← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Α. Α., Αρ. Υπόθεσης: 10671/05, 10 Ιουλίου  2006

Δημοκρατία ν. Α. Α., Αρ. Υπόθεσης: 10671/05, 10 Ιουλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:18 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10671/05 Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή ν. Α. Α. Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2006 Για τη Δημοκρατία: κ. Σ. Μάτσας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Κορακίδης με κ. Χ. Ζόππο Κατηγορούμενος παρών --------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες: συνουσία με νεαρό άνδρα κάτω των 13 ετών, κατά παράβαση του άρθρου 174

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(γ)
(2)(β) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και Ειδική Προστασία των Προσώπων που είναι θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης Ν.3
(1)/
  1. Παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή είναι ένα αγόρι ο Α. Α. (ΜΚ22) ηλικίας 12 χρόνων, γεννήθηκε στις 10.7.
  2. Ο Α.Α. είναι παιδί του κατηγορουμένου και της Ε.Κ. οι οποίοι παντρεύτηκαν στις 10.7.93 και μαζί απόκτησαν εκτός από τον Α.Α. και ένα κοριτσάκι σήμερα ηλικίας 8 περίπου χρονών. Το ζευγάρι σε κάποιο στάδιο της ζωής του άρχισε να αντιμετωπίζει σειρά προβλημάτων και οδηγήθηκε πρώτα σε διάσταση και τέλος στο διαζύγιο. Ο κατηγορούμενος έκτοτε έφυγε από το σπίτι και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο σπίτι των γονιών του στη Γεροσκήπου. Μεταξύ του ζεύγους δημιουργήθηκε αντιπαλότητα όσον αφορά στο δικαίωμα του κατηγορούμενου να έρχεται σε επαφή με τα παιδιά του. Αρχικά ο κατηγορούμενος έβλεπε τα παιδιά δύο φορές την εβδομάδα για κάποιες ώρες, στη συνέχεια και γύρω στο 2003 ο κατηγορούμενος αποτάθηκε στο οικογενειακό Δικαστήριο και είχε δικαίωμα πλέον να παίρνει τα παιδιά για διανυχτέρευση στο σπίτι του. Η διευθέτηση αυτή δημιουργούσε προβλήματα, γι' αυτό το θέμα τέθηκε και πάλι υπό συζήτηση μέσα στο 2004 με αποτέλεσμα, οι δύο πρώην σύζυγοι, να καταλήξουν σε συμφωνία για τις ημέρες και τις ώρες που ο κατηγορούμενος θα έπαιρνε τα παιδιά καθώς και τις διανυχτερεύσεις τους στο σπίτι του: κάποια Σαββατοκυρίακα τα παιδιά θα διανυχτέρευαν στο σπίτι του κατηγορουμένου από τις 09:00 το πρωί του Σαββάτου μέχρι 11:00 -12:00 της Κυριακής. Ο Α.Α. σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχουμε ενώπιον μας, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τον πατέρα του και μετά το διαζύγιο των γονιών του, θέση που υιοθετεί τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας του: ο γιος του τον αγαπούσε και την αγάπη αυτή την εξεδήλωνε χωρίς δισταγμούς. Μέσα στον Ιανουάριο του 2005 μία Κυριακή που ο Α.Α. επέστρεψε από μία διανυχτέρευση που είχε στο σπίτι του πατέρα του, παραπονέθηκε στη μητέρα του αργά το βράδυ που έκανε μπάνιο, ότι είχε «σύγκαμα» και πονούσε τον πρωκτό του. Αργότερα το Φεβρουάριο του 2005 και συγκεκριμένα την Κυριακή 6.2.05 ο κατηγορούμενος γύρω στις 11:00 το πρωί πήρε τα παιδιά που είχαν διανυχτερέυσει από το Σάββατο στο σπίτι του, στο σπίτι της μητέρας τους. Το ίδιο εκείνο βράδι της Κυριακής γύρω στις 6 - 7 μ.μ. και μετά που ο Α.Α. έκανε μπάνιο παραπονέθηκε και πάλι στη μητέρα του ότι πονούσε στον πρωκτό του όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Τη ρώτησε δε, πώς συμβαίνει όταν διανυχτερέυει στον «παπά» την επομένη να έχει πάντα πρόβλημα: πόνο και σύγκαμα. Η μητέρα του αμέσως σκέφτηκε ότι κάτι κακό πρέπει να συμβαίνει και έλεγξε τον πρωκτό του παιδιού. Διαπίστωσε ότι ο Α.Α. είχε κάτι σαν σύγκαμα στρογγυλό γύρω, εξωτερικά από τον πρωκτό. Του έβαλε λίγη κρέμα για το σύγκαμα και πήρε τηλέφωνο την παιδίατρο, Δρα Ανθούλα Λοιζίδου (ΜΚ5), της ανέφερε το γεγονός και τις υποψίες της: πιθανόν να του έκανε κακό ο κατηγορούμενος. Διευθετήθηκε έτσι εξέταση του Α.Α. για την επομένη. Το παιδί πράγματι εξετάστηκε στις 7.2.05 και παραπέμφθηκε από τη γιατρό Λοιζίδου για νέα εξέταση από το χειρουργό Δημήτρη Χαραλαμπίδη (ΜΚ10), ως ειδικός. Μετά την εξέταση ο γιατρός Χαραλαμπίδης ειδοποίησε το Γραφείο Ευημερίας. Την υπόθεση ανέλαβε για εξέταση ο Κυριάκος Ησαίας (ΜΚ14) οικογενειακός σύμβουλος του Γραφείου Ευημερίας της Πάφου. Οδηγήθηκαν στη συνέχεια στην αστυνομία όπου η μητέρα του Α.Α. κατήγγειλε το γεγονός. Παραμένουμε πάντοτε στις 7.2.05, οπότε ο Α.Α. έδωσε κατάθεση στην αστυνομία και συγκεκριμένα στον αστυφ. 1830 Νεόφυτου Παπαριστοδήμου (ΜΚ6). Από την κατάθεση του Α.Α. προς την αστυνομία (Τεκμήριο 18) φαίνεται ότι το παιδί όταν διανυχτεύρευε στο σπίτι του πατέρα του, ο οποίος διέμενε μαζί με τους ηλικιωμένους γονείς του, κοιμόταν σε κοινό δωμάτιο με τον πατέρα και την αδελφή του. Στο δωμάτιο υπήρχαν τρία κρεβάτια. Το ένα κρεβάτι το χρησιμοποιούσε ο Α.Α., ενώ σε ένα από τα άλλα δύο, κοιμόταν η αδελφή του με τον πατέρα του γιατί η μικρή φοβόταν. Σε άλλο δωμάτιο κοιμόταν ο παππούς και η γιαγιά. Του άρεσε να πηγαίνει στο σπίτι του πατέρα του και να κοιμάται εκεί. Όταν διανυχτέρευε το Σάββατο ο πατέρας του τον έπαιρνε στην ακαδημία ποδοσφαίρου «Ολύμπικο», αργότερα ερχόταν να τον πάρει και επέστρεφαν μαζί στο σπίτι όπου και έπαιρναν το μεσημεριανό τους. Ο πατέρας του, ο οποίος εργαζόταν σε κλαμπ έφευγε αργά το βράδι και επέστρεφε στο σπίτι γύρω στις 06:00 το πρωί. Ο Α.Α. αναφέρθηκε σε δύο περιπτώσεις όπου όταν διανυχτέρευσε στο σπίτι του πατέρα του ένιωσε πόνο στον πωπό του. Την πρώτη φορά ήταν μέσα στο Γενάρη όταν πήγε να περπατήσει «πονούσε πολύ και ένιωθε σαν να είχε κάτι μέσα στον πωπό του». Πόνο ένιωθε και όταν προσπαθούσε να καθίσει. Το είπε στον πατέρα του ο οποίος του έβαλε «πούδρα του μωρού» στον «πωπό» του. Ο ίδιος πόνος επανήλθε όταν το Σάββατο 5.2.05 διανυχτέρευσε και πάλι σπίτι του πατέρα του. Ξύπνησε την Κυριακή το πρωί και ένιωθε «πολύ - πολύ» πόνο μέσα στον πωπό του. Όταν ξύπνησε ο πατέρας του, του είπε ότι πονούσε, η απάντηση του κατηγορουμένου ήταν πως «θα του περνούσε». Το βράδι της Κυριακής όταν πήγε στο σπίτι της μητέρας του και τον έκανε μπάνιο, της ανάφερε τον πόνο στον πωπό του. Τελειώνει την κατάθεση του λέγοντας κατηγορηματικά: «Εγώ δεν είδα τον παπά μου να μου κάμνει κακό, δηλαδή δεν είδα τον παπά μου να βάλει την πουλού του στον πωπό μου.ούτε και κανένας άλλος μου έκανε κακό. Θέλω να κοιτάξει τον πωπό μου, ο ιατροδικαστής για να μάθω τι εσυνέβηκε και πονούσα τόσο πολύ τον πωπό μου». Η κατάθεση αυτή λήφθηκε στην παρουσία της μητέρας του Α.Α., του οικογενειακού συμβούλου Κυριάκου Ησαία και του Υπαστυνόμου Χρ. Χριστοδούλου (ΜΚ24) στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου. Αποφασίστηκε από τον οικογενειακό σύμβουλο Ησαία να ενταχθεί το παιδί στο πρόγραμμα ψυχολόγου. Για το σκοπό αυτό είχε συνάντηση με τον Α.Α. και τη μητέρα του στις 8.2.
  3. Στις 9.2.05 πληροφορήθηκε από τη μητέρα του ανήλικου ότι το παιδί είχε υποστεί «σοκ» και μεταφέρθηκε στις Α' Βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου. Ήδη είχε σταματήσει από τις 8.2.05 να πηγαίνει στο σχολείο. Δεν ήθελε να βλέπει τον πατέρα του και αρνιόταν να διανυχτερεύσει κοντά του. Ο Α.Α. εκμυστηρεύθηκε στις 7.2.05 στον Ησαία τους φόβους και τους προβληματισμούς του, πώς δηλαδή όταν πήγαινε στο σπίτι του πατέρα του έπεφτε στο κρεβάτι καλά το βράδι και όταν ξυπνούσε το πρωί πονούσε τον πρωκτό του, κάτι που επαναλήφθηκε και σε άλλη συνάντηση που είχαν στις 10.2.05, όμως δεν ήταν σίγουρος και δεν έλεγε ξεκάθαρα οτιδήποτε σε σχέση με τον πατέρα του. Διευθετήθηκε να αναλάβει το παιδί η κλινική ψυχολόγος Ιωάννα Οικονομίδου (ΜΚ20), κατόπιν οδηγιών του Κ. Ησαία. Κατά την πρώτη προκαταρκτική συνάντηση στις 8.2.05 διερευνήθηκε το θέμα αν και κατά πόσο ο Α.Α. ήταν διαθέσιμος να συνεργαστεί. Το παιδί ήταν «κουμπωμένο» και κλεισμένο στον εαυτό του με φανερά στο πρόσωπο του ζωγραφισμένα τον πόνο και την απόγνωση. Υπήρχε ένας φόβος που δεν είχε λεκτικοποιηθεί, αυτό απέπνεε σύμφωνα με την Ιωάννα Οικονομίδου, η έκφραση του παιδιού και η γενικότερη του εικόνα. Ακολούθησε άλλη μία συνάντηση και στη συνέχεια η συνεργασία αυτή διακόπηκε κατόπιν άρνησης του παιδιού να συνεργαστεί. Ο Α.Α. ένιωθε άβολα, δεν μπόρεσε να ξανοιχτεί και να μιλήσει για το τι συνέβηκε στην Οικονομίδου. Έτσι διευθετήθηκε από τον Κ. Ησαία να παρακολουθήσει το παιδί άλλη κλινική ψυχολόγος. Μετά από σχετικές συνεννοήσεις, το παιδί είδε αρχικά στις 23.2.05 η ΜΚ17, Πόλα Σακκάτου, κλινική ψυχολόγος η οποία εργάζεται στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής του νοσοκομείου Λεμεσού, η οποία μετά την αξιολόγηση που έκανε για την περίπτωση του Α.Α. ετοίμασε σχετική έκθεση προς το Γραφείο Ευημερίας, Τεκμήριο
  4. Στις δύο πρώτες συναντήσεις 23.2.05 και 25.2.05 στην παρουσία της νοσηλευτικής λειτουργού Παντελίτσας Παντελή ο Α.Α. περιέγραψε σύμφωνα με την κρίση της μάρτυρος, περιστατικό πρωκτικής σεξουαλικής κακοποίησης που έγινε στο σπίτι του παππού του όπου διέμενε και ο πατέρας του. Στη δεύτερη συνάντηση και με τη βοήθεια εισαγωγής ειδικά διαμορφωμένων ανατομικών κούκλων ο Α.Α. αναπαράστησε τα όσα περιέγραψε κατά την πρώτη συνάντηση: δείχνοντας πάνω στις κούκλες την εισαγωγή ανδρικού μορίου της μεγάλης κούκλας στον πρωκτό της μικρής. Την 1.9.05 σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων, δόθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση του Α.Α. μετά από γραπτή συγκατάθεση της μητέρας του, από τη Γ/Λοχία 333 Εύη Νικολάου, που υπηρετεί στο τμήμα Γ' Αρχηγείου Αστυνομίας (ΜΚ12). Τη συσκευή οπτικογράφησης που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο από όπου λήφθηκε η κατάθεση του Α.Α., χειρίστηκε ο ανώτερος υπαστυνόμος Κώστας Βέης (ΜΚ11), βοηθός υπεύθυνος του γραφείου χειρισμού θεμάτων βίας στην οικογένεια. Οι δύο ηχητικές κασέτες που παρέλαβε η Εύη Νικολάου από τον Κώστα Βέη, απομαγνητοφωνήθηκαν από την τελευταία Τεκμήριο
  5. Παρούσα κατά τη λήψη της κατάθεσης ήταν και η Πόλα Σακκάτου για να δώσει ψυχολογική υποστήριξη στο παιδί. Την οπτικογραφημένη κατάθεση του Α.Α. (Τεκμήριο 34) η οποία και απετέλεσε την κυρίως εξέταση του ανήλικου είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει το Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα (Τεκμήριο 24) ενώ από το σπίτι όπου διέμενε περισυνελλέγησαν σειρά Τεκμηρίων για επιστημονική εξέταση, όπως τα σεντόνια των κρεβατιών πατέρα και παιδιού, καθώς πιτζάμες και εσώρουχα (Τεκμήριο 26 - ΜΚ9 Αστυφ. 2760 Παναγιώτης Λιασίδης). Η έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Τεκμήριο 41), η οποία ετοιμάστηκε από τον δρα Μάριο Καριόλου, ΜΚ15, δεν έδωσε οποιαδήποτε θετικά αποτελέσματα ούτως ώστε να είναι δυνατή η ταυτοποίηση γενετικού υλικού τρίτου προσώπου άλλου από του θύματος και εν πάση περιπτώσει, δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου στα σεντόνια του κρεβατιού που χρησιμοποιούσε το παιδί ή στις πιτζάμες και το εσώρουχο του. Μετά την απόρριψη από το Δικαστήριο της εισήγησης της Υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η Υπεράσπιση κινήθηκε στην άρνηση των όσων καταλογίζονται στον κατηγορούμενο και προσπάθησε επίμονα να αποδώσει στη σύζυγο του προσχεδιασμό: εκείνη είναι ο εγκέφαλος της όλης υπόθεσης, εκείνη έδωσε την κατευθυντήρια γραμμή προς τους λοιπούς μάρτυρες που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση της υπόθεσης με αποτέλεσμα τόσο ο Α.Α. να επηρεαστεί από τη μητέρα του αλλά και οι λοιποί μάρτυρες έμμεσα να καταστούν «συνεργοί» της πρώην συζύγου του. Ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου που «έβαλε» τον Α.Α. να προχωρήσει να του αποδώσει όσα του αποδίδει και είναι εκείνη που παρέσυρε όλους τους γιατρούς που ενεπλάκησαν στην εξέταση του παιδιού αλλά και τους Σοφοκλή Σοφοκλέους και Σακκάτου με αποτέλεσμα να πάρουν ως δεδομένο ότι η περίπτωση του Α.