτυπήματα στο κεφάλι. Ο κατηγορούμενος δεν προσέφερε καμιά εξήγηση για το πώς βρέθηκε αίμα με δικό του γενετικό υλικό στη σκηνή του εγκλήματος. Όταν το γεγονός τέθηκε υπόψη του κατά την πρώτη του ανακριτική κατάθεση ανέφερε: «Όχι φυσικά». Είπε πως η τελευταία φορά που είχε επισκεφθεί την κατοικία των θυμάτων ήταν ενάμισι περίπου μήνα πριν το συμβάν. Η επίσκεψη ήταν φιλική. Ούτε τραυμάτισε κανένα, ούτε ο ίδιος τραυματίστηκε. Στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση ανέφερε πως ίσως χιλιάδες άνθρωποι να έχουν το ίδιο αίμα και πως δεν έχει δίδυμο αδελφό. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ο κατηγορούμενος είπε πως δεν ξέρει τίποτε και πως ο ίδιος καμιά σχέση δεν έχει με το έγκλημα. Στις 27.6.2003 μετά την εργασία του βρισκόταν στο σπίτι του με τη σύζυγο του και δεν βγήκε καθόλου από το σπίτι μέχρι το πρωί της 28.6.2003 που πήγε στη δουλειά του. Ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε εξήγηση δεν προσθέτει στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ο κατηγορούμενος δεν είχε ποτέ αποδεικτικό βάρος να δώσει εξήγηση [βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, σελ. 224]. Σαν αποτέλεσμα όμως δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαζευκτική πιθανότητα για το πώς βρέθηκε εκεί γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 41, αναφέρεται πως: «Σχετικά με τη σημασία και τον τρόπο προσέγγισης της περιστατικής μαρτυρίας σε μία ποινική υπόθεση, το Δικαστήριο τούτο είχε την ευκαιρία να δώσει τις νομικές αρχές που καλύπτουν το θέμα σε ένα σημαντικό αριθμό αποφάσεων και θα θέλαμε να αναφέρουμε μεταξύ άλλων τις πιο κάτω R. v. Mentesh, 14 C.L.R. 232, Khadar and another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 132, Vrakas and another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, στη σελ. 169, Anasstassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, στις σελ. 144-145, Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, στη σελ. 96. Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθησαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Περιττό να τονιστεί ότι η μαρτυρία ασφαλώς πρέπει να εκτιμηθεί στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένη, παρ' όλο που ο βαθμός ασφάλειας του συνόλου έχει οπωσδήποτε σχέση και με την εκτίμηση του κάθε συγκεκριμένου στοιχείου μέσα στο σύνολο αυτό. Όπως επίσης ότι είναι το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και εάν κατά την ολοκλήρωση της δίκης εξετάζοντας την ολότητα της υπόθεσης υπάρχει λογική αμφιβολία, τότε η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση και ο κατηγορούμενος επομένως δικαιούται να αθωωθεί.» Η μόνη εξήγηση για την παρουσία του αίματος του κατηγορούμενου στα σημεία 1, 2 και 4 - 10 στη σκηνή του εγκλήματος είναι πως αυτό έπεσε από το σώμα του κατηγορούμενου άμεσα και δεν εναποτέθηκε εκεί με οιονδήποτε άλλο τρόπο (βλ. Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 571 σελ. 589). Λογική αμφιβολία είναι η αμφιβολία που μπορεί να δημιουργηθεί στο μυαλό ενός ανθρώπου με βάση την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Η κατανόηση και αντίληψη του θέματος είναι ιδιαίτερα σημαντική στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε ευρήματα γεγονότων σαν συμπεράσματα από μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Η συμπερασματική μαρτυρία, όπως επικράτησε να αποκαλείται η μαρτυρία που συμπερασματικά οδηγεί σε ευρήματα γεγονότων, πρέπει να είναι τέτοια που απαρέγκλιτα να οδηγεί στο εύρημα και όχι απλά να μην το αποκλείει ή έστω να το εγείρει σαν μια πιθανότητα, έστω σοβαρή. Πρέπει να έχει τη δυναμική να αποκλείει κάθε άλλο σενάριο, σενάριο όμως που να μπορεί να υπάρξει σαν θέμα ανθρώπινης λογικής και εμπειρίας και όχι «επιστημονικής φαντασίας». Ό,τι η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται της άμεσης σε αποδεικτική αξία επιβεβαιώνεται στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Εάν