← Κύπρος

Δήμος Πάφου ν. Harris Tsiolis Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης 1695/04, 7.7.06

Δήμος Πάφου ν. Harris Tsiolis Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης 1695/04, 7.7.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 1695/04 Μεταξύ: Δήμος Πάφου και

  1. Harris Tsiolis Enterprises Ltd
  2. Χάρης Τσιολής ------------------- Ημερομηνία: 7.7.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Κορακίδου Για τους Κατηγορουμένους: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος 2: παρών ........................ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της απείθειας σε διάταγμα ή διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, των άρθρων 20 και 137 του Ποινικού Κώδικα και του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 1, 2, 3

(1)(β),
(2), 20
(1)(α), (δ),
(2),
(3)και
(5). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων υπέβαλε αίτημα, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διακόψει την διαδικασία για τον λόγο ότι αυτή είναι καταχρηστική. Η κατάχρηση έγκειται στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιλέξει και προωθεί δύο πορείες ταυτόχρονα. Συγκεκριμένα, ενώ με την παρούσα υπόθεση ζητά από τους Κατηγορουμένους να κατεδαφίσουν τα οικοδομήματα, που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, παράλληλα εξετάζει αίτηση των ιδιοκτητών για έκδοση καλυπτικής άδειας, η οποία υπεβλήθη από το έτος 2004. Η κα Κορακίδου εισηγήθηκε, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το αίτημα και να καλέσει τους Κατηγορουμένους σε απολογία. Στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348 επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία μπορεί να κατασταλεί, όταν το δικαίωμα από το οποίο πηγάζει η προσεπίκλησή της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Στην Αγγλική υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All E R 566 διακηρύχθηκε, ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιορισθεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από τον νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην εξασφάλιση παρεμφερούς πλεονεκτήματος (collateral advantage). Η εν λόγω απόφαση λήφθηκε υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Constantinides v. Vima Ltd, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Στην υπόθεση Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133 τονίσθηκε, ότι η χρήση διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται χάριν της εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους καθώς και η χρήση διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου μπορεί να περισταλεί ως κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Μ & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 κρίθηκε, ότι η χρήση της ποινικής διαδικασίας ως μοχλού πίεσης για την εξασφάλιση των αστικών δικαιωμάτων του κατηγόρου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η άσκηση του δικαιώματος του θύματος να προβεί το ίδιο στην δίωξη του παραβάτη συνιστά κατάχρηση, εφόσον η δίωξη διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 ειπώθηκε, ότι η περιστολή της χρήσης διαδικασίας επιβάλλεται, όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός της ύπαρξής της. Ο κ. Φωτίου προς υποστήριξη του αιτήματός του παρέπεμψε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Βασιλείου ν. Μακρίδη και Μ & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd, που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Τίποτα, όμως, στις πιο πάνω αποφάσεις δεν υποστηρίζει το αίτημα που ηγέρθη από την Υπεράσπιση. Σύμφωνα με την υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση ήταν και κατηγορούμενοι στην ποινική υπόθεση με αριθμό 2255/02 στην οποία κατηγορούνταν ότι επέτρεψαν την ανέγερση των επίδικων οικοδομημάτων. Οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν τις κατηγορίες και συμφώνησαν στην έκδοση διατάγματος κατεδάφισης των παράνομων υποστατικών με αναστολή εκτέλεσης για περίοδο δύο μηνών εκτός αν μέχρι τότε εκδίδετο η σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Οι Κατηγορούμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το εκδοθέν διάταγμα. Η παρούσα δίωξη κινήθηκε λόγω της απείθειας των Κατηγορουμένων στο διάταγμα αυτό. Σκοπός της ποινικής δίωξης είναι η διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου και σε περίπτωση καταδίκης του η τιμωρία του με την επιβολή της αρμόζουσας ποινής. Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν διεφάνη η παρούσα διαδικασία να κινήθηκε για αλλότριους σκοπούς, ήτοι για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους είναι ταγμένη ή προορισμένη ή για την αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους από την Κατηγορούσα Αρχή. Ούτε και καταδείχθηκε, ότι σκοπός της παρούσης δίωξης είναι άλλος από την διαπίστωση της ενοχής των κατηγορουμένων και την επιβολή ποινής ή την τιμωρία τους λόγω μη συμμόρφωσης με το διάταγμα κατεδάφισης. Περαιτέρω, η διαδικασία της παρακοής δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, για το λόγο ότι εκκρεμεί αίτηση των ιδιοκτητών, δηλαδή, τρίτων προσώπων, για έκδοση καλυπτικής άδειας. Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από τους ιδιοκτήτες των επίδικων υποστατικών. Με άλλα λόγια, η διαδικασία αυτή δεν κινήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή προωθεί δύο διαδικασίες. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, ότι η αίτηση αυτή κατατέθηκε, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, έξι μήνες μετά την καταχώρηση της παρούσης υπόθεσης. Το γεγονός αυτό από μόνο του αποκλείει το ενδεχόμενο η παρούσα διαδικασία να κινήθηκε καταχρηστικά και στερεί από την εισήγηση το έρεισμα. Η Αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει, ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Στην Αγγλική υπόθεση Walpole v. Partidge and Wilson
(1994)1 All Ε R 385 ειπώθηκε, ότι το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται, ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως, ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην υπόθεση Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149 τονίσθηκε, ότι η εξουσία για αναστολή της διαδικασίας ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο, όπου διαπιστώνεται ότι η διαδικασία απολήγει σε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Ο κ. Φωτίου δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν θα υπάρξει εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση που έχει να εξετάσει αν αποδείχθηκε εκ πρώτης υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Εξέτασα με πολλή προσοχή την υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία έχοντας ταυτόχρονα κατά νου τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας επί των οποίων βασίζεται η κατηγορία. Με οδηγό τα πιο πάνω και τις αρχές που διέπουν το θέμα θεωρώ, ότι η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, οι οποίοι και καλούνται να προβάλουν την υπεράσπισή τους. (Εξηγούνται στον Κατηγορούμενο 2 τα δικαιώματα του σύμφωνα με τον Νόμο). (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.