Α. αφορούσε σε ένα σεξουαλικά κακοποιημένο αγοράκι. Ουσιαστικά έγινε προσπάθεια να αμφισβητηθούν τα πορίσματα των ειδικών γιατρών που εξέτασαν το παιδί και να αποδοθεί σε άλλη ή άλλες αιτίες «το πρόβλημα» που παρουσίασε στον πρωκτό του ο Α.Α. από σύγκαμα, δυσκοιλιότητα ή ψώρα και όχι σε σεξουαλική κακοποίηση ή ενέργειες του κατηγορούμενου, θέση που σημειώνουμε ότι προβλήθηκε κατά κόρον κατά την αντεξέταση όλων των γιατρών που κατέθεσαν σχετικά με το θέμα αλλά και στην ίδια τη μητέρα. Εστίασε δε η Υπεράσπιση ιδιαιτέρως στο γεγονός ότι παρά το ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε σχετικό αίτημα προς στην αστυνομία δεν του επετράπη να εξεταστεί το παιδί και από δικό του ιατροδικαστή, τον δρα Πανίκο Σταυριανού (Μ.Υ.1). Κατάθεσαν ακόμη για λογαριασμό του κατηγορουμένου, η μητέρα (Μ.Υ.2) και η αδελφή του (Μ.Υ.3) αλλά και η ψυχολόγος Θέκλα Πετρίδου (Μ.Υ.4). Με την έκθεση της (Τεκμήριο 51) η μάρτυρας ουσιαστικά απορρίπτει τις μεθόδους που ακολουθήθηκαν από την Σακκάτου αλλά και εισάγει και ερευνά ανάμεσα σ' άλλα και θέμα ψευδών αναμνήσεων για να υποστηρίξει ουσιαστικά τη θέση πως ο Α.Α. δεν απεκάλυψε στην Σακκάτου μια πραγματική ιστορία, αλλά προώθησε ότι υποβλήθηκε στον ίδιο από τη μητέρα του. Η προσαχθείσα μαρτυρία θα αξιολογηθεί μέσα από προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας συμπεριλαμβανομένης και της υπόθεσης της Υπεράσπισης και έχοντας πάντα κατά νου όλες τις εισηγήσεις που προβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου. Κρίνουμε δε ότι θα πρέπει να εξετάσουμε κατά προτεραιότητα το ζήτημα της αποδοχής από το Δικαστήριο μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων οι οποίοι καλούνται να εξηγήσουν την ιδιαίτερη συμπεριφορά των εμπλεκομένων προσώπων στη δίκη, ενόψει της εξέλιξης της υπόθεσης με την κατάθεση ειδικών μαρτύρων ψυχολόγων που κλήθηκαν από τις δύο πλευρές. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (δέστε Vasilico Cements Works v Σταύρου
(1978)1 ΑΑΔ 389,397 και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746): «Η κάθε περίπτωση αποφασίζεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα ερευνάται ο στόχος μιας τέτοιας μαρτυρίας. Απαραβίαστη όμως είναι η αρχή πως η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία, περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο, και δεν γίνεται ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση στο έργο του.» Για το θέμα βλ. επίσης Phipson on Evidence 15η έκδοση σελ. 924 και επ. Στο πιο πάνω σύγγραμμα παρατηρείται ότι υπάρχει όντως ιδιαίτερη δυσκολία στο να καθοριστεί κατά πόσο ένα θέμα αποτελεί ή όχι το ύστατο ερώτημα, «ultimate issue», το οποίο θα απαντηθεί από το Δικαστήριο και ότι σε πολλές περιπτώσεις η γνώμη των ειδικών είναι χωρίς αντίκρισμα και βαρύτητα. Αναμφίβολα υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένας ειδικός μπορεί να εκφέρει γνώμη επί του ερωτήματος (π.χ. για χαρακτηριστικά δακτυλικών αποτυπωμάτων) αλλά η γνώμη αυτή δεν είναι συνήθως καθοριστική για το ερώτημα. Είναι και πάλι το Δικαστήριο το οποίο θα κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο τα δακτυλικά αποτυπώματα ανήκουν στον κατηγορούμενο. Εν κατακλείδι, όπου το θέμα για το οποίο καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι τέτοιο που και το ίδιο θα μπορούσε να διαμορφώσει δική του γνώμη, όπως οι εμπειρογνώμονες που καταθέτουν, καταρρέει ο λόγος για τον οποίο εισάγεται μία τέτοια μαρτυρία οπότε και αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως όμως τονίζεται στη σελ. 927 του ιδίου συγγράμματος, παρά ταύτα, η επιστημονική ψυχιατρική μαρτυρία έχει τη θέση της και μπορεί να παίξει ρόλο στην εκτίμηση της ανθρώπινης προσωπικότητας ακόμη και εκεί όπου η αξιολόγηση αυτή αγγίζει τον πυρήνα της υπόθεσης βλ. Lowery v. R [1974] A.C. 85 PC και R. v. Turner [1975] Q.B. 834, CA. Σημειώνουμε από το πιο πάνω σύγγραμμα την παρατήρηση ότι είναι καλά καθιερωμένο ότι η μαρτυρία ειδικού ως προς την ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά δεν είναι εν γένει αποδεκτή, όχι γιατί άπτεται του τελικού ερωτήματος αλλά γιατί το Δικαστήριο κατά την επιτέλεση του έργου του συνδυάζει την ιδιότητα του ειδικού και είναι σε θέση να έχει γνώμη για τη φύση του καθημερινού ανθρώπου βλ. DPP v. Jordan [1977] A.C. 699, HL, Lord Wilberforce σελ. 718, που επιβεβαιώθηκε στην R. v. Turner (πιο πάνω) σελ. 841. Η μαρτυρία του ειδικού στοχεύει στο να βοηθήσει το Δικαστήριο παρέχοντας πληροφορίες που βρίσκονται έξω από την κανονική εμπειρία και γνώση του Δικαστή ή του ενόρκου βλ. R. v. Land
(1998)1 All E.R. 403, 408. Στη δε υπόθεση G v. D.P.P.
(1997)2 All E.R. 755 και στη Νικολάου (πιο πάνω) σημειώνεται ευθέως πως η μαρτυρία ψυχιάτρου ή κλινικού ψυχολόγου είναι μη αποδεκτή όταν η επίδραση της θα είναι στην ουσία να πληροφορήσει το Δικαστήριο κατά πόσο ένα άτομο λέγει την αλήθεια. Το κριτήριο, κάθε φορά, είναι το κατά πόσο απαιτείται για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επιστημονική πληροφόρηση που δεν εμπίπτει στη σφαίρα εμπειριών και γνώσεων του δικαστή. Τέτοια επιστημονική πληροφόρηση μπορεί να αφορά τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να αντιμετωπίσει ένα μάρτυρα με κάποιες ιδιαιτερότητες. Έτσι στην υπόθεση R. v. Turner, (πιο πάνω) ο λόγος που η μαρτυρία του ψυχιάτρου δεν έγινε αποδεκτή δεν ήταν γιατί θα επενέβαινε σε θέματα που είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, αλλά γιατί κρίθηκε ότι οι ένορκοι δεν χρειάζονται ψυχιάτρους για να τους εξηγήσουν πώς αντιδρούν κανονικοί μάρτυρες οι οποίοι δεν υποφέρουν από κάποια νοητική ασθένεια ή δεν έχουν κάποια άλλη ιδιαιτερότητα ώστε το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του επιστημονική μαρτυρία ώστε να μπορέσει να την αξιολογήσει καλύτερα βλ. The Ultimate Issue Rule: One Rule Too Many by J.D. Jackson 1984 Criminal Law Review 75, Mackkenny
(1981)72 Criminal App. Reports 78, Cross & Tapper on Evidence 8η έκδοση, 1995 σελ. 2, 3, 4 και R. v. Robinson
(1994)3 All E.R. 346. Εξάγεται από τη νομολογία ότι το κριτήριο δεν είναι μόνο πόσο η επιστημονική μαρτυρία θα υποκαταστήσει το έργο του Δικαστηρίου, αλλά και κατά πόσο θα βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει επί του θέματος που εξετάζει βλ. G v. D.P.P. (πιο πάνω). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι δεν είναι δυνατό να δοθεί μαρτυρία γνώμης αν ο μάρτυρας δεν είναι ειδικός στο συγκεκριμένο τομέα. Βλ. Κώστας Ασπρής ν Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 694 και Προκόπης Προκοπίου ν Επάρχου Λεμεσού,
(1999)2 ΑΑΔ 249. Στην τελευταία απόφαση τονίστηκε ότι δεν υπάρχει γενική αρχή αποδοχής ή απόρριψης από το Δικαστήριο μαρτυρίας η οποία προέρχεται από ειδήμονα ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Η δε θέση ότι η μαρτυρία εμπειρογνώμονα πρέπει να γίνει δεκτή εκτός αν αντικρούεται από μαρτυρία άλλου εμπειρογνώμονα είναι λανθασμένη βλ. Ψάλτης ν Αστυνομίας,
(2001)2 ΑΑΔ
  1. Θα πρέπει να πούμε από την αρχή, ότι η Πόλα Σακκάτου ανέλαβε την περίπτωση του παιδιού μετά από σχετική παραπομπή του Γραφείου Ευημερίας Πάφου με αναφορά πιθανής σεξουαλικής κακοποίησης. Από τις πέντε συναντήσεις που πραγματοποίησε με το παιδί οι δύο πρώτες ήσαν θεραπευτικές, ενώ ακολούθησαν τρεις, όπως τις χαρακτήρισε η μάρτυρας, στηρικτικές. Όπως διαφάνηκε κατά την πορεία της μαρτυρίας της, η Πόλα Σακκάτου ήταν το πρώτο πρόσωπο προς το οποίο ο Α.Α. για πρώτη φορά περιέγραψε και λεκτικοποίησε περιστατικό το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή αποδίδει σε σεξουαλική κακοποίηση. Δεχθήκαμε τη μαρτυρία της Πόλας Σακκάτου, ως ειδικού που χειρίστηκε το θέμα του Α.Α. και για τη μεταφορά προς την ίδια του λόγου του ανηλίκου αλλά και για να βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξέταση ενός επιμέρους ζητήματος: την αδυναμία ή δυσκολία του Α.Α. να περιγράψει εξ υπ' αρχής με την πρώτη κατάθεση του στην αστυνομία το γεγονός ή να μπορέσει να εκφράσει με λόγια το τι πραγματικά του είχε συμβεί. Είναι βέβαια γεγονός πως με το Τεκμήριο 43 η Σακκάτου προβαίνει σε θετική γνώμη: «ότι η περιγραφή και οι λεπτομέρειες που καταθέτει, δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης ότι ο Α.Α. έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από το συγκεκριμένο άτομο το οποίο κατονομάζει». Το θέμα της «ψευδομνήμης» ή λανθασμένης μνήμης που εισήγαγε με ερωτήσεις της η Υπεράσπιση, εκ των πραγμάτων απαιτούσε απάντηση εκ μέρους ειδικού, ως θέμα που δεν είναι σε θέση να κατανοήσει απολύτως το Δικαστήριο, επετράπη λοιπόν στη Σακκάτου να το επεξηγήσει και να δώσει τη γνώμη της. Αναπόφευκτα κάποιες από τις απαντήσεις της εμπεριείχαν σχολιασμό της ειλικρίνειας του λόγου του παιδιού. Το Δικαστήριο απέτρεψε περαιτέρω επέκταση της μάρτυρος επί του σημείου αυτού γεγονός το οποίο καταγράφηκε στο πρακτικό εφόσον το θέμα άγγιζε ουσιαστικά το τελικό ερώτημα στο οποίο και θα κληθεί να απαντήσει το Δικαστήριο βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω). Σημειώνουμε για ό,τι αξίζει, ότι καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης της Πόλας Σακκάτου ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου υποβοηθείτο από ψυχολόγο της οποίας επετράπη η παρουσία στην αίθουσα κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και η γραμμή που ακολουθήθηκε υιοθετήθηκε στη συνέχεια όταν ανέπτυξε τις δικές της θέσεις. ΗΘέκλα Πετρίδου προσπάθησε να αντιτάξει τις δικές της γνώμες και απόψεις ως προς την αλήθεια του λόγου του παιδιού αλλά και της μητέρας, με αναφορά στις καταθέσεις και τη μαρτυρία τους, εξερχόμενη του έργου της που θα έπρεπε ουσιαστικά να παραμείνει στα πλαίσια που τάσσει η νομολογία και εδώ το Δικαστήριο επενέβη τονίζοντας πως το μέρος αυτό της μαρτυρίας θα αποκλειστεί. Επειδή θα εξετάσουμε τη μαρτυρία του ανηλίκου κατά προτεραιότητα, κρίνουμε ότι θα ήταν καλό να αξιολογήσουμε κατά πρώτον, τις δύο ειδικούς. Εδώ θα ήταν καλό να ξεκαθαρίσουμε ότι δεχόμαστε τα προσόντα της Θέκλας Πετρίδου ως ψυχολόγου κλινικής και κοινωνικής κατεύθυνσης, πτυχιούχου ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ότι παρά το γεγονός ότι δεν είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο όπως και η ίδια παραδέχθηκε σε υποβολή σχετικών ερωτήσεων εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, δεχόμαστε τη μαρτυρία της ως ειδικού και ως προσώπου το οποίο είναι σε θέση να καταθέσει αναφορικά με το θέμα που εξετάζουμε. Το ίδιο δεχόμαστε και για την Πόλα Σακκάτου όσον αφορά το θέμα της εγγραφής της στο Μητρώο, σημειώνοντας πως στην περίπτωση της δεν υπήρξε αμφισβήτηση των προσόντων της. Η Πόλα Σακκάτου, με σοβαρότητα και πλήρη συναίσθηση βρίσκουμε του καθήκοντος της και του σοβαρού έργου που είχε να επιτελέσει, έδωσε με λεπτομέρειες στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε κατά την διάρκεια των συναντήσεων της με το παιδί. Οι θέσεις της, επεξηγήθηκαν και αναλύθηκαν με επάρκεια και η διαγνωστική πορεία του περιστατικού, βρίσκουμε ότι κινήθηκε με απόλυτο επαγγελματισμό και συνέπεια. Η μάρτυρας τοποθετήθηκε με σαφήνεια επί των υποβολών της Υπεράσπισης και έδωσε ικανοποιητικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις. Η μάρτυρας αυτή μας εντυπωσίασε θετικά όχι μόνο ως ειδικός αλλά και ως μάρτυρας που είχε πλήρη επίγνωση της σοβαρότητας της υπόθεσης και της ευθύνης της ως προς τη μεταφορά της αλήθειας προς το Δικαστήριο. Νηφαλιότητα, πραότητα και συνέπεια χαρακτήριζαν τη μαρτυρία της. Κρίνουμε τη μάρτυρα αυτή ως ένα ουδέτερο και αποστασιοποιημένο από τα γεγονότα πρόσωπο που δεν είχε κανένα λόγο να επηρεάσει την έκβαση της υπόθεσης προς όφελος της Κατηγορούσας Αρχής. Ως ένας ειδικός στον οποίο παραπέμφθηκε αρμοδίως ένα περιστατικό για εξέταση χωρίς προηγούμενη γνώση ή άλλη ανάμειξη. Αντίθετη γνώμη έχουμε σχηματίσει για τη μάρτυρα Θέκλα Πετρίδου (Μ.Υ.4) της οποίας η μαρτυρία, οι παρατηρήσεις και οι θέσεις της απέπνεαν μεροληψία, προκατάληψη, αλλά και ακόμη με λύπη μας παρατηρούμε, εμπάθεια. Η έκθεση της, Τεκμήριο 51, ετοιμάζεται κατά τρόπο αποσπασματικό και κατά την κρίση μας επιλεκτικό. Παραπέμπει σε «ειδικούς» και αποσπάσματα από την ανάλογη βιβλιογραφία χωρίς ιδιαίτερη βάσανο για να υποστηρίξει, την εκ προοιμίου βρίσκουμε θέση της, που στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στο να ρίξει σκιά στις μεθόδους της συναδέλφου της Πόλας Σακκάτου τις οποίες όμως, όπως διεφάνη κατά την αντεξέταση, εγκαταλείπει δηλώνοντας πως εάν ο συγγραφέας του οποίου απόσπασμα υιοθετεί δεν είναι αποδεκτός από την επιστημονική κοινότητα, «δεν έχω κανένα πρόβλημα να αποσύρω ότι λέει αυτός ο άνθρωπος». «Το έκανα», είπε, δικαιολογώντας την απόσταση πλέον που παίρνει από τον εν λόγω συγγραφέα, «για να εισαγάγω θεωρητικά το θέμα, όχι για να υιοθετήσω τις θέσεις του». Ή αλλού, όταν της υποδεικνύεται απόσπασμα από άλλο συγγραφέα με την παρατήρηση ότι επιλεκτικά κινείται για να βρει στήριγμα των δικών της θέσεων απαντά: «Πήρα κομμάτια για να υποστηρίξω τις θέσεις. Έτσι δεν κάνουν όλοι;» Περίεργη πράγματι τοποθέτηση μίας ψυχολόγου η οποία καλείται να δώσει επιστημονική γνώμη. Όπως και ύποπτη εκλαμβάνουμε την προθυμία της να δεχθεί τις υποβολές και θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής τις οποίες ταυτοχρόνως βρίσκουμε πως στρέφει εναντίον της Πόλας Σακκάτου και τις χρησιμοποιεί για να υποστηρίξει τη θέση πως οι ψυχολόγοι «είμαστε άνθρωποι, κουβαλούμε μαζί μας τις προσωπικές και θεωρητικές μας προκαταλήψεις.συμβαίνει να παρασυρθούμε από αυτές.». Δεν θα παραπέμψουμε με λεπτομέρεια στη μαρτυρία της, η οποία βρίθει από τέτοιες παραδοχές αλλά την έχουμε όλη κατά νου. Επεξηγώντας ακόμη τη θέση μας για εμπάθεια, θα θέλαμε να πούμε ότι όντως η μάρτυρας δεν έχανε ευκαιρία να αναφερθεί στην Πόλα Σακκάτου υποτιμητικά και για να ενισχύσει το λόγο της κατέφευγε στις καταθέσεις του ιδίου του παιδιού και ερχόταν να επιχειρηματολογήσει όχι πλέον ως ειδικός αλλά σαν να ενεργούσε ως συνήγορος του κατηγορούμενου. Η μάρτυρας ουσιαστικά εξήλθε του έργου της προβαίνοντας σε σχολιασμό μαρτυρίας εξετάζοντας την αλήθεια του λόγου της μητέρας και του παιδιού, πράγμα το οποίο ήταν και είναι ανεπίτρεπτο. Η μάρτυρας ακόμη στην προσπάθεια της να ικανοποιήσει όπως φαίνεται την Υπεράσπιση που την κάλεσε, προχώρησε σε προσωπικά σχόλια και εκτιμήσεις λέγοντας πως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο στο παιδί της θα το έπαιρνε σηκωτό το ίδιο βράδι στις Α' Βοήθειες, κάτι που αντιφάσκει με τις θέσεις που η ίδια καταγράφει στην έκθεση της σελ. 22 και 23, όταν σχολιάζει τη συμπεριφορά της μητέρας. Της μητέρας, «η οποία ξεκίνησε «το γαϊτανάκι των κατηγοριών εναντίον του πατέρα», υποστηρίζοντας «πως δεν παρατήρησε στη γυναίκα αυτή κανένα στοιχείο ντροπής αναστάτωσης ή μυστικοπάθειας αλλά αντιθέτως μιλά ανοικτά για τη σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού της». Ή ακόμη το σχόλιο της πως δεν μπορεί το Φεβρουάριο που έδινε την κατάθεση του ο Α.Α. προς την αστυνομία να έκανε ζέστη, φανερώνει παρατήρηση έξω από την ειδικότητα της και που βρίσκουμε ότι εισάγεται με αποκλειστικό σκοπό τον κλονισμό της αξιοπιστίας του ανηλίκου αλλά και που φέρει, είναι η γνώμη μας, στοιχείο κακοπιστίας. Πως είναι δυνατό μια ψυχολόγος να μην μπορεί να αποδώσει τη «ζέστη» που αισθάνεται ένα παιδί σε κάτι άλλο πέραν από τη θερμοκρασία της εποχής ή πώς γνωρίζει αν στο χώρο δεν λειτουργούσε θέρμανση ή τέλος, και πιο σημαντικό πως δεν μπορεί μια ψυχολόγος όπως η ίδια να σκεφτεί πως η «ζέστη» που περιγράφει ο Α.Α. να προερχόταν από τα συναισθήματα που βίωνε την ώρα εκείνη, όπως ντροπή, όταν καλείτο στην παρουσία των αστυνομικών και άλλων προσώπων να πει τι του είχε συμβεί. Η μάρτυρας φαίνεται να χρησιμοποιεί κατά βούληση οποιοδήποτε μέσο, επιστημονική αναφορά ή προσωπική γνώμη έξω από τη γνώμη της ως ειδικού για να πετύχει το κατά την ίδια επιθυμητό αποτέλεσμα. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Σημειώνουμε ιδιαιτέρως πως και ο ίδιος ο δικηγόρος του κατηγορουμένου δέχθηκε κατά την αγόρευση του το ενδεχόμενο η μάρτυρας να μην δημιούργησε στο Δικαστήριο καλή εντύπωση. Πέραν από το σχολιασμό μας ως προς την αμεροληψία του λόγου της μάρτυρος, παρατηρούμε ότι η μάρτυρας αυτή, στερείται οποιασδήποτε πρακτικής όπως η ίδια παραδέχεται και οι οποιεσδήποτε παρατηρήσεις της σε σχέση με τις πρακτικές μεθόδους που ακολούθησε η Πόλα Σακκάτου, παραμένουν σε ψυχρό θεωρητικό επίπεδο. Βέβαια κρατούμε και έχουμε κατά νου ότι και η ίδια η Σακκάτου σχολίασε την αλήθεια του λόγου του παιδιού. Εκείνο όμως που ουσιαστικά έπραξε, ήταν να αξιολογήσει την εικόνα που πήρε από το παιδί κατά τη συνέντευξη, όπως ήταν σε θέση να πράξει εφόσον είχε να κάνει πέραν από το λόγο και την εξιστόρηση και με τα ίδια τα συναισθήματα του παιδιού. Συναισθήματα που η Υπεράσπιση στην προσπάθεια εισαγωγής της ψευδομνήμης χαρακτήρισε ως ψεύτικα. Σημειώνουμε ακόμη ότι η Σακκάτου απέφυγε ως όφειλε να προβεί σε ερωτήσεις προς τον ανήλικο ως προς τις λεπτομέρειες του επεισοδίου, λέγοντας σαφώς πως το έργο της δεν ήταν ανακριτικό και ότι η ίδια περιορίστηκε στο έργο της ως κλινική ψυχολόγος. Οι καταθέσεις του ανηλίκου θα εξεταστούν και υπό το φως των όσων η Πόλα Σακκάτου έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου: εξηγήσεις σε σχέση με τη δυσκολία του παιδιού να μιλήσει για το τι του συνέβη και τη διαδικασία που ακολούθησε η ίδια στις συναντήσεις που είχε με το παιδί. Η μαρτυρία αυτή επίσης θα τεθεί κάτω από τη βάσανο των όσων η Υπεράσπιση έθεσε και θα αξιολογηθεί ως ενιαίο σύνολο. Έχουμε ενώπιον μας την κατάθεση του προς την αστυνομία ημερ. 7.2.2005, Τεκμήριο 18, οπτικογραφημένη κατάθεση προς την Εύη Αντωνίου, Τεκμήρια 34 και 35 μαζί με την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση, Τεκμήριο 36 και την ενώπιον μας μαρτυρία του που σύμφωνα με τις δυνατότητες που παρέχει ο νέος περί Αποδείξεως Νόμος, αποτελείτο από την οπτικογραφημένη κατάθεση του πέραν από κάποιες πρόσθετες ερωτήσεις που έθεσε στον ανήλικο ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής και τέλος την αντεξέταση. Παρακολουθήσαμε τον ανήλικο στην οπτικογραφημένη κατάθεση του αλλά και τον ίδιο ενώ κατέθετε ενόρκως δια ζώσης, μέσα από το ειδικό σύστημα που εγκαταστάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Σύστημα που σκοπό έχει να χρησιμοποιηθεί εκεί που κρίνεται αναγκαίο και ειδικά σε περιπτώσεις όπου θύματα είναι ανήλικοι και χρήζουν προστασίας. Ουσιαστικά το σύστημα, αντικαθιστά τη χρήση ειδικού διαχωριστικού όπως γινόταν παλαιότερα σε τέτοιες περιπτώσεις. Μετά από προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας αλλά χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό ή επιφύλαξη δεχόμαστε τη μαρτυρία του ανηλίκου και κρίνουμε τον Α.Α. ως απόλυτα αξιόπιστο μάρτυρα. Την εντύπωση μας την έχουμε σχηματίσει τόσο σε αναφορά με την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και σε αναφορά με την πειστικότητα και συνέπεια της μαρτυρίας του. Ο Α.Α. κατά την αντεξέταση έδινε τις απαντήσεις του με πολύ φυσικό και πειστικό τρόπο και παρά τη φανερή αγωνία που τον διακατείχε αλλά και την ένταση που βίωνε, σε κάποια στιγμή μάλιστα αναλύθηκε σε κλάματα, βρίσκουμε πως έδωσε στο Δικαστήριο ό,τι ο ίδιος βίωσε και εισέπραξε το επίδικο εκείνο βράδι. Ο λόγος του Α.Α. ήταν στέρεος και πειστικός, με απλότητα που χαρακτηρίζει την ηλικία του και που έτσι κρατήθηκε και κατά την αντεξέταση. Ήταν φανερό ότι ο Α.Α. καλός χειριστής του λόγου ένα έξυπνο παιδί, έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες του συμβάντος, λεπτομέρειες που πρέπει να ιδωθούν μέσα στην όλη δυσκολία του να λεκτικοποιήσει μέσα από το δικό του παιδικό λόγο αλλά και να αναβιώσει ένα ιδιαίτερα οδυνηρό για αυτόν περιστατικό. Η αντεξέταση, σημειώνουμε προς τιμή του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι δεν ήταν ούτε ιδιαιτέρως μακρά ούτε και επίπονη. Δεν βοήθησε όμως ούτε στο να αναιρεθεί η εκδοχή του παιδιού αναφορικά βεβαίως πάντοτε με τα ουσιώδη γεγονότα αλλά ούτε και τέθηκε κατ' ουσία σε αμφισβήτηση. Δεν υποβλήθηκε στον ανήλικο και ούτε διερευνήθηκε ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας της Υπεράσπισης: Η υπόθεση αυτή ξεκίνησε από τη μητέρα του παιδιού η οποία του υπέβαλε τη δική της ιστορία. Παρέμεινε και κινήθηκε η Υπεράσπιση ουσιαστικά σε επιχειρηματολογία αγγίζοντας ουσιαστικά επιφανειακά το λογικοφανές της περιγραφής του παιδιού. Αντιλαμβανόμαστε ότι το έργο του δικηγόρου Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση παιδιού είναι ιδιαίτερα λεπτό. Άλλο όμως είναι η προσπάθεια προσεκτικής και μη τραυματικής αντεξέτασης και άλλο η απουσία αντεξέτασης επί ουσιωδών θεμάτων. Ο κ. Κορακίδης με την αγόρευση του παρατήρησε πως δεν προχώρησε την αντεξέταση επειδή το παιδί ξέσπασε κάποια στιγμή σε κλάματα. Την ίδια όμως στιγμή παρατηρεί πως δεν ένοιωσε καμία συμπάθεια για το παιδί, ο λόγος του δεν ήταν αληθινός. Τι τον εμπόδισε λοιπόν να προχωρήσει, προσεκτικά έστω, να θέσει στον ανήλικο την εκδοχή του κατηγορούμενου; Ο Α.Α. κατά την εξιστόρηση του συμβάντος έδωσε μάλιστα εξηγήσεις που φανερώνουν την απουσία προσυνεννόησης με άλλους μάρτυρες ιδιαιτέρως με τη μητέρα του ή τη ψυχολόγο που τον παρακολουθούσε. Χρησιμοποιήθηκαν από την Υπεράσπιση κάποιες αναφορές του Α.Α. προς την Εύη Αντωνίου όπου περιέγραψε το περιστατικό ως «σεξουαλική κακοποίηση» για να καταδείξουν ότι το παιδί μετέφερε ουσιαστικά μια κατασκευασμένη ιστορία. Γιατί πως αλλιώς ένα παιδί της ηλικίας του θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια τέτοια έκφραση. Στην αντεξέταση ειλικρινά ο Α.Α. περιέγραψε πως κρυφάκουσε τη συνομιλία της μητέρας του με τη γιατρό Λοιζίδου για να αρνηθεί ότι τη φράση αυτή την άκουσε από την τελευταία, προσθέτοντας αμέσως, ότι από κάπου πρέπει να το άκουσε, από κάποιο από τους γιατρούς, χωρίς να μπορέσει να θυμηθεί από πού. Φυσική βρίσκουμε την εξήγηση που έδωσε το παιδί. Ο Α.Α. φαίνεται ένα ιδιαίτερα έξυπνο παιδί το οποίο μέσα από τη φυσική αγωνία που τον διακατείχε, να καταλάβει τι συνέβαινε και γιατί οι γιατροί τον εξέταζαν, να προσπάθησε να κρυφακούσει τις συνομιλίες που πρέπει να γίνονταν μεταξύ της μητέρας του και των γιατρών και να απομόνωσε τη φράση, η οποία και πρέπει να του έκανε εντύπωση, και την οποία χρησιμοποιεί ουσιαστικά για να πει αυτό που ο ίδιος αλλού χαρακτήρισε ως κάτι «κακό». Η εισήγηση του κ. Κορακίδη ότι ο Α.Α. ουσιαστικά στην πρώτη του κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 18), δεν κατονομάζει ως δράστη τον κατηγορούμενο και ότι είναι υποβολιμιαία η μεταγενέστερη θέση του είτε από τη μητέρα του είτε από τον περίγυρο των μαρτύρων που ανέλαβαν στη συνέχεια τη διερεύνηση της υπόθεσης και της εξέτασης του Α.Α., δεν αντανακλά τη δική μας άποψη. Η αδυναμία του Α.Α. πάνω στην οποία ο κ. Κορακίδης έκτισε την εισήγηση του, να κατονομάσει αρχικά τον πατέρα του ως το δράστη και το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από το συμβάν μέχρι τη βιντεογραφημένη κατάθεση του προς την Εύη Αντωνίου την 1.9.05, έχει και εξήγηση και νόημα. Η μαρτυρία της ψυχολόγου Σακκάτου της οποίας τη μαρτυρία έχουμε αποδεχθεί, φανερώνει ότι η στάση του Α.Α. δικαιολογείται από τις αναστολές του να μιλήσει για ένα τόσο τραυματικό γεγονός και να το ανακαλέσει στη μνήμη του. Επρόκειτο για σεξουαλική κακοποίηση, θέμα που θεωρείται ταμπού και επισύρει ντροπή στο θύμα ιδιαίτερα στην περίπτωση ενός μικρού παιδιού όπου φερόμενος ως δράστης ήταν ο πατέρας του. Σημειώνουμε εδώ ιδιαιτέρως, ότι η κατάθεση του Α.Α. προς την αστυνομία έγινε κάτω από συνθήκες ιδιαιτέρως δυσμενείς για τον ανήλικο. Είχαν προηγηθεί ιατρικές εξετάσεις: στην παιδίατρο Λοιζίδου, στον χειρούργο Χαραλαμπίδη και μάλιστα σε ένα σημείο του σώματος του παιδιού το οποίο ο καθένας κρατά καλυμμένο και μακριά από τη θέα τρίτων. Το παιδί ζούσε και έφερε το βάρος της αποκάλυψης ενός συμβάντος με σεξουαλική χροιά, επιβαρυμένο από το ότι επρόκειτο να κατονομάσει ως δράστη ιδιαιτέρως προσφιλές του πρόσωπο: τον πατέρα του. Στην κατάθεση του προς την αστυνομία, Τεκμήριο 18, ο Α.Α., τι ουσιαστικά λέει; Παραπονιέται με σαφήνεια για πόνο στον πωπό του. Πολλή πόνο. Πόνο που ένιωσε όταν ξύπνησε την Κυριακή το πρωί. Παραπονέθηκε στη μητέρα του αμέσως μόλις επέστρεψε στο σπίτι του αναφερόμενος και πάλι στο συγκεκριμένο μέρος του σώματος του. Όταν ερωτάται, όπως εξάγεται από την κατάθεση του, από την αστυνομία για το δράστη λέει «εγώ δεν είδα τον παπά μου να μου κάμνει κακό, δηλαδή δεν είδα τον παπά μου να βάλει την πουλού του στον πωπό μου, ούτε και κανένας άλλος μου έκανε κακό». Εξηγεί δε ενώπιον μας, πώς ένιωθε την ημέρα εκείνη. «Δεν θυμούμουν, υπήρχε κούραση, με είχαν εξετάσει ιατροί, ήταν εκεί πολλοί αστυνομικοί», «Πότε όμως θυμήθηκες τη σκιά» ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση. Τη θυμήθηκε, είπε, όταν πήγε στην κα Πόλα Σακκάτου. «Με ερωτήσεις της η κα Πόλα με έκανε να θυμηθώ τι έγινε». «Σιγά - σιγά» είπε, θυμήθηκε τα γεγονότα. Για να προσθέσει πιο κάτω πως η κα Πόλα τον βοήθησε για να πει τι έγινε, για να πει για τη σκιά «που ήξερε». Παρά τη δεδομένη δυσκολία του Α.Α., δεν τοποθετείται αρνητικά ως προς τη διενέργεια της πράξης. Χρησιμοποιεί τις λέξεις «δεν είδα». Από την κατάθεση του παιδιού προς την Εύη Αντωνίου, φανερώνονται τα πιο κάτω, στη σελίδα 6: «Α.Α.:....Ε..τζιαι μια νύκτα κάτι με ενοχλούσε τζιαι εξύπνησα. Τζιαι έβλεπα πας τον τοίχο σκιά. Στην σκιά βλέπεις αν έχει κάποιος στα μαλλιά του τρίχες, ψηλές ή χαμηλές. Έν είσσιε πολλά πολλά μακριές. Ήταν τόσο πράμα περίπου..τζιαι εφοούμουν να γυρίσω, εν ήξερα εμπορούσε να μου κάμει αν εγύριζα. Τζιαι εφοούμουν» Παρεμβάλλεται η Λοχίας Αντωνίου λέγοντας «Ναι» και το παιδί συνεχίζει. Παραθέτουμε αυτούσια τα όσα περιγράφει: «Α.Α.: Που έγινε τούτο που σου είπα τις μικρές τρίχες στην οικογένεια εν υπάρχει άλλος που να έχει μικρές τρίχες. Μόνο ο παπάς μου ήταν. Τζιαι καταλάβουνται γιατί τα μαλλιά του αφήνει.εζητήσαμε του με την αδελφή μου να τα μεγαλώσει αλλά επειδή νομίζω εκτύπησε δαμέ, έππεσε το καπώ πάνω του, τζιαι εκτύπησε, τζιαι λαλεί ότι φαίνεται άσχημο. Εμείς λαλούμε του ότι εν φαίνεται αλλά έν ήθελε να τα μεγαλώσει. Γ/Λοχ. 333: Ναι. Α.Α.: Τζιαι ύστερα εκατάλαβα ότι ετζείνος που το έκανε τούτο. Τζιαι ύστερα να συνεχίσω που επήρεμε σε μια παιδίατρο τζαι είπε μου ότι έχω ένα αιμάτωμα. Εξήγησε της μάμας μου. Τζιαι η μάμα μου εξήγησε μου αλλά εν ήθελε να μου εξηγήσει πολλά πράματα τζείνη, ήθελε να πάμε να μου εξηγήσει η Αστυνομία. έτσι. Ύστερα πάμε σε ένα άλλο.τζιαι εζήτησε μας η παιδίατρος να πάμε σε έναν άλλο χειρούργο. Επήαμε σε ένα χειρούργο..» Είναι λοιπόν καθαρό πως το παιδί χρησιμοποιώντας τις λέξεις «δεν είδα», ουσιαστικά ακριβολογεί, δεν είδε κατά πρόσωπο τον πατέρα του. Η Πόλα Σακκάτου εξηγεί γιατί το παιδί δεν γύρισε. Γιατί φοβόταν, γιατί το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα τρομακτικό και ότι τη στιγμή εκείνη ένιωσε να απειλείται, φοβόταν ότι αν γύριζε θα γινόταν κάτι χειρότερο με αποτέλεσμα να μην στρέψει το πρόσωπο του να αντικρύσει το θύτη του. Αυτό σε συνδυασμό με την εικόνα που μεταφέρει το παιδί που έχει για τον πατέρα του, ότι δηλαδή ο πατέρας του είναι παντοδύναμος και μπορεί να κάνει ότι θέλει, εξηγεί τη στάση του παιδιού να μη γυρίσει, ουσιαστικά να έχει παραλύσει από φόβο και αποδυναμώνει τον ισχυρισμό του αφύσικου και φτιαχτού της κατά την Υπεράσπιση ελλειπτικής περιγραφής. Είναι προς τη Σακκάτου που περιγράφει τη σκιά που όπως είπε «ήξερε». Αυτό που βρίσκουμε πως έγινε με τις επισκέψεις του Α.Α. προς την Πόλα Σακκάτου είναι το παιδί να υποβοηθηθεί να βγάλει από μέσα του και να περιγράψει το γεγονός το οποίο θυμόταν και που μέσα στο μυαλό του υπήρχε η αλληλουχία των γεγονότων. Εδώ, παρενθετικά σημειώνουμε, πως δεν αποδεχόμαστε και απορρίπτουμε την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το παιδί ανέπτυξε ψευδομνήμη επηρεασμένο από τις ερωτήσεις ή τις αναφορές των μεγάλων και συγκεκριμένα της μητέρας του. Οι θέσεις και εξηγήσεις της Σακκάτου τις οποίες δεχόμαστε και στηριζόμαστε σ' αυτές, εξαιρουμένων βεβαίως των αναφορών της περί της αλήθειας του παιδιού, καταδεικνύουν ότι δεν επρόκειτο περί αναβίωσης απωθημένου στη μνήμη γεγονότος κατόπιν ψυχοθεραπείας. Εδώ δεν πρόκειται για περίπτωση ιδιαιτέρως καθυστερημένου παραπόνου ενήλικα ο οποίος με τη βοήθεια ψυχοθεραπείας θυμάται γεγονότα που ανάγονται στην παιδική του ηλικία και τα οποία είχε απωθήσει. Εξετάσαμε την εισήγηση της Υπεράσπισης και τη θέση που προέβαλε ο κατηγορούμενος ενώπιον μας, ότι δηλαδή ο Α.Α. για να ευχαριστήσει τη μητέρα του και έμμεσα τους συνεργάτες της μητέρας του ανέφερε και κατονόμασε τον ίδιο, ως δράστη. Για να προσθέσει ότι ο Α.Α. «αναγκάστηκε να πει ψέματα» για να καλύψει όλο αυτό το «γαϊτανάκι», όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε. Σίγουρα υπάρχουν περιπτώσεις και η ανθρώπινη πείρα αποκαλύπτει ότι δεν είναι σπάνιες οι φορές που ένα πρόσωπο λέει ψέματα για να ικανοποιήσει ή ευχαριστήσει ή βοηθήσει ένα δικό του πρόσωπο. Όμως, ο Α.Α. είχε άριστη σχέση και με τον κατηγορούμενο. Ο πατέρας του ήταν ένα πρόσωπο αγαπητό, ήταν ευχαριστημένος που κοιμόταν στο σπίτι του πατέρα του, προς τι λοιπόν ο Α.Α. να στραφεί εναντίον του; Και αν θεωρήσουμε ότι και αυτό μπορεί να μην είναι απίθανο γιατί η ανθρώπινη φύση εκδηλώνει σκληρότητα ακόμη και προς τα πιο αγαπητά μας πρόσωπα, γιατί ο Α.Α. δεν κατονόμασε εξ' υπ' αρχής τον κατηγορούμενο. Αν πράγματι η μητέρα του ήταν ο «εγκέφαλος» που οργάνωσε μία τέτοια απεχθή συνωμοσία και δασκάλεψε ουσιαστικά τον Α.Α. να κατηγορήσει άδικα τον πατέρα του, γιατί ο Α.Α. δεν τον κατονόμασε από την αρχή στην πρώτη του κατάθεση προς την αστυνομία; Τι άραγε τον εμπόδισε; Αντιθέτως, εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας του Α.Α. κατάθεση του προς την αστυνομία, μαγνητοφωνημένη κατάθεση και κατάθεση του ενώπιον μας, καταδεικνύει τη γνησιότητα και την αλήθεια του λόγου του. Αν όντως η κατάθεση του Α.Α. ήταν ένα κατασκεύασμα της μητέρας, αν ήταν ένα μύθευμα με στόχο να πλήξει η μητέρα τον κατηγορούμενο χρησιμοποιώντας το ίδιο της το παιδί, δεν ήταν φυσικό και αναμενόμενο ο Α.Α. να κατονομάσει ως δράστη ευθύς εξ αρχής τον πατέρα του; Δεν ήταν φυσικό ευθύς εξ αρχής αλλά έστω στη συνέχεια να κατονομάσει ρητά τον πατέρα του; Να πει ότι τον είδα κατά πρόσωπο και με βεβαιότητα να οδηγήσει την υπόθεση προς τον ίδιο παρά να αναφέρεται σε σκιά και να επιχειρεί, αρχικά τουλάχιστον, περιγραφές με παραπομπή στα κουρεμένα και κοντά μαλλιά του κατηγορουμένου; Οι παύσεις του Α.Α. οι δισταγμοί του και η δυσκολία του να μιλήσει ακόμη και στη μαγνητοφωνημένη κατάθεση του, καταρρίπτουν κατηγορηματικά τη θέση αυτή. Το Δικαστήριο δεν είναι κριτής in abstracto και θεωρητικά. Η ζωντανή πραγματικότητα έχει πολλές εκφάνσεις και δεν θα ήταν σοφό το Δικαστήριο να τις αποκλείσει εγκεφαλικά. «Και το απίθανο μπορεί να είναι αληθινό. Κριτής το Δικαστήριο» λέει χαρακτηριστικά ο Πικής Δ. στην υπόθεση Mustafa v. Καυκαρή (ανωτέρω). Δισταγμός χαρακτηρίζει τον Α.Α. όταν επρόκειτο να αναφερθεί στις πράξεις που οδήγησαν στην κακοποίηση του. Σε κάποιο σημείο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης του, δηλώνει αδυναμία να πει αυτό που βίωσε. «Ναι», λέει σε κάποια στιγμή, «αλλά εν ηξέρω ηνταλώς να το πω», με ποιες λέξεις να το πει, για να προσθέσει πιο κάτω «αν είχιε κάτι να δείξω, αλλά εν ημπορώ να πω», να δείξει εκείνο που έγινε αλλά με τις λέξεις «εν ηξέρω». Μέχρι σήμερα λοιπόν, ο Α.Α. φέρει το βάρος της αποκάλυψης του και μέχρι σήμερα δυσκολεύεται να μιλήσει σε έκταση για το τι συνέβηκε κάτι που κρίνουμε ως απολύτως φυσιολογικό. Ο Α.Α. καλείται ουσιαστικά με τα όσα λέει να στραφεί εναντίον του ίδιου του πατέρα και να του αποδώσει «κάτι κακό». Υπεβλήθη από την Υπεράσπιση η θέση ότι η εξέταση του παιδιού από την Εύη Αντωνίου έγινε με την υποβολή καθοδηγητικών ερωτήσεων και κατά τρόπο που φανερώνει επηρεασμό του παιδιού το οποίο δεν αφέθηκε από μόνο του να εξιστορήσει τι έγινε το επίδικο εκείνο βράδι. Παραθέτουμε ένα μέρος από το διάλογο που κρίνουμε ουσιαστικό για να καταδείξουμε πως ο Α.Α. προχώρησε να περιγράψει το συμβάν: «Γ/Λοχ. 333: Τζιαι τι έκαμε; Είδες τη σκιά. Τι ένοιωσες; Εκόντεψε σου; Τζαι; Α.Α.: Επειδή επονούσα που εξύπνησα λλίο, τζιαι ύστερα, τζιαι ύστερα εξύπνησα τέλεια. Γ/Λοχ. 333: Ναι Α.Α. μου αλλά την ώρα που είδες τζείνη την σκιά; Α.Α.: Ναι; Γ/Λοχ. 333: Τι, τι έγινε ας πούμε; Είδες την σκιά τζιαι κόντευκε; προς το κρεβάτι σου; Α.Α.: Ναι. Γ/Λοχ. 333: Τζιαι τι έκαμες ας πούμε; Α.Α.: ..........Έν τα λως να το πώ; Γ/Λοχ. 333: Όπως θέλεις να το πεις τζιαι.είπα σου μεν νοιώθεις, μεν ντρέπεσαι. Α.Α.: .......Τι έκαμε τζείνη την νύκτα; Γ/Λοχ. 333: Ναι. Τι ένοισες εσύ; Είπες μου ότι έν εγύρισες να δεις κάποιον, έβλεπε τον τοίχο. Τι ένοιωσες; Α.Α.: Ξέρω αλλά έν μπορώ. Αν είσσιε κούκλες εμπορούσα αλλά έθθελω να πω. Γ/Λοχ. 333: Γιατί Α.Α. μου; Α.Α.: Εν μπορώ; Γ/Λοχ. 333: Θέλεις να μου δείξεις;.ένοιωσες κάτι πάνω σου; Α.Α.: Ναι. Γ/Λοχ. 333: Τι; Κάποιο χέρι; Α.Α.: .....κάτι να με ενοχλεί πίσω. Τζιαι έβλεπα τη σκιά τζιαι εκαταλάβαινα κάτι με ενοχλεί αλλά.έν ήθελα να γυρίσω, ξέρω τι ένει, αν είσσιε κούκλες εμπορούσα να δείξω αλλά.έθθελω να πω, ένημπορώ. Γ/Λοχ. 333: Εντάξει Α.Α. μου. Τζιαι ύστερα η σκιά; Εκοίταζες εσύ συνέχεια προς τον τοίχο που.την ώρα που. Α.Α.: Ναι. Ένε τάραξα για να ξέρει ότι μπορεί να ξύπνησα, ή τίποτε άλλο. Γ/Λοχ. 333: Εσύ προηγουμένως πριν να ..να δείς τζείνη την σκιά εκοιμάσουν τζιαι άκουσες κάποιον θόρυβο τζιαι ξύπνησες τζιαι κοίταξες προς τον τοίχο τζαι είδες τα τούτα; Α.Α.: Όϊ ενοχλούσε με κάτι πίσω. Γ/Λοχ. 333: Α.τζιαι όταν ξύπνησες είδες αμέσως τη σκιά, δηλαδή έννε ξύπνησες πριν ας πούμε που κάποιο θόρυβο τζιαι είδες κάποιον με τη σκιά να έρχεται προς εσένα; Α.Α.: Τα.ενοχλούσε με κάτι. Γ/Λοχ. 333: Μπορείς να μου πεις τι είναι τζείνο το κάτι που σε ενοχλούσε; Α.Α.: ................ Γ/Λοχ. 333: Εσημαντικό Α.Α. μου, εφθάσαμε δαμέ, πέ μου τα, εννα τελειώσουμε.μην αγχώνεσε.. Α.Α.: Τι εννοείς; Τι άλλο να σου πω; Γ/Λοχ. 333: Με όποια λόγια θέλεις εσύ πες μου. Πε μου τι ένοιωσες, τι νομίζεις ότι ήταν; Τι πιστεύεις; Α.Α.: .......... Γ/Λοχ. 333: Αντρέπεσαι να μου πεις; Α.Α.: ...... Γ/Λοχ. 333: Γιατί; Α.Α.: ....... Γ/Λοχ. 333: Εξανάκουσα έτσι πράματα, έντζιαι πρώτη φορά που εν να ακούσω. Θέλω να νοιώθεις καλά να μου πεις όμως εντάξει; Α.Α.: ................. Γ/Λοχ. 333: Α.Α. μου είσαι εντάξει; Α.Α.: Ναι αλλά έν ηξέρω ένταλως να το πω. Γ/Λοχ. 333: δηλαδή; Τι έν ηξέρεις ας πούμε; Πώς να το πεις; Ή.με ποιες λέξεις; Α.Α.: Ναι. Γ/Λοχ. 333: Όποιες θέλεις. Α.Α.: .........Αν είσσιε κάτι να δείξω αλλά έν ημπορώ να το πω. Γ/Λοχ. 333: Τι να μου δείξεις δηλαδή; Τζείνο που έγινε; Α.Α.: Ναι. .......... Α.Α.: Να το πω αλλά με τι λέξεις έν ηξέρω. Γ/Λοχ. 333: Εν ηξέρεις τι πράμα.πώς να μου το περιγράψεις ή τι λέξεις να χρησιμοποιήσεις. Α.Α.: Τι λέξεις να πω. Γ/Λοχ. 333: Ότι λέξεις θέλεις. Εν άγνωστες για σένα οι λέξεις που εν να μου πεις; Α.Α.: Οϊ: Γ/Λοχ. 333: Ε...Όπως τα εμιλούσες με την μάμα σου ή όπως μιλάς με την κα Πόλα πες μου. Έν ηξέρω αν είπες τζιαι στην κυρία Πόλα τα ίδια. Α.Α.: Είπα αλλά έδειξα της τα της κυρίας Πόλας. Γ/Λοχ. 333: Μόνο; Χωρίς να τα πεις; Α.Α.: ......Έδειξα της. Γ/Λοχ. 333: Τι της έδειξες δηλαδή; Πας τες κούκλες τι της έδειξες; Α.Α.: Είσσιε κάτι κούκλες ειδικές τζιαί έδειξα της. Γ/Λοχ. 333: Περίγραψε μου τι της έδειξες που τες κούκλες. Α.Α.: ......... Γ/Λοχ. 333: Περιέγραψε μου τζείνη την ημέρα που της έδειξες πας τες κούκλες, τι της έδειξες; Α.Α.: .......... Γ/Λοχ. 333: Εν πιο εύκολο νομίζω τούτο έννε; Να μας πεις τι έκαμες πας τις κούκλες. Α.Α.: ..............Ότι είσσιεν έναν άντρα, τζιαι ένα παιδί.τζιαι. Γ/Λοχ. 333: Τζιαί....εξαπλώναν; Α.Α.: Ναι..τζιαι.... Γ/Λοχ. 333: Πως εξαπλώναν, δίπλα - δίπλα; Α.Α.: Ναι......ότι είσσιεν έναν άντρα με το πράμα του τζιαι έβαλε το πίσω; Γ/Λοχ. 333: Πού το έβαλε πίσω; Α.Α.: Πίσω. Γ/Λοχ. 333: Έδειξες το τούτο πάνω στις κούκλες; Α.Α.: Ναι. Γ/Λοχ. 333: Τούτο το πράμα που έδειξες της κυρίας Πόλας πάνω στες κούκλες ετζείνο που σου συνέβηκε τζιαι εσένα; Α.Α.: Ναι. Γ/Λοχ. 333: Με το άτομο τζείνο που έβλεπες τη σκιά του. Α.Α.: Ναι, τον παπά μου. Γ/Λοχ. 333: Νομίζεις ήταν ο παπάς; Α.Α.: Είμαι σίουρος. Γ/Λοχ. 333: Είσαι σίουρος. Τζιαι τζείνος που είπες ότι, όπως έδειξες πάνω στις κούκλες ότι έβαλε τζείνος πάνω στο παιδί..το;..τι έβαλε; Α.Α.: Το πράμα του, πίσω. Γ/Λοχ. 333: Το πράμα του; Ποιο πράμα του; Α.Α.: ............ Γ/Λοχ. 333: Πε μου Ανδρέα μου. Στο σχολείο τι εμάθετε ότι είναι το πράμα των αντρών ή των γυναικών; Των αντρών πώς το ονομάζουμε; Α.Α.: Πουλλού. Γ/Λοχ. 333: Πουλλού. Α.Α.: Τζιαι έβαλε το πίσω. Γ/Λοχ. 333: Τζιαι έτσι έγινε τζιαι με σένα τζείνη την νύκτα. Εσύ όταν ένοιωσες τζείνο τον πόνο, ύστερα απομακρύνθηκε έβλεπες.. Α.Α.: Τζιαι έβαλλε το πίσω στον κώλο. Γ/Λοχ. 333: Δυνατά; Α.Α.: Ναι. Γ/Λοχ. 333: Μία φορά; Α.Α.: Ναι. Γ/Λοχ. 333: Άλλο τι ένιωσες εκείνη την ώρα; Α.Α.: Επονούσα. Γ/Λοχ. 333: Έβαλε μία, εγίνηκε μια φορά εμπήκε μέσα, τζιαι ύστερα που εφκήκε; Ένοιωσες κάτι πάνω σου άλλο; Α.Α.: Επονούσα...» Γίνεται φανερό από το πιο πάνω απόσπασμα, ότι η Εύη Αντωνίου κατά τη λήψη της κατάθεσης σεβάστηκε απόλυτα τις παύσεις και τη σιωπή του παιδιού που κράτησαν για αρκετά δευτερόλεπτα όπως είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε. Είναι επίσης φανερό ότι η Εύη Αντωνίου στις ερωτήσεις της χρησιμοποιούσε λέξεις που το ίδιο το παιδί είχε προηγουμένως εκστομίσει και με υποβοηθητικές ερωτήσεις τον άφησε να εκφραστεί όπως ένιωθε και όπως μπορούσε, κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση που βίωνε. Δεν έχουμε διαπιστώσει καθοδήγηση ή έστω τέτοια καθοδήγηση ή υποβολή προς το παιδί που να φανερώνει ότι οι απαντήσεις του δίνονταν ως συνέπεια τους. Σε αυτό το σημείο θα θέλαμε να παρατηρήσουμε κάποια διαφορά της κατάθεσης του Α.Α. σε σχέση με τη θέση της Σακκάτου: ότι το παιδί και είπε και έδειξε στις ανατομικές κούκλες το περιστατικό. Ο Α.Α. στην κατάθεση του προς την Εύη Αντωνίου λέει πως μόνο έδειξε με τη βοήθεια ανατομικών κούκλων. Δεν κρίνουμε τη διαφορά αυτή ως ουσιαστική, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα παιδί φορτισμένο συναισθηματικά που βιώνει μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία και η παράλειψη της προφορικής του αποκάλυψης, που βρίσκουμε ότι έγινε, δεν κρίνεται καταλυτική και ούτε μπορεί να αγγίξει την αλήθεια του λόγου του. Σε αυτή την περίπτωση βέβαια, προτιμάται η μαρτυρία της Σακκάτου η οποία ήταν σε θέση με βεβαιότητα να δηλώσει πως το παιδί και φραστικά αναφέρθηκε στο συμβάν κατά την πρώτη και δεύτερη συνάντηση. Υπήρξε συζήτηση και διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με τη χρήση των ανατομικών κούκλων. Η κάθε πλευρά έδωσε τις θέσεις και εξηγήσεις της. Η Θέκλα Πετρίδου προσπάθησε να καταδείξει μόνο το επικίνδυνο της εισαγωγής τους, σε συνδυασμό πάντοτε με την ανεπάρκεια της Σακκάτου. Η Κατηγορούσα Αρχή παρέπεμψε στο σύγγραμμα «Ψυχολογία και Δίκαιο» Ανδρέα Καπαρδή - Κεφ.
  2. Τα συμπεράσματα του συγγραφέα δεν φαίνεται να ενδυναμώνουν τις θέσεις της Υπεράσπισης. «Η χρήση ανατομικά λεπτομερειακών κουκλιών στις αξιολογήσεις της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών μπορεί να αποδειχθεί ένα χρήσιμο βοήθημα επικοινωνίας όταν γίνεται από έναν κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία συνεντευκτή σε παιδιά ηλικίας 5 ετών και άνω, εφόσον βέβαια ο υπεύθυνος της συνέντευξης θυμάται ότι «είναι προς διερεύνηση ή έχουν εξεταστεί ανεπαρκώς από τους ερευνητές πολλά πιεστικά ερωτήματα για την επίδραση των ανατομικά λεπτομερειακών κουκλών στη μνήμη των παιδιών και στην υποβλητικότητα τους». Ο Α.Α. ηλικίας τότε 10 χρονών έδειξε προς τη Σακκάτου, ειδικό, που ήταν σε θέση να γνωρίζει τη χρήση τους και τον τρόπο εισαγωγής τους αφού προηγουμένως είχε πει, τι έγινε, στις ανατομικές κούκλες. Ερχόμαστε τώρα στην υπόλοιπη μαρτυρία της Δημοκρατίας, την οποία έχουμε εξετάσει προσεκτικά. Είμαστε ικανοποιημένοι πέραν από κάθε αμφιβολία, ότι οι μάρτυρες κατηγορίας έχουν πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Θα σταθούμε ιδιαιτέρως στη μαρτυρία της πρώην συζύγου του κατηγορουμένου και μητέρας του ανηλίκου, για το αυτονόητο του πράγματος. Θέλουμε να πούμε εξ' υπ' αρχής ότι Ε.Κ., ΜΚ19, μας εντυπωσίασε ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεινή η θέση της, από τη μία η αγωνία της να προστατεύσει το παιδί της και από την άλλη, οι επιθέσεις που δέχθηκε από την Υπεράσπιση και τις οποίες αντιμετώπισε με αξιοπρέπεια και ειλικρίνεια. Απουσία εμπάθειας, χαρακτήριζε τη μαρτυρία της, ειλικρίνεια και σαφήνεια των περιγραφών, των γεγονότων αλλά ειλικρίνεια και συναισθημάτων. Η Υπεράσπιση αντεξέτασε επί μακρόν τη μάρτυρα τόσο για την προηγούμενη κοινή τους ζωή με τον κατηγορούμενο, όσο και για τις διαφορές τους που προέκυψαν μετά το χωρισμό τους ή και όσων προηγήθηκαν αυτού. Σε όλα η μάρτυρας απάντησε πειστικά και ειλικρινά. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το σχόλιο της πως μετά που παρατήρησε το «σύγκαμα» του Α.Α. ήλπιζε ότι θα υποχωρούσε, ότι επρόκειτο για ένα απλό κοκκίνισμα, ότι παρά την υποψία της ότι το παιδί παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από τον πατέρα του, ήλπιζε πως δεν ήταν τίποτε. Φυσιολογική αντίδραση μίας μητέρας που αντεύχεται το χειρότερο. Ουδέποτε απέκρυψε πως αμέσως υποψιάστηκε τον κατηγορούμενο. Ειλικρινής επίσης ήταν στην υποβολή του δικηγόρου Υπεράσπισης ότι όλη αυτή η σκευωρία στόχευε να πάρει η μάρτυρας τα παιδιά και να φύγουν μαζί στην Αφρική αφού επιτύχουν την καταδίκη του κατηγορούμενου. «Δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι να κάνω, μπορεί και να ζήσω εδώ, αλλά το παιδί έχει εκτεθεί στην κοινωνία», απάντησε. Επίσης αποκαλυπτική της ειλικρίνειας της ήταν η θέση πως θα μπορούσε να συγχωρήσει στον κατηγορούμενο όλα τα προηγούμενα που της έκανε αλλά όχι τη σεξουαλική παρενόχληση. Φυσιολογική αντίδραση για μια μητέρα. Αλλά γεννάται το ερώτημα γιατί η μητέρα του Α.Α. να επιλέξει αυτό τον τρόπο να τιμωρήσει τον κατηγορούμενο τόσο σκληρό και εξευτελιστικό για το παιδί της, ενώ είχε προηγουμένως τρόπο να τον καταστρέψει; Αναφερόμαστε βέβαια στη δημιουργία δανείων του κατηγορούμενου και όλων εκείνων που η Ε.Κ. χαρακτήρισε ως κλοπή μισού εκατομμυρίου λιρών που οδήγησαν και στην «παραίτηση» του κατηγορούμενου από τη Λαϊκή Τράπεζα. Γιατί να μην αδράξει την ευκαιρία όταν ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να τη χτυπήσει με το αυτοκίνητο και του απαγγέλθηκε κατηγορία αλλά αντιθέτως, ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου δήλωσε ότι συγχωρεί τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  3. Παρακολουθήσαμε τους λοιπούς μάρτυρες ειδικούς που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή και εξετάσαμε τη μαρτυρία τους με προσοχή. Όλοι αντεξετάστηκαν επί μακρόν, οι απαντήσεις τους ήσαν και τεκμηριωμένες και παρέμειναν πάντοτε μέσα στα επιστημονικά πλαίσια παρά τις προσωπικές επιθέσεις που δέχθηκαν κάποιοι από αυτούς ως προς την αντικειμενικότητα τους, την ικανότητα τους να διερευνήσουν το θέμα ή ως προς τη διαδικασία που ακολούθησαν. Παραπέμπουμε ιδιαιτέρως, στην αντεξέταση του ιατροδικαστή Σοφοκλέους, ότι οδηγήθηκε σε λανθασμένα ευρήματα και συμπεράσματα από πλημμελή εξέταση. Στη μαρτυρία κάποιων από αυτούς, θα επανέλθουμε όπου κρίνουμε αναγκαίο κατά την εξέταση επιμέρους θεμάτων. Σημειώνουμε για ό,τι αξίζει ότι πλην της παιδιάτρου Λοιζίδου και του δερματολόγου Στυλιανού τους οποίους ελάχιστα γνώριζε η μητέρα, κανείς από τους υπόλοιπους μάρτυρες δεν της ήταν γνωστοί ούτε και είχαν οποιαδήποτε σχέση μαζί της. Σημειώνουμε κάτι που βρίσκουμε πως αξίζει να παρατηρήσουμε ότι είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε επαφή τόσο με τη Λοιζίδου όσο και με το Στυλιανού, αφού όπως και ο ίδιος είπε με τη μαρτυρία του, αυτό το καθήκον, να παίρνει τα παιδιά στους γιατρούς, το είχε αναλάβει εκείνος. Βρίσκουμε ότι οι Δρ. Ανθούλα Λοιζίδου, Δρ. Δημήτρης Χαραλαμπίδης και Σοφοκλής Σοφοκλέους έδωσαν τη μαρτυρία τους και τις θέσεις τους όπως εξάγονται μέσα από την εξέταση που ο καθένας διενήργησε στο παιδί κατά τρόπο αμερόληπτο. Η Δρ. Ανθούλα Λοιζίδου μας έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Νιώθουμε τη βεβαιότητα ότι μετέφερε στο Δικαστήριο ότι προέκυψε από τις κλινικές παρατηρήσεις της και τις ειδικές της γνώσεις μέσα στα πλαίσια της ειδικότητας της. Η ίδια έκαμε τις διαπιστώσεις της αλλά δεν αρκέστηκε σ' αυτές παραπέμποντας ως όφειλε σε πλέον ειδικό, στο Δρ. Χαραλαμπίδη. Η Δρ. Λοιζίδου διαπίστωσε εξωτερικά του πρωκτού στρογγυλή περιοχή διαμέτρου πέντε εκ. περίπου και από κάτω αιμάτωμα, κάκωση στο σφικτήρα, κάκωση προς τα μέσα που συνοδευόταν από παράπονο πόνου. Απέκλεισε κατηγορηματικά την ύπαρξη ψώρας ή ψωρίασης. Κάτι τέτοιο, δεν διαπίστωσε από την εξέταση στο σώμα του παιδιού. Όπως απέρριψε και τη θέση της Υπεράσπισης ότι το αιμάτωμα μπορούσε να προέλθει από κνησμό. Δεν παρατήρησε ουλές από κνησμό και χαρακτήρισε ως απίθανη τη δημιουργία αιματώματος σε σχήμα κανονικού κύκλου, «σαν να δημιουργήθηκε με διαβήτη». Ο Δρ. Χαραλαμπίδης από επισκοπική εξέταση διαπίστωσε ότι υπήρχε ομαλή εκχύμωση στην περιπρωκτική χώρα κυκλοτερώς και έντονη ευαισθησία στον πρωκτικό δακτύλιο, χωρίς κάκωση του σφικτήρα. Λόγω του ότι υπήρχε όπως είπε υπόνοια για σεξουαλική κακοποίηση, δεν έγινε διάταση ούτε δακτυλική εξέταση προς αποφυγή αλλοίωσης στοιχείων. Αγγίζοντας την περιοχή αυτή παρουσίαζε έντονη ευαισθησία. Υπήρχε όμως ικανότης σύσφιξης γι' αυτό οδηγείται στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε κάκωση του σφικτήρα. Μετά από συγκατάθεση της μητέρας το παιδί εξετάστηκε και από τον ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ16) στις 7.2.05 στην παρουσία του χειρουργού Π. Παπαδοπούλου και της νοσηλευτικής λειτουργού Μ. Πιερή. Ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους στην έκθεση του Τεκμήριο 42 διαπιστώνει:
(1)Κυκλικό αιμάτωμα διαμέτρου 3 εκ. περίπου γύρω από τον πρωκτικό δακτύλιο. Επώδυνο,
(2)Στην επισκόπηση του πρωκτικού δακτυλίου προβάλει αιμάτωμα στην 7η, 8η, 9η και 10η ώρα του πρωκτικού δακτυλίου. Επώδυνο
(3)Η προσπάθεια δακτυλικής εξέτασης ήταν αδύνατη λόγω οξύτατου πόνου και φαινόταν δακτυλοειδής σύσπαση του πρωκτικού δακτυλίου λόγω κακώσεως. Το τελικό του συμπέρασμα ήταν ότι υπήρξε παραβίαση του πρωκτικού δακτυλίου. Υπέστηκε μακρά αντεξέταση ως προς τον ελλιπή, όπως τον χαρακτήρισε η Υπεράσπιση, τρόπο εξέτασης, ως προς τα ευρήματα του αλλά μπορούμε να πούμε ακόμη και για την εν γένει ικανότητα του ως ιατροδικαστής. Εξετάσαμε τη μαρτυρία του Σοφοκλέους αυτοτελώς αλλά και κάτω από τις θέσεις που πρόταξε η Υπεράσπιση και τις εξηγήσεις και θέσεις του ιατροδικαστή Πανίκου Σταυριανού, Μ.Υ.
  1. Διαπιστώνουμε κατά πρώτον και κάνουμε ανάλογο εύρημα, ότι ο Α.Α. δεν εξετάστηκε δακτυλικώς λόγω του οξύτατου πόνου που ένοιωθε το παιδί όταν έγινε προσπάθεια δακτυλικής εξέτασης. Ότι δεν λήφθηκαν φωτογραφίες που να απεικόνιζαν την κακοποίηση και το τραυματισμό της περιοχής του πρωκτού, και ότι ενδεχομένως το φωτογραφικό υλικό να ήταν υποβοηθητικό για καλύτερη διερεύνηση του ενδεχομένου σεξουαλικής κακοποίησης. Δεν εξετάστηκε ούτε ο κατηγορούμενος από τον ιατροδικαστή Σοφοκλέους ώστε να διερευνηθεί θέμα αναλογιών, πρωκτού του θύματος και πέους του δράστη. Ότι δεν έγινε αυτοψία στον υποτιθέμενο χώρο που έλαβε χώρα η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο ενέργεια. Ο Σοφοκλέους έδωσε τις εξηγήσεις του, ο Α.Α. κατά την εξέταση έσφιγγε τον πρωκτό του λόγω οξυτάτου πόνου με την επαφή του δακτύλου του, ο ίδιος αποφάσισε να μην προχωρήσει περαιτέρω. Ήταν σαν να το παιδί να υποβαλλόταν ξανά, είπε, σε βιασμό. Την ίδια θέση είχε και για τη λήψη φωτογραφιών, δεν το έκρινε είπε σωστό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι αυτό έγινε σκόπιμα για να μην ελεχθούν τα ευρήματα του. Δεν ήταν, είπε, μόνος του στην εξέταση εκεί, ήταν παρών και ο χειρούργος κος Πιερή που στην παρουσία του ετοίμασε τη γνωμάτευση του. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους διενήργησε κατά τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό την εξέταση του ανηλίκου και ότι από την εξέταση αυτή ήταν σε θέση να διαπιστώσει τα όσα μετέφερε στην ιατροδικαστική του έκθεση. Διαπιστώσεις που βεβαιώνουν τη θέση σεξουαλικής κακοποίησης: παραβίαση του πρωκτικού δακτυλίου. Ουσιαστικά οι θέσεις του ιατροδικαστή Σταυριανού δεν εκθεμελίωσαν ούτε έθεσαν υπό σοβαρή αμφισβήτηση τα εν λόγω ευρήματα. Ο δρ. Σταυριανός εν πρώτοις, δέχεται ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της δεδομένα. Ενώ προχωρεί να εισηγηθεί ότι ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους δεν μπορεί να βεβαιώσει ρήξη πτυχών του σφικτήρα, λόγω του ότι δεν διενήργησε δακτυλοσκοπική εξέταση, στην αντεξέταση καταλήγει πως αν δεν υπάρξει ρήξη των πτυχών, δεν μπορεί να υπάρχει επώδυνο αιμάτωμα. Αναφέρεται ο ιατροδικαστής Σταυριανός στην ερυθρότητα που μπορεί να προβάλλει στην περιοχή και η οποία μπορεί να αποδοθεί σε εντερικά παράσιτα, κνησμό ή αιμορροΐδες, για να έρθει στην αντεξέταση να το αποκλείσει λέγοντας ότι σε τέτοια περίπτωση αν ο κνησμός ήταν έντονος, συχνός και επανειλημμένος, θα μπορούσε να προκληθεί αιμάτωμα, αλλά όχι κυκλικά ομοιόμορφο. Ως προς δε το ενδεχόμενο να προκληθεί από δυσκοιλιότητα, ότι πολύ δύσκολα μπορεί να προκληθεί ένα αιμάτωμα. Για να καταλήξει ότι η δημιουργία του αιματώματος, πρέπει να αποδοθεί ότι στην αντίστοιχη ανατομική θέση ασκήθηκε με κάποιο τρόπο πίεση. Ουσιαστικά η ίδια η μαρτυρία του Σταυριανού εκθεμελίωνε τις θέσεις της Υπεράσπισης περί συγκάματος, κνησμού, αιμορροΐδων και τέλος, δυσκοιλιότητας. Σημειώνουμε για ό,τι αξίζει, ότι δεν τέθηκε από την Υπεράσπιση η περί ου ο λόγος ψώρα για την οποία ο μάρτυρας δεν κλήθηκε να προβεί σε σχολιασμό. Είναι φανερό ότι ενώ η μαρτυρία του ιατροδικαστή Σταυριανού ξεκίνησε να θέτει αμφιβολίες για τον τρόπο εξέτασης του παιδιού από τον ιατροδικαστή Σοφοκλέους και να ρίχνει σκιά στα ευρήματα του, κατέληξε ουσιαστικά να επιβεβαιώνει τα ευρήματα του τελευταίου. Δεν βρίσκουμε να τέθηκαν τέτοιες θέσεις εκ μέρους της Υπεράσπισης που να θέτουν αμφιβολίες ότι επρόκειτο για σεξουαλική κακοποίηση και ότι το τραύμα του είδους που διαπιστώθηκε στον ανήλικο δεν μπορούσε να προέλθει παρά μόνο από είσοδο ξένου σώματος στον πρωκτό. Η Υπεράσπιση εισηγείται ακόμη ότι η υπόθεση του κατηγορουμένου δεν εξετάστηκε ακριβοδίκαια αλλά και ότι υπήρξε ανισότης των όπλων ενόψει του ότι τόσο η αστυνομία όσο και η μητέρα του παιδιού, αρνήθηκαν να εξεταστεί το παιδί από ιατροδικαστή της επιλογής του κατηγορουμένου παρόλο που κάτι τέτοιο ζητήθηκε δια της κατάλληλης οδού. Την απάντηση δίδει και πάλι η υπόθεση Νικολάου πιο πάνω. Εκεί αποφασίστηκε πως η ανήλικη, θύμα της σεξουαλικής κακοποίησης, δεν ήταν Τεκμήριο στην υπόθεση για να παραδοθεί για εξέταση ή επισκόπηση από την Υπεράσπιση. «Το Δικαστήριο, και η κατηγορούσα αρχή, δεν είχαν καμιά εξουσία, θα λέγαμε καλύτερα δικαίωμα, το πρώτο να διατάξει και η δεύτερη να συναινέσει ώστε η Στέλλα, ή μάρτυρας σε δίκη γενικά, να υποβληθεί σε οποιοδήποτε είδος σωματικής ή ψυχολογικής εξέτασης. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παραβίαση θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος, του σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής (άρθρο 15 του Συντάγματος). Μήτε όμως και η αρχή της δίκαιης δίκης, που διασφαλίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος μας, δίδει στον κατηγορούμενο τέτοιο δικαίωμα, σαν αυτό που αξίωσε». Όλοι όσοι εξέτασαν το παιδί ουσιαστικά συμφωνούν μεταξύ τους ότι από επισκοπική εξέταση το αιμάτωμα ήταν μεγάλο, εμφανές και κυκλοτερές. Αιμάτωμα τέτοιες φύσης που μπορεί να αποδοθεί μόνο σε σεξουαλική κακοποίηση. Με όλα τα πιο πάνω, σχόλια και παρατηρήσεις μας, καταλήγουμε ότι η ιατρική εξέταση που έγινε στο παιδί, βεβαιώνει τέτοιας φύσης κακώσεις που δεν μπορούν να αποδοθούν σε άλλη αιτία, παρά μόνο σε είσοδο ξένου σώματος, κατόπιν άσκησης πίεσης στον πρωκτό του Α.Α. και κάνουμε ανάλογα ευρήματα ως η ιατροδικαστική έκθεση, Τεκμήριο
  2. Ερχόμαστε τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος δεν μας έκανε καλή εντύπωση ως πρόσωπο που έλεγε την αλήθεια. Η στάση του, η συμπεριφορά του εν γένει στο εδώλιο του μάρτυρα και οι απαντήσεις που έδινε μας έπεισαν ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να κρύψει βασικές πτυχές της ζωής του και της συμπεριφοράς του, το επίδικο εκείνο βράδι. Χαρακτηριστικά θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι το συναίσθημα που πήραμε από τον κατηγορούμενο, ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε, η στάση του σώματος και της φωνής του ήταν τέτοιες που φανέρωναν πρόδηλη εχθρότητα προς τη σύζυγο του, εχθρότητα που άγγιζε τα όρια της εμπάθειας. Ακόμη κάποιες απαντήσεις του, που εισήγαγαν λεπτομέρειες έδειχναν το προκατασκευασμένο της εισαγωγής τους, σημειώνουμε π.χ. την περιγραφή που κάνει για τον Α.Α. όταν ξύπνησε το πρωί της Κυριακής. Τον βάζει να κάθεται στην κουζίνα «σταυροπόδι», εισαγωγή που βρίσκουμε πως δεν γίνεται τυχαία. Εισάγεται για να καταδείξει ότι ο Α.Α. μπορεί να καθίσει χωρίς πόνο. Αλήθεια πως θυμόταν ο κατηγορούμενος τη στάση του παιδιού τη συγκεκριμένη εκείνη ώρα; Τι τον έκανε να κρατήσει αυτή τη λεπτομέρεια στη μνήμη του και να τη μεταφέρει με τη μαρτυρία του μετά από τόσο καιρό; Αναφέρεται ότι το Σάββατο ο Α.Α. του παραπονέθηκε για σύγκαμα και πόνο και ότι του έβαλε πούδρα και αυτό εισάγεται, βρίσκουμε, για να καταδείξει ότι ο Α.Α. αναφερόταν σε ένα αθώο περιστατικό και ότι έτσι και εκείνος το αντιμετώπισε, χωρίς ένοχη σκέψη για να προσθέσει ότι ο Α.Α. ήταν μονίμως συγκαμένος. Και όλα αυτά μέσα σε ένα αλαλούμ αιτιάσεων περί δυσκοιλιότητας, ψώρας, πόνους στην κοιλιά και άλλων προβλημάτων τα οποία ρίχνει σωρηδόν για να ρίξει σκιά στην αλήθεια του λόγου του Α.Α. Και ενώ η ψώρα εισάγεται ως μία πιθανή αιτία του «συγκάματος» ή του κοκκινίσματος και επίμονα η αντεξέταση μέσω του συνηγόρου του κατηγορουμένου επαναφέρει το θέμα προς τους μάρτυρες - ειδικούς, ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση παραδέχεται ότι η ψώρα είχε περάσει. Αξιοσημείωτο βρίσκουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν σταματά για μια στιγμή να αναλογιστεί αν πράγματι συνέβηκε σεξουαλική κακοποίηση στο παιδί του. Φυσιολογική θα βρίσκαμε την άρνηση του ως προς την ενοχή του: Δεν είμαι εγώ ο δράστης. Αφύσικη όμως κρίνουμε την απόλυτη άρνηση του περί σεξουαλικής κακοποίησης. Πώς ένας αθώος της κατηγορίας πατέρας δεν διερωτάται, δεν προβληματίζεται ούτε για ένα λεπτό ότι ενδεχομένως το παιδί να έπεσε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από κάποιο άγνωστο τρίτο πρόσωπο; Πώς αυτός ο πατέρας που δείχνει τόσο στοργικός και που αγαπά τόσο πολύ το γιο του δεν έχει κάποια υποψία ότι κάτι μπορεί να συνέβηκε. Πώς γίνεται αυτός ο πατέρας που προηγουμένως φαίνεται να ανησυχεί στις 8.2.05, πριν τον αναζητήσει η αστυνομία, εκφράζει φόβους προς την Κοινωνική Λειτουργό Χλόη Ευρυπίδου (ΜΚ18), «για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας καθημερινά και πρέπει να προσέχουμε», αρνείται έστω να προβληματιστεί; Και εδώ θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι δεν εξετάζουμε αυτό κάθε αυτό το απόλυτο δικαίωμα του κατηγορούμενου να αρνηθεί τις κατηγορίες και να προβάλει με κάθε τρόπο την αθωότητα του. Εκείνο που σχολιάζουμε και κρίνουμε είναι την όλη συμπεριφορά του εξ υπ' αρχής, από την ημέρα του συμβάντος και ενδιάμεσα μέχρι τη δίκη. Και η συμπεριφορά του αυτή κρίνεται αφύσικη για ένα πατέρα. Ένας αποενοχοποιημένος πατέρας θα ήταν φυσικό να διερωτηθεί αν πράγματι συνέβη, ως γεγονός πλέον και μόνο, σεξουαλική παρενόχληση του παιδιού του. Ύποπτη βρίσκουμε την επαφή του κατηγορούμενου στις 8.2.05 με την Χλόη Ευρυπίδου της οποίας δεχόμαστε τη μαρτυρία στο σύνολο της, καθώς και ύποπτες κρίνουμε και τις λεπτομέρειες που αποκαλύπτει στην πιο πάνω μάρτυρα. Γιατί είχε άραγε ανάγκη ο κατηγορούμενος να της τονίσει εμφαντικά, όπως η ίδια η μάρτυρας μας μετέφερε, ότι ο ίδιος κοιμάται αγκαλιά μαζί με την κόρη του και ο Α.Α. στο διπλανό κρεβάτι και ότι τα παιδιά και στο σπίτι της μητέρας του κοιμούνται και οι τρεις μαζί; Γιατί εισάγει στην εικόνα κάποιο «Κλεάνθη» που είναι λίγο «παχουλός» και ότι η κόρη του βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με τη μητέρα της σε αντίθεση με τον Α.Α.; Ποια ανάγκη ώθησε τον κατηγορούμενο να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες; Η επίσκεψη του κατηγορούμενου στη μάρτυρα δεν ήταν βέβαια κάτι το ασύνηθες. Περιστασιακά την έβλεπε όταν πήγαινε να δει τον αρμόδιο υπάλληλο και της έλεγε κάποιες φορές τα οικογενειακά του προβλήματα. Ως εδώ τίποτα το παράξενο. Όμως οι λεπτομέρειες αυτές, που έκαναν μάλιστα και στην ίδια την Ευρυπίδου εντύπωση, δεν έχουν να κάνουν λογικά με τα οικογενειακά του προβλήματα, ούτε λέγονται εν τη ρύμη του λόγου, εισάγονται βρίσκουμε με πρόθεση και για να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον από τον κατηγορούμενο όποτε τις χρειαστεί: Υποψίες για κάποιο Κλεάνθη, οπότε οι έρευνες στρέφονται προς τα εκεί, η κόρη του κοιμάται μαζί του, ο Α.Α. μόνος του, δεν είχε την ευκαιρία να πλησιάσει τον Α.Α., η κόρη του θα τον ένοιωθε, μπορεί να ξυπνούσε, να έβλεπε και να άκουγε. Παρατηρούμε τη διαφοροποίηση στην προσέγγιση στη στάση του κατηγορούμενου. Ενώ στο αρχικό στάδιο της καταγγελίας και χωρίς σοβαρή βάση προσπαθεί να δημιουργήσει υποψίες «για τον Κλεάνθη» κατά τη δίκη έχοντας προφανώς ζυγίσει τα δεδομένα, προτιμά ν' αμφισβητήσει παντελώς το ενδεχόμενο σεξουαλικής κακοποίησης. Όλα αυτά βρίσκουμε πως εισάγονται με αποκλειστικό σκοπό να απομακρύνουν την υποψία από τον ίδιο και να σκορπίσουν αμφιβολίες. Και ενώ είναι ιδιαίτερα ανήσυχος γιατί δεν μπορεί μετά τις 7.2.05 να επικοινωνήσει με τη σύζυγο του, περνά από την παιδίατρο, πήγε στο νοσοκομείο, σταθμεύει έξω από το σπίτι της πρώην συζύγου του και ξαναπερνά από τα ίδια μέρη, τηλεφωνεί σε φίλη του για βοήθεια, αποτείνεται στο Γραφείο Ευημερίας για να μεσολαβήσει να μάθουν για τα παιδιά, περνά και ρωτά το Διευθυντή και τους δασκάλους, όταν του τηλεφωνούν από το ΤΑΕ, ο Υπαστυνόμος Χριστοδούλου, να περάσει από το γραφείο δεν ρωτά τι συνέβηκε. Αυτός που αγωνιούσε ότι κάτι συνέβηκε, αυτός που η φίλη του του μετέφερε ότι «κάτι» σοβαρό έγινε και «το καλό που σου θέλω μην ανακατεύεσαι» απλώς λέει στο Χριστοδούλου, «έρχομαι». Και εδώ αφύσικη κρίνεται η συμπεριφορά του. Τι ποιο φυσικό να διερωτηθεί, να ανησυχήσει και τέλος να ρωτήσει αμέσως το Χριστοδούλου, έπαθαν τίποτα τα παιδιά, ο Α.Α. που ήταν άρρωστος και πονούσε την κοιλιά του, είναι καλά; Του τηλεφωνούσαν από το ΤΑΕ και είναι φυσικό όταν κάποιος ανησυχεί, όπως λέει ότι ανησυχούσε ο κατηγορούμενος, η ανθρώπινη εμπειρία φανερώνει ότι ο νους του πάει στο κακό. Όμως όχι κατηγορούμενος, ο οποίος δικαιολογεί εκ των υστέρων βρίσκουμε την αντίδραση του, λέγοντας ενώπιον μας πως σκέφτηκε πως ήθελαν να τον επιπλήξουν για κάποια μηνύματα SMS, που έστελνε μέσω τηλεφώνου στην πρώην σύζυγο του. Εύκολα βρίσκουμε, χρησιμοποιεί ο κατηγορούμενος κατά το δοκούν δικαιολογίες και εξηγήσεις που βολεύουν τις θέσεις του. Εξετάσαμε με προσοχή τους λοιπούς μάρτυρες υπεράσπισης. Η μητέρα του κατηγορούμενου, Μ.Υ.2, κλήθηκε να καταθέσει για το αν άλλαξε ή όχι τα σεντόνια στο κρεβάτι του Α.Α., απάντησε αρνητικά. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της ως ειλικρινή και κρατούμε τη θέση της ότι η ίδια δεν έκανε κάτι τέτοιο. Η Μ.Υ.
  3. Καίτη Κονιώτη, αδελφή του κατηγορούμενου, κλήθηκε με σκοπό να επεξηγήσει τη συμπεριφορά της πρώην συζύγου του αδελφού της και να της αποδώσει δόλο και σκευωρία που οδήγησε σε ψευδή καταγγελία και ενοχοποίηση του κατηγορούμενου ως τον δράστη σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού του. Εξετάσαμε και τη δική της μαρτυρία με προσοχή, ως πρόσωπο που έχει συμφέρον να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος - αδελφός της. Ευθέως η μάρτυρας στην αντεξέταση της, απέδωσε στη μητέρα του Α.Α. σχεδιασμό. «Την κατηγορώ», είπε, «γιατί κατηγόρησε τον αδελφό μου και γιατί υπέβαλε το γιο της σε τέτοια δοκιμασία» και της απέδωσε ενέργειες που στρέφονταν εναντίον του προσώπου της, που στόχευαν στο να της κάνουν και της ίδιας κακό. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία της ως ένα κατασκεύασμα που στόχευε αποκλειστικά να ρίξει σκιά στο λόγο της Ε.Κ. και για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε αμφιβολίες για τη γνησιότητα του «παραπόνου» του Α.Α.: ότι η Ε.Κ. ήταν μία ραδιούργα επικίνδυνη και αδίστακτη γυναίκα η οποία για να εκδικηθεί το σύζυγο της ή για να πάρει τα παιδιά και να φύγει στην Αφρική, δεν δίστασε να φτάσει στα άκρα. Βρίσκουμε ότι οι αναφορές της στα περιστατικά που στρέφονταν κατά του προσώπου της ήταν ψευδείς. Δεν κατήγγειλε ποτέ στην αστυνομία τις απειλές της Ε.Κ., δεν τις ανέφερε ούτε στην κατάθεση της προς την αστυνομία στις 9.2.06, Τεκμήριο 50, αντιθέτως σε κάποιο σημείο λέει πως οι σχέσεις του πρώην ζευγαριού τους τελευταίους μήνες ήταν πολύ καλές. Αξιοσημείωτη ήταν η ευκολία αλλά και η σπουδή της μάρτυρας να απαντήσει σε θέματα που αφορούσαν την Ε.Κ. και να δικαιολογήσει την απουσία καταγγελιών σπεύδοντας να κρίνει το έργο της αστυνομίας η οποία «θα έπρεπε να κάνει σωστά το καθήκον της και να το ανακαλύψει και τούτο», τις απειλές δηλαδή της Ε.Κ. προς την ίδια. Η μάρτυρας, όχι μόνο δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, αλλά κρίνεται ως μάρτυρας που δεν έχει κανένα σεβασμό προς την αλήθεια. Λόγω της φύσης των αδικημάτων είναι αναγκαίο, ως θέμα πρακτικής και όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής, να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Cross on Evidence 4η έκδοση 174 και 181-182). Το Δικαστήριο θα πρέπει λοιπόν να έχει κατά νου ότι η αποδοχή της μαρτυρίας του παιδιού χωρίς ενίσχυση δυνατό να συνεπάγεται κινδύνους (βλ. Petinos v Police
(1961)CLR 330 η οποία υιοθετήθηκε στην A. G. v Petrou
(1972)2CLR 81, Fourris & others v Republic
(1980)2 CLR 152, Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390). Η ενισχυτική μαρτυρία θα πρέπει, όχι μόνο να προέρχεται από άλλη πηγή, ανεξάρτητη από τον μάρτυρα, την μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει, αλλά θα πρέπει να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία ελλιπή, ύποπτη ή αναξιόπιστη (βλ. Ττοουλιάς ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258). Κρίνεται δε ότι η ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της παραπονουμένης αλλά ωσάν να εμπεριέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης βλ. Α. G. Hong Kong ν. Wong Munk Pink
(1987)A.C. 501 P.G. όπου προβλήθηκε ότι είναι λογικό η αξιολόγηση της μαρτυρίας να κρίνεται εξ υπ' αρχής σε αναφορά και προς την ενισχυτική μαρτυρία ως ενιαίο σύνολο. Για το ίδιο θέμα βλ. Ρόπας ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ
  1. Είναι βέβαια επιθυμητό η μαρτυρία να σχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, «προσέγγιση που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου». βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή κ.α. Ποιν. Έφεση 10705 ημερ. 8.2.
  2. Εντούτοις παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής, η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στη βάση της μαρτυρίας του παραπονουμένου, βλ. Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 ΑΑΔ 245 και Νικολάου (πιο πάνω), αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποίησε κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει, όταν πρόκειται να στηριχτεί μόνο πάνω στη μαρτυρία του παραπονουμένου, χωρίς ενίσχυση. Ενίσχυση εκ του νόμου απαιτείται στην περίπτωση ανώμοτης μαρτυρίας παιδιών νεαρής ηλικίας οπότε δεν είναι δυνατή η καταδίκη εκτός αν αυτή η ανώμοτη μαρτυρία, ενισχύεται ουσιωδώς από άλλη μαρτυρία η οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο. Η προειδοποίηση αυτή, θα πρέπει να διατυπώνεται στην απόφαση παρόλο που δεν χρειάζεται ούτε και είναι ορθό να καθιερωθεί σταθερός τύπος φρασεολογίας. Η παρούσα υπόθεση, αναμφίβολα αφορά σε αδικήματα που εμπίπτουν στην κατηγορία σεξουαλικών αδικημάτων. Οπότε ισχύει ο κανόνας ότι το Δικαστήριο ως κριτής πλέον και γεγονότων θα πρέπει να προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους καταδίκης χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας του παραπονουμένου. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο είναι δυνατό να προχωρήσει σε καταδίκη αναλογιζόμενο τους κινδύνους αφού βεβαιωθεί προηγουμένως, ότι η μαρτυρία είναι αξιόπιστη και είναι ασφαλές να βασιστεί σε αυτή χωρίς ενίσχυση. Η Κατηγορούσα Αρχή εισήγαγε με τη μαρτυρία της συζύγου του κατηγορουμένου, θέμα ομοφυλοφιλίας του κατηγορουμένου (gay) ή για να το θέσουμε άλλως πως, ιδιαιτεροτήτων στους σεξουαλικούς του προσανατολισμούς. Υπήρξε μαρτυρία εκ μέρους της συζύγου ότι μετά από πληροφορίες ρώτησε το σύζυγο της ευθέως για το αν αυτό αληθεύει και ότι εκείνος δεν το αρνήθηκε. Κατά την αντεξέταση του κατηγορουμένου, ο κ. Μάτσας προσπάθησε και πάλι να επαναφέρει το θέμα προχωρώντας στη διερεύνηση συναντήσεων του κατηγορουμένου σε ξενοδοχείο με άλλο άνδρα. Δεν επετράπη από το Δικαστήριο η περαιτέρω αντεξέταση παρά την εισήγηση του κ. Μάτσα ότι η μαρτυρία αυτή θα οδηγούσε στην αποδοχή της μαρτυρίας δυνάμει της αρχής των παρομοίων γεγονότων και ενδεχομένως να λειτουργούσε στο τέλος ως ενισχυτική μαρτυρία. Ακόμη ο κ. Μάτσας εισηγήθηκε ότι ήταν αναγκαία η εισαγωγής της μαρτυρίας αυτής λόγω της φύσης της κατηγορίας: συνουσία του κατηγορουμένου με ανήλικο αγόρι και θα κατεδείκνυε τις προτιμήσεις του προς το ίδιο φύλο. Έχουμε κατά νου τις αρχές που έχουν τεθεί στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου και υιοί Λτδ ν. Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας
(1991)2 ΑΑΔ 261 καθώς και στις υποθέσεις Makin v. Attorney General for New South Wales
(1894)A.C. 57. και D.P.P. v. Borardman
(1974)3 All E.R.
  1. Καταλήγουμε ότι η πιο πάνω μαρτυρία δεν θα μπορούσε να έχει καμία επίδραση πάνω στο θέμα της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου για να προσθέσουμε ότι έχει λεχθεί στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου πιο πάνω στη σελ. 266 «Πρέπει να σημειώσουμε ότι, ακόμη και στην περίπτωση που μαρτυρία για όμοια γεγονότα φαίνεται σχετική με κάποιο επίδικο ζήτημα, το Δικαστήριο μπορεί να την αποκλείσει αν κρίνει ότι η αποδεικτική της αξία είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τον κίνδυνο δυσμενούς επηρεασμού που είναι δυνατό να δημιουργήσει η εισαγωγή της». Κρατούμε τις αρχές που διατυπώνονται πιο πάνω για να προσθέσουμε ότι αναφέρεται στην παράγρ. F.12.15 του συγγράμματος Blackstone's Criminal Practice 2002 την οποία υιοθετούμε για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης αναφορικά με το θέμα της ομοφυλοφιλίας ή άλλης ιδιαίτερης σεξουαλικής απόκλισης. Στην υπόθεση Ball [1911] AC 47, το Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση κατά την οποία έγινε δεκτή η εισαγωγή μαρτυρίας προηγούμενης σεξουαλικής σχέσης μεταξύ του κατηγορούμενου, εκεί επρόκειτο για αδελφό και αδελφή, με σκοπό να καταδειχθεί ότι η σεξουαλική σχέση έλαβε χώρα στο υπνοδωμάτιο το οποίο μοιραζόντουσαν. Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο η μαρτυρία εισήχθη για να καταδειχθεί ότι τα πρόσωπα διακατέχονταν από έντονο πάθος το ένα για το άλλο και ως εκ τούτου θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το να κατέχουν το ίδιο δωμάτιο και το ίδιο κρεβάτι ήταν ένα συμπέρασμα ενοχής ή ότι η Υπεράσπιση της αθώας συγκατοίκησης ως αδελφού και αδελφής θα έπρεπε να αποτύχει. Η τελική μας παρατήρηση είναι πως δεν λαμβάνουμε καθόλου υπόψη τις φερόμενες δηλώσεις του κατηγορουμένου προς τη σύζυγο του περί της ομοφυλοφιλίας του αλλά και ότι ουσιαστικά η Κατηγορούσα Αρχή στην πορεία εγκατέλειψε το θέμα αυτό, αποδεχόμενη, και μέσα από την αντεξέταση της Μ.Υ.4 Θέκλας Πετρίδου ότι η παιδοφιλία δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει μόνο ομοφυλόφιλα άτομα. Είναι λοιπόν θέμα γεγονότων και μόνο. Οι όποιες προτιμήσεις του κατηγορούμενου, αν υπάρχουν, είναι δικό του αποκλειστικό προσωπικό θέμα και δεν μπορούν να εξεταστούν για τους σκοπούς της δίκης. Ο κ. Μάτσας εισηγήθηκε ότι η αναφορά του παιδιού προς τη μητέρα του το βράδι της 6.2.2005 συνιστά ενίσχυση ως πρώτο παράπονο μέσα στα πλαίσια της νομολογίας. Παρόλο που έχουμε καταλήξει να απορρίψουμε τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής, προχωρούμε να εξετάσουμε τις αρχές που διέπουν την αποδοχή μαρτυρίας ως πρώτο παράπονο. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι το άρθρο 10 θέτει δύο προϋποθέσεις:
  2. Ότι το παράπονο έγινε στο πρώτο πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος ή στο πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό ότι θα παρεπονείτο αναφορικά με το αδίκημα.
  3. Ότι το παράπονο έγινε ευθύς μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Μια περαιτέρω προϋπόθεση που αναγνωρίζεται από τη νομολογία ως εξυπακουόμενη από τη φύση των πραγμάτων είναι ότι το παράπονο πρέπει να είναι αυθόρμητο. Αυτή η προϋπόθεση ουσιαστικά εμπεριέχεται ως τρίτη προϋπόθεση στο άρθρο 10 υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο «παράπονο» και όχι οποιαδήποτε άλλη αναφορά σαν αποτέλεσμα συζητήσεως ή άλλως πως. Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα είναι θέμα βαθμού και κρίσεως του Δικαστηρίου επί των γεγονότων βλ. R. v. Hedjes, 3 Cr. App. R.
  4. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, λίγα χρειάζεται να λεχθούν. Η προϋπόθεση ότι το παράπονο πρέπει να έχει γίνει «αμέσως μετά» συνδέεται και με την προϋπόθεση ότι πρέπει να έχει γίνει στο πρώτο πρόσωπο που ο ανήλικος μίλησε μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος. Μάλιστα, στην αγγλική νομολογία εξετάζεται κυρίως η αντίστοιχη και ενιαία γενική προϋπόθεση το παράπονο να γίνει στην πρώτη προσφερόμενη λογική ευκαιρία, που περιλαμβάνει την εξέταση των δύο προϋποθέσεων που διακρίνονται στο δικό μας άρθρο
  5. Παρατηρούμε μάλιστα ότι το ίδιο άρθρο 10 προλογίζει την αναφορά του στις δύο προϋποθέσεις με τους όρους «having regard to the circumstances of the case», ρητά αναφερόμενο έτσι στις συνθήκες που περιβάλλουν το παράπονο και διευκρινίζοντας ότι οι προϋποθέσεις που ακολουθούν δεν μπορούν να ερμηνευθούν απόλυτα και χωρίς αναφορά στο πλαίσιο τους. Η νομολογία δείχνει ότι παράπονα που εκμαιεύονται με την απειλή βίας (S. ν. T.
(1963)
(1)SA 484 (A)) ή σαν αποτέλεσμα ουσιαστικής αντεξετάσεως (R. v. Adams and Ross [1965] Qd R 255) ή ακόμη και συνομιλίας (R. v. Merry
(1900)19 Cox CC442) δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθόρμητα. Από την άλλη, είναι επίσης καθαρό ότι το γεγονός και μόνο ότι το παράπονο επακολούθησε κάποια ερώτηση δεν είναι αναγκαστικά επαρκές για να το καταστήσει μη αυθόρμητο, όπως προκύπτει από την υπόθεση R. v. Freeman
(1980)VR1, όπου το παράπονο έγινε μετά που η παραπονούμενη ρωτήθηκε μήπως είχε βιασθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε ήδη, όταν ρωτήθηκε, εκδηλώσει τη στεναχώρια της. Στην Κύπρο, το πρώτο παράπονο έχει αναγνωρισθεί ως ενισχυτική μαρτυρία εν αντιθέσει με τα στην Αγγλία ισχύοντα. Αυτό εξηγείται βέβαια λόγω της διάφορης φύσης και εμβέλειας του πρώτου παραπόνου με βάση το άρθρο 10 του Κεφαλαίου 9 σε σχέση με την Αγγλική προσέγγιση, (βλ. για την δεκτότητα του πρώτου παραπόνου σαν ενισχυτική μαρτυρία τις υποθέσεις Sutton v. King, 14 C.L.R. 160, Republic v. Votsis, 19 C.L.R. 306, Hjilouca v. Republic,
(1961), C.L.R. 57. Αντίθετα για τις αντιδράσεις του παραπονούμενου δεν ισχύει η ίδια αρχή, βλέπετε την πρόσφατη απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Καήλης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 7490, ημ. 21/04/04, στην οποία το Κακουργιοδικείο επικρίθηκε επί το ότι εξέλαβε τις αντιδράσεις της Παραπονούμενης ως ενίσχυση. Όπως έχει τονισθεί από τον Αρτεμίδη, Δ. στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7243, ημ. 14/01/2003: «Η άμεση μάλιστα εκδήλωση παραπόνου θεωρείται τόσο σημαντική ώστε θεσμοθετημένη πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρο 10, να επιτρέπει, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, την κατάθεση στο Δικαστήριο του παραπόνου αυτού ως απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος ή και ενισχύσεως του.» Εδώ θα πρέπει να πούμε εξ' υπ' αρχής ούτως ώστε να μην προκύψει οποιαδήποτε παρανόηση ότι η αναφορά του Α.Α. προς τη μητέρα του το βράδι της Κυριακής, «ότι είχε σύγκαμα και πονούσε τον πρωκτό του, αλλά και το πώς συμβαίνει όταν διανυχτερεύει στον παπά την επομένη να έχει πάντα πρόβλημα» δεν συνιστά κατά την κρίση μας πρώτο παράπονο μέσα στα πλαίσια που θέτει η νομολογία πιο πάνω. Εκείνο που φανερώνεται από τα όσα το παιδί είπε στη μητέρα του το βράδι εκείνο, είναι πως ήθελε με κάποιο τρόπο να φανερώσει αυτό που του συνέβη. Ήθελε ουσιαστικά να θέσει ένα ενήλικα, και εδώ τη μητέρα του, σε προβληματισμό και εγρήγορση έτσι που ουσιαστικά να αποκαλυφθεί εκείνο που δεν μπορούσε το ίδιο να βάλει σε λόγια. Όπως τονίζεται στην αγγλική απόφαση R v Wright,
(1990), Cr. App. R. 92, ουσιώδες για την αποδοχή του παραπόνου δεν είναι αφ΄ εαυτού το γεγονός ότι έγινε παράπονο αλλά το περιεχόμενο του και η εμφάνιση συνοχής μεταξύ των λεπτομερειών του παραπόνου και της εκδοχής της παραπονουμένης. Παρόλο που όπως είπαμε δεν θεωρούμε τις αναφορές του Α.Α. ως παράπονο, εντούτοις κρατούμε τις αναφορές αυτές ως γεγονός, ότι δηλαδή οι αναφορές αυτές έγιναν και το χρόνο που έγιναν. Η Υπεράσπιση επιχειρηματολογώντας πάνω στο ψεύτικο και κατασκευασμένο της ιστορίας του παιδιού, τόνισε ιδιαιτέρως ότι το παιδί καθυστερημένα και για πρώτη φορά, περιγράφει την 1.9.2005, περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης και ότι για πρώτη φορά επίσης κατονομάζει ως δράστη τον πατέρα του. Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση της Υπεράσπισης. Το παιδί ξεκινά το ίδιο εκείνο βράδι, 6.2.2005, να «παραπονείται» προς τη μητέρα του για το πρόβλημα και τον πόνο που νιώθει στον πωπό του. Παραπέμπει εμμέσως στον πατέρα του διερωτώμενος πώς συμβαίνει αυτός ο πόνος να εμφανίζεται όταν διανυχτερεύει στο σπίτι του πατέρα του. Στις 23 και 25.2.05, 17 ημέρες μετά από το συμβάν, μιλά για πρώτη φορά ανοικτά στην Πόλα Σακκάτου, περιγράφει σεξουαλική κακοποίηση του, εισαγωγή του πέους του άνδρα στον πρωκτό του και δίνει περιγραφές που παραπέμπουν στον πατέρα του. Έπεται τελικά η συνέντευξη προς την Αντωνίου όπου εκεί και περιγράφει αλλά και κατονομάζει πλέον ρητά τον πατέρα του ως το δράστη. Η περίπτωση αυτή, δεν βρίσκουμε να συνιστά περίπτωση μεγάλης καθυστέρησης ή τέτοιας, που να απαιτεί ιδιαίτερες επεξηγήσεις. Εντούτοις, σημειώνουμε ότι και εξηγήσεις υπάρχουν και δικαιολογημένες κρίνονται. Το παιδί με τη Σακκάτου και με τις μεθόδους που ακολουθεί και το κλίμα εμπιστοσύνης που δημιουργείται, μπορεί πλέον να εκφραστεί για το συμβάν. Το γεγονός ότι το παιδί δεν μπόρεσε να κάνει σχέση με τη ψυχολόγο Οικονομίδου και να μπορέσει να μιλήσει πρώτα σε εκείνη, δεν κρίνεται ούτε αφύσικο ούτε ύποπτο ούτε παραπέμπει ή δικαιολογεί τις θέσεις που έθεσε η Υπεράσπιση: ότι η μητέρα ουσιαστικά αναζητούσε το κατάλληλο πρόσωπο που θα υποστήριζε τις κατηγορίες της προς τον πρώην σύζυγο της. Η δυσκολία του Α.Α. να εκφραστεί προς την Οικονομίδου επεξηγήθηκε από την τελευταία και κρίνεται ως απολύτως φυσιολογική κάτω από το φως των όσων οι ειδικοί για την Κατηγορούσα Αρχή μας ανέπτυξαν. Η μητέρα δεν έχει καμία εμπλοκή στην αναζήτηση ψυχολόγου, «της αρεσκείας της». Το θέμα χειρίζεται αποκλειστικά το Γραφείο Ευημερίας και ο Ησαϊας, ως αρμόδιο πρόσωπο. Με βάση λοιπόν τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω, κρίνουμε ότι η μαρτυρία του Α.Α. παρέχει στέρεο έρεισμα που μας επιτρέπει, χωρίς δισταγμό να βασιστούμε σε αυτήν και χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, έχοντας προειδοποιήσει τους εαυτούς μας κατάλληλα για τον κίνδυνο που ελλοχεύει: εδώ πρόκειται για τη μαρτυρία ενός παιδιού ηλικίας 13 ετών. Η εκδοχή του παιδιού δεν παραμένει μετέωρη ως προς το σκέλος της σεξουαλικής κακοποίησης. Τεκμηριώνεται από επιστημονική μαρτυρία η οποία καταδεικνύει και επιβεβαιώνει το γεγονός. Οι διαφορές θέσεις της Υπεράσπισης, ανατράπηκαν και αποκλείσθηκαν διαδοχικά χωρίς πλέον να παραμένουν οποιαδήποτε σπέρματα αμφιβολίας για το γεγονός αυτό κάθε αυτό. Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία του Α.Α. καθώς και την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, βρίσκουμε ότι ο Α.Α. διανυχτέρευσε στις 5.2.2005 στο σπίτι του πατέρα του, κοιμήθηκε όπως πάντα στο ίδιο δωμάτιο μαζί με τον πατέρα του και την αδελφή του, το βράδι ο κατηγορούμενος έφυγε για την εργασία του, εργάζεται σε νυχτερινό κλαμπ και επιστρέφει κατά τις πρωινές ώρες, γύρω στις 6:00 π.μ. Το βράδι εκείνο το παιδί έπεσε στο κρεβάτι του για ύπνο οπότε κάποια στιγμή και ενώ ήταν μισοκοιμισμένος είδε μια σκιά στον τοίχο να πλησιάζει. Το δωμάτιο φωτιζόταν από μικρή λάμπα που έμενε αναμμένη καθόλη τη διάρκεια της νύχτας. Η σκιά προβαλλόταν στον άσπρο τοίχο του δωματίου προς τον οποίο είχε στραμμένο το πρόσωπο του. Το κρεβάτι του βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από τον τοίχο. Κοιμόταν πλευρό. Είδε τη σκιά να πλησιάζει, να μεγαλώνει, το κεφάλι του προσώπου που πλησίαζε είχε κοντοκουρεμένα μαλλιά, «ένιωσε ένα βάρος πάνω του» σαν να κάποιος «ήρτε κάπου κοντά ας πούμε και κάτι κάμνει δαμέ», στη συνέχεια ένιωσε κάτι να τον ενοχλεί πίσω, στο πίσω μέρος του σώματος του αλλά δεν ήθελε να γυρίσει να δει για το ποιος τον είχε πλησιάσει. Έμεινε ακίνητος, έκανε πως κοιμόταν. Δεν ήθελε το εν λόγω πρόσωπο να καταλάβει ότι ήταν ξύπνιος. Ένιωσε δυνατό, πολύ δυνατό πόνο στον πρωκτό του, πόνος ο οποίος προήλθε από την είσοδο του «πράματος ή της πουλλούς» του εν λόγω προσώπου στο πίσω μέρος του σώματος του. Η είσοδος έγινε με δύναμη και μια μόνο φορά. Συνέχισε να είναι στραμμένος προς τον τοίχο Αμέσως μετά άκουσε τις σούστες του κρεβατιού του πατέρα του να τρίζουν, γύρισε και είδε τον κατηγορούμενο να ξαπλώνει στο κρεβάτι του. Το παιδί από τον πολύ πόνο δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το πρωί το παιδί σηκώθηκε πρώτο. Αμέσως ξύπνησε και ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άλλαξε τα σεντόνια στο κρεβάτι του παιδιού, πράγμα που είχε την ευκαιρία να πράξει, βρίσκουμε, την ώρα που η μητέρα του είχε πάει στην εκκλησία. Είναι εύρημα μας ότι στο σπίτι τις ώρες που έλαβε χώρα το πιο πάνω συμβάν, βρίσκονταν μόνο οι γονείς του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος και η μικρή του κόρη και ότι κανένα άλλο πρόσωπο δεν εισήλθε στο σπίτι. Ο πατέρας του κατηγορούμενου είναι υπερήλικας και με δυσκολία κινείται. Ότι η πόρτα του υπνοδωματίου ήταν κλειστή το ίδιο και τα παραθυρόφυλλα. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος όταν επέστρεψε στο σπίτι το επίδικο βράδι ξεκλείδωσε την πόρτα. Είναι γεγονός πως ο ανήλικος δεν δίνει ιδιαίτερες λεπτομέρειες του είδους εκείνου που η Υπεράσπιση μας παρέπεμψε και που πρόβαλε με την αντεξέταση των ειδικών μαρτύρων όπως π.χ. πως συνετελέστηκε ουσιαστικά η είσοδος του πέους στον πρωκτό του ανηλίκου, η στάση του σώματος των δύο προσώπων και πως ήρθαν σε συνουσία ή γιατί το παιδί δεν φώναξε την ώρα εκείνη ενώ πρέπει να πονούσε πολύ. Βρίσκουμε όμως ότι το γεγονός αυτό επεξηγείται με επάρκεια από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το παιδί την ώρα εκείνη: φόβος για το χειρότερο, για το ότι θα μπορούσε να συμβεί αλλά και δυσκολία του παιδιού να προχωρήσει σε περισσότερες λεπτομέρειες. Βέβαια οι λεπτομέρειες κάποιες φορές είναι εκείνες που ενισχύουν και δίνουν συνοχή στην εκδοχή του παραπονούμενου, όμως εδώ η απουσία τους δεν είναι ούτε καταλυτική ούτε και αναγκαία προϋπόθεση. Ο χώρος στον οποίο διαδραματίστηκε το συμβάν και το τι επακολούθησε από το μόνο άνδρα, τον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε την ευκαιρία να βρίσκεται την ώρα εκείνη στο δωμάτιο του παιδιού, δίνουν ένα ισχυρό πυρήνα γεγονότων που δεν χρειάζεται τη μεγαλύτερη λεπτομέρεια για να καταδειχθεί. Η όλη κατάθεση του Α.Α. έχει και συνέπεια και συνοχή και δεν παραπέμπει σε κανένα άλλο παρά μόνο στον ίδιο του τον πατέρα. Η ένοχη σκέψη του κατηγορούμενου, μπορεί να εξαχθεί και εξάγεται βρίσκουμε, από την ενέργεια του να αλλάξει τα σεντόνια του κρεβατιού πάνω στο οποίο συνετελέστηκε η πράξη, πληροφορία την οποία μεταφέρει ο Α.Α. τόσο προς την Πόλα Σακκάτου όσο και ενώπιον μας και η οποία εισάγεται σε ανύποπτο χρόνο πολύ πριν τα αποτελέσματα του δρος Καριόλου. Βέβαια η απουσία γενετικού υλικού εξηγείται ποικιλοτρόπως όπως ο ίδιος δρ. Καριόλου επεξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι στην αντίθετη περίπτωση, εκεί δηλαδή που ενδέχεται να μην υπήρχε η αλλαγή των σεντονιών και πάλι ήτο δυνατό να μην ανευρεθεί γενετικό υλικό. Εντούτοις η ενέργεια αυτή, δεν μπορεί παρά να ιδωθεί και να σημειωθεί μέσα στην όλη στάση και συμπεριφορά την οποία εξεδήλωσε ο κατηγορούμενος. Η επιστημονική μαρτυρία έχει καταδείξει ότι στα σεντόνια που παρέλαβε η αστυνομία από το κρεβάτι του παιδιού, εντοπίστηκε γενετικό υλικό του τελευταίου καθώς και τρίτου άγνωστου προσώπου, πιθανόν γυναίκας. Το γεγονός αυτό, δεν καταρρίπτει τη θέση που αποδεχθήκαμε, ότι δηλαδή μετά την επίδικη νύχτα αλλάχθηκαν από τον πατέρα τα σεντόνια. Ενδέχεται να επρόκειτο για μη καθαρά σεντόνια που είχαν χρησιμοποιηθεί σε άλλες επισκέψεις του παιδιού ή το παιδί μετά την αλλαγή των σεντονιών να ήρθε σε επαφή με το κρεβάτι του, ώστε να αφήσει το γενετικό υλικό. Το ζήτημα δεν διερευνήθηκε κατά τη δίκη. Η αντεξέταση δεν αμφισβήτησε το γεγονός. Ο λόγος του παιδιού παρέμεινε απρόσβλητος. Βρίσκουμε ακόμη ότι ο Α.Α. μέχρι σήμερα φοβάται να βγαίνει έξω με φίλους, έγινε καχύποπτος και παρά το ότι συνεχίζει τις δραστηριότητες του, αυτό το κάνει με πολύ προσοχή, με αποτέλεσμα να περιοριστεί η αυτονομία του, φόβος ο οποίος εστιάζεται κυρίως στον πατέρα του μήπως τον δει ή μήπως του κάνει κακό και αρνείται να έρθει σε επαφή μαζί του. Το συναίσθημα της ντροπής τον συνοδεύει καθημερινά και τον δυσκολεύει στην επαφή του με τους τρίτους, αναμένεται όμως όπως, η κλινική ψυχολόγος Σακκάτου ανέλυσε ενώπιον μας, πως η εφηβεία του Α.Α. θα είναι ομαλή. Από τα πιο πάνω, συνάγεται ως μόνο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω, ήρθε σε επαφή με τον ανήλικο εισάγοντας μια φορά το πέος του στον πρωκτό του τελευταίου, τραυματίζοντας τον. Ότι η όλη περιγραφή του συμβάντος ανάγεται σε πράξεις του κατηγορούμενου, συνοδεύομενη από εξυπακουόμενη πρόθεση. Με αυτά έχει λοιπόν καταδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τόσο η διάπραξη του αδικήματος όσο και ότι το αδίκημα αυτό το διέπραξε ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 3
(1)(γ) 2 (β) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και Ειδική Προστασία των Προσώπων που είναι θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης Ν.3
(1)/00, προβλέπει: «3
(1)Απαγορεύεται - (α) (β) (γ) η σεξουαλική εκμετάλλευση ή η κακοποίηση ανηλίκων (δ)
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, σχέση συγγένειας με το θύμα εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού, καθώς και κάθε άλλη σχέση του θύματος με πρόσωπο, το οποίο λόγω της θέσης του ασκεί εξουσία ή επιρροή στο θύμα και περιλαμβάνει σχέση με κηδεμόνα, εκπαιδευτικό, υπεύθυνο οικοτροφείου, σωφρονιστηρίου, φυλακών ή άλλων παρόμοιων ιδρυμάτων, καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα συνιστά κατάχρηση εξουσίας ή άλλης μορφής πίεση. (α) (β) Όποιος ενεργεί κατά παράβαση των απαγορεύσεων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)(γ) και (δ) διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη.» Ο όρος σεξουαλική εκμετάλλευση επεξηγείται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του νόμου το οποίο προβλέπει: « (α) την παρότρυνση ή τον εξαναγκασμό ανηλίκου να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα (β) την εκμετάλλευση ανηλίκου με την εκπόρνευση του ή με τη συμμετοχή του σε άλλες σεξουαλικές πρακτικές (γ) ..................................» Το δε άρθρο 174
(1)του Ποινικού Κώδικα όπως αυτό έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι: «174
(1)Όποιος δια βίας ή μη, έρχεται σε συνουσία με νεαρό άντρα που έχει ηλικία κάτω των δεκατριών χρόνων, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης δια βίου» Από τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του εξανάγκασε τον Α.Α. να συμμετάσχει στη σεξουαλική δραστηριότητα που περιγράψαμε πιο πάνω: σε συνουσία. Παρά το ότι το παιδί δεν προέβαλε όποια αντίσταση, σωματική ή άλλη, είναι προφανές πως δεν συναινούσε. Ουσιαστικά αναγκάστηκε, ακριβώς γιατί ο θύτης βρισκόταν σε σχέση εξουσίας έναντι του παιδιού. Ότι η σεξουαλική δραστηριότητα αφορούσε συνουσία, τεκμηριώνει και την κατηγορία του άρθρου 174
(1)του Ποινικού Κώδικα: ο Α.Α. ήταν ηλικίας κάτω των 13 χρόνων. Είναι η κατάληξη μας ότι τα ευρήματα μας στοιχειοθετούν πλήρως και τις δύο κατηγορίες και βρίσκουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. (Υπ.) ............................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.