Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ιωακείμ Φιλίππου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 218/04, 3 Ιουλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 218/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και -
- Ιωακείμ Φιλίππου
- Νικόλα Μηλιώτη Κατηγορούμενων ------------------------------ Ημερομηνία: 3 Ιουλίου 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενοι : παρόντες ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι δύο κατηγορούμενοι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζουν την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Παραπονούμενος στην υπόθεση, είναι ο Γιώργος Νικολάου (Μ.Κ.2), Κύπριος της Αγγλίας από την Κάτω Πάφο, η εκδοχή του οποίου αναφορικά με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι η εξής: Στις 31/10/2002, άρχισε να εργάζεται στην μπυραρία με την ονομασία Tequilaz, στον τομέα δημοσίων σχέσεων. Γύρω στα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, προσεγγίστηκε από το 2ο κατηγορούμενο τον οποίο γνώριζε, αφού αυτός εργαζόταν στη διπλανή μπυραρία με την ονομασία Woodyz. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, το ρώτησε γιατί δούλευε εκεί, αφού του πρόσφεραν αυτοί δουλειά. Ο παραπονούμενος του απάντησε ότι του πρόσφεραν δουλειά και δέχθηκε την προσφορά. Στις 02:30 περίπου που τελείωσε από τη δουλειά ο παραπονούμενος, μετέβη στο Woodyz και συγκεκριμένα στο μπροστινό μπαρ, όπου ζήτησε το 2ο κατηγορούμενο, για να το ρωτήσει τι τον ήθελε προηγουμένως, στη βάση όσων διαμείφθηκαν μεταξύ τους στη μπυραρία όπου εργαζόταν ο παραπονούμενος. Επειδή ο κατηγορούμενος δεν ήταν διαθέσιμος, ο παραπονούμενος έφυγε αμέσως και πήγε σε κάποιο νυχτερινό κλαμπ. Επειδή και σ΄ αυτό ήταν ησυχία, αναχώρησε για το σπίτι του. Καθ΄ οδόν για το σπίτι του και περνώντας από την μπυραρία Woodyz, του φώναξε ο 1ος κατηγορούμενος - ιδιοκτήτης της εν λόγω μπυραρίας, - ο οποίος του ζήτησε να καθίσει μαζί του γιατί ήθελε να μιλήσουν. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, άρχισε να του φωνάζει και να του λέει «δε θα μου πεις εσύ πως να διευθύνω την επιχείρησή μου». Επειδή συνέχισε να είναι προκλητικός, ο παραπονούμενος του είπε να σταματήσει και να μην του φωνάζει, οπότε, ενώ συνέχισαν να μιλούν, ο 1ος κατηγορούμενος, ξαφνικά το γονθοκόπησε στο πρόσωπο. Ο παραπονούμενος τότε, σηκώθηκε να φύγει, μεταξύ των δύο υπήρξε πάλη, οπότε παρενέβησαν άλλοι για να τους χωρίσουν. Ο 2ος κατηγορούμενος, εκείνη τη στιγμή ήρθε μπροστά στον παραπονούμενο, ο οποίος άρχισε να το ρωτά γιατί του επιτέθηκε ο 1ος κατηγορούμενος και τι συνέβαινε. Και ενώ αυτά συνέβαιναν και ο παραπονούμενος του ζητούσε να δώσει εξηγήσεις, δέχθηκε την επίθεση και του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος το γρονθοκόπησε και αυτός στο πρόσωπο. Την ίδια ώρα του επιτέθηκαν και διάφορα άλλα πρόσωπα τα οποία τον κρατούσαν από τα χέρια και από το σώμα και το χτυπούσαν από όλες τις κατευθύνσεις. Κάποια στιγμή, ο παραπονούμενος σταμάτησε να προβάλλει αντίσταση, οπότε, ο 1ος κατηγορούμενος που ήταν μπροστά του, του κατάφερε νέο χτύπημα, με το κεφάλι του αυτή τη φορά και πάλι στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στη μύτη. Ο παραπονούμενος αντιστάθηκε και κατάφερε να ξεφύγει, ενώ ο 1ος κατηγορούμενος εξαφανίστηκε μέσα στο μπαρ, κλείνοντας και τις πόρτες. Ο παραπονούμενος παρέμεινε εκεί για λίγο μέχρι να συνέλθει, ενώ στο μεταξύ έφθασαν στο μέρος κάποια άτομα που τον ήξεραν για να το βοηθήσουν. Διατείνεται ακόμη ο παραπονούμενος, ότι εκεί όπου ο 1ος κατηγορούμενος το χτύπησε με το κεφάλι, έτρεχε αίμα από το κόψιμο και ότι σοκαρίστηκε. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος, αφού του δόθηκε σχετικό παραπεμπτικό σημείωμα από την Αστυνομία, μετέβη αμέσως στο νοσοκομείο Πάφου, όπου, μετά από εξετάσεις και ακτινογραφίες, διαπιστώθηκε ότι έφερε διάφορα τραύματα στο πρόσωπό και μικρό κάταγμα στη μύτη. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, εκτός από τον παραπονούμενο, κλήθηκαν και κατάθεσαν στο Δικαστήριο άλλοι τρεις μάρτυρες. Ο αστυφύλακας και εξεταστής της υπόθεσης 1827 Μ. Καλλή, ως Μ.Κ.1, ο συνάδελφός του 3499 Η. Ροτσίδης, ως Μ.Κ.3 και τέλος, η γιατρός του Τμήματος Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου Θέλμα Σιαηλή, ως Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 7), συνάντησε τον παραπονούμενο στον τόπο του επεισοδίου την ίδια μέρα, στις 02:45, ο οποίος του κατάγγειλε τον 1ο κατηγορούμενο, ως το πρόσωπο που τον είχε κτυπήσει, τον οποίο και του υπέδειξε. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, ο 1ος κατηγορούμενος ομολόγησε ότι χτύπησε τον παραπονούμενο, ενώ, όταν του επιστήθηκε από το μάρτυρα προφορικά η προσοχή στο νόμο, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Εκτύπησα του επειδή ήρθε στην μπυραρία μου και άρχισε να με βρίζει». Ανάφερε ακόμη ο μάρτυρας χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, ότι γύρω στις 04:00 της ίδιας μέρας, ο παραπονούμενος προσήλθε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων, όπου του δόθηκε ιατρικό παραπεμπτικό για εξετάσεις στο Νοσοκομείο Πάφου. Όταν στις 05:00 επέστρεψε και αφού διαπιστώθηκε ότι έφερε μικρό κάταγμα στο ρινικό οστού, παραπέμφθηκε στο ΤΑΕ για περαιτέρω εξετάσεις. Στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, τον παραπονούμενο εξέτασε χωρίς κι΄ αυτό να έχει αμφισβητηθεί, η Μ.Κ.4, η οποία κατέγραψε τα ευρήματά της στη σχετική ιατρική έκθεση που συμπλήρωσε (βλ. το Τεκμήριο 8), από την οποία προκύπτει, ότι όντως, ο παραπονούμενος μεταξύ άλλων κακώσεων, έφερε και μικρό κάταγμα ρινικού οστού. Το σύνολο των ενεργειών του Μ.Κ.1 αναφέρονται στη γραπτή του κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Επομένως δε χρειάζεται να το επαναλάβω. Οι κατηγορούμενοι αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, ενώ προς υπεράσπισή τους κάλεσαν και ένα μάρτυρα. Τον Πέτρο Παράδεισο (Μ.Υ.1), συνέταιρο του 1ου κατηγορούμενου καθώς έχει αναφέρει και στις δύο μπυραρίες που αναφέρονται στην υπόθεση, ιδιοκτησίας της εταιρείας ΡΕ.ΙΟ LTD, που έχει ως μετόχους - με ποσοστό 50% έκαστος - τα δύο αυτά πρόσωπα. Και οι δύο κατηγορούμενοι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανώμοτης τους δήλωσης, αρνούνται ότι χτύπησαν οποτεδήποτε τον παραπονούμενο. Αναφέρονται σε κάποιο φραστικό επεισόδιο που είχε ο 1ος κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο περί το τέλος της νύχτας, κατά τη διάρκεια του οποίου, ο δεύτερος άρχισε να βρίζει τη γυναίκα του πρώτου, με ακατονόμαστες φράσεις. Τότε, ο 1ος κατηγορούμενος τον έσπρωξε να φύγει από την μπυραρία και με την παρέμβαση άλλων πελατών και υπαλλήλων του προσπάθησαν να το βγάλουν έξω, αφού συνέχισε να βρίζει και να προκαλεί φασαρία. Ο 1ος κατηγορούμενος για να μη συνεχιστεί η φασαρία, εισήλθε αμέσως εντός της μπυραρίας πίσω από το μπαρ, εκεί όπου βρισκόταν η γυναίκα του Μαρία. Σε λίγο, ο παραπονούμενος κατάφερε να μπει ξανά στην μπυραρία και άρχισε να κατευθύνεται προς το μπαρ, εκεί όπου ήταν ο 1ος κατηγορούμενος με τη γυναίκα του, τους οποίους συνέχισε να βρίζει, οπότε και πάλι επενέβησαν οι υπάλληλοι του 1ου κατηγορούμενου και τον απομάκρυναν από την μπυραρία. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ αυτοί κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών, αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Νοείται ότι, κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, απαιτείται αντιπαραβολή της εκδοχής της μιας πλευράς έναντι της άλλης. Νοείται ακόμη, ότι, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2), το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109 και Κωνσταντινίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 190. Έχω επίσης κατά νου, σ΄ ό,τι αφορά την ανώμοτη δήλωση των δύο κατηγορουμένων, το ανεπίτρεπτο σχολιασμού ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους τους αυτού του δικαιώματος. Βλ. Ιωάννου κ.α. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ. Αποδίδω δε σ΄ αυτή το βάρος που της αρμόζει και ασφαλώς θα τη λάβω υπόψη προτού αποφασίσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή οποιουδήποτε των δύο κατηγορουμένων στην κατηγορία που αυτοί αντιμετωπίζουν. Βλ. το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη
(1983)253. Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση, παραπέμπω στην υπόθεση R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11 και στα ακόλουθα που έχουν λεχθεί από το Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη και πάλι στη σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση δεν πρέπει παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν΄ αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ένορκους˙ μπορεί όμως να κάνει τους ένορκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ΄ αυτά με διαφορετικό φως.» Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθούν και τα εξής αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται στην υπόθεση Δημητρίου v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 326, 366, «. η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού v. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Τέλος, σε περίπτωση που οποιαδήποτε δήλωση ή αναφορά του 1ου κατηγορούμενου, ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί ομολογία διάπραξης του αδικήματος, το Δικαστήριο έχει πλήρη επίγνωση του τρόπου που αυτή θα πρέπει να αντικριστεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σχετικό απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφευατής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι΄ αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι΄ αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ΄ αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Αρχίζοντας από τους δύο αστυνομικούς μάρτυρες, δηλώνω απερίφραστα πως άριστη είναι η εντύπωση που έχω σχηματίσει γι΄ αυτούς. Και οι δύο ανάφεραν στο Δικαστήριο με αμεσότητα, ειλικρίνεια και πειστικότητα το σύνολο των ενεργειών στις οποίες προέβηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και γενικά, κατάθεσαν αληθώς για ό,τι γνώριζαν ή τους λέχθηκε, χωρίς πρόθεση εντυπωσιασμού, προκατάληψη ή με διάθεση για εύνοια προς οποιαδήποτε πλευρά. Παρότι και οι δύο αντεξετάστηκαν, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία τους σε κανένα σημείο. Κατά συνέπεια, δέχομαι και τους δύο μάρτυρες ως αξιόπιστους και ως μάρτυρες της αλήθειας καθώς και τη μαρτυρία τους στο σύνολό της, από την οποία βρίσκω ότι τα ακόλουθα, αποτελούν μέρος των ουσιαστικών γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο: Την 1η Νοεμβρίου 2002, στις 2:45, ο Μ.Κ.3, μετά από σχετικό μήνυμα ότι στην μπυραρία με την ονομασία Woodyz, στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Κάτω Πάφο, υπήρχε φασαρία, μετέβηκε στο μέρος. Εκεί βρήκε τον παραπονούμενο, ο οποίος του κατάγγειλε ότι είχε κτυπηθεί από τον ιδιοκτήτη της μπυραρίας. Στο ίδιο μέρος πάντοτε και αφού στο μεταξύ ο παραπονούμενος υπόδειξε στο μάρτυρα τον 1ο κατηγορούμενο, όταν αυτός πληροφορήθηκε για τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου, ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος. Όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας του επέστησε προφορικά την προσοχή στο Νόμο, ο 1ος κατηγορούμενος απάντησε ως εξής: «Εκτύπησα του επειδή ήρθε στην μπυραρία μου και άρχισε να με βρίζει». Ο εν λόγω μάρτυρας, στις 04:00 της ίδιας μέρας, παρέπεμψε τον παραπονούμενο στο Νοσοκομείο Πάφου για εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων αναφέρονται στο Τεκμήριο 8. Βρίσκω ακόμη ότι και ο Μ.Κ.1, που είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, προέβηκε στο σύνολο των ενεργειών που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, που είναι η γραπτή του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, με εξαίρεση τον ισχυρισμό του, ότι με αυτήν ο 1ος κατηγορούμενος ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος. Χωρίς να σημαίνει ότι αυτό που ανάφερε ο μάρτυρας δεν ισχύει, εντούτοις, το συγκεκριμένο απόσπασμα από την κατάθεση του κατηγορούμενου, στη βάση του οποίου ο μάρτυρας θεωρεί ότι αυτός ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος, είναι τέτοιο ως προς τη διατύπωση, που τουλάχιστον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση ομολογία του εγκλήματος. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία της Μ.Κ.4., γιατρού Σιαηλή, η οποία ανάφερε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια τις ενέργειες της στον ουσιώδη χρόνο καθώς και τις διαπιστώσεις της κατά την εξέταση του παραπονούμενου, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της οι οποίες αναφέρονται στην σχετική έκθεση που ετοίμασε (Βλ. το Τεκμήριο 8), «Εξέτασα το πιο πάνω πρόσωπο (Γιώργο Νικολάου) και βρήκα ότι έχει τις πιο κάτω κακώσεις: οριζόντια εκδορά στη βάση της μύτης (1 c.m.), εκχύμωση πάνω και κάτω από το δεξί μάτι, εκχύμωση στο αριστερό βλέφαρο. Ακτινολογικώς: μικρό κάταγμα ρινικού οστού.» Άφησα τελευταία τη μαρτυρία του παραπονούμενου, γιατί ασφαλώς είναι και η πιο ουσιαστική για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων, αναφορικά με κρίσιμα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και κατ΄ επέκταση, για την έκβαση της δίκης. Δεν έχω το παραμικρό ενδοιασμό να δεχθώ ως αληθινή την εκδοχή του παραπονούμενου ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και τούτο, όχι μόνο από την εντύπωση που έχω σχηματίσει για την ποιότητα της μαρτυρίας του που είναι εξαιρετική, αλλά και γιατί η εκδοχή του ενισχύεται ουσιωδώς ή συμπληρώνεται ή επιβεβαιώνεται σε αρκετές περιπτώσεις, από ισχυρά στοιχεία περιστατικής, ιατρικής και πραγματικής μαρτυρίας. Επιπλέον, η εκδοχή του ενισχύεται και από διάφορους ισχυρισμούς των δύο κατηγορουμένων, που απορρέουν είτε από τη γραπτή κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου είτε από το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης και των δύο. Ο παραπονούμενος παρότι αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των δύο κατηγορουμένων, εντούτοις, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε κανένα ουσιώδες σημείο της μαρτυρίας του. Επιπλέον, κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζω, είναι τόσο ασήμαντες, που όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του, αλλά, αντίθετα την ενδυναμώνουν. Και τούτο γιατί, αν αποδεικνύουν κάτι, είναι ότι ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο χωρίς προσχεδιασμό. Εν μέρει, της αποδίδω και στο κλίμα δικαιολογημένης σύγχισης και αναστάτωσης που βρέθηκε, όταν δέχθηκε την απρόκλητη επίθεση των δύο κατηγορουμένων καθώς και στο σοβαρό τραυματισμό που υπέστη στη μύτη. Πέραν αυτών, διαπιστώνω ότι, καθ΄ όλη τη διάρκεια που κατάθετε ο μάρτυρας, ήταν σοβαρός και σταθερός στο εδώλιο και ότι απαντούσε με την ίδια άνεση και ειλικρίνεια σ΄ όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τους εκπρόσωπους και των δύο πλευρών. Προκύπτει ακόμη από τη συνολική παρουσία του παραπονούμενου στο Δικαστήριο και η διάθεσή του να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, αφού δε δίσταζε, τουλάχιστον να μην απορρίψει διάφορες θέσεις ή ισχυρισμούς που του υποβάλλονταν από το συνήγορο υπεράσπισης, έστω και αν στο τέλος της ημέρας, όπως θα διαφανεί αργότερα, αυτά αποδείχθηκαν κενά περιεχομένου, όταν δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν κάτι που του υποβάλλετο ως δεδομένο, αποτελούσε όντως γεγονός. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δέχομαι την εκδοχή του κατηγορούμενου ως ορθή και αληθινή στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να την επαναλάβω πλήρως. Σημειώνω απλά, ότι βρίσκω και αποδέχομαι, ότι ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο, βρέθηκε στην μπυραρία Woodyz, καθ΄ ον τρόπο και κατά το χρόνο που ανάφερε και περαιτέρω, ότι κατά την παραμονή του εκεί, χτυπήθηκε δύο φορές από τον 1ο κατηγορούμενο και μια από το 2ο, επίσης με τον τρόπο που ανάφερε ο ίδιος. Θεωρώ κατάλληλο το σημείο αυτό, για να επισημάνω τα εξής: Έχει λεχθεί επανειλημμένα ότι οι διάφοροι ισχυρισμοί ή υποβολές του δικηγόρου ενός διαδίκου, ούτε ισοδυναμούν με μαρτυρία ούτε και την υποκαθιστούν. Με αυτό ως δεδομένο, εξηγώ αμέσως γιατί θεωρώ, ότι οι ακόλουθες υποβολές προς τον παραπονούμενο, με δεδομένο επίσης ότι αυτές δεν έγιναν αποδεκτές από τον παραπονούμενο, υπέχουν μηδενική αξία. · Ότι ο παραπονούμενος θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ο 1ος κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης της μπυραρίας Tequilaz, διότι τον προσέλαβε μαζί με το Μ.Υ.1, που μαζί συνέστησαν την εταιρεία PE.IO LTD, ιδιοκτήτρια και των δύο μπυραριών (Tequilaz και Woodyz). Ούτε ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι προσέλαβε τον παραπονούμενο μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο, μα ούτε από το περιεχόμενο της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου ή της ανώμοτης του δήλωσης, προκύπτει κάτι τέτοιο, παρά την αξία και των δύο, υπό το φως όσων έχουν αναφερθεί ενωρίτερα. · Ότι ο παραπονούμενος ήθελε να πιάσει δουλειά στο Woodyz, γιατί τα λεφτά ήταν καλύτερα εκεί και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να απολυθεί ο 2ος κατηγορούμενος καθώς επίσης και η υποβολή, ότι εκείνη την ημέρα (του επεισοδίου) πήγε στο Woodyz και ζήτησε να απολύσουν το Μηλιώτη. · Στη βάση ποιων δεδομένων ή στοιχείων μαρτυρίας, μπορώ να βασιστώ για να εξετάσω αν όντως συνέβηκε οτιδήποτε από αυτά; Ή μήπως θα πρέπει να συμπεράνω ότι έτσι έγινε, επειδή τα πιο πάνω υποβλήθηκαν στο μάρτυρα από τον κ. Φωτίου. Έπειτα, πως μπορώ να δεχθώ, - μετά και από την επιχειρηματολογία του κ. Φωτίου στο στάδιο της τελικής του αγόρευσης, με αναφορά σε όσα δεν μπορούσαν να συμβούν, με δεδομένη τη θέση της Υπεράσπισης, ότι και οι δύο μπυραρίες ανήκαν στην ίδια εταιρεία, που συνέστησαν οι 1ος κατηγορούμενος και Μ.Υ.1 - ότι ο παραπονούμενος, που μάλιστα γνώριζε κατά τον κ. Φωτίου τα πιο πάνω, την πρώτη κιόλας μέρα που έπιασε δουλειά στην μια μπυραρία, ήθελε να δουλέψει στην άλλη; Ή ακόμη ότι ήθελε να απολύσει το συνάδελφό του είτε τέλος, ότι ανάμενε περισσότερα λεφτά από την μπυραρία Woodyz, έχοντας υπόψη ότι επρόκειτο για ίδια επιχείρηση με την άλλη (Tequilaz), με ίδιο ιδιοκτήτη και εργοδότη του παραπονούμενου. Το ίδιο ισχύει για την υποβολή προς το μάρτυρα, ότι πήγε στο μπαρ και μεταξύ άλλων επιτέθηκε της συζύγου του 1ου κατηγορουμένου. Διερωτώμαι τι νόημα έχει αυτή η υποβολή, όταν ουδείς των κατηγορουμένων ισχυρίστηκε κάτι ανάλογο. Τέλος, διερωτώμαι ειλικρινά, πόσο σοβαρά μπορούν να ληφθούν υπόψη οι διάφορες θέσεις που αυτοί προώθησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο Δικαστήριο, ως συνιστώσες την Υπεράσπισή τους, όταν, ενώ και οι δύο παραδέχονται πλείστα όσα ανάφερε ο παραπονούμενος, ο δικηγόρος τους, ολοκλήρωσε την αντεξέταση του μάρτυρα, με την ακόλουθη υποβολή: «Τέλος, σου υποβάλλω ότι είστε ψεύτης και ό,τι έχετε πει στο Δικαστήριο, εκτός από το όνομά σας και κάποια άλλα στοιχεία που αφορούν την ταυτότητά σας, είναι ένα ψέμα.» Εάν από το περιεχόμενο της υποβολής αυτής, δικαιούμαι να λάβω υπόψη στα σοβαρά, οποιεσδήποτε από τις διάφορες υπερασπιστικές θέσεις των δυο κατηγορουμένων ή με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο τους δικηγόρο, να θεωρήσω υπεύθυνο εκ μέρους του τον όλο χειρισμό της υπόθεσης, έχω έντονες αμφιβολίες και αισθάνομαι την ανάγκη να το καταθέσω. Παρ΄ όλα αυτά, θα αναλώσω τον αναγκαίο χρόνο, προκειμένου να αιτιολογήσω πλήρως την απόφασή μου, να απορρίψω ως εντελώς αναληθείς και αβάσιμους τους ισχυρισμούς και των δύο κατηγορουμένων, είτε αυτοί απορρέουν από το περιεχόμενο της ανώμοτης τους δήλωσης είτε από το περιεχόμενο της κατάθεσης του 1ου κατηγορουμένου, με εξαίρεση ό,τι αυτοί ανάφεραν που συνάδει με την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα του παραπονούμενου η ακόμη, με όσα ανάφερε στο Δικαστήριο ο Μ.Υ.1, τα οποία και αποδέχομαι, αφού δεν έχω κανένα λόγο για το αντίθετο. Ο εν λόγω μάρτυρας, δεν αμφισβητήθηκε σε όσα είπε. Πέραν αυτού, αυτά που κατάθεσε, δεν αγγίζουν καθοιονδήποτε τρόπο την ουσία της υπόθεσης από πλευράς βασικών γεγονότων. Λαμβάνω τέλος υπόψη απ΄ όσα έχουν αναφέρει οι δύο κατηγορούμενοι, οτιδήποτε αποτελεί δήλωση εναντίον των συμφερόντων τους, αφού καθώς έχει νομολογηθεί, τέτοιες δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους. Από την ανώμοτη δήλωση των δύο κατηγορουμένων, δέχομαι ότι την 1/11/2002, κάποια στιγμή ο 1ος φώναξε του παραπονούμενου να πάει στην μπυραρία Woodyz και ότι αυτή (Woodyz), όπως και η Tequilaz, ανήκουν στην εταιρεία που και οι δύο ανάφεραν, με συνέταιρό του 1ου κατηγορούμενου, το Μ.Υ.1.. Δέχομαι ακόμη ότι κατά τη διάρκεια του επεισοδίου στην μπυραρία Woodyz, το οποίο έγινε όπως το περιέγραψε ο παραπονούμενος, ήταν παρόντες και συμμετείχαν σ΄ αυτό και οι δύο κατηγορούμενοι καθώς και διάφορα άλλα πρόσωπα. Από το περιεχόμενο της κατάθεσης του 1ου κατηγορουμένου, δέχομαι ότι αυτός κάποια στιγμή χτύπησε τον παραπονούμενο με το κεφάλι στη μύτη, όμως και πάλι με τον τρόπο που ανάφερε ο παραπονούμενος και σκόπιμα. Προχωρώ αμέσως στη νομική πτυχή της υπόθεσης για να καταλήξω. Προκύπτει από το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι δύο κατηγορούμενοι, ότι τα συστατικά του στοιχεία είναι: (α) Η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και, (β) Παράνομα. Για το πρώτο δεν προτίθεμαι να πω πολλά˙ Ότι το κάταγμα ρινικού οστού, κατά νόμο εμπίπτει στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης, είναι γεγονός αναντίλεκτο. Η λέξη παράνομα αποδίδει πράξη που γίνεται χωρίς καμιά δικαιολογία στο Νόμο ενώ το συγκεκριμένο αδίκημα δεν εμπεριέχει ως συστατικό του στοιχείο την πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αρκεί το κατηγορούμενο πρόσωπο να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε την βλάβη. Στην υπόθεση Lyons v. Smart
(1908)6 C.L.R. 143, αναφέρονται τα εξής σχετικά στη σελ. 147: «The word 'unlawfully' is a word commonly used in statutes creating crimes, misdemeanors and minor offences, and in such Acts it is used in two shades of meaning, one when referring to an act which is wrong or wicked in itself ... οr with reference to acts which are absolutely prohibited under all circumstances; the other when referring to some prohibition of positive law». Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδοση σελ. 991, παρά. 2667 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Although no specific intention need to be proved by the prosecution on a charge of unlawful wounding or inflicting grevious bodily harm, the prosecution must none the less prove that, when the prisoner did the act which caused the injury, he was acting consciously, knew that he was doing and realised that he had no lawful justification for the act». Ισχυρίστηκε ο κ. Φωτίου, ότι παρ΄ ότι τα συγκεκριμένα τραύματα που έφερε ο παραπονούμενος, μπορεί να έχουν προκληθεί, ωστόσο, οι πελάτες του θα πρέπει να αθωωθούν, πρώτο, γιατί κατά τη Μ.Κ.4 δρ. Σιαηλή, δεν μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά ο χρόνος πρόκλησής τους και ιδιαίτερα του κατάγματος του ρινικού οστού του παραπονούμενου, δεύτερο, με δεδομένο τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι χτυπήθηκε από διάφορα πρόσωπα και από διάφορες κατευθύνσεις πως μπορούν τα τραύματα διερωτήθηκε να καταλογιστούν επιλεκτικά στους κατηγορούμενους και τρίτο, οι πελάτες του ουδέποτε χτύπησαν τον παραπονούμενο. Το πρώτο που παρατηρώ, είναι η ύπαρξη μιας αντίφασης μεταξύ των δύο πρώτων θέσεων της Υπεράσπισης. Είτε δε δέχεται η Υπεράσπιση ότι τα τραύματα του παραπονούμενου προκλήθηκαν κατά το επίδικο επεισόδιο είτε αυτό αποτελεί γεγονός, οπότε δεν έχει αποδειχθεί ποιος τα προκάλεσε. Βεβαίως, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, το πρώτο έχει αποδειχθεί, ενώ το δεύτερο κατά κάποιο τρόπο αποτελεί στοιχείο όχι πρωταρχικής σημασίας. Διαπιστώνω τ΄ ακόλουθα: Ό,τι ακολουθεί, είναι αρκετό για το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα, ότι το κάταγμα στη μύτη και οι άλλοι τραυματισμοί του παραπονούμενου, προκλήθηκαν εκείνο το βράδυ: Πρώτο, το εύρημα μου ότι και οι δύο κατηγορούμενοι γρονθοκόπησαν στο πρόσωπο τον παραπονούμενο, ενώ ο 1ος, παρά τα όσα αναληθώς έχει δηλώσει με την ανώμοτη του δήλωση, καθ΄ ομολογία του (βλ. την κατάθεση του στην Αστυνομία) επανήλθε και χτύπησε εκ δευτέρου τον παραπονούμενο στη μύτη με το κεφάλι. Στο σημείο αυτό, δράττομαι της ευκαιρίας να αναφέρω παρενθετικά, ότι ακόμη κι΄ αν η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του παραπονούμενου δεν ήταν τόσο καλή όσο είναι σύμφωνα με τις διαπιστώσεις μου, θεωρώ εντελώς αφύσικο τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου (Βλ. το Τεκμήριο 2) ότι δήθεν έχασε τον έλεγχο, προσπάθησε να φύγει τη Μαρία από τη μέση και κατάλαβε ότι χτύπησε τον παραπονούμενο με το κεφάλι στη μύτη. Τι εννοεί όταν λέει έχασε τον έλεγχο και για ποια Μαρία μιλά, αφού η εκδοχή του, ούτε επί του προκειμένου γίνεται αποδεκτή; Και τέλος, πως κατάλαβε ότι τον κτύπησε με το κεφάλι; Απλούστατα γιατί αυτό επιδίωξε να κάνει και αυτό πέτυχε. Δεύτερο, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας, ή υπόνοιας ή έστω κάποια υποβολή ή ισχυρισμός, ότι ο παραπονούμενος προτού μεταβεί στο συγκεκριμένο μέρος, παρουσίαζε εξωτερικά οποιεσδήποτε από τις κακώσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 8. Τρίτο, διερωτώμαι, ως θέμα κοινής λογικής και όχι κατ΄ ανάγκη πραγματογνωμοσύνης, πόσο φυσιολογικό είναι για ένα άνθρωπο με κάταγμα στη μύτη, είτε να μη το γνωρίζει είτε να μην πονά και την ίδια ώρα να εργάζεται και να κάνει όσα οι δύο κατηγορούμενοι του αποδίδουν. Επιπλέον, είναι και ο χρόνος που μεσολάβησε από την ώρα του επεισοδίου (μετά τις 02:30) μέχρι και την ώρα που ο παραπονούμενος μετέβη στο Νοσοκομείο Πάφου, από το οποίο έφυγε με τις διαπιστώσεις της Μ.Κ.4 ανά χείρας, σε κάθε περίπτωση, πριν από τις 05:00 της ίδιας μέρας, αφού σύμφωνα με το Μ.Κ.3 (βλ. το Τεκμήριο 7) επέστρεψε από το Νοσοκομείο γύρω στις 05:00 της ίδιας πάντοτε ημέρας. Έπειτα είναι και το σοκ που υπέστη ο παραπονούμενος από το χτύπημα που δέχθηκε στη μύτη από το κεφάλι του 1ου κατηγορουμένου καθώς το αίμα που είδε να ρέει από το σημείο που δέχθηκε το χτύπημα. Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους, έχει αποδειχθεί πέρα πάσης αμφιβολίας, ότι το κάταγμα και το σύνολο των τραυματισμών του παραπονούμενου, προκλήθηκαν κατά το επίδικο επεισόδιο το βράδυ της 1ης Νοεμβρίου 2002. Ακολουθεί το ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί από ποιον έχει προκληθεί το κάταγμα στη μύτη του παραπονούμενου εκείνο το βράδυ και τι γίνεται σε αντίθετη περίπτωση. Χωρίς αμφιβολία, δεν έχει αποδειχθεί ότι το προκάλεσε, είτε οποιαδήποτε από τις ενέργειες του 1ου κατηγορούμενου είτε αυτή του 2ου κατηγορουμένου είτε ακόμη η ενέργεια οποιουδήποτε άλλου προσώπου από αυτά που με τον ένα ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στο επεισόδιο. Αυτό τι σημαίνει, ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν; Ασφαλώς, όχι κατ΄ ανάγκη, είναι η απάντηση. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα, «Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκημα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξή του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα.» Η συγκεκριμένη διάταξη, που καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Νικολάου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482, 493), δεν αποτελεί ουσιαστική πρόνοια στοιχειοθέτησης αυτοτελούς αδικήματος, αλλά απευθύνεται αποκλειστικά στον καθορισμό της κοινής ευθύνης προσώπων στη διάπραξη αδικήματος, ως πιθανή συνέπεια από την ενέργεια του ενός στα πλαίσια της κοινής επιδίωξης παράνομου σκοπού, από πλευράς ερμηνείας τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, έτυχε εκτεταμένης ανάλυσης τόσο στην προηγούμενη υπόθεση όσο και στην υπόθεση Πουτζιουρής κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309. Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το συγκεκριμένο θέμα, προχωρώ αμέσως να εξετάσω κατά πόσο με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, στοιχειθετείται η ευθύνη των δύο κατηγορουμένων για τη διάπραξη του αδικήματος. Ό,τι καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο, είναι τα΄ ακόλουθα: Πρώτο, αν έχει αποδειχθεί μέσα από τα γεγονότα που έχω βρει ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι οι δύο κατηγορούμενοι διαμόρφωσαν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού. Δεύτερο, ότι κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα και τρίτο, που είναι τέτοιας φύσης (το αδίκημα), ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνέπεια της επιδίωξης του κοινού σκοπού. Με υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στα πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο τα διάφορα χτυπήματα που κατάφεραν οι δύο κατηγορούμενοι στον παραπονούμενο, που ασφαλώς ήταν παράνομες ενέργειες, αλλά και με πρόθεση, εντάσσονται στο πλαίσιο της διαμόρφωσης μεταξύ τους κοινής πρόθεσης, προς επίτευξη από κοινού επίσης, κάποιου παράνομου σκοπού και ότι κατά την επιδίωξη του, διαπράχθηκε το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, το οποίο προέκυψε ως πιθανή συνέπεια της επιδίωξης του κοινού σκοπού, οπότε, σε τέτοια περίπτωση, θεωρείται ότι διέπραξε το αδίκημα και ο ένας και ο άλλος. Κοντολογοίς, αν θεωρηθεί ότι οι δύο κατηγορούμενοι συμφώνησαν από κοινού να επιτεθούν στον παραπονούμενο (παράνομος σκοπός) και όχι τυχαία, καθένας από αυτούς με δική του πρωτοβουλία και ότι τα διάφορα χτυπήματα που του κατάφεραν, εντάσσονται στο πλαίσιο της επιδίωξης του παράνομου κοινού τους σκοπού, αν το κάταγμα στη μύτη του παραπονούμενου, θεωρηθεί ως πιθανή συνέπεια της επιδίωξης του παράνομου και κοινού σκοπού που προήλθε κατά την επιδίωξή του, το αδίκημα έχει αποδειχθεί. Αρχίζοντας από το τελευταίο, υπενθυμίζω χωρίς να επαναλαμβάνω, γιατί θεωρώ ότι το κάταγμα στη μύτη του παραπονούμενου καθώς και οι άλλοι τραυματισμοί που υπέστη προήλθαν εκείνο το βράδυ. Ακολουθεί παράθεση του συνόλου των ουσιωδών γεγονότων, από την αποτίμηση των οποίων θεωρώ ότι θα πρέπει να δοθεί θετική απάντηση σε όσα σύμφωνα με τα πιο πάνω, αποτελούν αναγκαίο όρο για να τύχει εφαρμογής το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα. (α) Οι δύο κατηγορούμενοι ήταν συνεργάτες, με τον 1ο να είναι εργοδότης του 2ου. (β) Και οι δύο επιτέθηκαν, καταρχήν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο στον παραπονούμενο, δηλαδή γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο. (γ) Σε συνέχεια του προηγούμενου, το γεγονός ότι όταν ο παραπονούμενος γρονθοκοπήθηκε από τον 1ο κατηγορούμενο και ο 2ος βρέθηκε ακριβώς μπροστά από τον παραπονούμενο, όταν ρωτήθηκε από τον τελευταίο με τον οποίο μάλιστα γνωρίζονταν γιατί του επιτέθηκε ο 1ος κατηγορούμενος, τι συνέβαινε και του ζητούσε εξηγήσεις, αντί κάποιας απάντησης, τον γρονθοκόπησε κι΄ αυτός. (δ) Το γεγονός, ότι, παρότι ενεπλάκησαν και άλλα πρόσωπα στο επεισόδιο (οι οποίοι απλά κρατούσαν τον παραπονούμενο για να διευκολύνουν το εγκληματικό έργο των δύο κατηγορουμένων και όχι για να τους αποτρέψουν από αυτό) κανένας άλλος δεν επιτέθηκε κατ΄ ανάλογο τρόπο στον παραπονούμενο μα ούτε και ξεχώρισε οποιοδήποτε από αυτά τα πρόσωπα ο παραπονούμενος. (ε) Το επίσης γεγονός, ότι και οι δύο κατηγορούμενοι, παρότι γνώριζαν τον παραπονούμενο, του επιτέθηκαν και τον άφησαν να αιμορραγεί αβοήθητο, μέχρι που πληροφορήθηκαν τα καθέκαστα κάποια άτομα που το γνώριζαν και έφθασαν στο μέρος για να το βοηθήσουν και για να μάθουν τι συνέβηκε. (στ) Τα ψέματα που και οι δύο κατά τρόπο ενορχηστρωμένο είπαν στο Δικαστήριο όπως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο της ανώμοτης τους δήλωσης. Ειδικότερα, σ΄ ό,τι αφορά τον 1ο κατηγορούμενο, θεωρώ ως κορυφαίο ψέμα, τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε κτύπησε το Γιώργο Νικολάου (παραπονούμενο), ενώ στην κατάθεση του λέει ακριβώς το αντίθετο, με δεδομένο μάλιστα, ότι ο τρόπος με τον οποίο είπε ότι το χτύπησε (με το κεφάλι) και το μέρος στο οποίο το χτύπησε (στη μύτη) συνάδουν πλήρως με την εκδοχή του παραπονούμενου αλλά και με τη σχετική διαπίστωση της δρ. Σιαηλή (Μ.Κ.4), η οποία διαπίστωσε κάταγμα ακριβώς στο σημείο αυτό. Σ΄ ό,τι αφορά τον 2ο κατηγορούμενο, θεωρώ ότι αποτελεί τέτοιο ψέμα, ο ανάλογος ισχυρισμός που κι΄ αυτός προέβαλε, σύμφωνα με τον οποίο ουδέποτε ο ίδιος ή ο Ιωακείμ Φιλίππου (1ος κατηγορούμενος) χτύπησε το Γιώργο Νικολάου, παρότι ο 1ος, πέραν από το περιεχόμενο της έμμεσης παραδοχής του σύμφωνα με όσα είπε στην κατάθεση του, ομολόγησε και ευθέως τη διάπραξη του αδικήματος στο Μ.Κ.3, όταν αυτός έσπευσε στη σκηνή σχεδόν αμέσως μετά από αυτό και μάλιστα στην παρουσία του παραπονούμενου. Η προσπάθεια των δύο συνωμοτών για κάλυψη του εγκλήματος τους είναι πρόδηλη. Καταληκτικά λοιπόν, στη βάση όσων αναφέρονται πιο πάνω, δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό, να προβώ σε συμπέρασμα, ότι οι δύο κατηγορούμενοι στον ουσιώδη χρόνο διαμόρφωσαν κοινή πρόθεση να επιτεθούν στον παραπονούμενο και μάλιστα αν λάβομε υπόψη και τον τρόπο που του επιτέθηκαν, αποκαλύπτεται και η πρόθεσή τους να του προκαλέσουν σωματική βλάβη και ότι προς επίτευξη του κοινού τους σκοπού, έδρασαν συντονισμένα. Δεν υπάρχει ακόμη καμία αμφιβολία, ότι τα τρία ισχυρά χτυπήματα που δέχθηκε ο παραπονούμενος στο πρόσωπο από τους δύο κατηγορούμενους, εντάσσονται στο πλαίσιο του επιδιωκόμενου παράνομου και κοινού τους σκοπού και τέλος ότι, το κάταγμα που προκλήθηκε στον παραπονούμενο, αποτελεί την πλέον πιθανή συνέπεια του πιο πάνω σκοπού, οπότε, κατ΄ ακολουθία του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα, κάθε ένας από τους δύο κατηγορούμενους, θεωρείται ότι διέπραξε το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή και των δύο κατηγορουμένων στη σχετική κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι. (Υπ.) ............................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ..../Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο