← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Farhan Seifeddin, Αρ. Υπόθεσης: 2995/04, 17.7.06

Αστυνομία Πάφου ν. Farhan Seifeddin, Αρ. Υπόθεσης: 2995/04, 17.7.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2995/04 Μεταξύ: Αστυνομία Πάφου και Farhan Seifeddin, από την Πάφο ------------------- Ημερομηνία: 17.7.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, (1η κατηγορία) και την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου κατά παράβαση του άρθρου 2, 3

(1)(α),
(3),
(4),
(5),
(6),
(7)και
(8)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(I)/00 (2η κατηγορία). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Καταληκτικά η κα Ιωάννου ζήτησε από το Δικαστήριο να απαλλάξει και αθωώσει τον Κατηγορούμενο από αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής εν' όψει του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας περιλαμβανομένων και των γραπτών καταθέσεων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας η εισήγηση της κυρίας Ιωάννου, ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με ασφάλεια σε ισχύ δεν με βρίσκει σύμφωνο. Υπενθυμίζεται, ότι ο λόγος που, σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, συμπεριλήφθηκε η κατηγορία της ανασφάλιστης χρήσης στο κατηγορητήριο ήταν γιατί η ασφάλεια του Κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ακυρωμένη και, κατ' επέκταση, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ασφάλεια, η οποία δεν βρισκόταν σε ισχύ. Με οδηγό τα πιο πάνω και τις αρχές που διέπουν το θέμα κρίνω, πως η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, την οποία εξέτασα με πολλή προσοχή έχοντας ταυτόχρονα κατά νου τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας επί των οποίων βασίζονται οι κατηγορίες, είναι τέτοια που τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και στις δύο κατηγορίες. Για σκοπούς επισήμανσης και μόνο αναφέρω τα ακόλουθα. Το άρθρο 3
(1)(α) του Νόμου απαγορεύει την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός αν ισχύει η εξαίρεση που το ίδιο ορίζει, αν δηλαδή, ο οδηγός είναι κάτοχος ασφαλιστήριου που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μανώλης Σιδηρόπουλος ν. Αστυνομία
(1999)2 ΑΑΔ 15 ανέφερε ότι οι περιπτώσεις που μια νομοθετική διάταξη θέτει το βάρος απόδειξης στους ώμους ενός κατηγορουμένου δεν περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνες που κάτι τέτοιο προβλέπεται ρητά από τον νόμο. Μια διάταξη μπορεί να θέτει το βάρος απόδειξης σε κατηγορούμενο εξυπακουόμενα ή σιωπηρά (impliedly), δηλαδή, ως θέμα ερμηνείας (on a true construction). Σύμφωνα, επίσης, με το κοινοδίκαιο, όταν ένας κατηγορούμενος βασίζει την υπεράσπισή του σε κάποια εξαίρεση, είτε αυτή συνοδεύει την περιγραφή του αδικήματος στην νομοθετική διάταξη που δημιουργεί το αδίκημα, είτε όχι, το βάρος απόδειξης της εξαίρεσης αυτής το έχει ο Κατηγορούμενος (Βλ., επίσης, R v. Edwards
(1975)QB 27). Η εξαίρεση που εισάγεται με τις λέξεις «εκτός αν» στο πιο πάνω άρθρο ισοδυναμεί με υπεράσπιση, εφόσον η κατοχή ασφαλιστηρίου απαλλάσσει τον οδηγό από ποινική ευθύνη. Συνεπώς, το βάρος δεν είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς ασφάλεια, αλλά στον Κατηγορούμενο να αποδείξει την εξαίρεση. Εν' όψει της κατάληξής μου ο Κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του και στις δύο κατηγορίες. (Εξηγούνται στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του σύμφωνα με τον Νόμο). (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.