είχαμε κάποιο αυτόπτη μάρτυρα που ισχυριζόταν ότι είδε τον κατηγορούμενο να εγκαταλείπει την κατοικία των θυμάτων κινούμενος στην οδό Π. Χαριδήμου θα εγείρονταν ζητήματα ορθής αναγνώρισης του δράστη. Από πόση απόσταση και για ποιο χρονικό διάστημα τον είδε, αν υπήρχε επαρκής φωτισμός κλπ. Ακόμη κατά πόσο ο αυτόπτης μάρτυρας είχε λόγους να μην ομιλεί την αλήθεια. Στην προκειμένη περίπτωση οι ουσιαστικοί μάρτυρες Ν. Κερίμης και Μ. Καριόλου εμπλέκονται στην υπόθεση στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους και ουδεμία προσωπική σχέση είχαν είτε με τον κατηγορούμενο είτε με τα θύματα. Ο Ν. Κερίμης δεν προσπάθησε βέβαια να εμπλέξει κάποιο σεσημασμένο κακοποιό και ήταν συμπτωματικά που 20 μήνες μετά η επιτόπου, στη σκηνή του εγκλήματος, εργασία του απέδωσε. Τα ίδια ισχύουν και για τον Μ. Καριόλου που συνέδεσε με την απόπειρα φόνου κάποιο πρόσωπο που είχε συλληφθεί για τροχαία παράβαση και η Αστυνομία υποψιαζόταν για ληστείες και κλοπές και που αποδείχθηκε πως αυτός, ο κατηγορούμενος δηλαδή, ήταν πρόσωπο σχετιζόμενο με τα θύματα που δυνητικά θα μπορούσε, όπως πιο πάνω εξηγήσαμε, να ήταν δράστης του εγκλήματος. Η περίπτωση κάποιο άλλο πρόσωπο να έριξε σταγόνες αίματος του κατηγορούμενου στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο της οδού Π. Χαριδήμου για να τον ενοχοποιήσει ξεφεύγει του ορίου ακόμη και της πιο ζωηρής φαντασίας. Δεν την εισηγήθηκε οιοσδήποτε, απλά την αναφέρουμε για να καταδείξουμε πως και αυτή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος και δεν δύναται να άρει τη βεβαιότητα που θεμελιώνει η μαρτυρία που προσάχθηκε (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Ούτε και ο κατηγορούμενος ανέφερε πως κάποιο πρόσωπο είχε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποσπάσει ή μπορούσε να αποσπάσει δικό του αίμα. Εδώ δεν είναι η περίπτωση όπου είναι δυνατό, κάποιος δράστης να αφήσει στη σκηνή ενός εγκλήματος ένα προσωπικό αντικείμενο άλλου προσώπου για να το εμπλέξει ή να αποπροσανατολίσει τις αστυνομικές έρευνες πχ ένα πορτοφόλι ή ένα αναπτήρα. Εξάλλου το αίμα αυτό δεν βρέθηκε σε περίοπτο μέρος πχ στο χέρι μιας πόρτας αλλά στον ευρύτερο χώρο έξω από την κατοικία των θυμάτων και ήταν πιθανό να μην εντοπιζόταν έστω και από ένα πολύπειρο εξεταστή όπως τον Ν. Κερίμη. Είναι δεδομένο πως το αίμα του θύματος Ahmed στα σημεία 3 και 5 μεταφέρθηκε από κάποιο από τους δράστες. Ακόμα και αν για το αίμα στο σημείο 3 μπορούσε να υπάρχει μια απειροελάχιστη πιθανότητα, που δεν τη δεχόμαστε, να μεταφέρθηκε από δράστη άλλο από τον κατηγορούμενο, αυτό αποκλείεται παντελώς για το σημείο
- Το ίχνος στο σημείο 5 δημιουργήθηκε με μιας. Δεν έπεσε σταγόνα αίματος του κατηγορούμενου και συμπτωματικά έπεσε στο ίδιο σημείο από πάνω της σταγόνα αίματος του Ahmed που μετέφερε κάποιος άλλος δράστης. Εδώ έχει σημασία και το μέρος του τραυματισμού του κατηγορούμενου. Είναι λογικό και πιο πιθανό πως ο επίδοξος φονιάς είχε αίμα του θύματος του στα χέρια παρά οπουδήποτε αλλού. Αίμα του κατηγορούμενου συμπαρέσυρε αίμα του Ahmed που είχε ο κατηγορούμενος, στα χέρια του κατά πάσα πιθανότητα, και έτσι δημιουργήθηκε το ίχνος στο σημείο
- Η επιστημονική μαρτυρία αποκαλύπτει συμπερασματικά και παρουσιάζει ενώπιον μας σαν σκηνή κινηματογραφικής ταινίας τον κατηγορούμενο τη νύχτα της 27 προς 28.6.03 να κινείται στην ευρύτερη σκηνή του εγκλήματος στην πορεία που ορίζουν τα σημεία 10 μέχρι 1 και με αυτή τη φορά αιμορραγώντας ο ίδιος και μεταφέροντας πάνω του αίμα του Ahmed. Το άλλοθι του δεν μπορεί να γίνει δεκτό ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής που τον συνδέει με το έγκλημα. Τον ακριβή ρόλο του κατηγορούμενου μόνο ο ίδιος και οι συνεργάτες του τον γνωρίζουν. Ότι με απόλυτη βεβαιότητα εμείς διαπιστώνουμε είναι πως ο κατηγορούμενος συμμετείχε στα εγκλήματα. Οι τέσσερις ιατροί που νοσήλευσαν τα θύματα, μας έκαμαν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Οι Κουρίδης, Κοζμάν και Χριστοφόρου δεν αντεξετάστησαν, ενώ ο Χαραλαμπίδης διευκρινιστικά μόνο. Προκύπτει από τη μαρτυρία τους και είναι εύρημα μας πως και τα τρία θύματα είχαν υποστεί τέτοιους τραυματισμούς σε τέτοια σημεία του σώματος και με τέτοιο τρόπο ώστε με βεβαιότητα να καταλήγουμε στο ότι το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που επέφεραν τους πιο πάνω τραυματισμούς είχαν αναμφίβολα την πρόθεση να επιφέρουν το θάνατο των θυμάτων και όχι οτιδήποτε λιγότερο. Όταν ο δράστης με βαρύ αιχμηρό όργανο επιφέρει με βιαιότητα πλήγματα στο σώμα και ιδιαίτερα στο κεφάλι άλλου προσώπου είναι αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι πρόθεση και σκοπό έχει να θανατώσει τον άλλο. Σημασία έχουν και οι περιβάλλουσες συνθήκες: Κατά τη διάρκεια της νύχτας σε ώρες που ο κόσμος κοιμάται επιτεύχθηκε χωρίς θόρυβο είσοδος στην κατοικία των θυμάτων τα οποία δεν αντιλήφθηκαν την είσοδο των δραστών. Αιφνιδιάστηκαν πλήρως και κάτω από αμυδρό φωτισμό δέχθηκαν καίρια πλήγματα στα σώματα και στα κεφάλια τους. Δεν προηγήθηκε συζήτηση ή διαπληκτισμός. Οι δράστες έπληξαν τα θύματα άμεσα και προτού τούτα αντιληφθούν τι γινόταν. Ήταν ευτυχής συγκυρία ότι τα θύματα επέζησαν. Το κακούργημα της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 του Κεφ. 154, έχει σαν συστατικό στοιχείο συγκεκριμένη (specific) πρόθεση δολοφονίας του θύματος με την παράνομη ενέργεια που επιχειρείται (βλ. Nicolas Georghiou «Kkolis» ν. The Republic
(1961)1 C.L.R. 53). Η έννοια της απόπειρας εξυπακούει πρόθεση διάπραξης του ολοκληρωμένου εγκλήματος (βλ. Panayiotis Chr. Andreou v. The Republc
(1977)2 C.L.R. 81). Αναφέρεται στη Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 407 σελ. 413 πως: «Στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η απόδειξη ύπαρξης του εν λόγω στοιχείου μπορεί να γίνει με περιστατική μαρτυρία. Έπεται, ότι η ύπαρξη της πρόθεσης, συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης όπως είναι το ελατήριο, οι προπαρασκευστικές πράξεις, οι δηλώσεις του κατηγορουμένου, το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, η επιμονή στην επίθεση, η φύση των τραυμάτων που προκλήθηκαν και το μέρος του σώματος στο οποίο τα τραύματα εντοπίστηκαν. Όπου η πρόθεση αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και για την απόδειξή της προσάγεται περιστατική μαρτυρία το συμπέρασμα για την ύπαρξη της πρόθεσης δεν πρέπει να είναι ένα λογικό γενικά συμπέρασμα αλλά πρέπει να είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα. Βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 257.» (Βλ. ακόμη Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 560). Αναφέρεται στη Ζήνωνος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7809, ημερομηνίας 18.2.2005, σελ.5, πως κάθε πρόσωπο τεκμαίρεται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατράπηκε. Ο χώρος του εγκλήματος και η ώρα, εντός της οικίας των θυμάτων όπου οι δράστες δεν προσκλήθησαν και δεν μπορεί τυχαία να συνευρέθησαν καταδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι όλοι όσοι έλαβαν μέρος, και ο κατηγορούμενος ήταν με βεβαιότητα ένας από αυτούς, εισήλθαν με σκοπό να διαπράξουν αυτό που τα αποτελέσματα των πράξεων τους, όπως πιο πάνω διαπιστώσαμε, καταδεικνύουν, να φονεύσουν δηλαδή τα τρία θύματα. Οι βλάβες που και τα τρία θύματα υπέστησαν συνιστούν βαριά σωματική βλάβη εν τη εννοία του ερμηνευτικού άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τόσο πρόδηλα που οιαδήποτε επιμέρους παραπομπή θα ήταν αχρείαστη. Υπό τας περιστάσεις, παρά το ότι δεν γνωρίζουμε τις ακριβείς πράξεις του κατηγορουμένου, τούτο, ενόψει των προνοιών του άρθρου 20 του Κεφ. 154, δεν συνιστά εμπόδιο στην καταδίκη του και στις δύο κατηγορίες (2η και 3η) που αντιμετωπίζει. Ως εκ των ανωτέρω, ευρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο στις κατηγορίες 2 και
- (Υπ.) ............................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο