← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ιωάννας Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 2056/04, 6 Ιουλίου 2006

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ιωάννας Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 2056/04, 6 Ιουλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2056/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Ιωάννας Κλεάνθους Κατηγορούμενης ------------------------------ Ημερομηνία: 6 Ιουλίου 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Ν. Τσιαπαλής Κατηγορούμενη : παρούσα ------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Παραδέχθηκε τις τρεις τελευταίες, ενώ για την πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, την οποία δεν παραδέχθηκε, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, υπόβαλε εισήγηση πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της, επαρκώς, ώστε αυτή να υποχρεούται να κληθεί σε απολογία για να προβάλει Υπεράσπιση. Βάθρο της εισήγησης του κ. Τσιαπαλή, αποτέλεσε ο ισχυρισμός του, ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, δε στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου, ελλείψει καθώς έχει αναφέρει, «ουσιαστικής μαρτυρίας» που να συνδέει την κατηγορούμενη με το συγκεκριμένο αδίκημα. Επιπλέον, ο κ. Τσιαπαλής ζήτησε την αθώωση της πελάτιδάς του, επειδή, για διάφορους λόγους που έχει αναφέρει, διαπιστώνει παραβίαση του συνταγματικού της δικαιώματος για διάγνωση της ποινικής της ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, απέρριψε και τις δύο εισηγήσεις της Υπεράσπισης και ζήτησε από το Δικαστήριο να καλέσει την κατηγορούμενη σε απολογία. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ΄ αυτό το στάδιο, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και άλλες αυθεντίες, δικαιολογείται όταν, (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή, την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, (δηλαδή υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αζίνας v. Αστυνομίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Ευγένιος Παναγιώτου & Ηλίας Μίτσιγκας v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199, κ.λ.π.). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευσταθίου, Ποινική Έφεση 7107, ημερομηνίας 13.2.2002, «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Έχω εξετάσει με προσοχή, (υπό την έννοια της προκαταρκτικής θεώρησης της υπόθεσης) την προσαχθείσα εκ μέρους της Κατηγορίας μαρτυρία και διαπιστώνω ότι υπάρχει σημαντικός αριθμός στοιχείων σ΄ αυτή, από τα οποία προκύπτει ότι έχει αποδειχθεί - με βάση το ορθό κριτήριο αξιολόγησης, - εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Επιλέγω συνειδητά να μην αναφερθώ σ΄ αυτά τα στοιχεία, για να διασφαλιστεί απόλυτα η αποφυγή επηρεασμού της κατηγορούμενης στην υπεράσπισή της, με δεδομένη την κατάληξη μου να την καλέσω σε απολογία και ό,τι ακολουθεί. Εν πάση περιπτώσει, αν είναι κάτι που θέλω να πω στο παρών στάδιο, είναι ότι, αποδοχή οποιασδήποτε από τις θέσεις που προέβαλε ο κ. Τσιαπαλής, με αναφορά στη σχετική εισήγηση, προϋποθέτει υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, γεγονός ανεπίτρεπτο ασφαλώς στο παρών στάδιο. Ακολουθεί ότι η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Ούτε και η άλλη εισήγηση της υπεράσπισης με βρίσκει σύμφωνο. Καθώς έχει νομολογηθεί: «Η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο και όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης.» Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Γαβριήλ κ.α., Ποινική Έφεση 7691, ημερομηνίας 12/1/2005. Χωρίς να διαφωνώ καθόλου με τις θέσεις του κ. Τσιαπαλή, αναφορικά με τις νομολογικές αρχές που διέπουν την εξέταση του συγκεκριμένου θέματος, διαφωνώ μαζί του με την υπαγωγή των γεγονότων και δεδομένων που περιβάλλουν την υπόθεση που επιχείρησε να κάνει σ΄ αυτές. Χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, θα έλεγα ότι η καθυστέρηση έξι μηνών που προκλήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης, εξαιτίας του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη που στις 19/10/2004, (παρότι δικαιολογημένα) παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, ανάμενε την ημέρα που ορίστηκε η υπόθεση (στις 15/12/2004), προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης, για να παρουσιαστεί ξανά στο Δικαστήριο (έστω κι΄ αν σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση που παρουσίασε, θα επέστρεφε από το εξωτερικό ενάμισυ μήνα πριν από την ημερομηνία που εμφανίστηκε τελικά), σε συνδυασμό με τη στάση που τήρησε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της σε δύο περιπτώσεις, όταν συγκατάνευσε στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για αναβολή, που είχε ως αποτέλεσμα νέα καθυστέρηση επτά περίπου μηνών αυτή τη φορά, με όλο το σεβασμό προς τη σχετική εισήγηση, όλα αυτά, αφαιρούν το δικαίωμα από την κατηγορούμενη να ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε το συνταγματικό της δικαίωμα για διάγνωση της ποινικής της ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Η ουσία του πράγματος, είναι ότι όταν στις 6/4/06 η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και αφού τις δύο προηγούμενες φορές αναβλήθηκε, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, κατόπιν συμφωνίας και της υπεράσπισης και ασφαλώς απόφασης του Δικαστηρίου που έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα αναβολής, η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε και έκτοτε συνεχίζεται απρόσκοπτα. Ωστόσο όπως και να έχει το πράγμα, καθώς έχει νομολογηθεί (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223), ακόμη κι αν στο τέλος της ημέρας ήθελε αποδειχθεί ότι η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο, η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο «Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της». Βεβαίως αν και εφόσον παραστεί τέτοια ανάγκη επί του προκειμένου. Το ίδιο ισχύει και με την πληρέστερη παράθεση της αιτιολογίας μου να μην αποδεχθώ την εισήγηση της υπεράσπισης. Ακολουθεί ότι και οι δύο εισηγήσεις της υπεράσπισης δεν γίνονται αποδεκτές και συνεπώς απορρίπτονται. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη καλείται σε απολογία. Εξηγούνται τα δικαιώματα της κατηγορούμενης σύμφωνα με το Νόμο «..........». (Υπ.) .................................................... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ..../Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.